ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου – Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. χας Κ. Φ., το γένος Β. Μ., κατοίκου …, ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της α) Χ. Φ. του Κ. και β) Α. Φ. του Κ., 2) Β. Μ. του Ν., 3) Ε., ήδη χας Β. Μ., κατοίκου …, 4) Ν. Μ. του Β. και 5) Γ.υ Μ. του Β., κατοίκων …, εκ των οποίων οι 1η, 3η, 4ος και 5ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βουδούρη, που δήλωσε στο ακροατήριο (καθώς και στις κατατεθείσες από 22-10-2018 προτάσεις του), ότι: α) ο Χ. Φ. του Κ. και η Ά. Φ. του Κ., των οποίων ασκούσε τη γονική μέριμνα η μητέρα τους Π. χα Κ. Φ. (1η ως άνω), ενηλικιώθηκαν, συνεχίζουν ατομικώς τη δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο και β) ο Β. Μ. του Ν. (2ος ως άνω), απεβίωσε στις 27-9-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του, ήδη 3η, 4ος και 5ος των αναιρεσειόντων, που εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Τ. του Α., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 11-10-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, 2) Α. Χ. του Φ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τζούμα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία “… ΑΕΓΑ”, που εδρεύσει στη ….και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλκυόνη Πολυκράτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2008 αγωγή της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκε με την από 22-12-2008 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Χ. Φ. του Κ. και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, την από 24-12-2008 αγωγή των ήδη 1ης, 3ης, 4ου και 5ου των αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Β. Μ. του Ν., τις από 12-8-2009 (αρ. εκθ. καταθ. 1014/2009 και 1015/2009) παρεμπίπτουσες αγωγές και τις από 18-8-2009 (αρ. εκθ. καταθ. 1012/2009 και 1013/2009) ανακοινώσεις δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση – παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη 3ης των αναιρεσιβλήτων, τις από 14-10-2009 (αρ. εκθ. καταθ. 1340/2009 και 1341/2009) προσεπικλήσεις σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσες αγωγές των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με τις από 24-3-2010 (αρ. εκθ. καταθ. 498/2010, 499/2010, 500/2010 και 501/2010) παρεμπίπτουσες αγωγές του ν.π.ι.δ. “…”, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 352/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 197/2013 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-12-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Μαντούβαλος διάβασε την από 21-11-2017 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της 197/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του 1ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α’, 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή (ΑΠ 171/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με αριθ. πρωτ. …19/29-5-2017 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιάρχου Δ.Ε. …, ο δεύτερος αναιρεσείων Β. Μ. απεβίωσε στις 27-9-2016, ήτοι μετά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως, που κατατέθηκε όπως προκύπτει από τη σχετική πράξη που έχει συνταχθεί στο τέλος της, στις 30-12-2015. Εγγύτεροι αυτού συγγενείς και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με αρ. πρωτ. …34/31-5-2017 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου ….. είναι οι ήδη αναιρεσείοντες ατομικά, σύζυγός του Ε. Μ. και τα τέκνα του Ν. Μ., Π. Μ. και Γ. Μ.. Με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους στο ακροατήριο, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, οι Ε. Μ., Ν. Μ. και Γ. Μ. γνωστοποίησαν νόμιμα το θάνατο του πιο πάνω άμεσου δικαιοπαρόχου τους και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τούδε ανικάνου παραστάσεως στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ’ άρθρο 1510 ΑΚ, την γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ’ άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με την συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου (ΑΠ 1686/2017).
Εν προκειμένω, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους στο ακροατήριο, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, δηλώνεται ότι οι αντιπροσωπευόμενοι από την και ατομικώς παριστάμενη πρώτη αναιρεσείουσα, ως ασκούσα μόνη τη γονική τους μέριμνα Χ. Φ. και Ά. Φ. ενηλικιώθηκαν και συνεχίζουν ατομικά τη δίκη. Όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα πληρεξούσια ….94/20-11-2017 και ….76/19-10-2018 του συμβολαιογράφου Σ. Π., οι γεννηθέντες Χ. Φ. και Ά. Φ. το έτος 1999 έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας τους και επομένως παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία της νομίμου αντιπροσώπου τους και συνεχίζεται η διαδικασία, με τη συμμετοχή των ενήλικων πλέον τούτων διαδίκων.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλομΑΠ 24/1992, ΟλομΑΠ 1/1999). Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ελεγχομένη αναιρετικώς κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής. Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτήν την υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος. Κατά το άρθρο 12 § 1 του ΚΟΚ “Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή”. Κατά το άρθρο 19 § 1 του ΚΟΚ “Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς”. Κατά το άρθρο 21 § 1 του ΚΟΚ “Ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους”. Κατά τη διάταξη του άρθρου 26 § 5 εδ. α’ του ΚΟΚ “Αυτοί που κυκλοφορούν στους αυτοκινητόδρομους, εθνικές οδούς και οδούς ταχείας κυκλοφορίας έχουν προτεραιότητα”. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 § 7 του ΚΟΚ “Ειδικά για τους αυτοκινητοδρόμους, τους δρόμους ταχείας κυκλοφορίας και το πρωτεύον εθνικό οδικό δίκτυο… τα όρια ταχύτητας, εκτός των ανωτάτων επιτρεπομένων ορίων, που προβλέπονται από το άρθρο αυτό, καθορίζονται και μεταβάλλονται ύστερα από μελέτη και μόνο με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, χωροταξίας και Δημόσιων Έργων. Οι κατά την προηγούμενη και την παράγραφο αυτή αποφάσεις τίθενται σε ισχύ από την τοποθέτηση των οικείων πινακίδων στις ανωτέρω οδούς”. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την από 16-1-2012 έφεση των αναιρεσειόντων και την από 12-3-2012 έφεση των Λ. Φ. και Μ. Ν., μη διαδίκων στην αναιρετική δίκη, κατά της 352/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, το οποίο είχε απορρίψει αγωγές αυτών για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν από τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους Κ. Φ., σε αυτοκινητικό ατύχημα, με όχημα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που οδηγούσε ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη τούτων, κρίνοντας αποκλειστικώς υπαίτιο του ατυχήματος τον θανόντα. Ειδικότερα, το Εφετείο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα εξής: “Στις 6-07-2007 και περί ώρα 14:05 ο Π. Τ. οδηγώντας το με αριθμ. κυκλ. …16 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο προστηθείς στην οδήγηση αυτού από την Α. Χ., ιδιοκτήτρια αυτού, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι των τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία “… Α.Ε.” με συνεπιβαίνουσα στη θέση του συνοδηγού την ανωτέρω Α. Χ. εκινείτο στην … με κατεύθυνση προς …. στο 553ο χιλιόμετρο. Η ως άνω Εθνική Οδός είναι ευθεία, διπλής κατεύθυνσης με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 11,60 μέτρα, μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και στην άνω θέση έχει διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή και ρείθρο 2,50 μέτρων εκατέρωθεν. Παράλληλα δεξιά του ρεύματος πορείας προς … ήτοι στο ρεύμα πορείας του Π. Τ. και επάνω στο ρείθρο και δη σε θέση κάθετη προς το οδόστρωμα βρισκόταν ο συγγενής των εναγόντων Κ. Φ. ο οποίος οδηγούσε την με αριθμ. κυκλοφορίας …63 δίκυκλη μοτοσικλέτα του, ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία “….”. Πρόθεσή του ήταν να κινηθεί κάθετα επί του ρεύματος πορείας προς … και να κατευθυνθεί σε ανώνυμη οδό, που συμβάλλει με την Εθνική Οδό στην άνω θέση στο ρεύμα πορείας προς ….. Εκεί βρισκόταν σε διακοπή πορείας ο μάρτυρας Ι. Σ. με το ΙΧΦ αυτοκίνητό του, έχοντας πρόθεση να εισέλθει στην Εθνική Οδό και να κατευθυνθεί δεξιά προς ….. Την στιγμή εκείνη υπήρχε αυξημένη κίνηση, για το λόγο αυτό τόσο ο ως άνω Ι. Σ., όσο και ο Κ. Φ. υποχρεώθηκαν να ακινητοποιήσουν τα οχήματά τους για να ελέγξουν την κίνηση επί της Εθνικής Οδού. Όταν ο Π. Τ. πλησίασε στο άνω 553ο χιλιόμετρο της προαναφερθείσας Εθνικής Οδού ο Κ. Φ. προτιθέμενος, όπως προαναφέρθηκε, να διασχίσει κάθετα το ρεύμα πορείας προς … κινήθηκε όλως αιφνιδίως από το ρείθρο, εισήλθε σχεδόν κάθετα, στο ρεύμα πορείας προς … με συνέπεια να φράξει την πορεία του οχήματος του Π. Τ.. Ο τελευταίος δεν πρόλαβε να αντιδράσει λόγω της αιφνίδιας και απρόβλεπτης παρεμβολής του Κ. Φ. με αποτέλεσμα να συγκρουσθούν τα δύο οχήματα. Συγκεκριμένα το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Π. Τ. συγκρούσθηκε με το πλάγιο αριστερό μέρος της μοτοσικλέτας με επακόλουθο ο οδηγός της μοτοσικλέτας Κ. Φ. να εκτιναχθεί στο παρμπρίζ του ως άνω αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Π. Τ., καταλήγοντας στο αντίθετο ρεύμα πορείας, τη στιγμή που σ’ αυτό εκινείτο με το …77 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ο Ν. Π., ο οποίος τον παρέσυρε με το εμπρόσθιο αριστερό τροχό του αυτοκινήτου του και τον έσυρε κάτω από τις ρόδες του επί 17,70 μέτρα στο ρεύμα πορείας του. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός του ανωτέρω οδηγού της μοτοσικλέτας. Ειδικότερα αυτός υπέστη βαριές κακώσεις θώρακα, κοιλίας, σπονδυλικής στήλης και άκρων, εξαιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατός του. Με βάση τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη το ατύχημα τούτο οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας Κ. Φ.. Η υπαιτιότητά του συνίσταται στο ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και συνεχώς τεταμένη την προσοχή του (άρθρ. 12 § 1 ΚΟΚ). Επί πλέον δεν είχε ανά πάσα στιγμή τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος που οδηγούσε και των συνθηκών που επικρατούσαν στον δρόμο, ο οποίος είχε ιδιαίτερα αυξημένη κίνηση, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. Προκειμένου δε να διασχίσει κάθετα την Εθνική Οδό εξερχόμενος από αύλειο χώρο επιχείρησης εμπορίας ξυλείας, που βρισκόταν στα δεξιά σε σχέση με την πορεία του …16 Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως, όπως όφειλε ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, κατεύθυνση και ταχύτητά τους (άρθρ. 21 ΚΟΚ), ούτε επέτρεψε τη διέλευση του υπ’ αριθμ. …16 Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, που εκινείτο κανονικά στο ρεύμα κυκλοφορίας προς … και είχε προτεραιότητα διέλευσης. Αντίθετα πραγματοποίησε την κάθετη είσοδο στην Εθνική Οδό χωρίς τον προσήκοντα κατά τα άνω έλεγχο και σε σημείο που απαγορεύεται τούτο, με αποτέλεσμα να επέλθει σύγκρουση των άνω οχημάτων με τα προαναφερόμενα αποτελέσματα. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε αμελής συμπεριφορά του Π. Τ., που να συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος, αφού αυτός είχε προτεραιότητα διέλευσης, έβαινε με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 50 χιλιόμετρα την ώρα, που επιτρέπονταν στο σημείο εκείνο και τέλος δεν αποδείχθηκε ότι είχε την τοπική και χρονική ευχέρεια να αντιδράσει λόγω της απρόσμενης και αιφνίδιας εμφανίσεως του οδηγού της μοτοσικλέτας στο ρεύμα πορείας του. Εξάλλου ο ισχυρισμός των εναγομένων (συγγενών του Κ. Φ.) και σχετικός μ’ αυτόν λόγος των εφέσεων ότι ο Κ. Φ. κατά τη στιγμή του ατυχήματος βρισκόταν στη μέση του οδοστρώματος στο ρεύμα πορείας προς …, όταν ο Π. Τ. οδηγός του …16 Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου ερχόμενος με μεγάλη ταχύτητα πίσω από άλλο αυτοκίνητο επιχείρησε προσπέραση αυτού, πλην όμως δεν είχε αντιληφθεί την ύπαρξη και τη θέση της μοτοσικλέτας με αποτέλεσμα την πτώση του στο οπίσθιο μέρος της μοτοσικλέτας δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Τούτο δε γιατί, όπως προεκτέθηκε, η μοτοσικλέτα κτυπήθηκε στο αριστερό και πίσω μέρος της υπό γωνία και όχι στο πίσω μέρος της. Άλλωστε η εκτίναξη της μοτοσικλέτας στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας δικαιολογείται από το γεγονός ότι συνάντησε το κινούμενο αυτοκίνητο του οδηγού Π. Τ. κινούμενη καθέτως και όχι στον άξονα της οδού, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Επίσης αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι ο Π. Τ. εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα. Κάτι τέτοιο δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Η επικαλούμενη δε από τους ενάγοντες υπερβολική ταχύτητα δεν μπορεί να στηριχθεί και στα υποστηριζόμενα από τους τελευταίους (ενάγοντες) περιστατικά, ότι το αυτοκίνητο του Π. Τ. οδηγού του αυτοκινήτου σταμάτησε μετά από 162 μέτρα και τούτο διότι η απόσταση αυτή, στην οποία σταμάτησε το αυτοκίνητο του Π. Τ. οφείλεται στον αιφνιδιασμό του και στην μη αντίδρασή του βλέποντας σε πολύ μικρή απόσταση τη μοτοσικλέτα του αποβιώσαντος. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι στην υπ’ αρίθμ. πρωτ. ….00/29-08-2007 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του … αναφέρεται ότι η περιεκτικότητα σε οινόπνευμα στο αίμα του Π. Τ. ήταν 0,55 γρ/λίτρο, πλην όμως από τα παραπάνω εκτιθέμενα προκύπτει ότι ο ως άνω οδηγός εκινείτο κανονικά στην πορεία του με ταχύτητα μικρότερη από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο και με την αιφνίδια εμφάνιση της μοτοσικλέτας εντός του ρεύματος πορείας του καθίστατο αδύνατη οποιαδήποτε αντίδραση από μέρους του για την αποφυγή της σύγκρουσης, με συνέπεια να μην υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ως άνω περιεκτικότητας στο αίμα του οινοπνεύματος και της επέλευσης της ένδικης σύγκρουσης. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι βαρύνει κάποιας μορφής υπαιτιότητα και τον έτερο εμπλεκόμενο οδηγό Ν. Π., ο οποίος εκινείτο σύννομα με μικρή ταχύτητα, δεν είχε δε καμία δυνατότητα και ευχέρεια να αντιδράσει, αφού ο αποβιώσας Κ. Φ. εκτινάχθηκε σε κλάσματα δευτερολέπτου μπροστά στο αυτοκίνητό του κάτω από το οποίο σφηνώθηκε το σώμα του. Η κρίση για τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά στηρίζεται σ’ όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα στην σαφή και πειστική κατάθεση του μόνου αυτόπτη μάρτυρα Ι. Σ., ο οποίος εξ ιδίας αυτού αντιλήψεως και μετά λόγου γνώσεως επιβεβαιώνει την πορεία των συγκρουσθέντων οχημάτων, τις συνθήκες της συγκρούσεως και τη μη χρήση κράνους από τον οδηγό της μοτοσικλέτας, κατάθεση η οποία ενισχύεται και από τα ακόλουθα στοιχεία α) την έκθεση αυτοψίας, που συνέταξε η αρμόδια τροχονομική αρχή από την οποία προκύπτει η πορεία της μοτοσικλέτας, β) τις από 26-07-2007 και 17-08-2007 ένορκες εξετάσεις του καταγεγραμμένου από την Τροχαία, ως αυτόπτη μάρτυρα Ι. Σ., γ) την από 08-08-2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου μηχανικού Ι. Α., από την οποία προκύπτουν τα βλαβέντα μέρη των οχημάτων, δ) όλες τις φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, από τις οποίες προκύπτει το σημείο επί του οποίου έγινε επίπτωση του αυτοκινήτου του Π. Τ. επί της μοτοσικλέτας. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι με την υπ’ αριθμ. 295/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων οι Π. Τ. και Ν. Π. κηρύχθηκαν αθώοι για την πράξη της ανθρωποκτονίας, από αμέλεια σε βάρος του οδηγού της μοτοσικλέτας Κ. Φ.”. Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του ΑΚ, του Ν. ΓΠΝ/1911 και του Ν. 2696/1999, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας για το ένδικο ατύχημα, διαλαμβάνοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο ως άνω οδηγός στην πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, ήτοι οδήγηση χωρίς σύνεση και συνεχώς τεταμένη προσοχή, χωρίς να έχει ανά πάσα στιγμή τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του και των συνθηκών που επικρατούσαν στον δρόμο, καθώς και ότι επιχείρησε να διασχίσει κάθετα την Εθνικό Οδό εξερχόμενος από αύλειο χώρο επιχείρησης εμπορίας ξυλείας, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι είχε τη δυνατότητα να το πράξη ακίνδυνα και παραβιάζοντας την προτεραιότητα του κινούμενου επί της Εθνικής Οδού με αρ. κυκλοφ. …16 ΙΧΕ αυτοκινήτου. Επίσης, αιτιολογεί πλήρως και με σαφήνεια την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του οδηγού του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου Π. Τ. (πρώτου αναιρεσιβλήτου), δεχόμενο ανελέγκτως, ότι αυτός εκινείτο με το όχημά του με κανονική ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε εκείνη των 50 χλμ την ώρα, και, λόγω της απρόβλεπτης και αιφνίδιας παρεμβολής της μοτοσικλέτας στο ρεύμα πορείας του, από πολύ μικρή απόσταση “δεν είχε την τοπική και χρονική ευχέρεια να αντιδράσει”, χωρίς να απαιτείται, επιπρόσθετα, να ορίσει επακριβώς σε μέτρα και την απόσταση αυτή. Ενόψει δε των συνθηκών αυτών του ατυχήματος, ήτοι οδήγησης αυτού με κανονική ταχύτητα και της αιφνίδιας εμφάνισης της μοτοσικλέτας στο ρεύμα πορείας του, που καθιστούσε αδύνατη οποιαδήποτε αντίδραση από μέρους του, έκρινε αιτιολογημένα ότι δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της περιεκτικότητας σε οινόπνευμα του αίματος του (0,55 γρ/λίτρο) και της ένδικης σύγκρουσης Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Καθ’ όσο μέρος όμως, υπό το πρόσχημα της επίκλησης της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την αξιολόγηση των πραγματικών γεγονότων, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος (ΚΠολΔ 561 § 1).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά κάθε απόφασης σε κάθε άλλου είδους “πράγματα” υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αφετέρου δε και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι άφησε αδίκαστη την έφεση των ανηλίκων αναιρεσειόντων Χ. Φ. και Ά. Φ., που εκπροσωπούνται από την πρώτη των αναιρεσειόντων μητέρα τους (ήδη ενηλίκων), με την οποία έπλητταν το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης, με το οποίο το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων απέρριψε την αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Χ. Φ., παππού των ανηλίκων, στη θέση του οποίου αυτοί υπεισήλθαν, συνεχίζοντας τη δίκη, ως νόμιμοι κληρονόμοι του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι στο κείμενο της αναιρεσιβαλλομένης εκτίθεται, ότι οι εν λόγω ανήλικοι έχουν υπεισέλθει στη θέση του αρχικώς ενάγοντος Χ. Φ. (σελ. 4), ότι οι ηττηθέντες ενάγοντες των δύο αγωγών παραπονούνται με τις εφέσεις τους κατά της πρωτόδικης απόφασης (σελ. 6) και ότι οι δύο εφέσεις απορρίπτονται στο σύνολό τους (σελ. 12).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340, 591 § 1 και 681Α’ ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και περιέχονται στην αγωγή ή ένσταση ή χρησιμεύουν προς αντίκρουση της αγωγής. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση οι ήδη αναιρεσείοντες, για να στηρίξουν την αγωγή τους, προσκόμισαν μετ’ επικλήσεως, μεταξύ άλλων την από 26-7-2007 έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας …. με το συνοδευτικό αυτής σχεδιάγραμμα, την από 8-8-2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου μηχανικού Ι. Α. και τις προανακριτικές καταθέσεις των Ν. Β. Π. και Α. Χ.. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που προσκόμισαν οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου με επίκληση, και μεταξύ αυτών, μνημονεύει ιδιαιτέρως κατά την ανάπτυξη των παραδοχών του τις προαναφερθείσες εκθέσεις αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης, αλλά και την αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, η οποία υπήρξε η κατάληξη της ποινικής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας είχαν ληφθεί οι ανωτέρω προανακριτικές καταθέσεις. (βλ. 6ο φύλλο έμπροσθεν σελίδα αυτού, προσβαλλομένης απόφασης). Κατά συνέπεια, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ αντίθετος τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις και αιτούνται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-12-2015 και με αριθμό καταθέσεως 55/2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 197/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
areiospagos.gr
