ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη – Εισηγήτρια, Βασιλική Ηλιοπούλου, Βασιλική Μπαζάκη – Δρακούλη και Μαρία Βασδέκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Α. Ε. του Θ., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε δια του συνηγόρου του Θεοδώρου Καζά, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 226/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 04.05.2015 αίτηση αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 532/2015.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ,Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού (αυτοτελούς) πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής πραγματικής και νομικής συγγνωστής πλάνης (άρθρα 30 παρ. 1 και 31 παρ.2 ΠΚ), αφού η παραδοχή τους αποκλείει τον καταλογισμό, εφόσον, βεβαίως, αυτοί προβλήθηκαν και δη κατά σαφή και ορισμένο τρόπο. Περαιτέρω, από το άρθρο 30 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη, αν αυτός κατά το χρόνο τέλεσης αγνοεί τα περιστατικά που τη συνιστούν, προκύπτει ότι πραγματική πλάνη είναι η άγνοια (πλάνη εν ευρεία εννοία) ή η εσφαλμένη αντίληψη (πλάνη σε σχετική έννοια) του πράττοντος για τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης ή για περιστατικά που, κατά τον νόμο, επαυξάνουν το αξιόποινο της πράξης. Η πραγματική πλάνη, κατά την οποία ο δράστης αγνοεί ή εσφαλμένα αντιλαμβάνεται αυτό που πράττει, αναφέρεται σε στοιχεία της εγκληματικής πράξης, που μπορεί να είναι γεγονότα ή πραγματικές καταστάσεις αλλά και νομικές ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλα αξιολογικά στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή η πηγή της πλάνης. Επίσης, από το άρθρο 31 παρ. 2 ΠΚ, που ορίζει ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη, αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη αυτή είναι συγγνωστή, προκύπτει ότι νομική πλάνη υπάρχει, όταν ο δράστης γνωρίζει τί πράττει, αλλά είτε αγνοεί ότι η πράξη του είναι καταρχήν άδικη, είτε πιστεύει λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνα δικαίου, που, με τα δεδομένα της συγκεκριμένης περίπτωσης, αποκλείει το αξιόποινο. Για να αποκλειστεί, όμως, το αξιόποινο, πρέπει η πλάνη να είναι συγγνωστή, με την έννοια ότι ο υπαίτιος, όση επιμέλεια και αν κατέβαλλε, δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα της πράξης. Για τη διάγνωση δε της συνδρομής ή μη συγγνωστής νομικής πλάνης συνεκτιμώνται και οι ειδικές περιστάσεις της εκάστοτε κρινόμενης υπόθεσης, όπως η ατομικότητα του υπαιτίου, η εσφαλμένη νομική πληροφόρηση του από νομικούς παραστάτες ή άλλες έγκυρες πηγές κλπ.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του κατηγορουμένου (νυν αναιρεσείοντος), πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας πρόβαλε και ανέπτυξε προφορικά αυτοτελή περί πραγματικής και επικουρικά περί συγγνωστής νομικής πλάνης ισχυρισμό.

Για τη θεμελίωση του δε επικαλέστηκε επί λέξει ότι:

“Βάσει του περιεχομένου των παραπάνω συμβολαιογραφικών εγγράφων (υπ’ αριθμ, …59/7.8.2006 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου … Π. Π. και υπ’ αριθμ. …3/30.03.2004 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μ. Β.), δυνάμει των οποίων ο ίδιος με το πρώτο εξ αυτών και η δικαιοπάροχός του μητέρα του, Π. σύζυγος Θ. Ε., με το δεύτερο εξ αυτών απέκτησαν την κυριότητα του ακινήτου που αναφέρεται στο κατηγορητήριο και στην πρωτόδικη απόφαση, εκ του οποίου (περιεχομένου), [ως αυτό εκτίθεται στο κείμενο των υποβληθέντων και καταχωρηθέντων στα πρακτικά του δικαστηρίου ουσίας, αυτοτελών του ισχυρισμών του, προς θεμελίωση του ετέρου ισχυρισμού αυτού περί παραγραφής του αποδιδομένου σ’ αυτόν αδικήματος], συνάγεται ότι το ακίνητο αυτό έχει αρμοδίως χαρακτηρισθεί ως γεωργικώς καλλιεργούμενη έκταση (πρώτο συμβόλαιο), και ως αγροτικό ακίνητο και για το οποίο είχε εκδοθεί η υπ’ αριθμ. 4054/12.07.2002 τελεσίδικη πράξη Χαρακτηρισμού Έκτασης της Δ/νσης Δασών ….(δεύτερο συμβόλαιο), ο κατηγορούμενος διενεργώντας επί του ακινήτου του τις ρηθείσες πράξεις καθαρισμού, δικαιολογημένα πίστευε ότι έπραττε τούτο επεμβαίνοντας επί εκτάσεως, η οποία είχε χαρακτηριστεί αρμοδίως ως γεωργικώς καλλιεργούμενη έκταση και όχι επί εκτάσεως, η οποία είχε χαρακτηριστεί ως ιδιωτική δασική έκταση, όπως αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Άλλωστε, τα αναφερόμενα ως αναγνωστέα έγγραφα, τόσο στο κατηγορητήριο, όσο και στην πρωτόδικη απόφαση, δεν αφορούν στο δικό του και επίδικο ακίνητο, αλλά σε άλλο παντελώς άσχετο ακίνητο, που ευρίσκεται στην θέση “…” της περιοχής …. του δήμου … δηλαδή σε απόσταση μεγαλύτερη των δεκαπέντε (15) χιλιομέτρων από το δικό του ακίνητο.” Ο ισχυρισμός αυτός υποβληθείς υπό του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου και καταχωρηθείς στα πρακτικά του δικαστηρίου ουσίας, κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, σύμφωνα με το οποίο αναφέρει ότι “…τα αναγνωστέα έγγραφα, τόσο στο κατηγορητήριο, όσο και στην πρωτόδικη απόφαση, δεν αφορούν στο δικό του και επίδικο ακίνητο,…” συνιστά άρνηση της κατηγορίας και δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό και ως εκ τούτου δεν χρήζει ιδιαίτερης αιτιολογίας.

Κατά το πρώτο όμως σκέλος αυτού, κατά το οποίο εκθέτει ότι πίστευε πεπλανημένα ότι είχε δικαίωμα να εκχερσώσει και να καλλιεργήσει την ως άνω έκταση, ιδιοκτησίας του, και ότι η πλάνη του αυτή ήταν δικαιολογημένη (συγγνωστή), καθόσον η γνώση του περί του χαρακτηρισμού της επίδικης εκτάσεως προήρχετο από τα προαναφερόμενα συμβόλαια, προβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία για τη θεμελίωσή του ισχυρισμού του περί συνδρομής στο πρόσωπό του συγγνωστής νομικής πλάνης, πλην, όμως, το δικαστήριο απέρριψε σιγή τον εν λόγω αυτοτελή ισχυρισμό χωρίς καμμιά απολύτως αιτιολογία.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, ελλείψει αιτιολογίας της ως προς τον παραδεκτά προβληθέντα ισχυρισμό περί πλάνης του αναιρεσείοντος, η οποία είναι απαραίτητη να επεκτείνεται και επί των αυτοτελών ισχυρισμών, είναι βάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ Κ.Ποιν.Δ. μοναδικός λόγος αναιρέσεως και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων για την πράξη της παράβασης του άρθρου 71 παρ. 1,3 του ν.998/1979 Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων, 111, 112 και 113 ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, η δε προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως, όμως, όχι πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β’ , 370 στοιχ. β’ και 511 εδ. α’ και γ’ Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής και μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης ή την άσκηση της αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 εδ. β’ του Κ.Ποιν.Δ. εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή, ο αναιρεσείων εμφανίστηκε και κριθεί και ένας βάσιμος λόγος αναίρεσης, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα, σε βαθμό πλημμελήματος, αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 71 παρ. 1,3 του ν.998/1979 φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 10.3.2007 έως Ιούνιο του 2010 και συνεπώς έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο λόγω παραγραφής, καθόσον συμπληρώθηκε οκταετία από τον χρόνο τέλεσής της μέχρι Ιούνιο του 2018, δηλ. προ της συζητήσεως της υποθέσεως. Επομένως, με βάση τα προεκτεθέντα, ενόψει του ότι κρίνεται βάσιμος ο αναφερόμενος στην προηγούμενη παράγραφο μοναδικός αναιρετικός λόγος, συντρέχει λόγος να παύσει οριστικά η εις βάρος του άνω κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη για το εν λόγω πλημμέλημα της παράβασης του άρθρου 71 παρ. 1,3 του ν.998/1979, λόγω παραγραφής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 226/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου.

Παύει οριστικά λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντα Α. Ε. του Θ., κατοίκου …, του ότι κατά το χρονικό διάστημα από 10.3.2007 έως Ιούνιο 2010 στη θέση “…” δημοτικού διαμερίσματος …, Δήμου …, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, εκχέρσωσε παράνομα δάσος και δασική έκταση ή καλλιέργησε παράνομα εκχερσωθείσα έκταση ή έβλαψε καθ’ οιονδήποτε τρόπο την κατά προορισμό χρήση δάσους και δασικής έκτασης, καθώς και ενήργησε επί εκχερσωθείσης παρανόμως εκτάσεως, πράξεις διακατοχής. Ειδικότερα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, εκχέρσωσε με χειρονακτικά εργαλεία και γεωργικό μηχάνημα, ιδιωτική δασική έκταση, εμβαδού 1.977,47 τ.μ. που καλυπτόταν, από πεύκα, μεγάλης ηλικίας, σχίνα και ρείκια είχε δε κηρυχθεί αναδασωτέα, με την υπ’ αριθμ. 15/24.1.2007 απόφαση του Γ.Γ.Π.Π., μεταβάλλοντας έτσι αυθαίρετα ο κατηγορούμενος την κατά προορισμό χρήση της ανωτέρω έκτασης ως δάσους.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1 Φεβρουαρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

areiospagos.gr