Αριθμός 192/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1′ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία “XXX”, τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή αυτής Δ. Α., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αντωνία Μαυρογεώργη – Πριονά με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. χήρας Κ. Π., 2) Ε. Π. του Κ., 3) Γ. Π. του Κ., κατοίκων ΧΧΧ ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Κ. Π. του Γ., πρώην διαχειριστού – εταίρου της “ΧΧΧ” και αρχικού διαδίκου, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Νταφούλη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/7/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπέρ της οποίας άσκησαν ενώπιον του αυτού δικαστηρίου την από από 3/3/2006 πρόσθετη παρέμβαση οι 1) Ά. χήρα Α. Π., 2) Γ. Π. του Α., 3) Σ. Π. του Α., κάτοικοι ΧΧΧ, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4863/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 37/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 22/9/2010 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 735/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της αιτήσεως αναιρέσεως. Ήδη την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 7/10/2014 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 21/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 37/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά τόσο την από 9.11.2007 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας όσο και την από 15.5.2008 έφεση των προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάντων στη δίκη στον πρώτο βαθμό Ά. χας Α. Π., Γ. και Σ. Π. του Α. και εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ’ αριθ. 4863/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως ουσία αβάσιμη την από 11.7.2005 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά την κύρια βάση της και εμμέσως και την πρόσθετη παρέμβαση, την οποία ωστόσο έκρινε παραδεκτή, απέρριψε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) ως αόριστη την αγωγή αυτή κατά την ως άνω κύρια βάση της από την αδικοπραξία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ) κατά των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης αρχικού εναγομένου και μετέπειτα εφεσιβλήτου Κ. Π. (βλ. το προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο της με αριθμό … ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που υπογράφεται από τη Ληξίαρχο του Δήμου Ραφήνας Αττικής σε συνδυασμό με το υπ’ αριθ. ΧΧΧ πιστοποιητικό του Δημάρχου Ραφήνας Αττικής, σύμφωνα με το οποίο πλησιέστεροι συγγενείς του θανόντος είναι οι ήδη αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι δεν αμφισβητούν, άλλωστε, την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του). Είναι συνεπώς παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ), αφού στη συζήτησή της κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο κλήθηκαν κατά το άρθρ. 81§3 ΚΠολΔ και οι προσθέτως παρεμβάντες πρωτοδίκως (βλ. τις υπ’ αριθ. ΧΧΧ, ΧΧΧ και ΧΧΧ εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Λ.).
2. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 754 ΑΚ, ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του διαχειριστή εταίρου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρ. 714 έως 723 για την εντολή. Έτσι κατά μεν τη διάταξη του άρθρ. 714 ΑΚ, ο διαχειριστής εταίρος ευθύνεται για κάθε πταίσμα, δηλαδή και για ελαφριά αμέλεια, υποχρεούμενος να αποζημιώσει την εταιρεία για τη ζημία που της προκάλεσε, κατά δε τη διάταξη του άρθρ. 719 ΑΚ, έχει υποχρέωση να αποδώσει στην εταιρεία, ως εντολοδόχο, καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής, δηλαδή της εταιρικής διαχείρισης ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Πρόκειται και στις δυο περιπτώσεις για συμβατική ευθύνη από την εταιρική σχέση. Ειδικότερα η άρνηση του εντολοδόχου να αποδώσει στην εταιρεία τα εισπραχθέντα για λογαριασμό της χρήματα από εταιρική συναλλαγή, εφόσον καταλήγει σε ιδιοποίηση απ’ αυτόν των εταιρικών χρημάτων, προκαλεί στην εταιρεία ισόποση ζημία, οπότε δημιουργείται σε βάρος του και υποχρέωση αποζημίωσης στο πλαίσιο αδικοπρακτικής ευθύνης του κατά τις διατάξεις των άρθρ. 297, 298, 914 ΑΚ, 375 ΠΚ. Στην περίπτωση αυτή συρρέουν οι αξιώσεις από τη σύμβαση με αυτές από το αδίκημα και αν μεν κατατείνουν σε διαφορετικές παροχές πρόκειται για γνήσια συρροή αξιώσεων, ενώ αν αφορούν την αυτή παροχή, που απλώς θεμελιώνεται τόσο ενδοσυμβατικά όσο και εξωσυμβατικά, δηλαδή σε δύο διαφορετικές νομικές βάσεις, πρόκειται για συρροή των περισσότερων νομικών βάσεων της αυτής ενιαίας αξίωσης. Αντίστοιχα ο δανειστής δικαιούται να ασκήσει όποια από τις περισσότερες αξιώσεις του ο ίδιος προκρίνει ή να στηρίξει την ενιαία αξίωσή του σε οποιαδήποτε από τις περισσότερες βάσεις της ή και σε όλες κατά τρόπο ισοδύναμο ή επικουρικό. Τις περισσότερες όμως συρρέουσες αξιώσεις του ο δανειστής μπορεί να ασκήσει από κοινού μόνον επικουρικά τη μια της άλλης, αφού αντίθετα με την άσκηση, δεν είναι δυνατή η ικανοποίηση σωρευτικά όλων των αξιώσεων αυτών, αλλά η ικανοποίηση της μιας επιφέρει την απόσβεση και των λοιπών, εκτός αν κάποια απ’ αυτές έχει ευρύτερο αντικείμενο, οπότε σώζεται κατά το επιπλέον (ΑΠ 1596/2014).
Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, σύμφωνα με την κυριαρχική εκτίμηση των δικογράφων τους από το δικαστήριο αυτό, δηλαδή σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην απόφασή του ως ιστορικό και αίτημα της αγωγής ή των ενστάσεων, όπως επίσης ελέγχονται και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Αντίθετα, αν προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε κρίσιμους για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής ή των ενστάσεων ισχυρισμούς, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1, αλλά από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 2027/2014). Ο ίδιος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται και όταν η απόφαση στερείται μείζονος πρότασης ή περιέχει εσφαλμένες κρίσεις ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, αφού τόσο η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση όσο και η εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου για διάταξη ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που περιέχονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του. Περαιτέρω η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται επίσης αναιρετικά με τον αυτό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006). Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ’ αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθ. 8 ή αναλόγως 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 874/1996, 1452/2007). Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σ
φάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης. Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια. Έτσι στην αγωγή, με την οποία ο εντολέας αξιώνει από τον εντολοδόχο την απόδοση όσων αυτός απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφό της, για να είναι αυτή ορισμένη, τόσο τα προσδιοριστικά της σχέσης της εντολής στοιχεία όσο και τα στοιχεία που προσδιορίζουν τα αποκτηθέντα από την εκτέλεση της εντολής κατά το είδος αυτών, αλλά και ως προς τον τρόπο απόκτησής τους, δηλαδή αν τα αποδοτέα είναι χρήματα, που περιήλθαν στο διαχειριστή εταιρείας για λογαριασμό της κατά τη διάρκεια της διαχειριστικής εντολής, δεν αρκεί να αναφέρεται στην αγωγή το συνολικό μόνον ποσό των αποδοτέων χρημάτων, αλλά πρέπει να εξειδικεύονται τα επιμέρους κονδύλια του ποσού αυτού και η προέλευσή τους, οπότε αν συνέχονται με ορισμένη συναλλαγή, πρέπει να παρατίθενται και τα ειδικότερα στοιχεία της συναλλαγής ως προς το χρόνο ή αναλόγως και ως προς τον ποσοτικό ή ποιοτικό προσδιορισμό του αντικειμένου της και την τιμή μονάδας. Αντίστοιχα προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης και επομένως στοιχεία της σχετικής αγωγής προκειμένου αυτή να είναι ορισμένη είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας που πρέπει να εξειδικεύεται ποσοτικά κατά μονάδα ή και ποιοτικά ως προς το αντικείμενό της, καθώς και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας που προκλήθηκε.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία (αναιρεσείουσα), ισχυριζόμενη με την αγωγή αυτή ότι ο εναγόμενος εταίρος της Κ. Π. ιδιοποιήθηκε παράνομα, κατά το διάστημα από τον Ιούλιο του 1990 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1997, το συνολικό ποσό των 767.057,95 ευρώ, που εισέπραξε αυτός ως διαχειριστής της από πωλήσεις ποσοτήτων ξυλείας της εμπορίας της, παροχή υπηρεσιών (πλανιστικά και μεταφορικά δικαιώματα) και τόκους, ζήτησε, περιορίζοντας παραδεκτά την αγωγή της, αφενός μεν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της αποδώσει νομιμοτόκως από το παραπάνω ποσό των 767.057,95 ευρώ το μέρος των 208.752,28 ευρώ, αφετέρου δε να αναγνωρισθεί ότι της οφείλει νομιμοτόκως για την ίδια αιτία το υπόλοιπο του ως άνω ποσού, δηλαδή 555.305,68 ευρώ, ευθυνόμενος από τη συμβατική εταιρική σχέση, αλλά και κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις σε αποζημίωσή της για το σύνολο του ποσού, κατά το οποίο έγινε εν τέλει αδικαιολόγητα πλουσιώτερος σε βάρος της περιουσίας της. Με την υπ’ αριθ. 4863/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η βάση της ένδικης αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ενώ έγινε δεκτή ως νόμιμη, αλλά απορρίφθηκε στην ουσία, η κύρια αγωγική βάση από την αδικοπραξία, που συνδυάσθηκε μεν με τις διατάξεις των άρθρ. 741, 747, 754, 713 – 723 ΑΚ, χωρίς όμως ειδικότερη αναφορά σε συμβατική ευθύνη του εναγομένου, δηλαδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκτίμησε ότι υπό τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή θεμελιώνεται ευθύνη του εναγομένου μόνον αδικοπρακτική κατά το άρθρ. 914 ΑΚ και σιωπηρά έτσι απέκλεισε τη θεμελίωση ευθύνης του σε συμβατική αγωγική βάση από την εταιρική σχέση. Ακολούθως το Εφετείο, αφού αυτεπαγγέλτως έκρινε, δηλαδή χωρίς ειδικό παράπονο, ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη κατά την κύρια βάση της από την αδικοπραξία, ως προς την οποία μόνον εκτίμησε ότι μεταβιβάσθηκε σ’ αυτό η υπόθεση, δέχθηκε τις συνεκδικαζόμενες δυο εφέσεις και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της, απέρριψε στη συνέχεια ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή κατά την ως άνω κύρια βάση της. Ειδικότερα το Εφετείο, όπως από την παραδεκτή κατά το άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του προκύπτει, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη και απορριπτέα, αφού “στο δικόγραφό της δεν εκτίθενται ούτε εξειδικεύονται τα συγκεκριμένα περιστατικά που προσδιορίζουν την επικαλούμενη ζημία της ενάγουσας”. Στην κρίση αυτή το Εφετείο κατέληξε με τις ακόλουθες μεταξύ άλλων, παραδοχές: “Κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, ο εναγόμενος, ως διαχειριστής της κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1990 έως και 1996, εκτός από το επίσημο λογιστικό ημερολόγιο, τηρούσε κρυφά από τους λοιπούς εταίρους και κοινό ημεροδείκτη, στον οποίο ανέγραφε, με απλό εξωλογιστικό τρόπο, όλα τα πραγματοποιηθέντα έσοδά της (από πωλήσεις ξυλείας, πλανιστικά, μεταφορικά και τόκους), ήτοι τόσο τα έσοδα, για τα οποία εξέδιδε τιμολόγια, τα οποία και καταχωρούσε και στα επίσημα βιβλία της, όσο και τα έσοδα, για τα οποία δεν εξέδιδε τέτοια και δεν τα καταχωρούσε στα ως άνω βιβλία της. Τα τελευταία αυτά έσοδα είναι τα αποκρυβέντα και παρανόμως παρακρατηθέντα από τον εναγόμενο, που αποτελούν και τη ζημία της, αφού δεν συνυπολογίστηκαν κατά την απεικόνιση της πραγματικής περιουσιακής κατάστασής της. Εν τούτοις στον παρατιθέμενο στην αγωγή πίνακα αποτίμησης της συνολικής ζημίας της, περιλαμβάνει, η ενάγουσα αναιτιολόγητα και τα έσοδα του δεύτερου εξαμήνου του 1990, για τα οποία εκδόθηκαν τιμολόγια, μολονότι γι’ αυτά το επικαλούμενο γεγονός της καταχώρησής τους στα επίσημα βιβλία της, που σημαίνει ενημέρωση των άλλων εταίρων και γνώση αυτών για την πραγματική εικόνα της οικονομικής της θέσης, αναιρεί το νόμιμο λόγο ευθύνης του εναγομένου για απόκρυψη και παρακράτηση, δημιουργώντας έτσι ασάφεια και αντίφαση σε σχέση με όσα η ίδια ισχυρίζεται παραπάνω. Ακόμη στον ίδιο πίνακα οι αναγραφόμενες αξίες των εκδοθέντων τιμολογίων διαφοροποιούνται από τα παραπλεύρως αναγραφόμενα ποσά των αποκρυβέντων και παρακρατηθέντων εσόδων, χωρίς η ενάγουσα να εκθέτει την αιτία της προκύπτουσας αναντιστοιχίας”. Αντίθετα όμως με τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, σαφώς διευκρινίζεται στην ένδικη αγωγή ότι έσοδα, που εισέπραξε κατά το παραπάνω διάστημα ο εναγόμενος για λογαριασμό της αναιρεσείουσας και δεν εμφάνισε στα επίσημα βιβλία της, δεν είναι μόνο αυτά για τα οποία δεν εξέδωσε αντίστοιχα τιμολόγια, αλλά και αυτά για τα οποία εξέδωσε μεν τιμολόγια, μικρότερης όμως αξίας από αυτή που πραγματικά εισέπραξε,
την οποία έτσι ιδιοποιήθηκε παράνομα κατά τη σχετική διαφορά.
Συνεπώς τα αντίστοιχα κονδύλια του ενσωματωμένου στην ένδικη αγωγή πίνακα αποτίμησης της συνολικής ζημίας της αναιρεσείουσας δεν είναι αντιφατικά, όπως εσφαλμένα εκτίμησε το Εφετείο. Όμως παρά το σφάλμα αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση ορθά τελικά απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη και ως προς τα κονδύλια αυτά, αφού και ως προς αυτά δέχεται ότι συντρέχει κατά τα λοιπά ο λόγος αοριστίας που δέχθηκε σε σχέση και με τα έσοδα που φέρεται να ιδιοποιήθηκε ο εναγόμενος χωρίς να εκδώσει καθόλου τιμολόγια, δηλαδή πρόκειται για σφάλμα που αφορά μόνον τις αιτιολογίες και όχι και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, οπότε, εφόσον δεν πρόκειται για καθοριστικό σφάλμα, ώστε να δικαιολογείται για μόνο το σφάλμα αυτό η αναίρεσή της, είναι απορριπτέος κατά το άρθρ. 578 ΚΠολΔ ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με το οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι σε σχέση με τα παραπάνω κονδύλια του αγωγικού πίνακα εταιρικών εσόδων παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή αναλόγως δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αοριστία της ένδικης αγωγής ως προς τα έσοδα του δεύτερου εξαμήνου του 1990, που εισέπραξε ο εναγόμενος για λογαριασμό της αναιρεσείουσας χωρίς να εκδώσει αντίστοιχα τιμολόγια ή εκδίδοντας τιμολόγια μικρότερης αξίας από την πραγματική, έγκειται στο ότι οι αναγραφόμενες στο σχετικό αγωγικό πίνακα εσόδων πωλήσεις ξυλείας δεν προσδιορίζονται κατά ποσότητα, είδος και τιμή μονάδας, ούτε αναφέρονται οι ποσότητες των εμπορευμάτων που μεταφέρθηκαν με δαπάνες της για λογαριασμό των πελατών της, σε συνδυασμό με την τιμή μονάδας κάθε μεταφοράς και τον τόπο προορισμού, ενώ δεν εξειδικεύονται, κατά τα ίδια ως άνω στοιχεία, και οι πλανιστικές εργασίες που αυτή εκτέλεσε για τους πελάτες της, λείπουν δε και τα στοιχεία υπερημερίας του εναγομένου σε σχέση με τους τόκους που αυτός εισέπραξε από πελάτες της αναιρεσείουσας και παράνομα στη συνέχεια ιδιοποιήθηκε, δηλαδή δεν προσδιορίζονται οι τόκοι εν αναφορά προς τα αντίστοιχα κεφάλαια, το συμφωνημένο επιτόκιο και το χρόνο εκτοκισμού. Συνολικά η ζημία της αναιρεσείουσας από την παραπάνω συμπεριφορά του εναγομένου αποτιμήθηκε με την ένδικη αγωγή σε 97.693,68 ευρώ αναφορικά με το δεύτερο εξάμηνο του 1990 και σε 111.058,59 ευρώ αναφορικά με το μετέπειτα χρονικό διάστημα των ετών 1991 – 1996. Η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι και ως προς το μεταγενέστερο αυτό χρονικό διάστημα η ένδικη αγωγή ελέγχεται ως αόριστη, αφού η επικαλούμενη ζημία της αναιρεσείουσας δεν προσδιορίζεται “με χωριστή μνεία των κονδυλίων και ειδική ονοματοδοσία του περιεχομένου τους…, αλλά συμπερασματικά, με βάση τα κέρδη και την αναφερόμενη διαχειριστική και οικονομική τακτική του εναγομένου κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1990”. Σχετικά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η αναιρεσείουσα υπολογίζει αυθαίρετα με την ένδικη αγωγή της “τα αποκρυβέντα από τον εναγόμενο κατά το διάστημα αυτό έσοδα και την αντίστοιχη ζημία της σε ποσοστό 25% επί των πραγματοποιηθέντων συνολικών κερδών της, τα οποία προσδιορίζει σε 8.470.243 δραχμές για το έτος 1991, σε 5.632.079 δραχμές για το έτος 1992, σε 7.369.488 δραχμές για το έτος 1993, σε 9.743.865 δραχμές για το έτος 1994, σε 22.136.253 δραχμές για το έτος 1995 και σε 10.190.403 δραχμές για το έτος 1996, βάσει της εμφαινόμενης στο βιβλίο απογραφών και ισολογισμών των διαχειριστικών χρήσεων των ως άνω ετών εικόνας της οικονομικής της πορείας, χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένα στοιχεία (αριθμό, ποσότητα και είδος πωλήσεων, τιμή μονάδας και στοιχεία αγοραστών) που να προσδιορίζουν τα αναφερόμενα κέρδη, προσθέτει δε στα ανωτέρω ποσά και αποκρυβέντες, κατά τους ισχυρισμούς της, τόκους από τον εναγόμενο, τους οποίους επίσης υπολογίζει βάσει των σημειούμενων στον κοινό ημεροδείκτη και μη γνωστοποιηθέντων τόκων του δεύτερου εξαμήνου του 1990…, ενώ η αοριστία όλων των ανωτέρω χρηματικών κονδυλίων συνεπάγεται την αοριστία της αγωγής και κατά το ποσό των 189.220.410 δραχμών ή 555.305,68 ευρώ, που αφορά συνολικούς τόκους υπερημερίας επί των κονδυλίων αυτών κατά το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα 1990 – 2005, εφόσον τα κονδύλια αυτά αποτέλεσαν το κεφάλαιο για το μαθηματικό υπολογισμό του ποσού των τόκων”. Έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση και απέρριψε συνολικά ως αόριστη την ένδικη αγωγή, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο σε σχέση με την αδικοπρακτική ευθύνη του εναγομένου, που εκτίμησε ότι αποτελεί την κύρια βάση της, αλλά ορθά ερμήνευσ
ε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 297, 298 και 914 του ΑΚ, όπως άλλωστε δεν αμφισβητείται με λόγο αναίρεσης ως προς τη βάση αυτή. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται η αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι αγνόησε την ύπαρξη συμβατικής ευθύνης του εναγομένου από την εταιρική σχέση, στην οποία πρωταρχικά στήριξε την ένδικη αγωγή της και η οποία στη βάση αυτή θα έπρεπε να κριθεί ορισμένη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ναι μεν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αξιολόγησε την ένδικη αγωγή στη βάση της συμβατικής ευθύνης του εναγομένου από την εταιρική σχέση, όμως η παράλειψη αυτή δεν συνιστά πλημμέλεια από τον αριθμό 1 ή και 8(β) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν υποτεθεί ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και πραγματικούς ισχυρισμούς που συγκροτούν τη βάση αυτή, αφού ως αγωγική βάση, η οποία όταν δεν λαμβάνεται υπόψη θεμελιώνονται οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης, δεν νοείται η αόριστη, αλλά μόνον αυτή που είναι πλήρως ορισμένη και κατ’ επέκταση παραδεκτή (ΑΠ 14/2004, 1361/2013). Με δεδομένο, λοιπόν, ότι εν προκειμένω η αοριστία της ένδικης αγωγής, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, είναι η αυτή και δεν αίρεται είτε η ευθύνη του εναγομένου θεωρηθεί ως συμβατική είτε ως αδικοπρακτική, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.
3. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται η αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι η απόφαση αυτή εσφαλμένα και αντιφατικά αναφέρεται σε διαφυγόντα εταιρικά κέρδη, τα οποία ως αόριστα αρνήθηκε να της επιδικάσει, ενώ τα ζητούμενα με την ένδικη αγωγή της κονδύλια αφορούν σε ποσά που εισέπραξε ο εναγόμενος για λογαριασμό της και δεν της απέδωσε, αλλά παράνομα τα ιδιοποιήθηκε, δηλαδή σε θετική ζημία της. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δεν χαρακτήρισε τα επίδικα αγωγικά κονδύλια ως διαφυγόντα κέρδη της αναιρεσείουσας, αλλά πλεοναστικά στη μείζονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού αναφέρθηκε και σε τέτοια κέρδη. Σε κάθε περίπτωση ο ως άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι πρωταρχικά απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ μπορεί να ιδρυθεί μόνον εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και δεν έκρινε, όπως στην προκειμένη περίπτωση, απορριπτέα την αγωγή ως αόριστη (ΟλΑΠ 44/1990, 3/1997, ΝοΒ 1998.23, ΑΠ 159/2004, ΕλλΔνη 2004.1605, 637/2012). Ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης προϋποθέτει και ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό αυτό λόγο, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, δηλαδή εγγράφου από τα αναφερόμενα στα άρθρ. 339 και 432 – 465 του ΚΠολΔ, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ενσωματωμένου στην ένδικη αγωγή πίνακα εσόδων της αναιρεσείουσας, αφού η αγωγή αυτή δεν ερευνήθηκε από το Εφετείο στην ουσία, αλλά απορρίφθηκε ως αόριστη, οπότε αντίστοιχα και ο σχετικός πίνακας δεν εκτιμήθηκε ως αποδεικτικό έγγραφο, αλλά ως περιεχόμενο της ίδιας της ένδικης αγωγής.
4. Η καταψήφιση του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού είναι συνέπεια της αρχής της ήττας που καθιερώνει το άρθρ. 176 ΚΠολΔ, ενώ η κατανομή των δικαστικών εξόδων ανάλογα με το μέγεθος της νίκης ή της ήττας κάθε διαδίκου κατά το άρθρ. 178§1 ΚΠολΔ ή ο συμψηφισμός τους, εν όλω ή εν μέρει, κατά το άρθρ. 179 του ίδιου Κώδικα λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου, που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, αφού αφορά εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και δεν ελέγχεται συνεπώς αναιρετικά (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ), εφόσον στην απόφαση βεβαιώνεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ως άνω άρθρων (ΑΠ 1533/2008, 1703/2008, 98/2009, 2139/2009, 819/2011). Στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδίδεται με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα επέβαλε στην αναιρεσείουσα το σύνολο της δικαστικής δαπάνης του εφεσιβλήτου (εναγομένου) και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας, μολονότι δεν υποβλήθηκε απ’ αυτόν ο προβλεπόμενος στο άρθρ. 190§1 ΚΠολΔ κατάλογος των εξόδων του, δηλαδή επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, αλλιώς επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, σε κάθε δε περίπτωση όφειλε να συμψηφίσει μεταξύ τους τη δικαστική δαπάνη λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε. Σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν ελέγχεται αναιρετικά η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ότι δεν συμψήφισε μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη, την οποία καλώς επέβαλε σε βάρος της αναιρεσείουσας, μολονότι δεν υποβλήθηκε από τον αντίδικό της ο κατάλογος εξόδων του άρθρ. 190§1 ΚΠολΔ, αφού και χωρίς τον κατάλογο αυτό το δικαστήριο προχωρεί κατά το άρθρ. 191§2 ΚΠολΔ στην εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, εφόσον για την επιδίκασή τους υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, όπως δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα και προκύπτει άλλωστε και από την παραδεκτή επισκόπηση των από 30.1.2008 κατ’ έφεση προτάσεων του εφεσιβλήτου.
Συνεπώς ως απαράδεκτος είναι απορριπτέος και ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, κατ’ εκτίμηση, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 9 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ενώ η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.9.2010 αίτηση της εταιρείας “XXX” για αναίρεση της υπ’ αριθ. 37/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
http://www.inlaw.gr/content.aspx?id=250