Ο οφειλέτης, εναντίον του οποίου επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση, έχει προς άμυνά του την ανακοπή του αρθρ. 933. Όταν όμως η αναγκαστική εκτέλεση επισπεύδεται βάσει διαταγής πληρωμής, έχει στη διάθεσή του ακόμα ένα ένδικό βοήθημα: την ανακοπή των άρθρων 632 και 633. Λόγω αυτού του συσχετισμού των δύο ανακοπών είναι αναγκαίο να καθορίσουμε με σαφήνεια το αντικείμενό τους.
Κατ’ αρχάς, και οι δύο ανακοπές είναι ειδικότερες μορφές της γενικής ανακοπής των άρθρων 583 επ., οι διατάξεις των οποίων εφαρμόζονται συμπληρωματικά και στις δύο, εφόσον συνάδουν με το χαρακτήρα τους. Επίσης, και οι δύο έχουν διαπλαστικό αίτημα: η πρώτη, την ακύρωση πράξεως της εκτελέσεως και η δεύτερη την ακύρωση της διαταγής πληρωμής. Ακόμη, τόσο ή μία όσο και η άλλη δεν έχουν αφ’ εαυτών ανασταλτικό αποτέλεσμα• απλά και στις δύο περιπτώσεις το δικαστήριο μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία ύστερα από αίτηση του οφειλέτη. Τέλος, οι «ισχυρισμοί» και οι «αντιρρήσεις» που στηρίζουν αντίστοιχα την ανακοπή των αρθρ. 632 και 633 αφενός, και 933 αφετέρου, μπορεί να ταυτίζονται και, συγκεκριμένα, να αναφέρονται τόσο στην απαίτηση όσο και στον εκτελεστό τίτλο (τη διαταγή πληρωμής).
Από την άλλη, όμως, διαπιστώνουμε και σημαντικές διαφορές ανάμεσά τους. Όπως προαναφέραμε, διαφέρει το αίτημα της μιας ανακοπής από την άλλη, καθώς η ανακοπή των αρθρ. 632 και 633 βάλλει κατά της διαταγής πληρωμής ως τίτλου εκτελεστού, ενώ η ανακοπή του αρθρ. 933 στρέφεται κατά διαδικαστικών πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η ανακοπή του άρθρου 933 εντάσσεται και λειτουργικά στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Και, τελευταίο αλλά εξίσου σημαντικό, η ανακοπή του αρθρ. 933 μπορεί να στηρίζεται και σε λόγους που δεν μπορεί να περιλάβει η πρώτη ανακοπή, όπως είναι εκείνοι που αναφέρονται στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως .
Το επόμενο ερώτημα, αν η εκκρεμοδικία της ανακοπής του αρθρ. 632 μπορεί να εμποδίσει την ανακοπή του αρθρ. 933, όταν αυτή η δεύτερη στηρίζεται στους ίδιους λόγους, δεν έχει βρει ακόμη ομόφωνη απάντηση σε θεωρία και νομολογία. Μια άποψη θεωρεί στην περίπτωση αυτή την ανακοπή του 933 απαράδεκτη, όχι όμως λόγω εκκρεμοδικίας, αφού αυτό δε μπορεί να συμβαίνει στις ενστάσεις όπως είναι οι λόγοι της ανακοπής, αλλά λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος. Μια δεύτερη άποψη δέχεται ότι υπάρχει εκκρεμοδικία, καθώς στην περίπτωση αυτή είναι δεδομένες οι προϋποθέσεις για δημιουργία αντιφατικών δεδικασμένων από τις προδικαστικές κρίσεις των δύο ανακοπών (αρθρ. 331 ΚΠολΔ). Τρίτη και ορθή τέλος άποψη υποστηρίζει ότι εκκρεμοδικία δεν υφίσταται, καθώς, λόγω των διαφορετικών αιτημάτων των δύο ανακοπών, λείπει η ταυτότητα του αντικειμένου, η οποία απαιτείται για να έχουμε εκκρεμοδικία. Όσον αφορά τώρα για τον κίνδυνο δημιουργίας αντιφατικών δεδικασμένων ως προς το προδικαστικό ζήτημα της υπάρξεως απαιτήσεως, η τελευταία αυτή άποψη δέχεται ότι η δεύτερη ανακοπή οφείλει να ανασταλεί σύμφωνα με το άρθρο 249 ΚΠολΔ.
Το τελευταίο διφυές θέμα που θα μας απασχολήσει είναι ο καθορισμός των λόγων ανακοπής του αρθρ. 933, οι οποίοι καλύπτονται από το δεδικασμένο, όταν (α) ασκείται η ανακοπή του 933 μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως ανακοπής του αρθρ. 632 και (β) όταν ασκείται η ανακοπή του 933 αφού έχει απορριφθεί τελεσίδικα η ανακοπή του αρθρ. 632.
Υπό (α) ζήτημα: Παλιότερα που δεν υπήρχε διάταξη σαν αυτή του αρθρ. 633 υπήρχε μεγάλη συζήτηση γύρω απ’ το ζήτημα, εάν η διαταγή πληρωμής εξοπλιζόταν με δεδικασμένο μετά την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση της. Πλέον, και βάσει της ρητής διάταξης του αρθρ. 633, σε περίπτωση που περάσει άπρακτη η προθεσμία του άρθρου αυτού όλοι συμφωνούν ότι ο οφειλέτης δεν μπορεί να προβάλλει με την ανακοπή του άρθρου 933 ούτε τις ενστάσεις που είχε κατά της απαιτήσεως, εμποδιζόμενος από το δεδικασμένο που απέκτησε η διαταγή πληρωμής . Στην περίπτωση τώρα που περάσει η προθεσμία του αρθρ. 632, έχουν υποστηριχθεί δύο γνώμες: Η πρώτη γνώμη υποστηρίζει ότι με την παρέλευση της προθεσμίας του αρθρ. 632 δε δημιουργείται βέβαια δεδικασμένο, επέρχεται όμως έκπτωση του οφειλέτη από το δικαίωμα προβολής εκείνων των ενστάσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να προβληθούν με την ανακοπή του αρθρ. 632 (δηλαδή οι αντιρρήσεις κατά της διαταγής πληρωμής καθ’ εαυτής) . Η δεύτερη, ορθή, γνώμη η οποία έχει πλέον επικρατήσει, με την πάροδο της προθεσμίας του αρθρ. 632 επέρχεται έκπτωση μόνο από το δικαίωμα ασκήσεως της ανακοπή αυτής και δε δημιουργείται δεδικασμένο ως προς καμία ομάδα ενστάσεων• όλες μπορούν να προταθούν με την ανακοπή του 933 .
Επιπλέον, η εκπρόθεσμη ανακοπή του αρθρ. 632 ΚΠολΔ δεν μπορεί να ισχύσει κατά μετατροπή ως ανακοπή του αρθρ. 933, λόγω της διαφοράς του αντικειμένου προσβολής και του επιδιωκόμενου στόχου .
Υπό (β) ζήτημα: Όταν απορρίπτεται η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής (για ουσιαστικούς λόγους) και η απορριπτική αυτή απόφαση γίνει τελεσίδικη, παράγεται ουσιαστικό δεδικασμένο για την απαίτηση, του οποίου τα όρια και η λειτουργία προσδιορίζονται από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 322, 324, 330 και 331 ΚΠολΔ. Έτσι οι λόγοι ανακοπής, οι οποίοι καλύπτονται από το δεδικασμένο σύμφωνα με το αρθρ. 330 είναι απαράδεκτοι αν προταθούν στη δίκη κατά της πράξεως εκτελέσεως .
Αποφάσεις 57η – 60η, 870/2004 ΑΠ, 1910/2004 ΕΦ ΘΕΣΣΑΛ, 201/2003 ΑΠ και 6357/2003 ΕΦ ΑΘ: Οι παραπάνω αποφάσεις καταλήγουν, με πάνω – κάτω την ίδια φρασεολογία, σ’ ένα κοινό συμπέρασμα, το οποίο μπορεί να συνοψισθεί ως εξής: «Οψιγενείς ισχυρισμοί απόσβεσης της απόκτησης (π.χ. παραγραφή εν επιδικία) δεν αποτελούν παραδεκτούς λόγους ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής• εφόσον αντικείμενο της δίκης που ιδρύεται με την ανακοπή είναι το έγκυρο ή μη της διαταγής πληρωμής, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο ανακοπής ισχυρισμοί που ανάγονται σε επιγενόμενη απόσβεση της απαιτήσεως και, άρα, δεν υπήρχαν εξ ορισμού κατά το χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Μπορούν όμως ν΄ αποτελέσουν παραδεκτούς λόγους της ανακοπής κατά της εκτέλεσης που ενδέχεται να επισπευσθεί δυνάμει της διαταγής πληρωμής». Όπως αναφέραμε παραπάνω, οι λόγοι που μπορούν να στηρίξουν τις δύο ανακοπές, ενώ κατά ένα μεγάλο μέρος αλληλοκαλύπτονται, παρ’ όλ’ αυτά δεν ταυτίζονται. Άλλωστε, το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής του άρθρου 632 συγκροτείται αποκλειστικά από λόγους που αφορούν το έγκυρο ή μη της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής, η κρίση δε για την ύπαρξη της αξιώσεως αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της κύριας κρίσεως περί του κύρους της διαταγής πληρωμής. Είναι, λοιπόν, λογικός αδύνατο ισχυρισμοί που δεν υπήρχαν κατά το χρόνο έκδοσής της να επιδρούν στο κύρος της. Την άποψη αυτή απαντάμε και στη θεωρία . Μάλιστα, ενώ αναφέραμε παραπάνω τη σωστή άποψη ότι νέοι ισχυρισμοί κατά της απαίτησης δεν μπορούν να προβληθούν παραδεκτώς με την ανακοπή του 933, μετά από την τελεσιδικία της ανακοπής του αρθρ. 632, η ομάδα των οψιγενών ισχυρισμών αποσβεστικών της απαίτησης είναι οι μόνοι που μπορούν να προταθούν παραδεκτά με το 933 στην περίπτωση αυτή. Η παραπάνω ανάπτυξη προκύπτει αβίαστα και από το συνδυασμό των άρθρων 933 § 3 και 330: Το δεδικασμένο δεν περιλαμβάνει και λόγους που δεν μπορούσαν να προταθούν, επειδή τα πραγματικά περιστατικά που τους θεμελιώνουν δεν είχαν γεννηθεί στη διαγνωστική δίκη. Περισσότερα για το θέμα αυτό, π.κ. για την απαγόρευση του 933 § 3 .
Στο άρθρο 632 παρ. 6 ΚΠολΔ ορίζεται η δυνατότητα σώρευσης ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής και ανακοπής κατά της εκτέλεσης με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 218 ΚΠολΔ. Με τη νέα ρύθμιση οι ως άνω ανακοπές εκδικάζονται με τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. σύμφωνα με τα άρθρα 632 παρ. 2 εδ. τελ. και 937 παρ. 3 ΚΠολΔ. Έτσι, η απαίτηση της ταυτότητας της διαδικασίας για την αντικειμενική σώρευση των δύο αυτών διαδικαστικών πράξεων υποχωρεί πλήρως, και δεν εξακολουθεί να υφίσταται το προηγούμενο ζήτημα της εκδίκασης της ανακοπής κατά της εκτέλεσης με βάση της διαδικασία εκδίκασης της απαίτησης, τακτική ή με κάποια από τις δίκες ειδικών διαδικασιών, έστω και εάν πρόκειται για ανακοπή κατά της εκτέλεσης με βάση εκτελεστό τίτλο διαταγή πληρωμής που έχει εκδοθεί με πιστωτικούς τίτλους, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 622Β παρ. 4 ΚΠολΔ. Ωστόσο, εν όψει της διαφορετικής ρύθμισης της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του δικαστηρίου που εκδικάζει την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής (με βάση το ποσό της απαίτησης, άρθρο 632 παρ. 1 ΚΠολΔ) και την ανακοπή κατά της εκτέλεσης (πάντα το ειρηνοδικείο ή το μονομελές πρωτοδικείο, άρθρο 933 παρ. 1 ΚΠολΔ) αλλά και των επί μέρους διαφορετικών νομοθετικών ρυθμίσεων ως προς τα αποδεικτικά μέσα που μπορούν να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο για την απόδειξη των λόγων της κάθε μιας ανακοπής (πρβλ. 933 παρ. 4 ΚΠολΔ) σε συνδυασμό με το επιτρεπτό ή μη της άσκησης ενδίκων μέσων κατά της απόφασης που εκδίδεται σε κάθε μια απ’ αυτές, η ως άνω δυνατότητα της αντικειμενικής τους σώρευσης θα κρίνεται in concreto πάντοτε.
Στέφανος Πανταζόπουλος
Βασίληs Τριανταφυλλίδηs
