ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα – κατηγορουμένου Σ. Μ. του Π., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γραμματικόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. ΔΤ 2427/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. 11938/24-10-2018 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1407/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ’ αριθμ. πρωτ. 11938/2018 και από 24.10.2018 δήλωση – αίτηση του Σ. Μ. του Π., περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. ΔΤ 2427/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο, κατ’ έφεση δικάζον, κήρυξε τον κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών και με το ελαφρυντικό της παρ.2 δ’ του άρθρου 84 ΠΚ, του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, ασκήθηκε παραδεκτώς και εμπροθέσμως κατ’ άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ (καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο στις 4.10.2018). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ΑΝ 86/1967, όπως ισχύει, με τις στη διάταξη αυτή οριζόμενες αθροιστικές ποινές τιμωρείται όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), οι οποίες υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου τιμωρείται για υπεξαίρεση με τις στην εν λόγω διάταξη προβλεπόμενες αθροιστικές ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν (εργατικές), που υπερβαίνουν το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, με σκοπό αποδόσεώς τους στους κατά την παράγραφο 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω Οργανισμούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του Ιδρύματος Κοινοτικών Ασφαλίσεων, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μήνα, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία και κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 26 του ΑΝ 1846/1951, που κυρώθηκε με το Ν.2113/1952, ως χρόνος υπολογισμού των εισφορών ορίζεται ο ημερολογιακός μήνας εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ο δε υπόχρεος οφείλει να καταβάλλει τις εισφορές στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου μηνός από τον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο.
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι τα εγκλήματα της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Ακόμη, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ.1, 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχουν τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, που παρέχουν εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ.5 του ίδιου Α.Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα. Όταν εργοδότης είναι ανώνυμη εταιρεία, υπόχρεος για την καταβολή των παραπάνω εισφορών είναι, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.4 του Ν.2556/1997, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 61 παρ.2 του Ν.2676/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 115 του Ν.2238/1994, ο διευθύνων σύμβουλος αυτής. Ήδη, με τη ρύθμιση της παραγράφου 7 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, που προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ.1 του Ν 4075/11-4-2012, ως αυτουργοί των ανωτέρω εγκλημάτων της μη απόδοσης ασφαλιστικών εισφορών, όταν πρόκειται για ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, θεωρούνται οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο, εντεταλμένο, είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση, στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι, προσωρινά ή διαρκώς, ένα από τα πιο πάνω αναφερόμενα καθήκοντα.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι α) για ασφαλιστικές εισφορές που έχουν γεννηθεί μέχρι τις 11-4-2012, οπότε θεσπίστηκε η παραπάνω παράγραφος 7 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 και οφειλέτης είναι ανώνυμη εταιρεία, υπόχρεος για την καταβολή τους είναι μόνον ο διευθύνων σύμβουλος αυτής και β)για ασφαλιστικές εισφορές που έχουν γεννηθεί μετά τις 11-4-2012 και οφειλέτης είναι ανώνυμη εταιρεία υπόχρεοι για την καταβολή τους είναι τα πρόσωπα που ορίζονται στην παράγραφο 7 του άρθρου 1 του Α.Ν.86/1967 [που προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/11.4.2012 – ΦΕΚ 89, τ.A], διευρύνθηκε, δηλαδή, ο κύκλος των υπόχρεων προσώπων και ως αυτουργοί των αδικημάτων του παρόντος άρθρου στην τελευταία, ως άνω, περίπτωση, θεωρούνται οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο, εντεταλμένο, είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση, στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι, προσωρινά ή διαρκώς, ένα από τα αναφερόμενα πιο πάνω καθήκοντα. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Το δε αιτιολογικό, μαζί με το διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο ως λογικό συμπέρασμα καταχωρίζονται όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο όλο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωσή τους. Όσον αφορά στο δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ΠΚ, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι αναγκαία η παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ’ αυτή (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 45/2018, 226/2018, 20/2017).
Κατ’ ακολουθία αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 αποφάσεως, πρέπει να περιέχονται σ’ αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ.ΑΠ 1/1996) και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη εκ της ασκήσεως επιχειρήσεως των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ’ αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχειρήσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Δ’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ’ έφεση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αρ. ΔΤ 2427/2018 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο Ι.Κ.Α. Ειδικότερα τον καταδίκασε, με το ελαφρυντικό της παρ.2 δ’ του άρθρου 84 ΠΚ, σε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, για το ότι: “Στην ….. την 14/10/2011, τυγχάνοντας Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, της επιχείρησης με την επωνυμία “…” και Α.Μ.Ε.: …721, ΥΠΟΚ/ΜΑ ΙΚΑ …, είδος Επιχείρησης : Λιανικό εμπόριο από επιχειρήσεις πωλήσεων με αλληλογραφία, ειδικευμένων σε άλλα αγαθά [εκτός από κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα και ιματισμό] έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 01/06/2011 έως 30/06/2011 στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 139.948,12 ΕΥΡΩ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό …34/201 1 ΠΕΕ συνολικού ποσού εισφορών 139.948,12 ΕΥΡΩ και δη 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 93.298,75 ΕΥΡΩ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές και 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 46.649,37 ΕΥΡΩ, με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ’ αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι’ αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση”.
Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αποφάσεως αυτής, το Δ’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, για να στηρίξει την παραπάνω καταδικαστική του κρίση, αφού δέχθηκε, ότι από όλα τα μνημονευόμενα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις που του αποδίδονται, αναφέρει σ’ αυτό ως (μόνη) αιτιολογία ότι: “ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κατηγορείται κατά την αντικειμενική και υποκειμενική τους υπόσταση και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών. Πρέπει, όμως, να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του αρ. 84 παρ. 2 δ ΠΚ, καθόσον με τις μερικές καταβολές προσπάθησε να μειώσει τις συνέπειες των οφειλών του”. Στο διατακτικό, όμως, στο οποίο το σκεπτικό παραπέμπει, διευκρινίζεται πλήρως η ιδιότητα και η θέση που ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων είχε στην ως άνω εταιρία (ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία … Α.Ε.), ήτοι Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος κατά το κρίσιμο εν προκειμένω χρονικό διάστημα (από 1.6.2011 έως 30.6.2011), ήτοι πριν από τις 11-4-2012 (οπότε άρχισε να ισχύει ο νόμος 4075/11-4-2012), ιδιότητες που τον καθιστούν άνευ άλλου τινός υπόχρεο καταβολής των εν λόγω εισφορών (ΑΠ 1744/2018, 20/2017, 360/2016, 473/2015). Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της μη καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες τα υπήγαγε στις άνω διατάξεις του άρθρου 1 Α.Ν. 86/1967. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται το ύψος των οφειλόμενων εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, που δεν καταβλήθηκαν και παρακρατήθηκαν από τις αμοιβές των εργαζομένων, αντίστοιχα, η επιχείρηση (Ανώνυμη Εταιρία), που απασχόλησε τους μισθωτούς της με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί, εκ του οποίου (χρόνου απασχολήσεως) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως των πράξεων τούτων, ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφαλίσεως, που υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας και συγκεκριμένα το Ι.Κ.Α., στον οποίο ήταν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί, ως και η ιδιότητα και η θέση στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος ως νόμιμου εκπροσώπου, ειδικότερα δε ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου του Δ.Σ. της αναφερόμενης Α.Ε., από την οποία (ιδιότητα) απορρέει η νομική υποχρέωση και ευθύνη του, λόγω συμμετοχής του στη διοίκηση της εταιρίας, να παρακρατεί τις εισφορές των εργαζομένων και να αποδίδει αυτές μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές της ίδιας επιχειρήσεως, στο Ι.Κ.Α., ενώ η διαλαμβανόμενη στην αναίρεση ειδικότερη αιτίαση, ότι δεν αιτιολογείται η ύπαρξη του δόλου του αναιρεσείοντος είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στις αρχικές σκέψεις της παρούσας αποφάσεως, αβάσιμη, εφ’ όσον ιδιαίτερη αιτιολογία για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως, δηλαδή η συνδρομή του δόλου, δεν απαιτείται. Το υποστηριζόμενο από τον κατηγορούμενο – αναιρεσείοντα, ότι ενώπιον του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου γραπτώς αμφισβήτησε τη συνδρομή του δόλου (προβάλλοντας δηλαδή αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό) δεν επιβεβαιώνεται από τα παρέχοντα πλήρη απόδειξη (άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠοινΔ) πρακτικά, όπου δεν έχει καταχωρισθεί κάποιο σχετικό γραπτό υπόμνημα ισχυρισμών του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος. Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης, σημειώνεται ότι ο ήδη αναιρεσείων δια των πληρεξουσίων του συνηγόρων “προέβαλε αίτημα αναβολής διότι εκκρεμεί αίτηση αναίρεσης (για τις 26/09/2018) στον Άρειο Πάγο και αν γίνει δεκτή, θα ανασταλεί η ποινική δίωξη και θα απαλλαγεί ο εντολέας τους. Για το λόγο αυτό ζήτησαν αναβολή κατ’ άρθρ. 59 ΚΠΔ μέχρις εκδόσεως απόφασης προσθέτοντας ότι έχει γίνει συμφωνία εξυγίανσης με το 84% των πιστωτών”, (αίτημα το οποίο δεν συνέδεσε με την έλλειψη δόλου). Το Δικαστήριο, αν και δεν ώφειλε, εφ’ όσον έτσι όπως διατυπώθηκε το αίτημα περί κατ’ άρθρο 59 ΚΠοινΔ αναβολής ήταν αόριστο, απέρριψε αιτιολογημένα το αίτημα αυτό και προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, εξ άλλου, το δικάσαν Δικαστήριο δεν έχει εξαιρέσει κάποια εξ αυτών από την αξιολόγηση και έχουν όλα ληφθεί υπόψη, χωρίς να είναι αναγκαία η μνεία του τι προκύπτει από το καθένα. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικάσαντος Δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς, ο υποστηρίζων τα αντίθετα, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., (μόνος) λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ’ αριθμ. πρωτ. 11938/2018 από 24.10.2018 δήλωση – αίτηση του Σ. Μ. του Π., κατοίκου …, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. ΔΤ 2427/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Ιανουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
areiospagos
