61/2016 ΠΠΡ ΑΘ (ΑΣΦ)
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρ. 697 ΚΠολΔ, το αρμόδιο για την κύρια υπόθεση δικαστήριο, ενώ διαρκεί η εκκρεμοδικία, μπορεί με αίτηση του διαδίκου που έχει έννομο συμφέρον, η οποία υποβάλλεται και αυτοτελώς, να μεταρρυθμίσει ή ανακαλέσει ολικά ή εν μέρει την απόφαση που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνά-γονται τα εξής: α) ότι η ανάκληση ή μεταρρύθμιση της αποφάσεως που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα είναι δυνατόν να διαταχθεί και κατά τη διάρκεια της εκκρεμο¬δικίας παρά του δικάζοντος την κυρία υπόθεση Πολυμελούς Δικαστηρίου, σε κάθε χρόνο ανεξαρτήτως στάσεως ή μη της δίκης και με αυτοτελή ακόμη αίτηση, όχι δε μόνο κατά τη συζήτηση της κυρίας υποθέσεως, πράγμα που συμβαίνει μόνον προκειμένου να διαταχθούν ασφαλιστικά μέτρα από το Πολυμελές Πρωτοδικείο, β) το δικαστήριο της κύριας δίκης έχει εξουσία ανακλήσεως ή μεταρρυθμίσεως της απο¬φάσεως ασφαλιστικών μέτρων που δεν εκδόθηκε από αυτό (το δικαστήριο της κύ¬ριας δίκης) χωρίς περιορισμούς, ήτοι για κάθε λόγο και ανεξάρτητα από την μετα¬βολή πραγμάτων. Έτσι, η ανάκληση ή μεταρρύθμιση, η οποία πάντως δεν έχει ανα¬δρομικά αποτελέσματα, ενεργεί ως υποκατάστατο των απαγορευμένων από το αρ. 899 ΚΠολΔ ενδίκων μέσων, δηλαδή μπορεί να βασίζεται και σε νομικά ή ουσια¬στικά σφάλματα της αποφάσεως, εξαιτίας των οποίων δεν είναι πλέον δικαιολογη¬μένη η συνέχιση των μέτρων που διέταξε, γ) η απόφαση που εκδόθηκε από το δι¬καστήριο της κύριας δίκης και διέταξε ασφαλιστικά μέτρα μπορεί να ανακληθεί ή μεταρρυθμιστεί από το ίδιο δικαστήριο ή και ανώτερο, στο οποίο εκκρεμεί ήδη η κύρια δίκη, μόνο αν υπάρχει μεταβολή των πραγμάτων ή συντρέχει περίπτωση εφαρ¬μογής του αρ. 696 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενώ και η δυνατότητα ανακλήσεως ή μεταρρυθμί¬σεως μετά από απόρριψη προηγούμενης αιτήσεως (ανάκλησης) προϋποθέτει γενικώς διαφοροποίηση του λόγου ανακλήσεως ή συμπλήρωση των τυχόν ελλείψεων της προηγούμενης αιτήσεως (βλ. ΠΠρΛαμ 9/2015, Νόμος, ΠΠρΑΘ 3695/2009, ΧρΙΔ 2010,203, όπου και περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία και θεωρία).

1945/2015 ΕΦ ΘΕΣΣΑΛ
Κατά το άρθρο 697 ΚΠολΔ, το αρμόδιο για την κύρια υπόθεση Δικαστήριο, όσο διαρκεί η εκκρεμοδικία μπορεί, με αίτηση του διαδίκου που έχει έννομο συμφέρον, η οποία υποβάλλεται και αυτοτελώς, να μεταρρυθμίσει, ή να ανακαλέσει ολικά, ή εν μέρει, την απόφαση που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα. Η εκκρεμοδικία της κυρίας υπόθεσης στο αρμόδιο Δικαστήριο θεμελιώνει εξουσία του προς ανάκληση, ή μεταρρύθμιση, ολική, ή μερική της απόφασης που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα. Εκκρεμοδικία της κυρίας υπόθεσης δημιουργεί και η άσκηση ενδίκου μέσου (ΑΠ 432/1985 ΕλλΔνη 1985.869, ΕφΑθ 3962/2009 ΕλλΔνη 2009.1449). Η ανάκληση ή μεταρρύθμιση δεν απαιτεί μεταβολή των πραγμάτων, μπορεί δε να βασίζεται και σε νομικά ή ουσιαστικά σφάλματα της αποφάσεως, εξ αιτίας των οποίων δεν είναι πλέον δικαιολογημένη η συνέχιση των μέτρων που διέταξε (ΑΠ 496/1972 ΝοΒ 1972.1305, ΕφΑθ 929/1995 ΕλλΔνη 1997.875).

216/2015 ΠΠΡ ΧΑΛΚΙΔ
Κατά το άρθρο 697 ΚΠολΔ, το αρμόδιο για την κύρια υπόθεση δικαστήριο όσο διαρκεί η εκκρεμοδικία μπορεί, με αίτηση του διαδίκου που έχει έννομο συμφέρον, η οποία υποβάλλεται και αυτοτελώς, να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει ολικά ή εν μέρει την απόφαση που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα. Η εκκρεμοδικία της κυρίας υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο θεμελιώνει εξουσία του προς ανάκληση ή μεταρρύθμιση ολική ή μερική της απόφασης που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγονται τα εξής: α) Ότι η ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης, που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα, είναι δυνατόν να διαταχθεί και κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας παρά του δικάζοντος την κυρία υπόθεση Πολυμελούς Δικαστηρίου, σε κάθε χρόνο, ανεξαρτήτως στάσης ή μη της δίκης και με αυτοτελή ακόμη αίτηση, όχι, δε, μόνο κατά τη συζήτηση της κυρίας υπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει μόνον προκειμένου να διαταχθούν ασφαλιστικά μέτρα από το Πολυμελές Πρωτοδικείο, β) το Δικαστήριο της κύριας δίκης έχει εξουσία ανάκλησης ή μεταρρύθμισης της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων που δεν εκδόθηκε από αυτό (το Δικαστήριο της κύριας δίκης) χωρίς περιορισμούς, ήτοι για κάθε λόγο και ανεξάρτητα από τη μεταβολή των πραγμάτων. Έτσι, η ανάκληση ή μεταρρύθμιση, η οποία πάντως δεν έχει αναδρομικά αποτελέσματα, ενεργεί ως υποκατάστατο των απαγορευμένων από το άρθρο 699 ΚΠολΔ ενδίκων μέσων, δηλαδή μπορεί να βασίζεται και σε νομικά ή ουσιαστικά σφάλματα της απόφασης, εξαιτίας των οποίων δεν είναι πλέον δικαιολογημένη η συνέχιση των μέτρων που διέταξε (ίδ. Κεραμέα- Κονδύλη-Νίκα: “Ερμηνεία ΚΠολΔ”, τόμος II, άρθρο 697, σελ. 1367-1368 με παραπομπή σε ΕφΘεσ 470/2009 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 929/1995 ΕλλΔνη 1997.875, ΕφΑθ 9248/1990 ΕλλΔνη 1991.1636-1637, ΕφΑθ 1973/1985 ΕλλΔνη 1985.929, ΠολΠρΑθ 3695/2009 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΠολΠρΑθ 66/1995 ΝοΒ 1996.232, ΠολΠρΑθ 49/1991 Δίκη 1992.255 κ.ά). Από την πιο πάνω διάταξη επίσης συνάγεται ότι, για το νόμιμο και ορισμένο της αίτησης για την ανάκληση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, δεν απαιτείται η επίκληση επείγουσας περίπτωσης ή επικείμενου κινδύνου. Εφόσον συντρέχει λόγος που δικαιολογεί την ανάκληση της απόφασης (π.χ. έκλειψη του κινδύνου για τον οποίο χορηγήθηκε το ασφαλιστικό μέτρο), δεν υπάρχει λόγος να συντρέχει επιπρόσθετα και η προϋπόθεση της επείγουσας περίπτωσης ή του επικείμενου κινδύνου. Με την αίτηση ανάκλησης, άλλωστε, διώκεται η θεραπεία πραγματικού σφάλματος χάριν του κοινού περί δικαίου αισθήματος (βλ. σχόλιο Χρήστου Δ. Νικολαΐδη στην απόφαση ΜονΠρΑθ 1146/2002, ΑρχΝομ 200.647, επίσης Κεραμέα- Κονδύλη-Νίκα Ερμηνεία ΚΠολΔ άρθρο 682 αρ. 9, σελ. 1326). Ακόμη, ως κυρία υπόθεση, κατά την εκδίκαση της οποίας δύναται να ζητηθεί η ανάκληση του ασφαλιστικού μέτρου, θεωρείται η έχουσα ως αντικείμενο τη διάγνωση του ασφαλισθέντος δικαιώματος, όπως και η διώκουσα την αναγνώριση της ανυπαρξίας του ασφαλισθέντος δικαιώματος σχετική αρνητική αναγνωριστική αγωγή, γιατί και κατ` αυτήν, αφενός μεν γίνεται αρνητικά η διάγνωση του ασφαλισθέντος δικαιώματος, αφετέρου δε προστατεύεται ο καθού λήφθηκε το ασφαλιστικό μέτρο διάδικος, σε περίπτωση κατά την οποία ο υπέρ του οποίου λήφθηκε το ασφαλιστικό μέτρο αρνηθεί να ασκήσει την κυρία αγωγή (βλ. σχετ. Μπέη, Πολ. Δικ., υπό το άρθρο 693, σελ. 168). Ως διάδικος δε, ο οποίος έχει έννομο συμφέρον για να ασκήσει την παραπάνω αίτηση, θεωρείται και αυτός ο οποίος, με την άσκηση της αγωγής περί της κυρίας υπόθεσης, καθίσταται ενάγων. Η ανωτέρω ιδιωτική διαφορά υπάγεται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα των Ειρηνοδικείων, που είναι εξαιρετική, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 15 παρ. 5 ΚΠολΔ, κατά την οποία, στην αρμοδιότητα των Ειρηνοδικείων, υπάγονται, ανεξάρτητα από την αξία του αντικειμένου της διαφοράς, οι διαφορές που αφορούν την παρεμπόδιση της ελεύθερης χρήσης δρόμων και μονοπατιών, καθώς και από τις ζημιές, που προκαλούνται από την παρεμπόδιση αυτή (ΑΠ 684/73 ΝοΒ 22.175, ΑΠ 150/76 ΝοΒ 24.692, ΕφΛαρ. 179/2001 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 3552/92 ΕλλΔνη 35.442). Εκτός αν, παράλληλα με την πιο πάνω αγωγή, ασκείται και αγωγή αποζημίωσης κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες για την ζημία από τη στέρηση της χρήσης (ΑΠ 1020/75 ΝοΒ 24.304, ΑΠ 238/92 ΕλλΔνη 34.1310), οπότε η καθ’ ύλην αρμοδιότητα κρίνεται από τις γενικές διατάξεις (βλ. Γιακουμή Δ 26 574, Σ.Τ.Γ Αρμ 47.1110).
24/2015 ΜΠΡ ΚΑΣΤΟΡ
Συνέπεια της πιο πάνω παραδοχής αναφορικά με τη φύση της απόφασης που διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής είναι ότι η εν λόγω απόφαση δεν υπόκειται σε ανάκληση ή μεταρρύθμιση ακόμη και εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 696 – 698 ΚΠολΔ (βλ. ΠΠρΑΘ 120/2005, ΠΠρΘεσ 8303/2004, ΜΠρΚεφ 146/2012, ΜΠρΜεσολ 1064/2008, ΜΠρΧαλκ 1898/2007 δημ. «Νόμος», Κεραμέως – Κονδύλη – Νίκα: «Ερμηνεία ΚΠολΔ», ερμηνεία άρθρου 632, τόμ. II, σελ. 1190, Π. Τζίφρα: «Ασφαλιστικά Μέτρα» έκδ. 1985, σελ. 518). Ωστόσο, από μερίδα της νομολογίας και της θεωρίας έχει διατυπωθεί και η αντίθετη άποψη σύμφωνα με την οποία είναι επιτρεπτή η ανάκληση της απόφασης που διέταξε την αναστολή εκτέλεσης διαταγής πληρωμής παρά το ότι γίνεται δεκτό και κατά την άποψη αυτή ότι η σχετική απόφαση δεν αφορά σε ασφαλιστικά μέτρα των διατάξεων των άρθρων 682 επ. ΚΠολΔ (βλ. ΕφΝαυπλ 24/2012, ΕφΙωαν 57/2005, ΠΠρΡόδ 50/2004, Β. Βαθρακοκοίλη: «Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας – Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση», ερμηνεία άρθρου 632, τόμ. Γ, σελ. 848). Από τις ως άνω διατυπωθείσες απόψεις το δικαστήριο τούτο δέχεται ως ορθότερη την πρώτη αφ` ενός μεν επειδή αυτή συμβιβάζεται περισσότερο με τη γραμματική διατύπωση και το σκοπό της διάταξης του άρθρου 632 παρ. 3 ΚΠολΔ που παραπέμπει μόνον στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων προκειμένου να εκδίδεται σε σύντομο χρόνο η σχετική απόφαση, αφ` ετέρου δε επειδή θέτει διακριτά όρια μεταξύ των γνήσιων ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 682 επ. ΚΠολΔ και των ρυθμιστικών μέτρων όπως αυτό της αναστολής εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής και, τέλος, αποκλείει την άσκοπη και παρελκυστική χρήση της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων προς όφελος της κύριας δίκης που εκκρεμεί μετά την άσκηση της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής και στην οποία θα επιλυθεί οριστικά η διαφορά.

9/2014 ΕΦ ΔΩΔ (Ενώπιον του Εφετείου Δωδεκανήσου ασκήθηκε από την αιτούσα κατά του καθ’ ου η αίτηση, η από 18-10-2013 και με αριθ. έκθ. κατ. 123/25-10-2013 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατ’ άρθρο 697 Κ.Πολ.Δ. Για τη συζήτηση δε αυτής που γράφτηκε νόμιμα με τη σειρά της στο σχετικό πινάκιο, ορίσθηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας)
πό τις διατάξεις των άρθρων 695 έως 697 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι οι εκδιδόμενες κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστικές αποφάσεις έχουν προσωρινή ισχύ, δεν επηρεάζουν την κύρια δίκη και μπορεί να ανακληθούν ή να μεταρρυθμιστούν από το δικαστήριο που τις έχει εκδώσει ή από το δικαστήριο της κύριας υπόθεσης. Σύμφωνα εξάλλου με τις διατάξεις των άρθρων 693 παρ. 3 και 697 του ιδίου Κώδικα, το δικάζον την κύρια υπόθεση δικαστήριο, που μπορεί να είναι και το Εφετείο στο οποίο εκκρεμεί λόγω ασκήσεως εφέσεως, μπορεί ύστερα από αίτηση του διαδίκου, που έχει έννομο συμφέρον και υποβάλλεται είτε σε κάποια στάση της δίκης για την εκκρεμή κύρια υπόθεση, είτε και αυτοτελώς και χωρίς ακόμη πιθανολόγηση νέων στοιχείων (μεταβολή πραγμάτων) να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει εν όλω ή εν μέρει την διατάσσουσα ασφαλιστικά μέτρα απόφαση, με βάση μόνο τα στοιχεία της δικογραφίας (βλ. ΑΠ 496/1972 ΝοΒ 20, 1305, ΕφΑθ 3962/2009 ΕλΔ 50, 1448, ΕφΠειρ 171/2005 ΠειρΝομ 2005, 232, ΕφΑθ 2360/2003 ΕλΔ 44, 992). Και ναι μεν στο τελευταίο εδάφιο της διάταξης του άρθρου 697 του Κ.Πολ.Δ. γίνεται λόγος μόνο για Πολυμελές Πρωτοδικείο, από αυτό όμως δεν μπορεί να συναχθεί επιχείρημα εξ αντιδιαστολής προς αποκλεισμό του Εφετείου, εν όψει του ότι, όπως παγίως γίνεται δεκτό στη νομολογία, το πρώτο εδάφιο της ανωτέρω διάταξης δεν κάνει διάκριση. Επομένως, αρμόδιο να δικάσει ανακλητική ή μεταρρυθμιστική αίτηση είναι και το Εφετείο, αν εκκρεμεί σε αυτό η κύρια υπόθεση (βλ. ΑΠ 432/1985 ΕλΔ 26, 869, ΑΠ 1846/1983 ΕΕΝ 51, 782, ΕφΑθ 3962/2009 ό.π., ΕφΑθ 929/1995 ΕλΔ 38, 875). Ως κύρια υπόθεση, σε σχέση με το ασφαλιστικό μέτρο, θεωρείται γενικώς εκείνη της οποίας το αντικείμενο είναι το δικαίωμα, προς εξασφάλιση του οποίου διατάχθηκε το ασφαλιστικό μέτρο (βλ. ΕφΑθ 3962/2009 ό.π., ΕφΠειρ 171/2005 ό.π., ΕφΑθ 10801/1990 ΕλΔ 32, 1072). Με το ως άνω ένδικο βοήθημα δεν άγεται προς κρίση από το δικαστήριο η νομιμότητα και κατ’ ακολουθία η ορθότητα της απόφασης που διέταξε το ασφαλιστικό μέτρο, αλλά η νομιμότητα της περαιτέρω ισχύος αυτού (βλ. ΕφΑθ 3962/2009 ό.π., ΕφΠειρ. 171/2005 ό.π., ΕφΑθ 5480/1983 ΑρχΝομ 35,501).

65/2014 ΕΙΡ ΡΟΔ
Προσέτι, όταν διατάσσεται επανάληψη της συζήτησης (254 ΚΠολΔ), πρώτη θεωρείται η αρχική και όχι εκείνη που γίνεται μετά την επανάληψη, καθόσον η τελευταία αποτελεί συνέχεια της πρώτης (ΕφΑθ 6349/1982, ΕΕΝ 49, 707, Β. Βαθρακοκοίλης, Ερμηνευτική – Νομολογιακή ανάλυση ΚΠολΔ, τόμος Β’, άρθρο 281, αρ. 2, σελ. 273). Έτσι, σε κάθε περίπτωση οι αποφάσεις που διατάσσουν ασφαλιστικά μέτρα νομής ή κατοχής ανακαλούνται ή μεταρρυθμίζονται κατ’ άρθρο 697 ΚΠολΔ από το δικαστήριο της κύριας δίκης (ΕφΠειρ 147/1978, ΝοΒ 1979, 242, Κεραμέας – Κονδύλης – Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος ΙΙ, άρθρο 734, αρ. 9, σελ. 1446, Τζίφρας, Ασφαλιστικά Μέτρα, σελ. 410-411, Μπέης, Πολιτική Δικονομία V, σελ. 866,Γ. Νικολόπουλος, Η ανάκληση των αποφάσεων των ασφαλιστικών μέτρων, γ’ εκδ. 2014, σελ. 278-279, Κ. Παπαδόπουλος, Αγωγές Εμπράγματου Δικαίου, τόμος Α’, σελ. 220-222, αντίθ. Ι. Χαμηλοθώρης, Ασφαλιστικά Μέτρα, 2010, σελ. 87- 88,418). Ετσι, σε περίπτωση ασκήσεως, εκ μέρους του νικήσαντος στη διαδικασία των προσωρινών μέτρων νομής διαδίκου, της κύριας περί νομής αγωγής, είναι επιτρεπτή στη δίκη αυτή η υποβολή, εκ μέρους του ηττηθέντος εναγόμενου, αίτηση ανάκλησης κατ’ άρθρο 697 ΚΠολΔ, της απόφασης που διάταξε τα ασφαλιστικά μέτρα νομής (ΕφΠειρ 147/1978, ΝοΒ 1979, 242, Κεραμέας – Κονδύλης – Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος ΙΙ, άρθρο 734, αρ. 9, σελ. 1446, Τζίφρας, Ασφαλιστικά Μέτρα, σελ. 410-411, Μπέης, Πολιτική Δικονομία V, σελ. 866, Γ. Νικολόπουλος, Η ανάκληση των αποφάσεων των ασφαλιστικών μέτρων, γ’ εκδ. 2014, σελ. 278-279, Κ. Παπαδόπουλος, Αγωγές Εμπράγματου Δικαίου, τόμος Α’, σελ. 220-222, αντίθ. Ι. Χαμηλοθώρης, Ασφαλιστικά Μέτρα, 2010, σελ. 87-88, 418). Εξάλλου δικαστήριο της κύριας δίκης υπό την έννοια του άρθρου 697 ΚΠολΔ, στην οποία όσο διαρκεί η εκκρεμοδικία είναι δυνατή η αίτηση ανάκλησης ή μεταρρύθμισης είναι η ανοιγόμενη με την τακτική αγωγή νομής, δηλαδή εκείνο (το δικαστήριο) στο οποίο εκκρεμεί η κύρια αγωγή προς διάγνωση του δικαιώματος και για την προσωρινή προστασία του οποίου διατάχθηκε το ασφαλιστικό μέτρο και όχι η απλά συναφής (Β. Βαθρακοκοίλης, Ασφαλιστικά Μέτρα, Ερμηνεία – Νομολογία – Βιβλιογραφία, εκδ. 2012, άρθρο 734, αρ. 63, σελ. 887,Β. Μπρακατσούλας, Ασφαλιστικά Μέτρα, 5η έκδ. 2005, σελ. 190, Κ. Παπαδόπουλος, Αγωγές Εμπράγματου Δικαίου, τόμος Α’, σελ. 221, Μπέης, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 697, σελ. 199, ιδίου, Τα όρια της δικαστικής προστασίας 1980, σελ. 9 επ., Τζίφρας, Ασφαλιστικά Μέτρα, σελ. 103, Γ. Νικολόπουλος, Η ανάκληση των αποφάσεων των ασφαλιστικών μέτρων, γ’ εκδ. 2014, σελ. 128-130, Βερνάρδος, Δ. 1974, 270, ΠρακτΣυντΕπιτ 5, σελ. 191, Μπέης υπό την ΠΠρΣαμ 120/1973, Δ. 5, 191, Μπλάτσιος, σημ. υπό την ΕφΑθ 6589/1983, ΕλλΔνη 25, 182, ΕφΑθ 10801/1990, ΕλλΔνη 32, 1072, ΕφΑθ 6589/1983, ΕλλΔνη 25, 181, ΕφΑθ 1458/1970, Αρμ. 1970, 996, ΠΠρΘεσ 4057/2007, ΕΦΑΔ 2008, 1255, ΠΠρΑθ 10/2002, ΕΕμπΔ 2002, 346, ΠΠρΑθ 153/1998, Δ. 1998, 1343, ΠΠρΑθ 8/1987, ΕλλΔνη 1987, 1122). Στα ασφαλιστικά μέτρα νομής, κύρια υπόθεση είναι η αγωγή νομής (ΑΠ 622/1975, ΝοΒ 24, 39, ΠΠρΑθ 82/1987, Δ. 18, 829, ΜΠρΒολ 681/1981, Δνη 22, 553,Β. Βαθρακοκοίλης, Ερμηνευτική – Νομολογιακή ανάλυση ΚΠολΔ, τόμος Δ’, άρθρο 697, αρ. 27, σελ. 140, Κ. Παπαδόπουλος, Αγωγές Εμπράγματου Δικαίου, τόμος Α’, σελ. 221).

Η υποβολή της ανακλητικής αίτησης, όπως συνάγεται από τη λεκτική διατύπωση της διάταξης, μπορεί να υποβληθεί από την έναρξη της εκκρεμοδικίας για την κύρια υπόθεση στο αρμόδιο γι’ αυτήν δικαστήριο, και αυτοτελώς σε οποιοδήποτε χρόνο, δηλαδή ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή όχι στάση δίκης για την κύρια υπόθεση και αν υφίσταται στάση δίκης, ανεξάρτητα σε ποιο στάδιο βρίσκεται αυτή και όσο διαρκεί η εκκρεμοδικία (ΠΠρΑθ 2090/2004, ΝοΒ 2005, 523). Η αρμοδιότητά του μάλιστα αυτή καθίσταται αποκλειστική από την (πρώτη) συζήτηση της κύριας υπόθεσης και εφεξής (Κεραμέας – Κονδύλης – Νίκας [-Κράνης], Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος ΙΙ, άρθρο 696, αρ. 7, Γ. Νικολόπουλος, Η ανάκληση των αποφάσεων των ασφαλιστικών μέτρων, γ’ εκδ. 2014, σελ. 127-128, Ι. Χαμηλοθώρης, Ασφαλιστικά Μέτρα, 2010, σελ. 82, ΠΠρΡοδ 79/1999, Αρμ. 1999, 1585, ΠΠρΑθ 138/1983, Δ. 1994, 382, ΜΠρΠειρ 8105/2003, ΕλλΔνη 2006, 940, ΜΠρΑιγ 137/1997, Δ. 1998, 448, ΜΠρΣερ 2/1994, Αρμ. 1994, 201, ΜΠρΚω 356/1988, ΕλλΔνη 1989, 647). Δεν αποκλείεται πάντως αναβολή της συζήτησης της αίτησης για τη συνεκδίκαση με την κύρια υπόθεση (Β. Βαθρακοκοίλης, Ερμηνευτική – Νομολογιακή ανάλυση ΚΠολΔ, τόμος Δ’, άρθρο 697, αρ. 11, σελ. 137).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 697 ΚΠολΔ, το αρμόδιο για την κύρια υπόθεση δικαστήριο, ενώ διαρκεί η εκκρεμοδικία, μπορεί, µε αίτηση του διαδίκου που έχει έννομο συμφέρον, η οποία υποβάλλεται και αυτοτελώς, να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει ολικά ή εν μέρει την απόφαση που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα. Από την παραπάνω διάταξη σαφώς συνάγεται, πρώτον μεν ότι η ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα είναι δυνατόν να διαταχθεί και κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας παρά του δικάζοντος την κύρια υπόθεση δικαστηρίου, σε κάθε χρόνο, ανεξαρτήτως στάσης ή μη της δίκης και με αυτοτελή ακόμη αίτηση, δεύτερον δε ότι το αρμόδιο για την κύρια υπόθεση δικαστήριο έχει εξουσία ανάκλησης ή μεταρρύθμισης για κάθε λόγο, ήτοι ανεξάρτητα από τη μεταβολή των πραγμάτων. Πάντως δεν αποκλείεται αναβολή της συζήτησης της αίτησης για τη συνεκδίκαση με την κύρια υπόθεση (Β. Βαθρακοκοίλης, Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση ΚΠολΔ, άρθρο 697, αρ. 11, σελ. 137).

Με το ένδικο (κατ` ουσίαν) αυτό βοήθημα που προβλέπεται από την εν λόγω διάταξη, δεν φέρεται υπό την κρίση του δικαστηρίου της κύριας υπόθεσης η νομιμότητα του ασφαλιστικού μέτρου που έχει διαταχθεί, ή η ορθότητα της απόφασης που το διέταξε, αλλά μόνον η νομιμότητα της περαιτέρω ισχύος του. Συνεπώς, το δικαστήριο της κύριας δίκης θα ελέγξει αν κατά το χρόνο κατά τον οποίο καλείται να αποφασίσει ως αρμόδιο δικαστήριο και να διατάξει για πρώτη φορά κάποιο ασφαλιστικό μέτρο, θα διέτασσε το μέτρο αυτό, όπως έχει ήδη διαταχθεί με την απόφαση, της οποίας διώκεται η ανάκληση ή η μεταρρύθμιση, τόσο κατά την έκταση όσο και κατά το είδος του ασφαλιστικού μέτρου. Αν δε το δικαστήριο αυτό κρίνει ότι µε τις συνθήκες που υπάρχουν κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιόν του δεν δικαιολογείται η διατήρηση της ισχύος του ασφαλιστικού μέτρου, είτε ολικά είτε εν μέρει, μπορεί να ανακαλέσει αναλόγως την απόφαση που διέταξε το ασφαλιστικό μέτρο, ή να τη μεταρρυθμίσει. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές, δεν προϋποτίθεται για το παραδεκτό της αίτησης η επίκληση της μεταβολής των πραγμάτων, αλλά το δικαστήριο κρίνει βάσει των στοιχείων που υπάρχουν στη δικογραφία της κύριας υπόθεσης, εφόσον το θέμα τεθεί υπόψη του και έτσι αποφασίζει, όπως θα έκρινε αν για πρώτη φορά καλούνταν να διατάξει τη λήψη ή όχι του ασφαλιστικού μέτρου (βλ. Τζίφρα, Ασφαλιστικά μέτρα, έκδ.4η, σελ.13,91 επ., Απαλαγάκη, ΚΠολΔ Ερµηνεία κατ` άρθρο, έκδ.2010 υπό άρθρο 697 αρ. 1, Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, τόμος Θ`, 2011 υπό άρθρο 697 αρ. 1-7, Ι. Χαµηλοθώρη, Ασφαλιστικά Μέτρα, έκδ. 2010, σελ. 82-84, Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα, Ερµηνεία ΚΠολΔ υπό άρθρο 697 αρ. 1-6, ΑΠ 97/2006, ΧρΙΔ 2006, 533, ΕφΘεσ 2217/2006, Αρμ. 2006, 1607, ΕφΠειρ 17/2005, ΠειρΝ 2005, 261, ΠΠρΑθ 5541/2006, ΧρΙΔ 2007, 648, ΠΠρΘεσ 16923/2003, Αρμ. 2005, 55).

Για να μπορεί όμως να λειτουργήσει με τέτοια ευρύτητα ως υποκατάστατο των ενδίκων μέσων η προβλεπόμενη από το άρθρο 697 ΚΠολΔ ανάκληση ή μεταρρύθμιση, η οποία πάντως δεν έχει αναδρομικά αποτελέσματα (Γ. Νικολόπουλος, Η ανάκληση των αποφάσεων των ασφαλιστικών μέτρων, σελ. 102-103, βλ. όμως Παναγόπουλο, Δ. 1985, 450), πρέπει το δικαστήριο της κύριας δίκης να είναι ανώτερο απ’ αυτό που εξέδωσε την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, ενώ, αν είναι ισόβαθμο, πρέπει η αίτηση ανάκλησης ή μεταρρύθμισης να συζητείται συγχρόνως με την κύρια υπόθεση, αλλιώς απαιτείται συνεκδίκαση (ΑΠ 496/1972, ΝοΒ 20, 1305, ΠΠρΑθ 315/1986, Δ. 1987, 359, ΜΠρΚορ 522/1975, Δ. 1976, 72), αφού μόνο τότε υπάρχει πλήρης εποπτεία του νομικού και πραγματικού υλικού της όλης υπόθεσης, η οποία και δικαιολογεί την ανάκληση ή μεταρρύθμιση για οποιονδήποτε λόγο και από δικαστήριο ισόβαθμο προς αυτό που εξέδωσε την ανακαλούμενη ή μεταρρυθμιζόμενη απόφαση (βλ. Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος ΙΙ, άρθρο 697, αρ. 4, σελ. 1368, Β. Μπρακατσούλα, Ασφαλιστικά Μέτρα, 5η έκδ. 2005, σελ. 194, ΑΠ 496/1972, ΝοΒ 20, 1305, ΠΠρΑθ 315/1986, Δ. 1987, 359, ΜΠρΚορ 522/1975, Δ. 1976, 72). Η συνεκδίκαση αυτή δεν εμποδίζεται από το ότι το άρθρο 246 ΚΠολΔ, με βάση το οποίο διατάσσεται, απαιτεί (εκτός από άλλα) οι περισσότερες εκκρεμείς στο δικαστήριο δίκες να υπάγονται στην ίδια διαδικασία, γιατί η ρύθμιση των άρθρων 696 και 697 ΚΠολΔ για την αίτηση ανάκλησης ή μεταρρύθμισης απόφασης που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα, ως ειδική, είναι επικρατέστερη, από τις τελευταίες δε αυτές διατάξεις προκύπτει με σαφήνεια ότι όχι μόνο συγχωρείται, αλλά και ευνοείται, η συνεκδίκαση της αίτησης αυτής με την κύρια υπόθεση, έστω και αν αυτή υπάγεται σε διαφορετική διαδικασία (ΠΠρΑθ 315/1986, Δ. 1987, 359, ΜΠρΚορ 522/1975, Δ. 1976, 72, ΕιρΚαστορ 90/2010, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΘεσ 2434/1989, ΝΟΜΟΣ).

28/2013 ΠΠΡ ΡΟΔ
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 697 ΚΠολΔ, το αρμόδιο για την κύρια υπόθεση Δικαστήριο, ενώ διαρκεί η εκκρεμοδικία, μπορεί, με αίτηση του διαδίκου που έχει έννομο συμφέρον, η οποία υποβάλλεται και αυτοτελώς, να μεταρρυθμίσει ή ν` ανακαλέσει ολικά ή εν μέρει την απόφαση που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγονται τα εξής: α) ότι η ανάκλησηή μεταρρύθμιση της αποφάσεως που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα είναι δυνατόν να διαταχθεί και κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας παρά του δικάζοντος την κυρία υπόθεση Πολυμελούς Δικαστηρίου, σε κάθε χρόνο, ανεξαρτήτως στάσεως ή μη της δίκης και με αυτοτελή ακόμη αίτηση, όχι, δε, μόνο κατά τη συζήτηση της κυρίας υποθέσεως, πράγμα που συμβαίνει μόνον προκειμένου να διαταχθούν ασφαλιστικά μέτρα από το Πολυμελές Πρωτοδικείο, β) το Δικαστήριο της κύριας δίκης έχει εξουσία ανακλήσεως ή μεταρρυθμίσεως της αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων που δεν εκδόθηκε από αυτό (το Δικαστήριο της κύριας δίκης) χωρίς περιορισμούς, ήτοι για κάθε λόγο και ανεξάρτητα από την μεταβολή πραγμάτων. Ετσι η ανάκληση ή μεταρρύθμιση, η οποία πάντως δεν έχει αναδρομικά αποτελέσματα, ενεργεί ως υποκατάστατο των απαγορευμένων από το άρθρο 699 ΚΠολΔ ενδίκων μέσων, δηλαδή μπορεί να βασίζεται και σε νομικά ή ουσιαστικά σφάλματα της αποφάσεως, εξαιτίας των οποίων δεν είναι πλέον δικαιολογημένη η συνέχιση των μέτρων που διέταξε (ίδ. Κεραμέα- Κονδύλη-Νίκα: “Ερμηνεία ΚΠολΔ”, τόμος II, άρθρο 697, σελ. 1367-1368 με παραπομπή σε ΕφΑΘ 929/1995 ΕλλΔνη 1997. 875, ΕφΑΘ 9248/1990 ΕλΔνη 1991.1636-1637, ΕφΑΘ 1973/1985 ΕλλΔνη 1985.929, ΠΠρΑΘ 66/1995 ΝοΒ 1996. 232, ΠΠρΑΘ 49/1991 Δίκη 1992.255 κ.ά), γ) η απόφαση που εκδόθηκε από το Δικαστήριο της κύριας δίκης και διέταξε ασφαλιστικά μέτρα μπορεί ν` ανακληθεί ή μεταρρυθμιστεί από το ίδιο Δικαστήριο ή και ανώτερο, στο οποίο εκκρεμεί ήδη η κύρια δίκη, μόνο αν υπάρχει μεταβολή των πραγμάτων ή συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 696 § 1 ΚΠολΔ (ΠολΠρΑθ 3695/2009 δημ. ΝΟΜΟΣ.

1/2012 ΜΠΡ ΡΟΔ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 697 του ΚΠολΔ, το αρµόδιο για την κύρια υπόθεση δικαστήριο, ενώ διαρκεί η εκκρεµοδικία, µπορεί, µε αίτηση του διαδίκου που έχει έννοµο συµφέρον, η οποία υποβάλλεται και αυτοτελώς, να µεταρρυθµίσει ή να ανακαλέσει ολικά ή εν µέρει την απόφαση που διατάσσει ασφαλιστικά µέτρα. Από την παραπάνω διάταξη σαφώς συνάγεται, πρώτον µεν ότι η ανάκληση ή µεταρρύθµιση της αποφάσεως που διατάσσει ασφαλιστικά µέτρα είναι δυνατόν να διαταχθεί και κατά τη διάρκεια της εκκρεµοδικίας παρά του δικάζοντος την κυρία υπόθεση πολυµελούς δικαστηρίου, σε κάθε χρόνο, ανεξαρτήτως στάσεως ή µη της δίκης και µε αυτοτελή ακόµη αίτηση, όχι δε µόνο κατά τη συζήτηση της κυρίας υποθέσεως, πράγµα που συµβαίνει µόνον προκειµένου να διαταχθούν ασφαλιστικά µέτρα από το Πολυµελές Πρωτοδικείο, δεύτερον δε ότι το αρµόδιο για την κυρία υπόθεση δικαστήριο έχει εξουσία ανακλήσεως ή µεταρρυθµίσεως για κάθε λόγο, ήτοι ανεξάρτητα από τη µεταβολή των πραγµάτων. Με το ένδικο (κατ` ουσίαν) αυτό βοήθηµα που προβλέπεται από την εν λόγω διάταξη, δεν φέρεται υπό την κρίση του δικαστηρίου της κυρίας υπόθεσης η νοµιµότητα του ασφαλιστικού µέτρου που έχει διαταχθεί, ή η ορθότητα της απόφασης που το διέταξε, αλλά µόνον η νοµιµότητα της περαιτέρω ισχύος του. Συνεπώς, το δικαστήριο της κυρίας δίκης θα ελέγξει αν κατά το χρόνο κατά τον οποίο καλείται να αποφασίσει ως αρµόδιο δικαστήριο και να διατάξει για πρώτη φορά κάποιο ασφαλιστικό µέτρο, θα διέτασσε το µέτρο αυτό, όπως έχει ήδη διαταχθεί µε την απόφαση, της οποίας διώκεται η ανάκληση ή η µεταρρύθµιση, τόσο κατά την έκταση όσο και κατά το είδος του ασφαλιστικού µέτρου. Αν δε το δικαστήριο αυτό κρίνει ότι µε τις συνθήκες που υπάρχουν κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δεν δικαιολογείται η διατήρηση της ισχύος του ασφαλιστικού µέτρου, είτε ολικά είτε εν µέρει, µπορεί να ανακαλέσει αναλόγως την απόφαση που διέταξε το ασφαλιστικό µέτρο, ή να τη µεταρρυθµίσει. Σε αµφότερες τις περιπτώσεις αυτές, δεν προϋποτίθεται για το παραδεκτό της αίτησης η επίκληση της µεταβολής των πραγµάτων, αλλά το δικαστήριο κρίνει βάσει των στοιχείων που υπάρχουν στη δικογραφία της κύριας υπόθεσης, εφόσον το θέµα τεθεί υπόψη του και έτσι αποφασίζει, όπως θα έκρινε αν για πρώτη φορά καλούνταν να διατάξει τη λήψη ή όχι του ασφαλιστικού µέτρου (βλ. σχ. Τζίφρα, Ασφαλιστικά µέτρα [έκδ. τέταρτη] σελ.13, 91 επ., Απαλαγάκη ΚΠολΔ Ερµηνεία κατ` άρθρο [έκδ.2010] υπό άρθρο 697 αρ. 1, Βαθρακοκοίλη ΚΠολΔ [τόµο Θ` – 2011] υπό άρθρο 697 αρ. 1-7, Ι Χαµηλοθώρη Ασφαλιστικά Μέτρα [έκδ. 2010] σελ. 82- 84, Κεραµέως – Κονδύλη – Νίκα Ερµηνεία ΚΠολΔ υπό άρθρο 697 αρ. 1-6, ΑΠ 97/2006 ΧρΙΔ 2006.533, ΕφΘεσ 2217/2006 Αρµ 2006.1607, ΕφΠειρ 17/2005 ΠειρΝ 2005.261, ΠολΠρΑθ 5541/2006 ΧρΙΔ 2007.648, ΠολΠρΘεσ 16923/2003 Αρµ 2005.55). Τα παραπάνω, ισχύουν εφόσον το δικαστήριο είναι ανώτερο από το δικαστήριο της αρχικής δίκης, ενώ αν είναι ισόβαθµο πρέπει η αίτηση ανακλήσεως να συζητείται συγχρόνως µε την κύρια υπόθεση ή µεταγενέστερα αυτής, ώστε να υπάρχει πλήρης εποπτεία του νοµικού και πραγµατικού υλικού της όλης υπόθεσης η οποία και δικαιολογεί την ανάκληση για οποιοδήποτε λόγο και από δικαστήριο ισόβαθµο προς αυτό που εξέδωσε την ανακαλούµενη απόφαση. Αντίθετα, αν η αίτηση ανακλήσεως συζητείται πριν από τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης, απαιτείται για την ανάκληση ή µεταρρύθµιση απόφασης ισόβαθµου δικαστηρίου µεταβολή των πραγµάτων, αφού σε διαφορετική περίπτωση καταστρατηγείται η διάταξη του άρθρου 696 παρ. 3 του ΚΠολΔ (βλ. Κεραµέως – Κονδύλη – Νίκα ό.π. αρ. 4). 2] Κατά την άποψη που φαίνεται ότι επικρατεί στη νοµολογία, η αναστολή εκτέλεσης δεν αποτελεί γνήσιο ασφαλιστικό µέτρο και κατ` ακολουθίαν δεν υπόκειται σε ανάκληση, καθώς η παραποµπή στη διαδικασία των ασφαλιστικών µέτρων αναφέρεται στις διατάξεις που ρυθµίζουν τη διαδικασία αυτή και εφαρµόζονται προς το σκοπό της ταχείας και ολιγοδάπανης έκδοσης απόφασης, όχι δε και σε εκείνες τις διατάξεις που προσιδιάζουν αποκλειστικά στα ασφαλιστικά µέτρα, τα οποία διατάσσονται για την εξασφάλιση ή τη διατήρηση δικαιώµατος, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 696-698 ΚΠολΔ (ΠολΠρΑθ 120/2005 Αρµ 2005.1257, ΜΠΜεσολογ 1064/2008 Τ.Ν.Π Νόµος, ΜΠΧαλκ 1898/2007 ΑρχΝ 201 0.535).
Κατά την αντίθετη άποψη, την οποία θεωρεί ορθότερη το δικαστήριο τούτο, ναι µεν οι εκδιδόµενες κατ` άρθρο 938 του ΚΠολΔ αποφάσεις αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης δεν αποτελούν γνήσια ασφαλιστικά µέτρα, πλην όµως το µέτρο της αναστολής υπηρετεί ουσιαστικά την ίδια λειτουργία µε εκείνη του γνησίου ασφαλιστικού µέτρου καθώς, το µεν τελευταίο εξασφαλίζει και υπηρετεί το ουσιαστικό δικαίωµα µέχρις ότου υπάρξει η αυθεντική του διάγνωση στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαίου, ενώ το ασφαλιστικό µέτρο της αναστολής υπηρετεί και εξασφαλίζει το σύννοµο της υλοποιήσεως του ουσιαστικού δικαιώµατος, στο πλαίσιο της «δικαιοτελεστικής» λειτουργίας του δικαίου. Συνεπώς, η δυνατότητα κατάλληλης εφαρµογής των περί ανακλήσεως κανόνων του δικαίου της προσωρινής δικαστικής προστασίας δεν εµποδίζεται, θα πρέπει δε οι διατάξεις περί ανάκλησης να εφαρµόζονται αναλογικά, καθώς η δυνατότητα αυτή απορρέει από την ίδια τη δύναµη του συστήµατος της αναστολής, µε την έννοια ότι εάν µπορεί να διατάσσεται αναστολή, πρέπει να µπορεί η απόφαση αυτή και να ανακαλείται (υπέρ της άποψης αυτής ΕφΘεσ 64/1991 ΕλλΔνη 1993.1362, ΜΠΘεσ 45732/2007 Δ 2008.419, Χαµηλσθώρη ό.π. σελ. 514 αρ. 2165, Βαθρακσκσίλη ό.π. υπό άρθρο 696 αρ. 25 [ειδικότερα για την αναστολή εκτέλεσης απόφασης που διέταξε ασφαλιστικά µέτρα], Γέσιου-Φαλτσή Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως [Γενικό µέρος σελ. 817, όπου και περαιτέρω παραποµπές στη θεωρία, Νικολόπουλου Η ανάκληση των αποφάσεων των ασφαλιστικών µέτρων σελ. 140-143, Απαλαγάκη ό.π. υπό άρθρο 938 αρ.3).
Με το παραπάνω περιεχόµενο και αίτηµα η αίτηση εισάγεται αρµοδίως για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών µέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ), πλην όµως σύµφωνα µε τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, είναι µε βάση το περιεχόµενό της µη νόµιµη και ως εκ τούτου απορριπτέα. Ειδικότερα, από τα εκτιθέµενα στο δικόγραφο της αίτησης προκύπτει ότι α] το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση της οποίας ζητείται η ανάκληση είναι το Δικαστήριο τούτο (ισόβαθµο), β] η κύρια δίκη είναι εκκρεµής και γ] η κύρια δίκη πρόκειται να πραγµατοποιηθεί στο µέλλον, καθότι η έκδοση απόφασης επί της ανακοπής, επί τη βάσει της οποίας δόθηκε η επίµαχη αναστολή, έχει ανασταλεί κατά τα προαναφερόµενα. Συνεπώς, για να είναι νόµιµη η κρινόµενη αίτηση µε τα παραπάνω δεδοµένα, θα έπρεπε να συντρέχουν οι όροι της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 696 ΚΠολΔ, ήτοι να γίνεται επίκληση µεταβολής των πραγµάτων. Κατά δε την έννοια της εν λόγω διάταξης, µεταβολή των πραγµάτων συντρέχει όταν µετά τη συζήτηση των ασφαλιστικών µέτρων συµβούν κρίσιµα γεγονότα που επιτρέπουν την επανεκτίµηση της υπόθεσης, ή όταν τα γεγονότα αυτά είχαν συµβεί πιο πριν, ο διάδικος όµως από συγγνωστή αδυναµία ή από άλλη εύλογη αιτία δεν µπόρεσε να τα προτείνει εγκαίρως στο δικαστήριο. Τυχόν µεταβολή της νοµολογίας ή ύπαρξη νέων αποδεικτικών µέσων δεν συνιστά µεταβολή κατά την έννοια της διάταξης, ενώ ούτε η ύπαρξη νοµικών ή ουσιαστικών σφαλµάτων της απόφασης δικαιολογεί την ανάκληση (βλ. Κεραµέως – Κονδύλη – Νίκα ό.π, άρθρο 696 αρ. 7-8, Χαµηλοθώρη ό.π. σελ. 79-81, Βαθρακοκοίλη ό.π. υπό άρθρο 696 αρ. 6, Απαλαγάκη ό.π. υπό άρθρο 696 αρ. 3, όπου και παραποµπές σε νοµολογία). Εν προκειµένω, το µόνο γεγονός που εκτίθεται στο δικόγραφο της αίτησης είναι η απόρριψη σε πρώτο βαθµό της ανακοπής κατά του διενεργηθέντος πλειστηριασµού, το οποίο, πέραν του ότι δεν αποτελεί µεταβολή των πραγµάτων κατά την έννοια που προεκτέθηκε, προβάλλεται αλυσιτελώς διότι α) ο ίδιος ο αιτών αναφέρει ότι πρόκειται περί πρωτοδίκου αποφάσεως η οποία έχει ήδη εφεσιβληθεί και β) δεν αφορά στην ανακοπή επί τη ασκήσει της οποίας δόθηκε η επίµαχη αναστολή (άλλωστε σε τέτοια περίπτωση θα ήταν εφαρµοστέα η διάταξη του άρθρου 698 ΚΠολΔ).
ΠολΠρΑΘ 40/1984 ΝοΒ84,1240
ΜονΠρΠειρ 914/1973 ΝοΒ73,1252
ΜονΠρΑθ 312/1981 ΕλλΔνη 81,454
ΜονΠρΚορ 522/75 Δ76,72