Α.Π. 1025/2017 (Τμήμα ΣΤ)
ΠΕΡΙΛΗΨΗ:
– ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ (170, 171, 340, 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ΚΠΔ) – ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΝΟΧΗΣ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ – ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΠΑΥΣΗ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΩΞΗΣ ΛΟΓΩ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ (111, 112, 113 ΠΚ) – Εν προκειμένω, προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ο συνήγορος του κατηγορούμενου προέβαλε αυτοτελή ισχυρισμό περί εξάλειψης του αξιοποίνου λόγω παραγραφής. Το Δικαστήριο απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό και αποφάνθηκε όχι μόνο ως προς το χρόνο τέλεσης της πράξης αλλά και επί της ουσίας της κατηγορίας εκφέροντας έτσι κρίση επί της ενοχής του πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Περαιτέρω υπάρχει παραγραφή της αξιόποινης πράξης καθότι από την τέλεση της μέχρι τη συζήτηση επί της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας.
Απόφαση 1025 / 2017 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’αριθμ.15/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου – Εισηγήτρια, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθία Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Ν. Κ. του Δ., κατοίκου … που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κακαρούνα, για αναίρεση της υπ’αριθ. 1729/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Με πολιτικώς ενάγουσα την “…”, νομίμως εκπροσωπούμενη, που δεν εμφανίστηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’αριθμ.πρωτ. …24-12-2014 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/15.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ’ και 3 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνετα με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, αν αναβληθεί η υπόθεση σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται στο άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, να εμφανισθούν σ’ αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο. Κατά το άρθρο 515 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 9-12-2015 αποδεικτικό επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ., η πολιτικώς ενάγουσα της κρινόμενης υπόθεσης, εδρεύουσα στην Αθήνα Ανώνυμη Εταιρεία Χρηματοδοτικών Μισθώσεων με την επωνυμία “…”, με αναιρεσείοντα τον Ν. Κ. του Δ., κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για να εμφανιστεί , για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 15-3-2016. Κατά τη δικάσιμο εκείνη, εμφανίστηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντα και ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης του λόγω συμμετοχής του στην πανελλαδική αποχή των δικηγόρων από τα καθήκοντα τους. Κατόπιν αποδοχής αυτού του αιτήματος, με την υπ’ αρ. 636/2016 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης με απούσα την ανωτέρω πολιτικώς ενάγουσα για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Η πολιτικώς ενάγουσα όμως, δεν εμφανίσθηκε κατ’ αυτήν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του. Μετά από αυτά και εφόσον η κρινόμενη από 23-12-2014 και με αριθμ. πρωτ. …24-12-2014 αίτηση του ως άνω αναιρεσείοντα για αναίρεση της υπ’αριθμ. 1729/2014 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Πειραιά έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της (πολιτικώς ενάγουσας) σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικών στοιχείων, εγγράφων που δεν αναγνώστηκαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α’ ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ’ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 32 παρ. 1, 138 παρ. 2, 171 παρ. 1 στοιχ. β’ και 369 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ήτοι την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, την ανάγνωση των εγγράφων και την απολογία του κατηγορουμένου, δίδεται υποχρεωτικά ο λόγος στον Εισαγγελέα, προκειμένου να ακουσθεί και να αναπτύξει τις απόψεις του για την ενοχή ή αθωώτητα του κατηγορουμένου και έπειτα, αν συντρέχει περίπτωση, και για την ποινή. Σε διαφορετική περίπτωση, κατά την οποία δεν δοθεί ο λόγος στον κατηγορούμενο και στον Εισαγγελέα, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως.
Με την προσβαλλομένη απόφαση του το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, ως και πρωτοδίκως, υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Πρό της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ο συνήγορος του αναιρεσείοντα υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά αυτοτελή ισχυρισμό περί εξάλειψης του αξιοποίνου της αποδιδομένης σ’αυτόν πράξεως, λόγω παραγραφής, με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, περιεχόμενο : “Κατηγορούμαι για παράβαση του άρθρου 375 § 1 εδ. α’ περ. β’ ΠΚ και ειδικότερα ότι στον Πειραιά, στις 23-11-2006, ιδιοποιήθηκα παράνομα ένα (1) φορτηγό αυτοκίνητο, μάρκας DAIMLER CHRYSLER (MERCEDES BENZ), με αριθμό κυκλοφορίας … και μία (1) κλειστή κιβωτάμαξα MERCEDES BENZ, που τοποθετήθηκε στο ως άνω φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “…”, τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή μου, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία “…”, δυνάμει της από 30-12-2004 σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης που είχα συνάψει ως νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω μισθώτριας εταιρίας μου με την μηνύτρια εταιρία, καθόσον καίτοι η μηνύτρια κατήγγειλε τη σύμβαση με την από 17-11-2006 δήλωση καταγγελίας σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, που μου κοινοποιήθηκε με την ως άνω ιδιότητα μου στις 23-11-2006 δεν απέδωσα τα ανωτέρω κινητά πράγματα, αξίας 23.838,88 ευρώ, όση και η οφειλή της μισθώτριας εταιρίας προς την μηνύτρια εταιρία, η οποία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, εκδηλώνοντας δήθεν με τον τρόπο αυτό τη βούληση ιδιοποίησης τους, αλλά τα ιδιοποιήθηκα παράνομα, ενσωματώνοντας τα στην περιουσία μου.
Επί της ως άνω αποδιδομένης σ’ εμέ απαξιωτικής πράξης επάγομαι προς απαλλαγή μου τα κάτωθι: Στην δικαζομένη υπόθεση, εφόσον η αποδιδόμενη σ’ εμέ πράξη της υπεξαίρεσης φέρεται τελεσθείσα, κατά το ένδικο κατηγορητήριο, την 23-11-2006 (ότε και κοινοποιήθηκε προς εμέ η με ημερομηνία 17-11-2006 έγγραφη εξώδικη δήλωση καταγγελίας της ένδικης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης) και διατηρεί πλημμεληματικό χαρακτήρα, σύμφωνα με τα αναλυτικώς προεκτεθέντα, έχει ήδη παρέλθει και η τελευταία ημέρα συμπλήρωσης της οκταετίας από την τέλεση της (23η Νοεμβρίου 2014) με αναγκαία συνέπεια σήμερα, 24η Νοεμβρίου 2014, να έχει ήδη επέλθει η εξάλειψη του αξιοποίνου αυτής λόγω συμπλήρωσης του προβλεπόμενου στο άρθρο 111 § 3 ΠΚ χρόνου παραγραφής των πλημμελημάτων, με δικονομικό επακόλουθο την οριστική παύση της ποινικής δίωξης εναντίον μου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ – ΖΗΤΩ Να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη εναντίον μου λόγω παραγραφής.” To Δικαστήριο, μετά σύμφωνη Εισαγγελική πρόταση, με τη με αριθμό 1728/2014 παρεμπίπτουσα απόφαση του, απέρριψε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό με την ακόλουθη αιτιολογία : “Από την από 30/12/2004 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, που αναγνώστηκε και που συνήφθη συμβολαιογραφικώς μεταξύ της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “…” και της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία “…”, δια του κατηγορουμένου, νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας, η πρώτη εκμίσθωσε στη δεύτερη ένα καινούργιο φορτηγό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής DAIMLERCHRYSLER (MERCEDES BENZ), τύπου …, με αριθ. κυκλ. … και μία κλειστή κιβωτάμαξα MERCEDES BENZ, που τοποθετήθηκε στο ως άνω φορτηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της. Η μίσθωση συμφωνήθηκε τριετής με ημερομηνία έναρξης αυτής την 5-1-2005, με πληρωτέα 36 μηνιαία μισθώματα, προκαταβλητέου εκάστου αυτών την 5η ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα 1222,4 ΕΥΡΩ. Περαιτέρω, λόγω μη καταβολής των μισθωμάτων η εκμισθώτρια εταιρεία κατήγγειλε την σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, όπως προκύπτει από την από 17/11/2006 καταγγελία, νομίμως επιδοθείσα στον κατηγορούμενο, ως νομίμου εκπροσώπου της μισθώτριας εταιρείας, την 23-11-2006, όπως προκύπτει από τη σχετική υπ’αριθμ. …23-11-2006 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Κ. Α. έκθεση επιδόσεως, που και τα δύο αυτά έγγραφα αναγνώστηκαν. Μ’ αυτά (έγγραφα) εκαλείτο να καταβάλει άμεσα το οφειλόμενο ποσό των 23.838,88 ΕΥΡΩ.
Εξ άλλου στην συνέχεια η εκμισθώτρια εταιρεία άσκησε την από 30-11-2006 (αριθ. καταθ. …06) αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών η οποία επιδόθηκε νόμιμα στην μισθώτρια εταιρεία, δια του κατηγορουμένου – νομίμου εκπροσώπου της, την 5-12-06, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της 282/2007 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που επίσης αναγνώστηκε. Με την αίτηση αυτή εζητείτο για πρώτη φορά να αναγνωριστεί η εκμισθώτρια προσωρινά νομέας των άνω πραγμάτων, των οποίων ήταν κυρία με βάση την χρηματοδοτική μίσθωση, και να της αποδοθούν αυτά. Επί της αιτήσεως αυτής εξεδόθη η 282/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών που προαναφέρθηκε, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση, επικυρωμένο δε αντίγραφο αυτής, με επιταγή επιδόθηκε στον κατηγορούμενο την 23-4-2007, 17-3-2008 και 18-4-2008, με κλήση να αποδώσει και τις τρεις φορές, τον αναφερόμενο στην απόφαση εξοπλισμό δηλαδή το φορτηγό αυτοκίνητο με την τοποθετημένη σ αυτό κλειστή κιβωτάμαξα.
Περαιτέρω, όπως βεβαιώνεται στην με αριθμό …7-2007 ματαιωθείσα έκθεση βίαιης αφαιρέσεως φορτηγού με κλειστή κιβωτάμαξα, του δικαστικό επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Α., την 24-7-2007, ζητήθηκε από τον κατηγορημένο η παράδοση του φορτηγού. Εκείνος όμως αρνήθηκε να το παραδώσει επικαλούμενος ότι είναι στην Θεσσαλονίκη, χωρίς να δηλώνει την ημερομηνία που θα βρίσκεται στην έδρα της εταιρείας ενώ κατά την απογραφή της πτωχευτικής περιουσίας, μετά την έκδοση της με αριθμ. 21/7-1-2009 απόφασης του πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, δυνάμει της οποίας κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης η μισθώτρια εταιρεία, δεν ανευρέθησαν πέραν των αναφερομένων σ αυτήν επίπλων και μηχανημάτων, άλλα αντικείμενα ή οχήματα. Τα αυτά βεβαιώνονται και στην από 20-5-2013, αναγνωσθείσα βεβαίωση του συνδίκου της πτώχευσης της πτωχεύσασας εταιρείας. Εξ όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι Q κατηγορούμενος την 6-12-2006, επομένη της επιδόσεως σ αυτόν (την 5-12-2006) της από 30-11-2006αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, εξωτερίκευσε την πρόθεση του να ενσωματώσει τα ξένα πράγματα στην περιουσία του, όταν το πρώτον του ζητήθηκε η απόδοση τους. Έκτοτε δε άρχεται και ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος που του αποδίδεται και όχι από τον χρόνο καταγγελίας της χρηματοδοτικής μίσθωσης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος (βλ ΑΠ 1596/2000ΠΧ ΝΑ 639, 321/98 ΠΧ ΜΗ 972, Μ Μαργαρίτη, Ποινικός Κώδικας, εκδ. 2005, σελ 1065-1066, αρ. 12, σελ 1079°, αφού τότε δεν απέδωσε, αλλά ιδιοποιήθηκε παράνομα τα ως άνω πράγματα, τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή του, με τον τρόπου που προεκτέθηκε. αξίας 23.838,88 ΕΥΡΩ, ενσωματώνοντας στην περιουσία του, ενώ ήταν στην κυριότητα της εκμισθώτριας.
Άλλωστε κατ’ άρθρο 20 της χρηματοδοτικής μίσθωσης τα πράγματα δεν ήταν άμεσα αποδοτέα με την καταγγελία. Αυτή από μόνη της δεν είχε έννομα αποτελέσματα αλλ’ απαιτείτο αίτηση απόδοσης αυτών (βλ σχετ ΑΠ 220/04 και 9/03).
Περαιτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, άλλαξε τον χρόνο τελέσεως της πράξεως του κατηγορουμένου που αναφέρεται στο κατηγορητήριο από 23-11-2006 σε 6-12-2006 που είναι και ο ορθός αφού τότε, όπως προαναφέρθηκε αυτός εκδήλωσε την πρόθεση του για την ιδιοποίηση των ένδικων πραγμάτων Η αλλαγή αυτή του χρόνου τέλεσης είναι παραδεκτή και νόμιμη αφού κατά τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η πράξη δεν είχα παραγραφεί δηλαδή δεν είχε παρέλθει οκταετία από τον άνω χρόνο τέλεσης του κατηγορητηρίου ως την εκδίκαση (27-5-2013), ήτοι πάροδος πέντε ετών παραγραφής για τα πλημμελήματα, όπως το δικαζόμενο, η οποία αναστέλλεται ως την έκδοση αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης επ’ αυτής, όχι πάντως μεγαλύτερος της τριετίας (αρθρ 111, 112, 113 ΠΚ) χρόνος. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η κύρια διαδικασία, κατ άρθρο 307 επο – 314, 320 321 339 – 340 και 343 ΚΠΔ, αρχίζει μεταξύ άλλων, με την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητήριου θεσπίσματος, είτε με την εμφάνιση του στο ακροατήριο και την μη εναντίωσή του στην συζήτηση της υπόθεσης, οπότε καλύπτεται τυχόν ακυρότητα στην κλήτευση.
Εν προκειμένω το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο εντός της πενταετίας από την τέλεση της πράξης όπως αναφέρεται αρχικά στο κατηγορητήριο αλλά και μετά τη διόρθωση του και δη στις 2/11/2011 (βλ σχετ από 2-11-2011 αποδεικτικά επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πλημ/κών Πειραιά Π. Κ., που αναγνώστηκε). Έτσι προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση εντός της πενταετίας της διωκόμενης πράξης, οπότε αναστέλλεται η παραγραφή της πράξης του έως ακόμη τρία χρόνια δηλαδή ως 6-12-2014 (6-12-2006 + 8 έτη = 6-12-2014). Άλλωστε αυτός εμφανίστηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δια του συνηγόρου του KU! δεν εναντιώθηκε στην εγκυρότητα της κλήτευσης του Σε κάθε περίπτωση αυτός δεν αναφέρει στην έκθεση εφέσεως παράπονο σε βάρος της εκκαλουμένης για την μεταβολή του χρόνου τελέσεως της πράξεως από 23-11-2006 σε 6-12-2006, παρά μόνο το πρώτον με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του ενώπιον του Εφετείου (βλ σχετ ΑΠ 2296/07 Νομολ ΑρΠάγου), αλλ’ ούτε και για την εγκυρότητα της κλήτευσης του εντός της πενταετίας.
Έτσι αφού από την τέλεση της πράξης (6-12-2006) ως την εκδίκαση της έφεσης από το παρόν Δικαστήριο (24-11-2014) δεν συμπληρώθηκε ο χρόνος παραγραφής (πάροδος 8 ετών) είναι απορριπτέα ως αβάσιμη η σχετική ένσταση του κατηγορουμένου”.
Για να καταλήξει στην ανωτέρω απορριπτική του εν λόγω ισχυρισμού κρίση του το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων εγγράφων που αποτελούσαν στοιχεία του κατηγορητηρίου και τα ακόλουθα έγγραφα : 1) την υπ’αριθμ. …23-11-2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Κ. Α., 2) την υπ’αριθμ. 282/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, 3) την υπ’αριθμ. …7-2007 ματαιωθείσα έκθεση βίαιης αφαιρέσεως φορτηγού με κλειστή κιβωτάμαξα του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Α., 4) Την υπ’αριθμ. 21/7-1-2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και 5) την από 20-5-2013 βεβαίωση του συνδίκου της πτώχευσης της πτωχεύσασας εταιρείας, χωρίς όμως αυτά στο στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο εκδόθηκε η παραπάνω παρεμπίπτουσα απόφαση και συγκεκριμένα προ της εκδόσεως της να έχουν ακόμη αναγνωσθεί. Περαιτέρω, με όσα διέλαβε στο σκεπτικό της ως άνω απόφασης του, το Δικαστήριο αποφάνθηκε όχι μόνο ως προς το χρόνο τέλεσης της πράξης που αποδίδετο στον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα αλλά, με τις παραδοχές ότι “….
Εξ όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος την 6-12-2006…εξωτερίκευσε την πρόθεση του να ενσωματώσει τα ξένα πράγματα στην περιουσία του, όταν το πρώτον του ζητήθηκε η απόδοση τους. Έκτοτε δε άρχεται και ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος που του αποδίδεται….αφού τότε δεν απέδωσε, αλλά ιδιοποιήθηκε παράνομα τα ως άνω πράγματα, τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή του αξίας 23.838,88 ΕΥΡΩ, ενσωματώνοντας στην περιουσία του, ενώ ήταν στην κυριότητα της εκμισθώτριας”, αλλά και επί της ουσίας της κατηγορίας που του αποδίδετο, εκφέροντας έτσι κρίση επί της ενοχής του πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, αφού, ως ήδη ειπώθηκε, κατά το εν λόγω στάδιο της διαδικασίας δεν είχε αρχίσει καν η εξέταση των μαρτύρων πολύ δε περισσότερο δεν είχε ακουσθεί ο πληρεξούσιος δικηγόρος που τον εκπροσωπούσε και δεν είχε προτείνει επί της ουσίας της κατηγορίας η Εισαγγελέας. Έστι όμως επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά τους βάσιμους, από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ, πέμπτο και έκτο λόγους της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για τις ως άνω πλημμέλειες, οι οποίοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β’, 370 εδ. β’ και 511 ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ” αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 7/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ανωτέρω πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που φέρεται ότι τελέστηκε στις 6-12-2006, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, έκτοτε δε και μέχρι τη συζήτηση επί της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (24-1-2017), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο της πράξεως αυτής. Επομένως, αφού η ένδικη αίτηση περιέχει έναν τουλάχιστον παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, ο οποίος, κατά τα ανωτέρω, κρίθηκε και βάσιμος, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για την ανωτέρω πράξη, λόγω παραγραφής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την προαναφερθείσα πράξη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 1729/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Πειραιά.
Παύει οριστικά λόγω παραγραφής την κατά του αναιρεσείοντα ποινική δίωξη για το ότι: “Στον Πειραιά στις 06-12-2006, με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ιδιοποιήθηκε παρανόμως ένα (1) φορτηγό αυτοκίνητο μάρκας DAIMLER CHRYSLER (MERCEDES BENZ), με αριθμό κυκλοφορίας … και μία κλειστή κιβωτάμαξα MERCEDES BENZ, που τοποθετήθηκε στο ως άνω φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “… Ανώνυμος Εταιρεία Χρηματοδοτικών Μισθώσεων”, τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή του, ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία “…” και ήδη ΕΠΙΠΛΟΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΙΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ”, δυνάμει της από 30-12-2004 σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης που είχε συνάψει ως νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω μισθώτριας εταιρείας με την ως άνω εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης, καθόσον καίτοι η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση με την από 17-11-2006 δήλωση καταγγελίας σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, η οποία κοινοποιήθηκε στον κατηγορούμενο με την ως άνω ιδιότητα του στις 23-11-2006, περαιτέρω δε άσκησε κατ’αυτού, την από 30-11-2006, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνάς αντίγραφο της οποίας επέδωσε στον κατηγορούμενο την 05-12-2006, εκείνος δεν απέδωσε τα ανωτέρω κινητά πράγματα αξίας είκοσι τριών χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα οκτώ ΕΥΡΩ και ογδόντα λεπτών (23.838,88) ΕΥΡΩ, όση και η οφειλή της μισθώτριας εταιρεία προς την εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης, η οποία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, εκδηλώνοντας με τον τρόπο αυτό τη βούληση ιδιοποίησης τους, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντας τα στην περιουσία του”.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2017.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
tetravivlos.com
