Στο άρθρο 31 §2 ΠΚ, για τη νομική πλάνη, ορίζεται ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη, αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι περίπτωση νομικής πλάνης συντρέχει όταν ο δράστης γνωρίζει μεν τι πράττει αλλά είτε αγνοείται ότι η πράξη του είναι κατ’ αρχήν άδικη, είτε πιστεύει πεπλανημένα ότι δικαιούται να προβεί σε αυτή και η πλάνη συνιστάται σε εσφαλμένη αντίληψη ταυ κανόνα δικαίου, συντρέχει δε, υπό ειδικώς αναφερόμενα περιστατικά, περίπτωση αποκλείουσα το αξιόποινο.
Επιβάλλεται δε να είναι συγγνωστή η πλάνη προς αποκλεισμό του αξιοποίνου με την έννοια ότι οποιαδήποτε επιμέλεια και να κατέβαλε ο δράστης δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξης, το δικαστήριο δε συνεκτιμά τις ειδικές περιστάσεις στη συγκεκριμένη περίπτωση που αφορούν την ατομικότητα του φερομένου ως δράστη.
Αναιρείται, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 31 §2 ΠΚ, η προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση για παράβαση των άρθρων 29 και 30 του Ν.5060/1931, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 1 του Ν.2234/1994 «περί καταργήσεως των ειδικών ποινικών διατάξεων περί Τύπου», πράξη συνιστάμενη στο ότι ο κατηγορούμενος μέσω της ιστοσελίδας του έθετε σε κυκλοφορία στο διαδίκτυο φωτογραφίες γυμνών γυναικών, σε άσεμνες στάσεις ή σε σεξουαλική δραστηριότητα, και βίντεο πορνογραφικού περιεχομένου, διότι στην προσβαλλομένη απόφαση: 1.ταυτίζεται η πλάνη περί το αξιόποινο με την πλάνη περί τον άδικο χαρακτήρα του αδικήματος, 2.χαρακτηρίζεται ως συγγνωστή η πράξη και όχι η τυχόν νομική πλάνη, και 3.για να καταφαθεί το συγγνωστό της νομικής πλάνης γίνεται μνεία στην «κοινωνική ανεκτικότητα» στην εκτεταμένη παραβίαση του νόμου περί ασέμνων δημοσιευμάτων και την ατιμωρησία των υπαιτίων και όχι στην άγνοια του κατηγορουμένου σχετικά με την αντίθεση της πράξης του προς την ελληνική έννομη τάξη, δεν αρκεί δε η κρίση ότι «η πλάνη του ήταν συγγνωστή λόγω του γενικότερα επικρατούντος ανεκτικού κλίματος, σε σχέση με το άσεμνο υλικό». Το λεγόμενο αυτό, είναι όχι μόνο απρόσφορο να δημιουργήσει το συγγνωστό του άρθρου 31 §2 του ΠΚ, αλλά είναι και παντελώς αόριστο.
Έτσι όμως που έκρινε, το άνω Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 510 §1 περ.Ε’ ΚΠΔ, αφού εσφαλμένως ερμήνευσε την διάταξη του άρθρου 31 §2 ΠΚ περί νομικής πλάνης, προσέτι δε εσφαλμένως υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα περιστατικά στην έννοια της συγγνωστής νομικής πλάνης.
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 49405/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Ειδικότερα, ο παραπάνω Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών δήλωσε, ότι συμφώνως προς τα άρθρα 509 §1, 507 §1, 506 περ.β’ 505 §1 περ.δ’, 504 §1, 473 §§1, 3, και 474 του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας ασκεί αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά της υπ’ αριθμόν 49.405/2011 αποφάσεως του Γ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εκδοθείσης κατ’ έφεσιν της υπ’ αριθμόν 11.5161/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δια της οποίας γενομένου δεκτού σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου Φ. Α. του Σ.- Ν., αθωώθηκε ο κατηγορούμενος αυτός για το αδίκημα της παραβάσεως άρθρων 29 §1 και 30 του Ν.5060/1931, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 1 του Ν.2234/1994 «περί καταργήσεως των ειδικών ποινικών διατάξεων περί Τύπου» και ζήτησε την παραδοχή της παρούσης αναιρέσεως, την εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως κατ’ άρθρον 510 §1 περ.Ε’ ΚΠΔ για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, καθόσον το δίκασαν Δικαστήριο απέδωσε στην διάταξη του άρθρου 31 §2 ΠΚ περί νομικής πλάνης, έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει, και επιπροσθέτως σε καμμία περίπτωση δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που έκαμε δεκτά στη διάταξη άρθρου 31 §2 ΠΚ.
Στη συνέχεια, ο Άρειος Πάγος έκανε δεκτή την αναίρεση αυτή του κ.Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών και αναίρεσε την κρισιολογούμενη υπ’ αριθμ. 49405/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Στην προκειμένη περίπτωση, με δήλωσή του ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμ. 110/14-12-2011 Έκθεσή του, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών άσκησε αναίρεση κατά της με αριθμό 49.405/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος, Α. Φ. του Σ., για παράβαση των άρθρων 29 §1 και 30 του Ν.5060/1931 «περί ασέμνων δημοσιευμάτων», λόγω μη καταλογισμού αυτής, για συγγνωστή νομική του πλάνη, κατ’ άρθρο 31 §2 ΠΚ.
Σημειώνεται ότι από τις διατάξεις των άρθρων του ΚΠΔ 473 §3, 479 §2, 504 §1 και 505 §1 περ.δ’, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών ασκεί αναίρεση κατά των αποφάσεων του Δικαστηρίου όπου είναι τοποθετημένος και κατά των αποφάσεων των Μονομελών Πλημμελειοδικείων και των Πταισματοδικείων της Περιφέρειάς του, καταδικαστικών, αθωωτικών, εκείνων που παύουν τη δίωξη ή την κηρύσσουν απαράδεκτη ή κηρύσσουν αναρμοδιότητα.
Κατά των αθωωτικών αποφάσεων μπορεί να προτείνει μόνο το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 510 §1 περ.Ε’ ΚΠΔ, δηλαδή για εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, σύμφωνα με το άρθρο 506 στοιχ.β’ ΚΠΔ
