Διενέργεια συνέλευσης εταίρων σε ΕΠΕ όπου οι εταίροι είναι δύο – Τήρηση πρακτικών – υπογραφή αυτών.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα – Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα, Γεώργιο Παπαηλιάδη και Μαρία Γκανιάτσου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Α. Χ. του Γ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βασιλακόπουλο, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 938/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Mε πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Κ. Ρ., κάτοικο … και 2. Κ. Χ., κάτοικο …, που δεν παραστάθηκαν.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιανουαρίου 2017 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …2017.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ, κατά την οποία, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για την πράξη ή την παράβαση αυτή, τιμωρείται με τη διαλαμβανόμενη στη συγκεκριμένη διάταξη στερητική της ελευθερίας ποινή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της ειδικής υποστάσεως του τυποποιούμενου με τη συγκεκριμένη διάταξη εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται όπως η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να απέβλεπε με την ενέργειά του αυτή στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Το έγκλημα είναι τελειωμένο μόλις περιέλθει η μήνυση ή η έγκληση στην αρχή ή γίνει ανακοίνωση σ’ αυτήν, ανεξάρτητα αν στη συνέχεια ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυομένου (εγκαλουμένου). Δεν μπορεί να ευσταθήσει κατηγορία για ψευδή καταμήνυση, μόνο αν από το περιεχόμενο αυτών που εκτίθενται στη μήνυση ή την έγκληση και κατά τρόπον ώστε να μη παρίσταται ανάγκη να διαπιστωθεί με οποιαδήποτε ανακριτική έρευνα, ούτε και με την, κατά το άρθρο 43 παρ. 2 ΚΠΔ, προκαταρκτική εξέταση, προκύπτει το ακαταδίωκτο της καταμαρτυρούμενης πράξης για οποιοδήποτε λόγο. Όπως δε συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 225 παρ. 1 περ. α’ ΠΚ, κατά την οποία τιμωρείται με την προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης όποιος, όταν εξετάζεται χωρίς όρκο ως διάδικος ή μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση, εν γνώσει του καταθέτει ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται όπως: α) ο διάδικος ή ο μάρτυρας καταθέσει χωρίς όρκο ενώπιον αρχής που είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε είναι ψευδή και γ) υφίσταται άμεσος δόλος στο πρόσωπο του, συνιστάμενος στη γνώση τούτου ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται, να τα καταθέσει. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Ως προς τη συνδρομή του στοιχείου του δόλου δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι ο δόλος, ο οποίος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συνθέτουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, καταφάσκεται αποδεικτικά από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με το δόλο αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής όμοια, πλην, όμως, ο δόλος χρήζει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όταν για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως εν προκειμένω αυτό της ψευδούς καταμήνυσης, αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία και συγκεκριμένα η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υποστάσεως). Υπάρχει, όμως, αιτιολογία του δόλου όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης [ΟλΑΠ 2/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε κατ’ έφεση, με την προσβαλλόμενη, ως άνω απόφασή του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ’ είδος, προέκυψαν, κατά την, αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του, τα εξής: “Η κατηγορουμένη Α. Χ., εταίρος της διμελούς εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία “… Ε.Π.Ε.” την 30-4-2009, στην …, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πατρών, σε βάρος των εγκαλούντων Κ. Ρ. και Κ. συζ. Κ. Ρ., νομίμων εκπροσώπων της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “….”, έτερης εταίρου της ανωτέρω εταιρίας περιορισμένης και του δικηγόρου τούτων Κ. Χ., την από 13-4-2009 (ημερομηνία εγχείρισης 30-4-2009) έγκληση, με την οποία αιτήθηκε την ποινική δίωξη αυτών, για τις πράξεις της εκβίασης και πλαστογραφίας για τον Κ. Χ. και για ηθική αυτουργία στις πράξεις αυτές για τους λοιπούς (Κ. Ρ. και Κ. Ρ.), καταγγέλλοντας τα ακόλουθα: “Μετά την έναρξη της συνέλευσης (περί ώρα 12.20 μμ) εγώ μεν ανέλαβα καθήκοντα προέδρου αυτής, ενώ ο πρώτος μηνυόμενος καθήκοντα γραμματέα, τα οποία και ο ίδιος πρότεινε να διεκπεραιώσει, “προς διευκόλυνση όλων” στον φορητό, προσωπικό ηλεκτρονικό του υπολογιστή (lap top), που είχε φέρει μαζί του από την Αθήνα, ως βοηθός γραφής. Στις 17.45 μ.μ., ο πρώτος μηνυόμενος (όντας γραμματέας – βοηθός γραφής) της γενικής συνέλευσης μου ανέφερε σχετικά με δήλωση μου επί του πρώτου θέματος της γενικής συνέλευσης ότι “δεν θα την καταχωρήσω, γιατί μετά θα πρέπει να απαντήσω πάλι γραπτώς και έτσι δεν θα τελειώσουμε ποτέ”. Υπενθυμίζοντας του, ότι είμαι η πρόεδρος της Συνέλευσης των εταίρων, αλλά και εταίρος της εταιρείας, του είπα ότι οφείλει να τηρήσει την εντολή μου, του επισήμανα ότι έχει την υποχρέωση να πράξει τούτο και να καταχωρήσει την έγγραφη τοποθέτηση μου στο κείμενο του υπολογιστή του, (το οποίο αποσπασματικά για το πρώτο θέμα της συνέλευσης είχε τυπώσει σε σχέδιο), διαφορετικά παραβιάζει τα καθήκοντα που ανέλαβε, ως επίσης και το νόμο, για να λάβω τη θρασύτατη απάντηση ότι: “κυρία μου για μένα το 1° θέμα έχει τελειώσει, δεν επανέρχομαι, δεν θα ξημερώσω …, επειδή έτσι το θέλετε εσείς. Τέλος”!! Υπό αυτές τις απαράδεκτες συνθήκες και δεδομένου ότι ο πρώτος μηνυόμενος εμφανιζόταν αμετάπειστος στο να τελέσει τα καθήκοντά του με τον προσήκοντα τρόπο, αναγκάστηκα να του ανακοινώσω ότι “η συνέλευση, λόγω της αυθαίρετης και παράνομης άρνησής να καταχωρίσει την έγγραφη δήλωση – απάντησή μου στο 1″ θέμα, διακόπτεται στο παρόν σημείο, επομένως ματαιώνεται η συζήτηση εφ’ όλων των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης” αμέσως δε, μετά του ζήτησα να αποχωρήσει από τα γραφεία της εταιρείας, δεδομένου ότι δεν είχε πλέον καμία δουλειά να βρίσκεται εκεί. Τότε ο αντίδικος, ενώ αποχωρούσε της αίθουσας, παίρνοντας φυσικά τα πράγματά του και τον φορητό, ηλεκτρονικό υπολογιστή του, με απείλησε ότι “εγώ εδώ μέσα (δείχνοντας τον υπολογιστή του) έχω γράψει όλα τα πρακτικά μέχρι το τέλος, έχουν τελειώσει τα πάντα (!!!), θα τα υπογράψω μόνος μου και θα στα στείλω και, αν δεν τα υπογράψεις και εσύ, θα τα πούμε στα Δικαστήρια.” !! αναγγέλλοντας με αυτό τον τρόπο κάποια επερχόμενη νομική ενέργεια ως- κακό, προκαλώντας μου τρόμο, φόβο και ανησυχία, σχετικά με τις εγγραφείσες δηλώσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του και τις έννομες συνέπειές τους, τις οποίες δεν γνώριζα, αφού μέχρι εκείνη την στιγμή δεν είχαν εκτυπωθεί ούτε καν ως σχέδιο σε απλό χαρτί, πλην ενός μέρους σχετικά με το πρώτο θέμα της ημερήσιας διάταξης. Με άλλα λόγια ο πρώτος μηνυόμενος με την απειλή ανύπαρκτων δηλώσεων (εντός του ηλεκτρονικού του υπολογιστή), καταγραμμένες από αυτόν τον ίδιο, τις οποίες εγώ δεν γνώριζα, εκείνη την στιγμή, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό, όφελος (το οποίο συνίστατο στην εκμετάλλευση του σήματος … που ήταν και το κυρίαρχο θέμα της γενικής συνέλευσης, ως τέταρτο θέμα), οι εντολείς του, (δεύτερος και τρίτος των μηνυομένων), αποπειράθηκε να αποσπάσει την συναίνεσή μου στην συνέχιση της γενικής συνέλευσης και της υπογραφής των πρακτικών της, ενώ επιφυλάχθηκε να υλοποιήσει την απόπειρά του με κείμενο που θα μου αποστείλει (όπως και έκανε), φερόμενο ως πρακτικό της γενικής συνέλευσης των εταίρων της εταιρείας, το οποίο στην πραγματικότητα δεν υφίστατο κατά την 4-4-2009, όντας μόνο σχέδιο κειμένου μέσα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, τελώντας κατ’ αυτό τον τρόπο με θέληση, την επίτευξη του εγκλήματος της εκβίασης, την οποία δεν πέτυχε, αφού δεν επήλθε το σκοπούμενο αποτέλεσμά του, από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του, απειλώντας με ευθέως για τα γεγραμμένα στον υπολογιστή του και τις έννομες συνέπειες που αυτά είχαν, (ως δήθεν πρακτικά γενικής συνέλευσης εταίρων), τα οποία ήταν κατάλληλα και πρόσφορα να αποκλείσουν τον ελεύθερο σχηματισμό της βούλησής μου (ως αποτέλεσμα μιας αυξανόμενης από το καλοκαίρι του 2008, έντασης των σχέσεων μου με τους υπόλοιπους δύο μηνυόμενους), σχετικά με την προάσπιση των συμφερόντων της εταιρείας “… Ε.Π.Ε.”, της οποίας τυγχάνω συνεταίρος κατά 50% και διαχειρίστρια, (τα οποία συνίστανται κυρίως, στην προάσπιση του σήματος – διακριτικού γνωρίσματος – προσωνυμίας … και την ζημία την οποία θα υποστώ από την απώλειά του ως φορέας της επιχείρησης που αποτελεί και το επάγγελμα μου).
Στις 6-4-2009, εδώ … οδός …, ο πρώτος μηνυόμενος, (ενεργώντας κατά δήλωσή του ως ειδικός εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία “….” που εδρεύει στην … οδός …), δια της δικαστικής επιμελήτριας Α. Α. μου επέδωσε (υπό την ιδιότητά μου ως εταίρου και διαχειρίστριας της εταιρείας “… Ε.Π.Ε.” που εδρεύει … οδός …), εξώδικη δήλωση πρόσκληση, συνοδευόμενη από υλική πράξη, με φυσική παράδοση εγγράφου αποτελούμενο από 33 φύλλα με φερόμενες σελίδες από 34 έως 66 τον παραπλανητικό τίτλο – επιγραφή – έμβλημα του εγγράφου αυτού, σε κάθε Φύλλο τούτου:
“… “… …”.
Ο ανωτέρω τίτλος – επιγραφή – έμβλημα, είναι από μόνος του ικανός, να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε συναλλασσόμενο σχετικά με τον εκδότη του εγγράφου, αφού: αφενός ο ίδιος τίτλος χρησιμοποιείται από την εταιρεία η οποία αναγράφεται στον τίτλο του εγγράφου που μου κοινοποιήθηκε, στο από αυτήν εκδιδόμενο βιβλίο πρακτικών γενικών συνελεύσεων, αφετέρου τα στοιχεία του τίτλου του ανωτέρω εγγράφου, είναι πιστή απομίμηση των στοιχείων που χρησιμοποιεί η ανωτέρω εταιρεία στα έγγραφα της.
Έτσι ο οποιοσδήποτε τρίτος μπορεί να εκλάβει το ανωτέρω (μόνο εκ του τίτλου του), σαν έγγραφο της εταιρείας, προερχόμενο από τα κατά Νόμο βιβλία της, πλην όμως ο πρώτος μηνυόμενος που απέστειλε και ενέγραψε τις κατά τις απόψεις του δηλώσεις στα 33 φύλλα του ανωτέρω εγγράφου, αποστέλλοντας αυτές τις δηλώσεις σε έγγραφο με τέτοιο υπέρτιτλο σε όλα του τα φύλλα και με αρίθμηση από 34 σελίδα έως 66 σελίδα διέπραξε με πρόθεση το έγκλημα της πλαστογραφίας διότι:
α) δεν του χορηγήθηκε ποτέ έγγραφο με αυτόν τον υπέρτιτλο από την εταιρεία (εκδότρια του εγγράφου), ούτε ανάριθμο αλλά και αριθμημένο κατά αύξουσα αρίθμηση, όπως εμφανίζει αυτό, β) δεν του χορηγήθηκε ποτέ το δικαίωμα της αντιπροσώπευσης, ή η ρητή εξουσιοδότηση, δια την σύνταξη τέτοιου εγγράφου, ενώ σφετεριζόμενος ανύπαρκτο δικαίωμα αντιπροσωπεύσεως, εξέδωσε το πλαστό έγγραφο που αναφέρεται παραπάνω στο οποίο δεν ταυτοποιείται η ιδιότητα του εκδότη, μονομερώς από τον βοηθό γραφής – γραμματέα, με τον φερόμενο εκ του τίτλου του εγγράφου ως εκδότη (που είναι η γενική συνέλευση των εταίρων).
Με άλλα λόγια ο πρώτος μηνυόμενος κατάρτισε έγγραφο επί του οποίου το πρόσωπο στο οποίο ή έννομη τάξη αποδίδει την περιεχόμενη σε αυτό έγγραφη δήλωση ήτοι η γενική συνέλευση εταίρων της εταιρείας, δεν είχε καμία ανάμιξη στην δημιουργία του εγγράφου και δεν εγγυάται αυτό ως έγγραφο προερχόμενο no αυτήν. Αλλιώς το υποδηλούμενο ως δηλών πρόσωπο (γενική συνέλευση εταίρων της εταιρείας), από το έγγραφο αναληθώς φέρεται να είναι η γενική συνέλευση των εταίρων της εταιρείας, η οποία δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις εργασίες της. Οι άλλοι δύο μηνυόμενοι ως βασικοί ιδιοκτήτες, νόμιμοι εκπρόσωποι, μέλη του εξαμελούς διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “….”, που εδρεύει στην … οδός …, (η οποία κατέχει το 50% της εταιρείας … … Ε.Π.Ε.), αλλά και εντολείς του πρώτου μηνυόμενου, είναι εκείνοι που έπεισαν με πειθώ και φορτικότητα, τον πρώτο μηνυόμενο για την τέλεση των ανωτέρω πράξεων αυτού, έχοντες άμεσο, ενεστώς και ενεργό οικονομικό συμφέρον για την δημιουργία κρίσης στην εταιρεία “… Ε.Π.Ε.”, συνισταμένης στην αμφισβήτηση οποιασδήποτε ενέργειας αυτής και της διαχειρίστριάς της, έστω και προφορικώς συναποφασισμένης με αυτούς τους ίδιους, έχοντες άμεσο σκοπό την αποκλειστική και είτε για τον εαυτό τους, είτε για την εταιρεία …., εκμετάλλευση του σήματος – διακριτικού γνωρίσματος – προσωνυμίας του ονόματος …, είτε στην τυπική (….), είτε στην άτυπη (…) εκπαίδευση, το οποίο σήμα έχει ανυπολόγιστη αξία στις συναλλαγές προσδιοριζόμενη όπως παραπάνω αναφέρθηκε και το οποίο σήμα – διακριτικό γνώρισμα – προσωνυμία, αποτελεί ουσιαστικά την επιχείρηση και το επάγγελμα μου. Ως δημιουργία κρίσης, είναι όλες εκείνες οι εγκληματικές ενέργειες του πρώτου μηνυόμενου, αφενός της περιγραφείσης εκβίασης (με την απειλή κακού στην επιχείρηση και το επάγγελμα μου) και της πλαστογραφίας, αφετέρου και εκείνες οι ενέργειες για την μη καταγραφή των δηλώσεών μου στα πρακτικά της γενικής συνέλευσης, για την μη έγκριση των ετησίων οικονομικών καταστάσεων από την γενική συνέλευση, της αμφισβήτησης των υποχρεώσεών τους, της αμφισβήτησης των εσόδων της εταιρείας “… Ε.Π.Ε.”, η οποία έγινε κατ’ εντολή και υπόδειξη αυτών και μάλιστα με τον τρόπο που αυτοί το έκαναν (όπως δήλωσαν) στην δική τους εταιρεία (… Α. Ε. Ε.).
Περαιτέρω, την δημιουργία κρίσης, δια των ανωτέρω εγκληματικών μεθόδων, οι δύο μηνυόμενοι (δεύτερος και τρίτος) έχουν εκδηλώσει τουλάχιστον από τον Αύγουστο 2008, καθώς, πέραν των θεμιτών επιχειρηματικών αποφάσεων τους, όλως αιφνιδίως (σε σχέση με την δεκαεννιάχρονη ομαλή συνεργασία μας), σφετερίστηκαν το σήμα … για την ίδρυση φερώνυμου …Υ, αμφισβήτησαν την χρήση του ανωτέρω σήματος από την εταιρεία “… Ε.Π.Ε.”, κατοχύρωσαν εσχάτως και εν αγνοία μου (από το 2005 και μετά) το σήμα τούτο στο Υπουργείο Ανάπτυξης (Γενική Γραμματεία Εμπορίου), ανεβοκατεβάζουν από την ιστοσελίδα τους την εταιρεία “… Ε.Π.Ε.”, αναγγέλλουν ίδρυση εργαστηρίου ελευθέρων σπουδών και κολλεγίου …, υπαναχωρούν από σχεδιασμένη επένδυση στο … επιδαψιλεύοντας σημαντικές ζημιές στην εταιρεία “… Ε.Π.Ε.”, αποσύρουν αποφάσεις, συμφωνίες για το “… …” της Πάτρας, με ζημιές για την εταιρεία “… Ε.Π.Ε.”, αμφισβητούν διαχειριστικές πράξεις μου, στις οποίες είχαν προφορικά συμφωνήσει και γενικά αποσταθεροποιούν το κλίμα της δεκαεννιάχρονης συνεργασίας μας, πείθοντας τον πρώτο μηνυόμενο, να συντάξει πρακτικά γενικής συνέλευσης, κατά τις απόψεις τους, όπου για πρώτη φορά στην συνεργασία μας για την σύνταξη πρακτικών γενικής συνέλευσης, χρειάστηκαν τρεις συνελεύσεις και η πρόσληψη υπ’ εμού νομικών παραστατών, ενώ κατά την σύνταξη τους, δίκην ανακριτού λάβαινα πλήθος ερωτήσεων από τον πρώτο μηνυόμενο”. Επίσης, η κατηγορουμένη, εξ’ αφορμής της προαναφερθείσης από 13-4-2009 εγκλήσεώς της, εξετάστηκε, χωρίς όρκο, στις 2-11-2009 και 5-7-2011 στο πλαίσιο της διενεργούμενης από τον Εισαγγελέα Πατρών προκαταρκτικής εξέτασης και κατέθεσε τα ακόλουθα: Ειδικότερα, α) στις 02- 11-2009 κατέθεσε ότι “βεβαιώνει και πάλι όσα ανέφερε στην από 13-04-2009 μήνυσή της προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών και ότι τονίζει η αιτία όλων των αναφερομένων στην παραπάνω μήνυση είναι η διεκδίκηση από τους Κ. Ρ. και Κ. Ρ. και τότε μηνυόμενους, του σήματος και την επωνυμία της εταιρείας “… … Ε.Π.Ε.” και β) στις 05-07-2011 κατέθεσε ανωμοτί δια εγγράφου υπομνήματος ότι: “Στην κρινόμενη περίπτωση ο μηνυόμενος Χ. Κ. ήταν γραμματέας της γενικής συνέλευσης των εταίρων της εταιρείας “… Ε. Π. Ε.”, αλλά ταυτόχρονα και εκπρόσωπος της μιας εκ των δύο εταίρων. Ως γραμματέας και πρακτικογράφος την Συνέλευσης, είχε την δυνατότητα να εκδίδει τα πρακτικά της γενικής συνελεύσεως, μετά το πέρας αυτής και υπό την προϋπόθεση να έχουν αυτά συμφωνηθεί και από τους δύο εταίρους και να έχουν υπογραφεί αυτά και από τους δύο εταίρους. Σε περίπτωση για οποιοδήποτε λόγο μη υπογραφής του τελικού κειμένου του εγγράφου και από τους δύο εταίρους, τότε δεν υπάρχει έγγραφο, μήτε καν “σχέδιο εγγράφου”, υπογραμμένο από τον ένα εταίρο έστω και αν αυτός είναι πρακτικογράφος.
Η απλή εκτύπωση, σε έγγραφο με υπέρτιτλο:
“… “… … Ε.Π.Ε.” …” και η υπογραφή έστω και από ένα εταίρο, που τυγχάνει να είναι γραμματέας της συνέλευσης και πρακτικογράφος, δίνει στο έγγραφο υπόσταση αφενός φυσική και υλική, αφετέρου, διανοητική τοιαύτη, ενώ εξειδικεύει απόλυτα τον εκδότη του εγγράφου, ήτοι το νομικό πρόσωπο, το οποίο με αυτού του είδους την επικεφαλίδα και την υπογραφή στο τέλος του κειμένου, και σε κάθε σελίδα, αποδεικνύει την σύνταξη πρακτικών, τα οποία ο άλλος εταίρος, ούτε καν έχει αναγνώσει, αλλά τούτα δύναται να χρησιμεύσουν έστω και ως δικαστικά τεκμήρια.
Ο πρώτος μηνυόμενος, με απείλησε με την φράση ” ενώ εδώ μέσα (δείχνοντας τον υπολογιστή του) έχω γράψει όλα τα πρακτικά μέχρι το τέλος, έχουν τελειώσει τα πάντα (!!), θα τα υπογράψω μόνος μου θα στα στείλω και, αν δεν τα υπογράψεις και εσύ. θα τα πούμε στα Δικαστήρια” !! αναγγέλλοντας με αυτόν τον τρόπο κάποια επερχόμενη νομική ενέργεια, προκαλώντας μου τρόμο, φόβο και ανησυχία, σχετικά με τις εγγραφείσες δηλώσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του και τις έννομες συνέπειες τους, τις οποίες δεν γνώριζα, αφού μέχρι εκείνη την στιγμή δεν είχαν εκτυπωθεί ούτε καν ως σχέδιο σε απλό χαρτί, πλην ενός μέρους σχετικά με το πρώτο θέμα της ημερήσιας διάταξης. Με την ανωτέρω ενέργειά του ο πρώτος μηνυόμενος, στράφηκε κατά την προσωπικής μου ελευθερίας, αποκλείοντας τον ελεύθερο σχηματισμό της βούλησης μού, η οποία, μη γνωρίζοντας τα περιεχόμενα του ηλεκτρονικού υπολογιστή, ανέμενα την εκτύπωση των υποτιθέμενων πρακτικών σε σχέδιο, επίσης η ανωτέρω απειλή, μιας και τα θέματα της ημερήσιας διάταξης ήταν μεταξύ των άλλων και το ανυπολόγιστης δια εμένα αξίας θέμα της προσωνυμίας – διακριτικού γνωρίσματος – σήματος “…”, είχε περιουσιακή αξία μεγαλύτερη από οτιδήποτε, αφού στρεφόταν αυτό το θέμα κατά την περιουσίας της εταιρείας της οποίας ήμουν μέλος. Η φράση “τα έχω γράψει όλα εδώ μέσα” και η μετέπειτα (την ίδια ημέρα) εξέλιξη της εκτύπωσης των συζητήσεων σε βιβλίο πρακτικών, δικαίωσε απολύτως τον φόβο μου και την ανησυχία μου, ότι ο αποκλεισμός του ελεύθερου σχηματισμού της βούλησης μου, είχε περιουσιακά αποτελέσματα δυσμενή για εμένα.
Συνεπώς κατά τα παραπάνω, χρειαζόταν: Βιβλίο σε κινητά φύλλα με την ένδειξη “…”, για να παραχθεί το έννομο αποτέλεσμα ότι υπήρχε αρχή απόφασης εταίρων. Υπογραφή του βιβλίου πρακτικών έστω από ένα, για να υπάρχει αρχή, έγγραφης απόδειξης ή ανταπόδειξης. Το βιβλίο πρακτικών με την μια υπογραφή, έχει αποδεικτική δύναμη, δύναται να χρησιμοποιηθεί ως δικαστικό τεκμήριο, αλλά και να καταδικαστεί ο μη υπογράφων σε δήλωση βουλήσεως. Στο βιβλίο πρακτικών γενικών συνελεύσεων, περιελήφθησαν θέματα ανυπολόγιστης αξίας για την εταιρεία όπως η προσωνυμία, η οποία στην συνέχεια εξελίχθηκε σε αίτηση ανακλήσεως της προσωνυμίας μας από το Υπουργείο Παιδείας, από την άλλη εταίρο και ακολούθησε αίτηση ακύρωσης στο Σ.Τ.Ε., αν για οποιοδήποτε λόγο με το εν λόγω πρακτικό αναγνώριζα το θέμα, έτσι όπως το εμφάνισε ο πρώτος μηνυόμενος “θα έβαζα τα χέρια μου και θα έβγαζα τα μάτια μου”.
Επειδή τελειώθηκαν όλα τα παραπάνω, αντί να: Εκτυπωθεί “σχέδιο εγγράφου πρακτικών γενικής συνέλευσης”, χωρίς υπέρτιτλο, εκτυπώθηκαν αυτούσια τα “πρακτικά” χρησιμοποιώντας της επωνυμία της εταιρίας.
Συνεπώς τελειώθηκε το έγκλημα της πλαστογραφίας και της εκβίασης. Αναφορικά με τα δύο ερωτήματά σας, αποδεικνύεται ότι η εμφάνιση του εγγράφου με τον υπέρτιτλο …, υπογεγραμμένο έστω από ένα εταίρο έχει αποδεικτική δύναμη. Ενώ η εκβίαση διαπράττεται με μόνη την απειλή του κακού, το οποίο τελικά πραγματοποιήθηκε ότι τάχα το εν τω υπολογιστή ευρισκόμενο κείμενο αποτελεί πρακτικό γενικής συνέλευσης”. Με την παραπάνω έγκληση και τις δύο καταθέσεις της η κατηγορουμένη επιδιώκει να στοιχειοθετήσει ι) σε βάρος του δικηγόρου Κ. Χ. α) την κατηγορία της σε βάρος της εκβίασης από τον τελευταίο (Κ. Χ.), όταν της απηύθυνε τη φράση “εγώ εδώ μέσα (δείχνοντας τον υπολογιστή του) έχω γράψει όλα τα πρακτικά μέχρι το τέλος, έχουν τελειώσει τα πάντα, θα τα υπογράψω μόνος μου και θα στα στείλω και αν δεν τα υπογράψεις εσύ, θα τα πούμε στα Δικαστήρια”, αφήνοντας να εννοηθεί ότι υπό την ιδιότητά του ως γραμματέας της συγκληθείσης Συνέλευσης των εταίρων της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία “… Ε.Π.Ε.” την απείλησε ότι θα καταχωρήσει στον υπολογιστή του τις ανύπαρκτες δηλώσεις που αναφέρει στην έγκλησή της, με σκοπό να αποσπάσει τη συναίνεσή της στη συνέχιση της γενικής συνέλευσης και στην υπογραφή των πρακτικών της εταιρίας, ώστε οι λοιποί εγκαλούντες Κ. και Κ. Ρ. να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, που συνίστατο στην εκμετάλλευση του σήματος …, β) την κατηγορία της πλαστογραφίας από τον τελευταίο (Κ. Χ.), αναφέροντας ότι κατήρτισε έγγραφο (πρακτικό) το οποίο φέρεται να ί εκδόθηκε από το νομικό πρόσωπο της εταιρίας (… Ε.Π.Ε.), χωρίς τούτο να είναι αληθές και ιι) σε βάρος της Κ. και Κ. Ρ. την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας στις παραπάνω πράξεις. Επί της εγκλήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. …2012 απορριπτική διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πατρών, κατ’ άρθρο 47 ΚΠΔ. Ειδικότερα, όσον αφορά την αναλήθεια των περιγραφόμενων στην έγκληση της κατηγορουμένης και αποδιδόμενων στους εγκαλούντες παράνομων συμπεριφορών, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Την 4-4-2009 …, στα γραφεία της εταιρίας με την επωνυμία “… Ε.Π.Ε”, που βρίσκονται επί της οδού …, έλαβε χώρα η μετ’ αναβολή (από την 23-3-2009 και την 28-3-2009) επαναληπτική, ετήσια τακτική γενική συνέλευση των εταίρων της άνω εταιρίας, στην οποία συνεταίροι είναι η πρώτη κατηγορουμένη Α. Χ. και η εταιρία με την επωνυμία “…”, που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε στην ανωτέρω γενική συνέλευση, βάσει εξουσιοδοτήσεων του Δ.Σ αυτής, από τον πρώτο πολιτικώς ενάγοντα Κ. Χ., δικηγόρο Αθηνών. Η πρώτη κατηγορουμένη ανέλαβε καθήκοντα προέδρου της Γ.Σ., ενώ ο πρώτος πολιτικώς ενάγων καθήκοντα γραμματέα, επιφορτισμένος με την τήρηση των πρακτικών της συνέλευσης των εταίρων. Προς τούτο ο τελευταίος κατέγραψε όσα ελάμβαναν χώρα σχετικά με τα θέματα της ημερήσιας διάταξης στον φορητό, προσωπικό ηλεκτρονικό του υπολογιστή. Περί ώρα 17:45 κατά τη συζήτηση του έκτου θέματος της ημερήσιας διάταξης, το οποίο αφορούσε “Δραστηριοποίηση από κοινού στον επιχειρηματικό τομέα των κολλεγίων και εργαστηρίων ελευθέρων σπουδών/συμφωνία για τους όρους και τις προϋποθέσεις χρησιμοποίησης από τους εταίρους, εντός της ελληνικής επικράτειας της προσωνυμίας “…”, κατά την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων ίδρυσης και λειτουργίας κολλεγίων ή εργαστηρίων ελευθέρων σπουδών”, η εταίρος “… … … ΕΤΑΙΡΕΙΑ”, η οποία εκπροσωπούνταν όπως προαναφέρθηκε από τον πρώτο πολιτικώς ενάγοντα Κ. Χ., αντιτάχθηκε στο εν λόγω θέμα και δήλωσε ότι θα προασπίσει με κάθε νόμιμο μέσο τα δικαιώματά της επί της επωνυμίας, σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων της, καθόσον είναι προφανές ότι η “… … Ε.Π.Ε.”, και η διαχειρίστρια της και πρώτη κατηγορούμενη αμφισβητούν τα δικαιώματα της επ’ αυτών. Μετά ταύτα η πρώτη κατηγορούμενη διέκοψε τη συνεδρίαση της Γ.Σ για να ενημερώσει τους δικηγόρους της, Γ. Γ. και Σ. Ν., οι οποίοι βρίσκονταν εκτός της αίθουσας όπου λάμβανε χώρα η συνέλευση, και επανήλθε στο πρώτο θέμα της ημερήσιας διάταξης, σε αντίκρουση των ως άνω ισχυρισμών της εταίρου “… … … ΕΤΑΙΡΕΙΑ”, το οποίο όμως είχε ήδη συζητηθεί και ψηφισθεί από τους εταίρους. Στη συνέχεια αυτή ζήτησε να καταχωρηθεί στα πρακτικά η ως άνω δήλωσή της και ο Κ. Χ., με την ιδιότητα του γραμματέα, αρνήθηκε επειδή η συζήτηση για το 1° θέμα ημερήσιας διάταξης είχε τελειώσει. Η πρώτη κατηγορούμενη, μετά την επίμονη άρνηση του Κ. Χ. και νυν πρώτου πολιτικώς ενάγοντος να καταχωρίσει στα πρακτικά, τη δήλωσή της για επαναφορά της συζήτησης στο 1° θέμα της ημερήσιας διάταξης, δήλωσε ότι “ματαιώνεται” η αρξαμένη γενική συνέλευση και ζήτησε την άμεση αποχώρηση του γραμματέα, χωρίς να την απασχολεί το τυπικό μέρος της διαδικασίας τήρησης των πρακτικών, καθώς δεν επέτρεψε στον τελευταίο την ολοκλήρωση της σύνταξης αυτών στο χώρο της συνέλευσης που λάμβανε χώρα στα γραφεία της εταιρείας “… … Ε.Π.Ε.”. Η κατά τα άνω δήλωση της πρώτης κατηγορουμένης περί “ματαίωσης” της γενικής συνέλευσης, καμία έννομη επιρροή είχε στο κύρος των πράξεων της γενικής συνέλευσης, που μέχρι εκείνο το σημείο είχαν λάβει χώρα και είχαν καταγραφεί από τον αρμόδιο προς τούτο γραμματέα της συνέλευσης και νυν πρώτο πολιτικώς ενάγοντα, όσα δε είχαν καταγραφεί από τον τελευταίο στα πρακτικά ήσαν ακριβή. Μετά ταύτα ο Κ. Χ. αποχωρώντας από τα γραφεία της εταιρείας ενημέρωσε την πρώτη κατηγορουμένη ότι θα ολοκληρώσει τη σύνταξη των πρακτικών και ότι θα της τα στείλει για να τα υπογράψει δεδομένου ότι η συνέλευση είχε γίνει, την προειδοποίησε δε ότι σε περίπτωση άρνησής να τα υπογράψει θα προσφύγει στη δικαιοσύνη. Όταν ο τελευταίος επέστρεψε στην Αθήνα, μετέβη στο γραφείο της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Α. Δ. – Δ., όπου περαίωσε τη σύνταξη του πρακτικού και το κατέθεσε σ’ αυτή, συνταχθείσης της υπ’ αριθμ. …/04-04-2009 πράξης κατάθεσης εγγράφου, η δε πρώτη κατηγορουμένη γνώριζε καλώς ότι η τήρηση των πρακτικών και οι καταχωρήσεις σ’ αυτά και σε ηλεκτρονική μορφή αλλά και σε επί τήρησης χειρόγραφου βιβλίου πρακτικών πριν την υπογραφή των μελών δεν αποτελούν σχέδιο εγγράφου, παρά πρακτικά της γενικής συνέλευσης που πραγματοποιείται. Ουδεμία δε ανακρίβεια ως προς τα πεπραγμένα της γενικής συνέλευσης καταχωρήθηκε από τον εγκαλούντα στα πρακτικά, ούτε όσο αφορά το 4° θέμα της ημερήσιας διάταξης, δηλαδή το θέμα “επί της σύναψης σύμβασης μεταξύ της “… … Α.Ε.” και της “… … Ε.Π.Ε.” για την παροχή υπηρεσιών διαφήμισης, τεχνογνωσίας σε εκπαιδευτικά θέματα και χρήσης των σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων της “… … Α.Ε.” και καθορισμός του συμβατικού ανταλλάγματος”, καθώς καμία απόφαση της γενικής συνέλευσης δεν αποτυπώθηκε, λόγω διαφωνίας των μελών, σε καμία δε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι οι ενέργειες του τότε γραμματέα της γενικής συνέλευσης και νυν πρώτου πολιτικώς ενάγοντα ήταν καθοδηγούμενες από τους Κ. Ρ. και Κ. Ρ., οι οποίοι κατά τους ισχυρισμούς της πρώτης κατηγορουμένης είχαν απώτερο σκοπό τους τη διεκδίκηση του σήματος και την επωνυμία της εταιρείας “… … Ε.Π.Ε.”. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι στις 6-4-2009 απεστάλη στην κατηγορουμένη η από 05.04.2009 Εξώδικη Δήλωση – Πρόσκληση της εταιρίας … Α.Ε., με την οποία της επιδόθηκαν τα πρακτικά της γ’ συνεδρίασης της ετήσιας συνέλευσης των εταίρων της εταιρίας “… Ε.Π.Ε.” της 04.04.2009, που συντάχθηκαν και υπογράφηκαν από τον πρώτο πολιτικώς ενάγοντα, ως εκλεγμένο νόμιμα γραμματέας της συνέλευσης, προς υπογραφή και καταχώριση στα βιβλία της … Ε.Π.Ε. Το σχετικό έγγραφο των πρακτικών που επιδόθηκε στην κατηγορουμένη αποτελείτο από 33 φύλλα με σελίδες που έφεραν αρίθμηση από 34 έως 66 και σε κάθε φύλλο έφερε τον τίτλο “… “… … Ε.Π.Ε.” …”. Με βάση τα προαναφερθέντα αποδείχθηκε ότι ουδεμία ανακρίβεια ως προς τα πεπραγμένα της Γ.Σ. καταχωρήθηκε στα πρακτικά που κατέγραψε στον προσωπικό του υπολογιστή ο πρώτος πολιτικώς ενάγων, ενώ δεν αποδείχθηκε σκοπός παράνομου περιουσιακού οφέλους, που συνίσταται στην αποκλειστική εκμετάλλευση του σήματος … από το ζεύγος Ρ., καθότι ουδεμία απόφαση της Γ.Σ. δεν αποτυπώθηκε στα πρακτικά επί του σχετικού 4ου θέματος της ημερήσιας διάταξης, λόγω διαφωνίας των μελών, η οποία θα μπορούσε να επιφέρει βλάβη στην περιουσία της πρώτης κατηγορουμένης. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι μόνη η δήλωση της κατηγορουμένης με την ιδιότητα της προέδρου της Γ. Σ. (μετά την επίμονη άρνηση του πρώτου πολιτικώς ενάγοντος να επανέλθει στο 1° θέμα της συνέλευσης, με καταχώρηση έγγραφης δήλωσης αυτής, με τη δικαιολογία ότι η συνέλευση είχε εισέλθει ήδη στη συζήτηση του 6ου θέματος της ημερήσιας διάταξης, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητεί η πρώτη κατηγορουμένη) ότι η γενική συνέλευση των μελών της εταιρίας “ματαιώνεται” δεν ασκεί έννομη επιρροή στο κύρος των πράξεων της Γ.Σ, που μέχρι το σημείο εκείνο είχαν λάβει χώρα και είχαν καταγραφεί από τον αρμόδιο προς τούτο γραμματέα της συνέλευσης. Τα όσα επομένως ο αρμόδιος γραμματέας της Γ.Σ. είχε καταχωρήσει στα τηρούμενα σε ηλεκτρονική μορφή πρακτικά της Γ.Σ. και δεδομένου ότι σε κανένα σημείο της έγκλησης της πρώτης κατηγορουμένης δεν αμφισβητείται αυτό, ήταν ακριβή. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι τα καταγεγραμμένα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του γραμματέα της συνέλευσης θα έπρεπε να εκτυπωθούν αρχικώς με τη μορφή του “σχεδίου εγγράφου” ώστε να συγκατατεθεί η ίδια στο περιεχόμενο τους και όχι ως “βιβλίο πρακτικών” (όπως αναγράφεται στην προμετωπίδα ενός εκάστου εκ των φύλλων πρακτικών που της απέστειλε προς υπογραφή ο γραμματέας της συνέλευσης) ώστε η κατάθεση του τιτλοφορούμενού “βιβλίο πρακτικών” και φέροντος την υπογραφή μόνο του γραμματέα εγγράφου στη συμβολαιογράφο να παραπλανά ως προς τον εκδότη αυτού, τυγχάνει αβάσιμος, καθότι η φύση των πρακτικών είναι η αποτύπωση των όσων λαμβάνουν χώρα κατά τη συνέλευση, το οποίο και συνέβη στην προκειμένη περίπτωση και όχι όσα θα ήθελαν να φαίνονται ότι έχουν λάβει χώρα τα συνεδριάζοντα μέλη της, ώστε να απαιτείται η έγκρισή τους με τη θέση της υπογραφής τους. Επομένως, η κατηγορουμένη εν γνώσει της καταμήνυσε τα ανωτέρω πρόσωπα ψευδώς ενώπιον της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πατρών ότι τέλεσαν τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις με σκοπό να προκαλέσει την ποινική καταδίωξή τους γι’ αυτές καταγγέλλοντας εν γνώσει της ψευδώς τα άνω περιστατικά ενώ γνώριζε ότι οι καταμηνυόμενοι δεν είχαν διαπράξει τα αδικήματα για τα οποία αυτή τους καταμήνυσε.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη εξεταζόμενη από την Α1’ Πταισματοδίκη Πατρών: α) στις 02-11-2009 κατέθεσε ότι “βεβαιώνει και πάλι όσα ανέφερε στην από 13-04-2009 μήνυσή της προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών και ότι τονίζει η αιτία όλων των αναφερομένων στην παραπάνω μήνυση είναι η διεκδίκηση από τους Κ. Ρ. και Κ. Ρ. και τότε μηνυόμενους, του σήματος και την επωνυμία της εταιρείας “… … Ε.Π.Ε.” και β) στις 05-07-2011 κατέθεσε ανωμοτί δια του προαναφερθέντος εγγράφου υπομνήματος της ότι οι εγκαλούντες διέπραξαν σε βάρος της τα άνω αδικήματα της εκβίασης και πλαστογραφίας (ο Κ. Χ.) και της ηθικής αυτουργίας στις άνω πράξεις (οι Α. και Κ. Ρ.), ενώ γνώριζε ότι οι ισχυρισμοί που διέλαβε στην ως άνω κατάθεσή της και το έγγραφο υπόμνημά της για τους εγκαλούντες ήταν ψευδείς. Συγκεκριμένα μάλιστα τελούσε σε άμεση και πλήρη γνώση, λόγω της ιδιότητος της ως εταίρου και διαχειρίστριας της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, αλλά και της φυσικής της παρουσίας στην επίμαχη γενική συνέλευση των εταίρων, ότι ο Κ. Χ., δικηγόρος Αθηνών και ειδικός εκπρόσωπος της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία “… … … ΕΤΑΙΡΕΙΑ”, δυνάμει των από 20-03-2009 και 03-04-2009 πρακτικών συνεδριάσεως του διοικητικού συμβουλίου της ως άνω εταιρείας, η οποία τυγχάνει αποκλειστική κυρία και κάτοχος πεντακοσίων (500) εταιρικών μεριδίων των τριάντα (30) ευρώ της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία “… … …”, έλαβε μέρος στις 04-04-2009 στην μετ’ αναβολή και σε συνέχεια της 23ης Μαρτίου 2009 ετήσιας συνέλευσης των εταίρων της τελευταίας εταιρείας, η λήψη αποφάσεων επί των θεμάτων ημερήσιας διάταξης ανεβλήθη αρχικά για την 28η Μαρτίου 2009 και την ημέρα εκείνη για την 4η Απριλίου 2009 και μετά από ομόφωνη απόφαση της συνέλευσης ο ίδιος (Κ. Χ.) εξελέγη γραμματέας, επιφορτισμένος με την τήρηση των πρακτικών της συνέλευσης των εταίρων σε ηλεκτρονική μορφή. Ότι κατά τη συζήτηση του έκτου θέματος της ημερήσιας διάταξης το οποίο αφορούσε “Δραστηριοποίηση από κοινού στον επιχειρηματικό τομέα των κολλεγίων και εργαστηρίων ελευθέρων σπουδών/συμφωνία για τους όρους και τις προϋποθέσεις χρησιμοποίησης από τους εταίρους, εντός της ελληνικής επικράτειας της προσωνυμίας “…”, κατά την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων ίδρυσης και λειτουργίας κολλεγίων ή εργαστηρίων ελευθέρων σπουδών”, η εταίρος “… … … ΕΤΑΙΡΕΙΑ”, η οποία εκπροσωπούνταν όπως προαναφέρθηκε από τον Κ. Χ., αντιτάχθηκε στο εν λόγω θέμα και δήλωσε ότι θα προασπίσει με κάθε νόμιμο μέσο τα δικαιώματά της επί της επωνυμίας, σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων της, καθόσον είναι προφανές ότι η “… … Ε.Π.Ε.”, και η διαχειρίστριά της και πρώτη κατηγορούμενη αμφισβητούν τα δικαιώματά της επ’ αυτών. Ότι η ίδια η κατηγορούμενη διέκοψε τη συνεδρίαση για να ενημερώσει τους δικηγόρους της, οι οποίοι βρίσκονταν εκτός της αίθουσας όπου λάμβανε χώρα η συνέλευση, και επανήλθε στο πρώτο θέμα της ημερήσιας διάταξης, σε αντίκρουση των ως άνω ισχυρισμών της εταίρου “… … … ΕΤΑΙΡΕΙΑ”, το οποίο όμως είχε ήδη συζητηθεί και ψηφισθεί από τους εταίρους, ότι ζήτησε να καταχωρηθεί στα πρακτικά η ως άνω δήλωσή της και ότι ο Κ. Χ., με την ιδιότητα του γραμματέα αρνήθηκε ακριβώς επειδή η συζήτηση για το 1 ° θέμα ημερήσιας διάταξης είχε τελειώσει. Ότι η ίδια η κατηγορούμενη, μετά την επίμονη άρνηση του Κ. Χ. και νυν εγκαλούντα να καταχωρίσει στα πρακτικά, τη δήλωσή της για επαναφορά της συζήτησης στο 1° θέμα της ημερήσιας διάταξης, δήλωσε ότι “ματαιώνεται” η ηρξαμένη γενική συνέλευση και ζήτησε την άμεση αποχώρηση του γραμματέα, χωρίς να την απασχολεί το τυπικό μέρος της διαδικασίας τήρησης των πρακτικών, καθώς δεν επέτρεψε στον τελευταίο την ολοκλήρωση της σύνταξης αυτών στο χώρο της συνέλευσης που λάμβανε χώρα στα γραφεία της εταιρείας “… … Ε.Π.Ε.”. Ότι η δήλωσή της περί “ματαίωσης” της γενικής συνέλευσης, καμία έννομη επιρροή είχε στο κύρος των πράξεων της γενικής συνέλευσης, που μέχρι εκείνο το σημείο είχαν λάβει χώρα και είχαν καταγραφεί από τον αρμόδιο προς τούτο γραμματέα της συνέλευσης και νυν εγκαλούντα και ότι όσα είχαν καταγραφεί στα πρακτικά ήσαν ακριβή. Ότι ο Κ. Χ. αποχωρώντας από τα γραφεία της εταιρείας την ενημέρωσε ότι θα ολοκληρώσει τη σύνταξη των πρακτικών και ότι θα της τα στείλει για να τα υπογράψει δεδομένου ότι η συνέλευση είχε γίνει, ότι όταν αυτός επέστρεψε στην Αθήνα, μετέβη στο γραφείο της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Α. Δ. Δ., όπου περαίωσε τη σύνταξη του πρακτικού και το κατέθεσε σ1 αυτή, συνταχθείσης της υπ1 αριθμ. …/04-04-2009 πράξης κατάθεσης εγγράφου και επιπλέον γνωρίζοντας η κατηγορούμενη ότι η τήρηση των πρακτικών και οι καταχωρήσεις σ’ αυτά και σε ηλεκτρονική μορφή αλλά και σε επί τήρησης χειρόγραφου βιβλίου πρακτικών πριν την υπογραφή των μελών δεν αποτελούν σχέδιο εγγράφου, παρά πρακτικά της γενικής συνέλευσης που πραγματοποιείται. Ότι ουδεμία ανακρίβεια ως προς τα πεπραγμένα της γενικής συνέλευσης καταχωρήθηκε από τον εγκαλούντα στα πρακτικά, ούτε όσο αφορά το 4° θέμα της ημερήσιας διάταξης, δηλαδή το θέμα “επί της σύναψης σύμβασης μεταξύ της “…. … Α.Ε.” και της “… … Ε.Π.Ε.” για την παροχή υπηρεσιών διαφήμισης, τεχνογνωσίας σε εκπαιδευτικά θέματα και χρήσης των σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων της “…. … Α.Ε.” και καθορισμός του συμβατικού ανταλλάγματος”, καθώς καμία απόφαση της γενικής συνέλευσης δεν αποτυπώθηκε, λόγω διαφωνίας των μελών και ότι σε καμία περίπτωση οι ενέργειες του τότε γραμματέα της γενικής συνέλευσης και νυν εγκαλούντα ήταν καθοδηγούμενες από τους Κ. Ρ. και Κ. Ρ., και δεν είχαν απώτερο σκοπό τους, τη διεκδίκηση του σήματος και την επωνυμία της εταιρείας “… … Ε.Π.Ε.”. Άρα τα όσα κατήγγειλε η κατηγορουμένη με την έγκλησή της και βεβαίωσε με τις ανωτέρω καταθέσεις της σε βάρος των εγκαλούντων ήταν ψευδή, αυτή δε τελούσε σε γνώση της αναλήθειας τούτων. Κατόπιν τούτων, εφόσον αποδείχθηκε τόσο η αντικειμενική, όσο και η υποκειμενική υπόσταση των αποδιδόμενων στην κατηγορουμένη εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή και της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης κατ’ εξακολούθηση, πρέπει αυτή να κηρυχθεί ένοχη των πράξεων τούτων. Ωστόσο, επειδή μέχρι την τέλεση των πράξεων αυτών έζησε έντιμη ατομική, κοινωνική και οικογενειακή ζωή, πρέπει να της αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α’ ΠΚ, ως και πρωτοδίκως”.
Ακολούθως κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη του ότι “Α) …, στις 30-04-2009, εν γνώσει της καταμήνυσε άλλους ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσαν αξιόποινες πράξεις, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή τους γι’ αυτές και συγκεκριμένα, με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη των Κ. Χ. του Β. και νυν εγκαλούντα και των Κ. Ρ. του Α. και Κ. συζ. Κ. Ρ., υπέβαλε την από 13-04.2009 (και με ημερομηνία εγχείρισης: 30- 04-2009) έγκλησή της, ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πατρών με την οποία αιτήθηκε την ποινική δίωξη αυτών, για τις πράξεις της εκβίασης και πλαστογραφίας για τον πρώτο Κ. Χ. και για ηθική αυτουργία στις πράξεις αυτές για τους λοιπούς (Κ. Ρ. και Κ. Ρ.), καταγγέλλοντας εν γνώσει της ψευδώς ότι: ” Μετά την έναρξη της συνέλευσης (περί ώρα 12.20 μμ) εγώ μεν ανέλαβα καθήκοντα προέδρου αυτής, ενώ ο πρώτος μηνυόμενος καθήκοντα γραμματέα, τα οποία και ο ίδιος πρότεινε να διεκπεραιώσει, “προς διευκόλυνση όλων” στον φορητό, προσωπικό ηλεκτρονικό του υπολογιστή (lap top), που είχε φέρει μαζί του από την Αθήνα, ως βοηθός γραφής. Στις 17.45 μ.μ., ο πρώτος μηνυόμενος (όντας γραμματέας – βοηθός γραφής) της γενικής συνέλευσης μου ανέφερε σχετικά με δήλωση μου επί του πρώτου θέματος της γενικής συνέλευσης ότι “δεν θα την καταχωρήσω, γιατί μετά θα πρέπει να απαντήσω πάλι γραπτώς και έτσι δεν θα τελειώσουμε ποτέ”. Υπενθυμίζοντας του, ότι είμαι η πρόεδρος της Συνέλευσης των εταίρων, αλλά και εταίρος της εταιρείας, του είπα ότι οφείλει να τηρήσει την εντολή μου, του επισήμανα ότι έχει την υποχρέωση να πράξει τούτο και να καταχωρήσει την έγγραφη τοποθέτηση μου στο κείμενο του υπολογιστή του, (το οποίο αποσπασματικά για το πρώτο θέμα της συνέλευσης είχε τυπώσει σε σχέδιο), διαφορετικά παραβιάζει τα καθήκοντα που ανέλαβε, ως επίσης και το νόμο, για να λάβω τη θρασύτατη απάντηση ότι: “κυρία μου για μένα το 1° θέμα έχει τελειώσει, δεν επανέρχομαι, δεν θα ξημερώσω …, επειδή έτσι το θέλετε εσείς. Τέλος”!! Υπό αυτές τις απαράδεκτες συνθήκες και δεδομένου ότι ο πρώτος μηνυόμενος εμφανιζόταν αμετάπειστος στο να τελέσει τα καθήκοντα του με τον προσήκοντα τρόπο, αναγκάστηκα να του ανακοινώσω ότι “η συνέλευση, λόγω της αυθαίρετης και παράνομης άρνησής να καταχωρίσει την έγγραφη δήλωση – απάντησή μου στο 1° θέμα, διακόπτεται στο παρόν σημείο, επομένως ματαιώνεται η συζήτηση εφ’ όλων των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης” αμέσως δε, μετά του ζήτησα να αποχωρήσει από τα γραφεία της εταιρείας, δεδομένου ότι δεν είχε πλέον καμία δουλειά να βρίσκεται εκεί. Τότε ο αντίδικος, ενώ αποχωρούσε της αίθουσας, παίρνοντας φυσικά τα πράγματα του και τον φορητό, ηλεκτρονικό υπολογιστή του, με απείλησε ότι “εγώ εδώ μέσα (δείχνοντας τον υπολογιστή του) έχω γράψει όλα τα πρακτικά μέχρι το τέλος, έχουν τελειώσει τα πάντα (!!!), θα τα υπογράψω μόνος μου και θα στα στείλω και, αν δεν τα υπογράψεις και εσύ, θα τα πούμε στα Δικαστήρια.” !! αναγγέλλοντας με αυτό τον τρόπο κάποια επερχόμενη νομική ενέργεια ως κακό, προκαλώντας μου τρόμο, φόβο και ανησυχία, σχετικά με τις εγγραφείσες δηλώσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του και τις έννομες συνέπειές τους, τις οποίες δεν γνώριζα, αφού μέχρι εκείνη την στιγμή δεν είχαν εκτυπωθεί ούτε καν ως σχέδιο σε απλό χαρτί, πλην ενός μέρους σχετικά με το πρώτο θέμα της ημερήσιας διάταξης. Με άλλα λόγια ο πρώτος μηνυόμενος με την απειλή ανύπαρκτων δηλώσεων (εντός του ηλεκτρονικού του υπολογιστή), καταγραμμένες από αυτόν τον ίδιο, τις οποίες εγώ δεν γνώριζα, εκείνη την στιγμή, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό, όφελος (το οποίο συνίστατο στην εκμετάλλευση του σήματος … που ήταν και το κυρίαρχο θέμα της γενικής συνέλευσης, ως τέταρτο θέμα), οι εντολείς του, (δεύτερος και τρίτος των μηνυομένων), αποπειράθηκε να αποσπάσει την συναίνεσή μου στην συνέχιση της γενικής συνέλευσης και της υπογραφής των πρακτικών της, ενώ επιφυλάχθηκε να υλοποιήσει την απόπειρά του με κείμενο που θα μου αποστείλει (όπως και έκανε), φερόμενο ως πρακτικό της γενικής συνέλευσης των εταίρων της εταιρείας, το οποίο στην πραγματικότητα δεν υφίστατο κατά την 4-4-2009, όντας μόνο σχέδιο κειμένου μέσα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, τελώντας κατ’ αυτό τον τρόπο με θέληση, την νι επίτευξη του εγκλήματος της εκβίασης, την οποία δεν πέτυχε, αφού δεν επήλθε το σκοπούμενο αποτέλεσμά του, από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του, απειλώντας με ευθέως για τα γεγραμμένα στον υπολογιστή του και τις έννομες συνέπειες που αυτά είχαν, (ως δήθεν πρακτικά γενικής συνέλευσης εταίρων), τα οποία ήταν κατάλληλα και πρόσφορα να αποκλείσουν τον ελεύθερο σχηματισμό της βούλησής μου (ως αποτέλεσμα μιας αυξανόμενης από το καλοκαίρι του 2008, έντασης των σχέσεών μου με τους υπόλοιπους δύο μηνυόμενους), σχετικά με την προάσπιση των συμφερόντων της εταιρείας “… Ε.Π.Ε.”, της οποίας τυγχάνω συνεταίρος κατά 50% και διαχειρίστρια, (τα οποία συνίστανται κυρίως, στην προάσπιση του σήματος – διακριτικού γνωρίσματος – προσωνυμίας … και την ζημία την οποία θα υποστώ από την απώλειά του ως φορέας της επιχείρησης που αποτελεί και το επάγγελμά μου).
Στις 6-4-2009, εδώ … οδός …, ο πρώτος μηνυόμενος, (ενεργώντας κατά δήλωσή του ως ειδικός εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία “….” που εδρεύει στην Αθήνα οδός …), δια της δικαστικής επιμελήτριας Α. Α. μου επέδωσε (υπό την ιδιότητά μου ως εταίρου και διαχειρίστριας της εταιρείας “… Ε.Π.Ε.” που εδρεύει … οδός …), εξώδικη δήλωση πρόσκληση, συνοδευόμενη από υλική πράξη, με φυσική παράδοση εγγράφου αποτελούμενο από 33 φύλλα με φερόμενες σελίδες από 34 έως 66 τον παραπλανητικό τίτλο – επιγραφή – έμβλημα του εγγράφου αυτού, σε κάθε Φύλλο τούτου: “… “… … Ε.Π.Ε.” …”.
Ο ανωτέρω τίτλος – επιγραφή – έμβλημα, είναι από μόνος του ικανός, να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε συναλλασσόμενο σχετικά με τον εκδότη του εγγράφου, αφού: αφενός ο ίδιος τίτλος χρησιμοποιείται από την εταιρεία η οποία αναγράφεται στον τίτλο του εγγράφου που μου κοινοποιήθηκε, στο από αυτήν εκδιδόμενο βιβλίο πρακτικών γενικών συνελεύσεων, αφετέρου τα στοιχεία του τίτλου του ανωτέρω εγγράφου, είναι πιστή απομίμηση των στοιχείων που χρησιμοποιεί η ανωτέρω εταιρεία στα έγγραφά της.
Έτσι ο οποιοσδήποτε τρίτος μπορεί να εκλάβει το ανωτέρω (μόνο εκ του τίτλου του), σαν έγγραφο της εταιρείας, προερχόμενο από τα κατά Νόμο βιβλία της, πλην όμως ο πρώτος μηνυόμενος που απέστειλε και ενέγραψε τις κατά τις απόψεις του δηλώσεις στα 33 φύλλα του ανωτέρω εγγράφου, αποστέλλοντας αυτές τις δηλώσεις σε έγγραφο με τέτοιο υπέρτιτλο σε όλα του τα φύλλα και με αρίθμηση από 34 σελίδα έως 66 σελίδα διέπραξε με πρόθεση το έγκλημα της πλαστογραφίας διότι:
α) δεν του χορηγήθηκε ποτέ έγγραφο με αυτόν τον υπέρτιτλο από την εταιρεία (εκδότρια του εγγράφου), ούτε ανάριθμο αλλά και αριθμημένο κατά αύξουσα αρίθμηση, όπως εμφανίζει αυτό, β) δεν του χορηγήθηκε ποτέ το δικαίωμα της αντιπροσώπευσης, ή η ρητή εξουσιοδότηση, δια την σύνταξη τέτοιου εγγράφου, ενώ σφετεριζόμενος ανύπαρκτο δικαίωμα αντιπροσωπεύσεως, εξέδωσε το πλαστό έγγραφο που αναφέρεται παραπάνω στο οποίο δεν ταυτοποιείται η ιδιότητα του εκδότη, μονομερώς από τον βοηθό γραφής – γραμματέα, με τον φερόμενο εκ του τίτλου του εγγράφου ως εκδότη (που είναι η γενική συνέλευση των εταίρων).
Με άλλα λόγια ο πρώτος μηνυόμενος κατάρτισε έγγραφο επί του οποίου το πρόσωπο στο οποίο ή έννομη τάξη αποδίδει την περιεχόμενη σε αυτό έγγραφη δήλωση ήτοι η γενική συνέλευση εταίρων της εταιρείας, δεν είχε καμία ανάμιξη στην δημιουργία του εγγράφου και δεν εγγυάται αυτό ως έγγραφο προερχόμενο από αυτήν. Αλλιώς το υποδηλούμενο ως δηλών πρόσωπο (γενική συνέλευση εταίρων της εταιρείας), από το έγγραφο αναληθώς φέρεται να είναι η γενική συνέλευση των εταίρων της εταιρείας, η οποία δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις εργασίες της. Οι άλλοι δύο μηνυόμενοι ως βασικοί ιδιοκτήτες, νόμιμοι εκπρόσωποι, μέλη του εξαμελούς διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “….”, που εδρεύει στην … οδός …, (η οποία κατέχει το 50% της εταιρείας … Ε.Π.Ε.), αλλά και εντολείς του πρώτου μηνυόμενου, είναι εκείνοι που έπεισαν με πειθώ και φορτικότητα, τον πρώτο μηνυόμενο για την τέλεση των ανωτέρω πράξεων αυτού, έχοντες άμεσο, ενεστώς και ενεργό οικονομικό συμφέρον για την δημιουργία κρίσης στην εταιρεία “… Ε.Π.Ε.”, συνισταμένης στην αμφισβήτηση οποιασδήποτε ενέργειας αυτής και της διαχειρίστριας της, έστω, και προφορικώς συναποφασισμένης με αυτούς τους ίδιους, έχοντες άμεσο σκοπό την αποκλειστική και είτε για τον εαυτό τους, είτε για την εταιρεία …., εκμετάλλευση του σήματος – διακριτικού γνωρίσματος – προσωνυμίας του ονόματος …, είτε στην τυπική (….), είτε στην άτυπη (…) εκπαίδευση, το οποίο σήμα έχει ανυπολόγιστη αξία στις συναλλαγές προσδιοριζόμενη όπως παραπάνω αναφέρθηκε και το οποίο σήμα – διακριτικό γνώρισμα – προσωνυμία, αποτελεί ουσιαστικά την επιχείρηση και το επάγγελμά μου. Ως δημιουργία κρίσης, είναι όλες εκείνες οι εγκληματικές ενέργειες του πρώτου μηνυόμενου, αφενός της περιγραφείσης εκβίασης (με την απειλή κακού στην επιχείρηση και το επάγγελμά μου) και της πλαστογραφίας, αφετέρου και εκείνες οι ενέργειες για την μη καταγραφή των δηλώσεών μου στα πρακτικά της γενικής συνέλευσης, για την μη έγκριση των ετησίων οικονομικών καταστάσεων από την γενική συνέλευση, της αμφισβήτησης των υποχρεώσεών τους, της αμφισβήτησης των εσόδων της εταιρείας “… Ε.Π.Ε.”, η οποία έγινε κατ’ εντολή και υπόδειξη αυτών και μάλιστα με τον τρόπο που αυτοί το έκαναν (όπως δήλωσαν) στην δική τους εταιρεία (….).
Περαιτέρω, την δημιουργία κρίσης, δια των ανωτέρω εγκληματικών μεθόδων, οι δύο μηνυόμενοι (δεύτερος και τρίτος) έχουν εκδηλώσει τουλάχιστον από τον Αύγουστο 2008, καθώς, πέραν των θεμιτών επιχειρηματικών αποφάσεων τους, όλως αιφνιδίως (σε σχέση με την δεκαεννιάχρονη ομαλή συνεργασία μας), σφετερίστηκαν το σήμα … για την ίδρυση φερώνυμου …Υ, αμφισβήτησαν την χρήση του ανωτέρω σήματος από την εταιρεία “… Ε.Π.Ε.”, κατοχύρωσαν εσχάτως και εν αγνοία μου (από το 2005 και μετά) το σήμα τούτο στο Υπουργείο Ανάπτυξης (Γενική Γραμματεία Εμπορίου), ανεβοκατεβάζουν από την ιστοσελίδα τους την εταιρεία “… Ε.Π.Ε.”, αναγγέλλουν ίδρυση εργαστηρίου ελευθέρων σπουδών και κολλεγίου …, υπαναχωρούν από σχεδιασμένη επένδυση στο … επιδαψιλεύοντας σημαντικές ζημιές στην εταιρεία “… Ε.Π.Ε.”, αποσύρουν αποφάσεις, συμφωνίες για το “…. …” της Πάτρας, με ζημιές για την εταιρεία “… Ε.Π.Ε.”, αμφισβητούν διαχειριστικές πράξεις μου, στις οποίες είχαν προφορικά συμφωνήσει και γενικά αποσταθεροποιούν το κλίμα της δεκαεννιάχρονης συνεργασίας μας, πείθοντας τον πρώτο μηνυόμενο, να συντάξει πρακτικά γενικής συνέλευσης, κατά τις απόψεις τους, όπου για πρώτη φορά στην συνεργασία μας για την σύνταξη πρακτικών γενικής συνέλευσης χρειάστηκαν τρεις συνελεύσεις και η πρόσληψη υπ1 εμού νομικών παραστατών, ενώ κατά την σύνταξή τους, δίκην ανακριτού λάβαινα πλήθος ερωτήσεων από τον πρώτο μηνυόμενο”, ενώ η αλήθεια την οποία και γνώριζε, είναι, ότι ο Κ. Χ., δικηγόρος Αθηνών και ειδικός εκπρόσωπος της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία “… … … ΕΤΑΙΡΕΙΑ”, δυνάμει των από 20-03-2009 και 03-04-2009 πρακτικών συνεδριάσεως του διοικητικού συμβουλίου της ως άνω εταιρείας, η οποία τυγχάνει αποκλειστική κυρία και κάτοχος πεντακοσίων (500) εταιρικών μεριδίων των τριάντα (30,00) ευρώ της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία “… … …”, έλαβε μέρος στις 04-04-2009 στην μετ’ αναβολή και σε συνέχεια της 23ης Μαρτίου 2009 ετήσιας συνέλευσης των εταίρων της τελευταίας εταιρείας, η λήψη αποφάσεων επί των θεμάτων ημερήσιας διάταξης ανεβλήθη αρχικά για την 28η Μαρτίου 2009 και την ημέρα εκείνη για την 4η Απριλίου 2009 και μετά από ομόφωνη απόφαση της συνέλευσης ο ίδιος (Κ. Χ.) εξελέγη γραμματέας, επιφορτισμένος με την τήρηση των πρακτικών της συνέλευσης των εταίρων σε ηλεκτρονική μορφή. Ότι κατά τη συζήτηση του έκτου θέματος της ημερήσιας διάταξης το οποίο αφορούσε “Δραστηριοποίηση από κοινού στον επιχειρηματικό τομέα των κολλεγίων και εργαστηρίων ελευθέρων σπουδών – συμφωνία για τους όρους και τις προϋποθέσεις χρησιμοποίησης από τους εταίρους, εντός της ελληνικής επικράτειας της προσωνυμίας “…”, κατά την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων ίδρυσης και λειτουργίας κολλεγίων ή εργαστηρίων ελευθέρων σπουδών”, η εταίρος “… … … ΕΤΑΙΡΕΙΑ”, η οποία εκπροσωπούνταν όπως προαναφέρθηκε από τον Κ. Χ., αντιτάχθηκε στο εν λόγω θέμα και δήλωσε ότι θα προασπίσει με κάθε νόμιμο μέσο τα δικαιώματά της επί της επωνυμίας, σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων της, καθόσον είναι προφανές ότι η “… … Ε.Π.Ε.”, και η διαχειρίστριά της και πρώτη κατηγορούμενη αμφισβητούν τα δικαιώματά της επ’ αυτών. Ότι η ίδια η κατηγορούμενη διέκοψε τη συνεδρίαση για να ενημερώσει τους δικηγόρους της, οι οποίοι βρίσκονταν εκτός της αίθουσας όπου λάμβανε χώρα η συνέλευση, και επανήλθε στο πρώτο θέμα της ημερήσιας διάταξης, σε αντίκρουση των ως άνω ισχυρισμών της εταίρου “… … … ΕΤΑΙΡΕΙΑ”, το οποίο όμως είχε ήδη συζητηθεί και ψηφισθεί από τους εταίρους, ότι ζήτησε να καταχωρηθεί στα πρακτικά η ως άνω δήλωσή της και ότι ο Κ. Χ., με την ιδιότητα του γραμματέα αρνήθηκε ακριβώς επειδή η συζήτηση για το 1 ° θέμα ημερήσιας διάταξης είχε τελειώσει. Ότι η ίδια η κατηγορούμενη, μετά την επίμονη άρνηση του Κ. Χ. και νυν εγκαλούντα να καταχωρίσει στα πρακτικά, τη δήλωσή της για επαναφορά της συζήτησης στο 1° θέμα της ημερήσιας διάταξης, δήλωσε ότι “ματαιώνεται” η ηρξαμένη γενική συνέλευση και ζήτησε την άμεση αποχώρηση του γραμματέα, χωρίς να την απασχολεί το τυπικό μέρος της διαδικασίας τήρησης των πρακτικών, καθώς δεν επέτρεψε στον τελευταίο την ολοκλήρωση της σύνταξης αυτών στο χώρο της συνέλευσης που λάμβανε χώρα στα γραφεία της εταιρείας “… … Ε.Π.Ε.”, κείμενα στο 2° όροφο οικοδομής, που βρίσκεται … και επί της οδού …. Ότι η δήλωσή της περί “ματαίωσης” της γενικής συνέλευσης, καμία έννομη επιρροή είχε στο κύρος των πράξεων της γενικής συνέλευσης, που μέχρι εκείνο το σημείο είχαν λάβει χώρα και είχαν καταγραφεί από τον αρμόδιο προς τούτο γραμματέα της συνέλευσης και νυν εγκαλούντα και ότι όσα είχαν καταγραφεί στα πρακτικά ήσαν ακριβή. Ότι ο Κ. Χ. αποχωρώντας από τα γραφεία της εταιρείας την ενημέρωσε ότι θα ολοκληρώσει τη σύνταξη των πρακτικών και ότι θα της τα στείλει για να τα υπογράψει δεδομένου ότι η συνέλευση είχε γίνει, ότι όταν αυτός επέστρεψε στην Αθήνα, μετέβη στο γραφείο της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Α. Δ. Δ., όπου περαίωσε τη σύνταξη του πρακτικού και το κατέθεσε σ’ αυτή, συνταχθείσης της υπ’ αριθμ. …/04-04-2009 πράξης κατάθεσης εγγράφου και επιπλέον γνωρίζοντας η κατηγορούμενη ότι η τήρηση των πρακτικών και οι καταχωρήσεις σ’ αυτά και σε ηλεκτρονική μορφή αλλά και σε επί τήρησης χειρόγραφου βιβλίου πρακτικών πριν την υπογραφή των μελών δεν αποτελούν σχέδιο εγγράφου, παρά πρακτικά της γενικής συνέλευσης που πραγματοποιείται. Ότι ουδεμία ανακρίβεια ως προς τα πεπραγμένα της γενικής συνέλευσης καταχωρήθηκε από τον εγκαλούντα στα πρακτικά, ούτε όσο αφορά το 4° θέμα της ημερήσιας διάταξης, δηλαδή το θέμα “επί της σύναψης σύμβασης μεταξύ της “…. … Α.Ε.” και της “… … Ε.Π.Ε.” για την παροχή υπηρεσιών διαφήμισης, τεχνογνωσίας σε εκπαιδευτικά θέματα και χρήσης των σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων της “…. … Α.Ε.” και καθορισμός του συμβατικού ανταλλάγματος”, καθώς καμία απόφαση της γενικής συνέλευσης δεν αποτυπώθηκε, λόγω διαφωνίας των μελών και ότι σε καμία περίπτωση οι ενέργειες του τότε γραμματέα της γενικής συνέλευσης και νυν εγκαλούντα ήταν καθοδηγούμενες από τους Κ. Ρ. και Κ. Ρ., και δεν είχαν με απώτερο σκοπό τους τη διεκδίκηση του σήματος και την επωνυμία της εταιρείας “… … Ε.Π.Ε.”.
Β) Κατά τον ανωτέρω τόπο, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, στις 02-11-2009 και 05-07-2011, ενώ εξετάστηκε χωρίς όρκο ως διάδικος ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και ειδικότερα, κατά τον προαναφερθέντα χρόνο, στα πλαίσια της διενεργούμενης από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών προκαταρκτικής εξέτασης εξ’ αφορμής της από 13-04-2009 εγκλήσεώς της σε βάρος των Κ. Χ. του Β., Κ. Ρ. του Α. και Κ. συζ. Κ. Ρ., εξεταζόμενη χωρίς όρκο ως μηνύτριά, από την Α’ Πταισματοδίκη Πατρών, Θ. Κ.: α) στις 02-11-2009 κατέθεσε ότι “βεβαιώνει και πάλι όσα ανέφερε στην από 13-04-2009 μήνυσή της προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών και ότι τονίζει η αιτία όλων των αναφερομένων στην παραπάνω μήνυση είναι η διεκδίκηση από τους Κ. Ρ. και Κ. Ρ. και τότε μηνυόμενους, του σήματος και την επωνυμία της εταιρείας “… … Ε.Π.Ε.” και β) στις 05-07-2011 κατέθεσε ανωμοτί δια εγγράφου υπομνήματος ότι: “Στην κρινόμενη περίπτωση ο μηνυόμενος Χ. Κ. ήταν γραμματέας της γενικής συνέλευσης των εταίρων της εταιρείας “… Ε. Π. Ε.”, αλλά ταυτόχρονα και εκπρόσωπος της μιας εκ των δύο εταίρων. Ως γραμματέας και πρακτικογράφος την Συνέλευσης, είχε την δυνατότητα να εκδίδει τα πρακτικά της γενικής συνελεύσεως, μετά το πέρας αυτής και υπό την προϋπόθεση να έχουν αυτά συμφωνηθεί και από τους δύο εταίρους και να έχουν υπογραφεί αυτά και από τους δύο εταίρους. Σε περίπτωση για οποιοδήποτε λόγο μη υπογραφής του τελικού κειμένου του εγγράφου και από τους δύο εταίρους, τότε δεν υπάρχει έγγραφο, μήτε καν “σχέδιο εγγράφου”, υπογραμμένο από τον ένα εταίρο έστω και αν αυτός είναι πρακτικογράφος.
Η απλή εκτύπωση, σε έγγραφο με υπέρτιτλο:
“… “… … Ε.Π.Ε.” …” και η υπογραφή έστω και από ένα εταίρο, που τυγχάνει να είναι γραμματέας της συνέλευσης και πρακτικογράφος, δίνει στο έγγραφο υπόσταση αφενός φυσική και υλική, αφετέρου, διανοητική τοιαύτη, ενώ εξειδικεύει απόλυτα τον εκδότη του εγγράφου, ήτοι το νομικό πρόσωπο, το οποίο με αυτού του είδους την επικεφαλίδα και την υπογραφή στο τέλος του κειμένου, και σε κάθε σελίδα, αποδεικνύει την σύνταξη πρακτικών, τα οποία ο άλλος εταίρος, ούτε καν έχει αναγνώσει, αλλά τούτα δύναται να χρησιμεύσουν έστω και ως δικαστικά τεκμήρια.
Ο πρώτος μηνυόμενος, με απείλησε με την φράση “εγώ εδώ μέσα (δείχνοντας τον υπολογιστή του) έχω γράψει όλα τα πρακτικά μέχρι το τέλος, έχουν τελειώσει τα πάντα (!!), θα τα υπογράψω μόνος μου θα στα στείλω και, αν δεν τα υπογράψεις και εσύ, θα τα πούμε στα Δικαστήρια” !!. αναγγέλλοντας με αυτόν τον τρόπο κάποια επερχόμενη νομική ενέργεια, προκαλώντας μου τρόμο, φόβο και ανησυχία, σχετικά με τις εγγραφείσες δηλώσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του και τις έννομες συνέπειες τους, τις οποίες δεν γνώριζα, αφού μέχρι εκείνη την στιγμή δεν είχαν εκτυπωθεί ούτε καν ως σχέδιο σε απλό χαρτί, πλην ενός μέρους σχετικά με το πρώτο θέμα της ημερήσιας διάταξης. Με την ανωτέρω ενέργειά του ο πρώτος μηνυόμενος, στράφηκε κατά την προσωπικής μου ελευθερίας, αποκλείοντας τον ελεύθερο σχηματισμό της βούλησης μού, η οποία, μη γνωρίζοντας τα περιεχόμενα του ηλεκτρονικού υπολογιστή, ανέμενα την εκτύπωση των υποτιθέμενων πρακτικών σε σχέδιο, επίσης η ανωτέρω απειλή, μιας και τα θέματα της ημερήσιας διάταξης ήταν μεταξύ των άλλων και το ανυπολόγιστης δια εμένα αξίας θέμα της προσωνυμίας – διακριτικού γνωρίσματος – σήματος “…”, είχε περιουσιακή αξία μεγαλύτερη από οτιδήποτε, αφού στρεφόταν αυτό το θέμα κατά την περιουσίας της εταιρείας της οποίας ήμουν μέλος. Η φράση “τα έχω γράψει όλα εδώ μέσα” και η μετέπειτα (την ίδια ημέρα) εξέλιξη της εκτύπωσης των συζητήσεων σε βιβλίο πρακτικών, δικαίωσε απολύτως τον φόβο μου και την ανησυχία μου, ότι ο αποκλεισμός του ελεύθερου σχηματισμού της βούλησής μου, είχε περιουσιακά αποτελέσματα δυσμενή για εμένα.
Συνεπώς κατά τα παραπάνω, χρειαζόταν : Βιβλίο σε κινητά φύλλα με την ένδειξη “…”, για να παραχθεί το έννομο αποτέλεσμα ότι υπήρχε αρχή απόφασης εταίρων. Υπογραφή του βιβλίου πρακτικών έστω από ένα, για να υπάρχει αρχή, έγγραφης απόδειξης ή ανταπόδειξης. Το βιβλίο πρακτικών με την μια υπογραφή, έχει αποδεικτική δύναμη, δύναται να χρησιμοποιηθεί ως δικαστικό τεκμήριο, αλλά και να καταδικαστεί ο μη υπογράφων σε δήλωση βουλήσεως. Στο βιβλίο πρακτικών γενικών συνελεύσεων, περιελήφθησαν θέματα ανυπολόγιστης αξίας για την εταιρεία όπως η προσωνυμία, η οποία στην συνέχεια εξελίχθηκε σε αίτηση ανακλήσεως της προσωνυμίας μας από το Υπουργείο Παιδείας, από την άλλη εταίρο και ακολούθησε αίτηση ακύρωσης στο Σ.Τ.Ε., αν για οποιοδήποτε λόγο με το εν λόγω πρακτικό αναγνώριζα το θέμα, έτσι όπως το εμφάνισε ο πρώτος μηνυόμενος “θα έβαζα τα χέρια μου και θα έβγαζα τα μάτια μου”.
Επειδή τελειώθηκαν όλα τα παραπάνω, αντί να: Εκτυπωθεί “σχέδιο εγγράφου πρακτικών γενικής συνέλευσης”, χωρίς υπέρτιτλο, εκτυπώθηκαν αυτούσια τα “πρακτικά” χρησιμοποιώντας της επωνυμία της εταιρίας.
Συνεπώς τελειώθηκε το έγκλημα της πλαστογραφίας και της εκβίασης. Αναφορικά με τα δύο ερωτήματά σας, αποδεικνύεται ότι η εμφάνισή του εγγράφου με τον υπέρτιτλο …, υπογεγραμμένο έστω από ένα εταίρο έχει αποδεικτική δύναμη. Ενώ η εκβίαση διαπράττεται με μόνη την απειλή του κακού, το οποίο τελικά πραγματοποιήθηκε ότι τάχα το εν τω υπολογιστή ευρισκόμενο κείμενο αποτελεί πρακτικό γενικής συνέλευσης”, ενώ γνώριζε ότι οι ισχυρισμοί που διέλαβε στην ως άνω κατάθεσή της και το έγγραφο υπόμνημα για τους Κ. Χ. του Β., Κ. Ρ. του Α. και Κ. συζ. Κ. Ρ. ήταν ψευδείς και συγκεκριμένα ότι: ο Κ. Χ., δικηγόρος Αθηνών και ειδικός εκπρόσωπος της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία “… … … ΕΤΑΙΡΕΙΑ”, δυνάμει των από 20-03-2009 και 03-04- 2009 πρακτικών συνεδριάσεως του διοικητικού συμβουλίου της ως άνω εταιρείας, η οποία τυγχάνει αποκλειστική κυρία και κάτοχος πεντακοσίων (500) εταιρικών μεριδίων των τριάντα (30) ευρώ της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία “… … …”, έλαβε μέρος στις 04-04-2009 στην μετ’ αναβολή και σε συνέχεια της 23ης Μαρτίου 2009 ετήσιας συνέλευσης των εταίρων της τελευταίας εταιρείας, η λήψη αποφάσεων επί των θεμάτων ημερήσιας διάταξης ανεβλήθη αρχικά για την 28η Μαρτίου 2009 και την ημέρα εκείνη για την 4η Απριλίου 2009 και μετά από ομόφωνη απόφαση της συνέλευσης ο ίδιος (Κ. Χ.) εξελέγη γραμματέας, επιφορτισμένος με την τήρηση των πρακτικών της συνέλευσης των εταίρων σε ηλεκτρονική μορφή. Ότι κατά τη συζήτηση του έκτου θέματος της ημερήσιας διάταξης το οποίο αφορούσε. “Δραστηριοποίηση από κοινού στον επιχειρηματικό τομέα των κολλεγίων και εργαστηρίων ελευθέρων σπουδών/συμφωνία για τους όρους και τις προϋποθέσεις χρησιμοποίησης από τους εταίρους, εντός της ελληνικής επικράτειας της προσωνυμίας “…”, κατά την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων ίδρυσης και λειτουργίας κολλεγίων ή εργαστηρίων ελευθέρων σπουδών”, η εταίρος “… … … ΕΤΑΙΡΕΙΑ”, η οποία εκπροσωπούνταν όπως προαναφέρθηκε από τον Κ. Χ., αντιτάχθηκε στο εν λόγω θέμα και δήλωσε ότι θα προασπίσει με κάθε νόμιμο μέσο τα δικαιώματά της επί της επωνυμίας, σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων της, καθόσον είναι προφανές ότι η “… … Ε.Π.Ε.”, και η διαχειρίστριά της και πρώτη κατηγορούμενη αμφισβητούν τα δικαιώματά της επ’ αυτών. Ότι η ίδια η κατηγορούμενη διέκοψε τη συνεδρίαση για να ενημερώσει τους δικηγόρους της, οι οποίοι βρίσκονταν εκτός της αίθουσας όπου λάμβανε χώρα η συνέλευση, και επανήλθε στο πρώτο θέμα της ημερήσιας διάταξης, σε αντίκρουση των ως άνω ισχυρισμών της εταίρου “… … … ΕΤΑΙΡΕΙΑ”, το οποίο όμως είχε ήδη συζητηθεί και ψηφισθεί από τους εταίρους, ότι ζήτησε να καταχωρηθεί στα ιδιότητα του γραμματέα αρνήθηκε ακριβώς επειδή η συζήτηση για το 1 ° θέμα ημερήσιας διάταξης είχε τελειώσει. Ότι η ίδια η κατηγορούμενη, μετά την επίμονη άρνηση του Κ. Χ. και νυν εγκαλούντα να καταχωρίσει στα πρακτικά, τη δήλωσή της για επαναφορά της συζήτησης στο 1° θέμα της ημερήσιας διάταξης, δήλωσε ότι “ματαιώνεται” η ηρξαμένη γενική συνέλευση και ζήτησε την άμεση αποχώρηση του γραμματέα, χωρίς να την απασχολεί το τυπικό μέρος της διαδικασίας τήρησης των πρακτικών, καθώς δεν επέτρεψε στον τελευταίο την ολοκλήρωση της σύνταξης αυτών στο χώρο της συνέλευσης που λάμβανε χώρα στα γραφεία της εταιρείας “… … Ε.Π.Ε.”, κείμενα στο 2° όροφο οικοδομής, που βρίσκεται … και επί της οδού …. Ότι η δήλωσή της περί “ματαίωσης” της γενικής συνέλευσης, καμία έννομη επιρροή είχε στο κύρος των πράξεων της γενικής συνέλευσης, που μέχρι εκείνο το σημείο είχαν λάβει χώρα και είχαν καταγραφεί από τον αρμόδιο προ; τούτο γραμματέα της συνέλευσης και νυν εγκαλούντα και ότι όσα είχαν καταγραφεί στα πρακτικά ήσαν ακριβή. Ότι ο Κ. Χ. αποχωρώντας αχό τα γραφεία της εταιρείας την ενημέρωσε ότι θα ολοκληρώσει τη σύνταξη των πρακτικών και ότι θα της τα στείλει για να τα υπογράψει δεδομένου ότι η συνέλευση είχε γίνει, ότι όταν αυτός επέστρεψε στην Αθήνα, μετέβη στο γραφείο της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Α. Δ. Δ., όπου περαίωσε τη σύνταξη του πρακτικού και το κατέθεσε σ’ αυτή, συνταχθείσης της υπ’ αριθμ. …/04-04-2009 πράξης κατάθεσης εγγράφου και επιπλέον γνωρίζοντας η κατηγορούμενη ότι η τήρηση των πρακτικών και οι καταχωρήσεις σ’ αυτά και σε ηλεκτρονική μορφή αλλά και σε επί τήρησης χειρόγραφου βιβλίου πρακτικών πριν την υπογραφή των μελών δεν αποτελούν σχέδιο εγγράφου, παρά πρακτικά της γενικής συνέλευσης που πραγματοποιείται. Ότι ουδεμία ανακρίβεια ως προς τα πεπραγμένα της γενικής συνέλευσης καταχωρήθηκε από τον εγκαλούντα στα πρακτικά, ούτε όσο αφορά το 4° θέμα της ημερήσιας διάταξης, δηλαδή το θέμα “επί της σύναψης σύμβασης μεταξύ της “…. … Α.Ε.” και της “… … Ε.Π.Ε.” για την παροχή υπηρεσιών διαφήμισης, τεχνογνωσίας σε εκπαιδευτικά θέματα και χρήσης των σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων της “…. … Α.Ε.” και καθορισμός του συμβατικού ανταλλάγματος”, καθώς καμία απόφαση της γενικής συνέλευσης δεν αποτυπώθηκε, λόγω διαφωνίας των μελών και ότι σε καμία περίπτωση οι ενέργειες του τότε γραμματέα της γενικής συνέλευσης και νυν εγκαλούντα ήταν καθοδηγούμενες από τους Κ. Ρ. και Κ. Ρ., και δεν είχαν απώτερο σκοπό τους, τη διεκδίκηση του σήματος και την επωνυμία της εταιρείας “… … Ε.Π.Ε.”.
Με αυτές τις, κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, παραδοχές, το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή και της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, για τα οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή της τους ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1α, 27, 51, 53, 79, 94 παρ. 2α, 94 παρ. 1, 98, 225 παρ. 1 και 229 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, εκτίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (χωρίς όρκο καταθέσεις των πολικών εναγόντων και ένορκη κατάθεση μάρτυρα υπερασπίσεως, πραγματικά πρωτοβάθμιας δίκης, όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα. Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Και τούτο διότι το Δικαστήριο, με εκτενή παράθεση των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και την προσήκουσα κατά τούτο αιτιολογική θεμελίωση, έκρινε ότι η κατηγορουμένη – αναιρεσείουσα εν γνώσει της καταμήνυσε τους πολιτικώς ενάγοντες ψευδώς ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών ότι τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις της εκβίασης και της πλαστογραφίας και της ηθικής αυτουργίας σ’ αυτές, με σκοπό να προκαλέσει την ποινική τους δίωξη για τις πράξεις αυτές, επιβεβαίωσε δε το περιεχόμενο της από 13-4-2009 μήνυσης (έγκλησης) της με την από 2-11-2009 χωρίς όρκο κατάθεσή της με έγγραφο υπόμνημα, ενώπιον της Πταισματοδίκη Πατρών. Περαιτέρω ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση έχει παρεισφρήσει στην αιτιολογία της προσβαλλομένης ως προς την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών που εν γνώσει της διέλαβε στην επιλήψιμη μήνυση – έγκλησή της η αναιρεσείουσα, ενώ με ιδιαίτερες σκέψεις τεκμηριώνεται προσηκόντως η δόλια προαίρεση αυτής, η οποία γνώριζε την αναλήθεια των όσων περιέλαβε στην επίμαχη, ως άνω, μαρτυρία της, οι δε συναπτόμενοι με το ψευδές γεγονός ισχυρισμοί της ερείδονται σε προσωπική της αντίληψη.
Κατά συνέπεια όσων προεκτέθηκαν, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, με την μορφή της εκ πλαγίου παραβίασης της, αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Με τον τελευταίο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσίβλητη αιτιάται για απόλυτη ακυρότητα την απόφαση διότι επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση υπέρ του Κ. Χ. ενώ αυτός δεν είχε δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής ήτοι για παράβαση του άρθρ. 510 § 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρ. 171 § 2 ΚΠοινΔ. Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και ιδία: α) τα πρακτικά και την απόφαση 3709/2015 του Τριμελούς Πλη/κείου Πατρών, προκύπτει ότι ο δικηγόρος Κ. Χ. παρέστη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής κατά των εναγομένων – κατηγορουμένων για τον εαυτό του, ως αμέσως παθών, παρέστη όμως και η Κ. Ρ. δια του ως άνω δικηγόρου και κατά της παραστάσεως αυτής απορρίφθηκε ένσταση αποβολής της δηλωθείσης πολιτικής αγωγής για την Κ. Ρ.. Δια της ως άνω πρωτοδίκου αποφάσεως επιδικάσθηκε πολιτική αγωγή υπέρ του Κ. Χ. και της Κ. Ρ. ως χρηματική ικανοποίηση σε έκαστο λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ με επιφύλαξη, 2) από τα πρακτικά και την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος της πολιτικής αγωγής δικηγόρος Αθηνών Κ. Χ. αφού έλαβε το λόγο από τον πρόεδρο, είπε ότι η πολιτικώς ενάγουσα Κ. Ρ. έχει δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής κατά της εκκαλούσας – κατηγορουμένης, όπως πρωτοδίκως, την οποία και επαναλαμβάνει δηλ. επαναλαμβάνει εκτός της ανωτέρω παραστάσεως και την δική του παράσταση, όπως τούτο προκύπτει αφού αυτός εξετάσθηκε χωρίς όρκο ως πολιτικώς ενάγων (221 παρ. δ’ ΚΠΔ) και ουδεμία αντίρρηση ασκήθηκε. Επιδικάσθηκαν δε σε βάρος της κατηγορουμένης – αναιρεσείουσας και υπέρ των Κ. Χ. και Κ. Ρ. χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης τους το ποσό των 44 ευρώ, όπως και είχε ζητηθεί. Επομένως, το Δικαστήριο με το να δεχθεί την παράσταση ως πολιτικώς ενάγοντος του Κ. Χ. τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ’ έφεση και να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση υπέρ αυτού και δεν έσφαλε, ούτε επήλθε ακυρότητα από την παράσταση αυτή και τ’ αντίθετα υποστηριζόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Ενόψει αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (αρ. 583 ΚΠοινΔ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 175/9-1-2016 αίτηση της αναιρεσείουσας Α. Χ., για αναίρεση της με αριθμό 938/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της προκειμένης διαδικασίας τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2017.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
oenet.gr
