ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

(8ο Τμήμα Εμπραγμάτου Δικαίου)

Αριθμός 2841/2025

Αποτελούμενο από τον Δικαστή Γεώργιο Γρίβα, Εφέτη-Κτηματολογικό Δικαστή και από την Γραμματέα Κυριακή Σωτηράκου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στην Αθήνα την 20η Μαρτίου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) …………., κατοίκου …………., οδός ……….., 2) ………., κατοίκου ……….., οδός ………., 3) …………, κατοίκου ………….., επί της συμβολής των οδών …………, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βασιλείου.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) …………., κατοίκου ………., οδός …………, 2) …………., κατοίκου ……….. και ήδη προσωρινά διαμένοντος στο ……….., επί της οδού …………, 3) ………., κατοίκου ……….., οδός ……….., 4) ……………, κατοίκου ………., οδός ………., 5)……….., κατοίκου ……….., οδός ………., αριθ. ….. οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Γωνιανάκη.

Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες με την από 27/7/2020 αγωγή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ……../2020 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης …../2020 κατά των εναγόμενων και ήδη εφεσίβλητων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτή.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’ αριθ. 5183/2023 οριστική παραπεμπτική του απόφαση, με την οποία κήρυξε εαυτόν καθ’ ύλη αναρμόδιο και παρέπεμψε την εκδίκαση της ένδικης αγωγής στο καθ’ ύλη και κατά τόπον αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών συγκροτούμενο από τον Κτηματολογικό Δικαστή του Πρωτοδικείου Αθηνών. Εν συνεχεία, προσδιορίστηκε εκ νέου η συζήτηση της ένδικης αγωγής για την δικάσιμο της 28/5/2024, οπότε και συζητήθηκε ερήμην των εναγόντων-εκκαλούντων, εξαιτίας εκπρόθεσμης κατάθεσης εκ μέρους τους των προτάσεων, και εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 6976/2024 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, με την από 6/12/2024 έφεσή τους προς το Δικαστήριο αυτό, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ………/2024 και Αριθμό Κατάθεσης Ενδίκου Μέσου ………/2024. Δικάσιμος για την συζήτηση της ανωτέρω υπό κρίση έφεσης ορίστηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η ανωτέρω έφεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου για λογαριασμό αυτών και κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση έχει ασκηθεί νόμιμα από τους ανωτέρω εκκαλούντες, που ηττήθηκαν συνολικά στην πρωτόδικη δίκη, με την κατάθεση του δικογράφου της στην γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου [άρθρο 495 παρ. 1,2 ΚΠολΔ, όπως οι ως άνω διατάξεις ισχύουν μετά την θέση σε ισχύ του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87/23-7- 2015), ως εκ του χρόνου άσκησης των εφέσεων (ως κατωτέρω) σύμφωνα με τα άρθρα 1 άρθρο ένατο παρ.2, του οποίου οι διατάξεις για το ένδικα μέσα εφαρμόζονται για τα κατατεθειμένα από την 1/1/2016 ένδικα μέσα και αγωγές, 511, 513 παρ.1, εδ σ’, στοιχείο β’, 516 παρ.1, 517 εδ.α’, 518 παρ.1, 2 ΚΠολΔ] και εμπρόθεσμα, καθόσον η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε στις 6/12/2024, με κατάθεσή της στην γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης σ’ αυτούς (εκκαλούντες), η οποία έλαβε χώρα στις 11/11/2024, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ (βλ. τις υπ’ αριθ. ……., ……, ……./11-11-2024 προσκομιζόμενες εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ν………..). Επομένως, η υπό κρίση έφεση αρμοδίως φερόμενη προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ.2 του ν. 3994/2011, σε συνδυασμό με το άρθρο 72 του ιδίου νόμου), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι έχει καταβληθεί για το παραδεκτό αυτής το υπ αριθ. ……… παράβολο, ποσού εκατό (100) ευρώ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 495 παρ.3Αβ ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες με την από 27/7/2020 (με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ……./2020 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης ……../2020) ένδικη αγωγή ισχυρίστηκαν ότι είναι αποκλειστικοί συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος εξ αυτών ενός ακινήτου εμβαδού 500 τ.μ, αξίας 270.500 ευρώ, το οποίο βρίσκεται στην Περιφέρεια του Δήμου ………….., εντός του ………. Ο.Τ. και περιγράφεται αναλυτικά κατά θέση, έκταση και όρια. Ότι ειδικότερα τόσο οι δικαιοπάροχοι των α’ και β’ εναγόντων, όσο και ο γ’ ενάγων νέμονταν με διάνοια συγκυρίων το επίδικο ακίνητο, ενεργώντας όλες τις αναφερόμενες στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής υλικές πράξεις νομής που προσιδιάζουν στην φύση του επιδίκου ακινήτου, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι (20) ετών. Ότι ο δικαιοπάροχος του α’ ενάγοντας μεταβίβασε το έτος 1996 στον τελευταίο δυνάμει άτυπης δωρεάς το ποσοστό συγκυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο. Ότι ο δικαιοπάροχος του β1 ενάγοντος μεταβίβασε τον Οκτώβριο του έτους 2017, ήτοι έξι (6) μήνες πριν τον θάνατό του, στον τελευταίο δυνάμει άτυπης δωρεάς το ποσοστό συγκυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο. Ότι οι α’ και β’ ενάγοντες συνέχισαν μαζί με τον γ’ ενάγοντα να νέμονται με τα αυτά προσόντα το προαναφερόμενο επίδικο ακίνητο προσμετρώντας στον χρόνο νομής τους τον χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους, με αποτέλεσμα να έχουν καταστεί άπαντες συγκύριοι του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ότι μετά το πέρας της κτηματογράφησης της οικείας ως άνω περιοχής, το προαναφερόμενο επίδικο ακίνητο, το οποίο φέρει ΚΑΕΚ ………., εσφαλμένα αναγράφεται στα οικεία βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Παλαιού Φαλήρου ότι ανήκει στην κυριότητα των εναγόμενων και ήδη εφεσίβλητων. Ότι η ανωτέρω εγγραφή είναι ανακριβής και προσβάλλει τα εμπράγματα δικαιώματά τους. Ότι οι εναγόμενοι παρανόμως κατέχουν το προαναφερόμενο επίδικο ακίνητο, επιπλέον δε, τους έχουν αποκλείσει την πρόσβαση σ’ αυτό, διά της κατασκευής σχετικού τοίχου και αρνούνται να τους το αποδώσουν. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, ζήτησαν: α) να αναγνωριστούν συγκύριοι του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος εξ αυτών δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, β) να διαταχθεί η διόρθωση της ανωτέρω εσφαλμένης πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, ώστε αυτοί (ενάγοντες) να αναγραφούν συγκύριοι του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου με ΚΑΕΚ ………… δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, γ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους αποδώσουν το προαναφερόμενο επίδικο ακίνητο, δ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να γκρεμίσουν τον σχετικό τοίχο, τον οποίο έχουν κατασκευάσει εντός του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου, αποκλείοντάς τους την πρόσβαση επ’ αυτού και ε) να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης.

Κατά της εκκαλουμένης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, εξαιτίας εκπρόθεσμης κατάθεσης των προτάσεων των εκκαλούντων, παραπονούνται οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες με τους λόγους της έφεσής τους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνισή της, προκειμένου να γίνει δεκτή στο σύνολό της η ένδικη αγωγή.

Σύμφωνα με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ “αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται εντός των ορίων που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από την διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως”. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 528 ΚΠολΔ, με την οποία ρυθμίζονται τα αποτελέσματα της έφεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται εντός των ορίων που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους και ο εκκαλών δικαιούται να προτείνει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει και πρωτοδίκως. Του παρέχεται δηλαδή η δυνατότητα, δεδομένου ότι δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπως, εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, ακουστεί και προτείνει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως, επανορθώνοντας με την έφεση τις συνέπειες που η απουσία του ενδεχομένως επέφερε. Επομένως, για την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, εφόσον αυτή εκδόθηκε σαν να ήταν παρών ο εκκαλών, δεν απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης, αλλά αρκεί η τυπική παραδοχή της, καθόσον αυτή έχει τα αποτελέσματα της αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας (ΑΠ 251/2009, ΑΠ 254/2008, ΑΠ 829/2008, ΤΝΠ “ΝΟΜΟΣ”). Η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης γίνεται εντός των ορίων που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής. Με την διάταξη αυτή εφαρμόζεται η θεσπιζόμενη από το άρθρο 106 ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση του διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνονται και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά, την οποία (αρχή της διάθεσης) ρυθμίζει ειδικά η διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ. Επομένως, στην περίπτωση που ο διάδικος, ο οποίος δικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, διατυπώνει με την έφεσή του παράπονα για την κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον η έφεση είναι τυπικά παραδεκτή, εξαφανίζει την απόφαση χωρίς να καθίσταται αναγκαίο να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ’ ουσία κάποιος λόγος της έφεσης. Όμως, η εξαφάνιση της απόφασης οριοθετείται από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, όπως αυτό προσδιορίζεται από τα παράπονα που διατυπώνονται με την έφεση ή τους πρόσθετους λόγους της έφεσης του εκκαλούντος ή την αυτοτελή έφεση ή αντέφεση του εφεσίβλητου και των ισχυρισμών που ο τελευταίος προβάλλει ως υπεράσπιση κατά των λόγων της έφεσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 527 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σχετικά με τα παράπονα της έφεσης, τα οποία κατά νόμο εξετάζονται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής (ΕφΠατρ 161/2019, ΤΝΠ “ΝΟΜΟΣ”). Αν ο εκκαλών που δικάστηκε ερήμην αρνηθεί τους ισχυρισμούς της αγωγής ή προβάλλει εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την βάση της αγωγής, η απόφαση πλήττεται στο σύνολό της και πρέπει να εξαφανιστεί ως προς όλες τις διατάξεις της (ΕφΔωδ 136/2009, ΤΝΠ “ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, η υπό κρίση έφεση έγινε τυπικά δεκτή, πρέπει, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην ως άνω μείζονα σκέψη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, καθόσον άπαντες οι λόγοι της υπό κρίση έφεσης αφορούν την πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, να εξεταστεί περαιτέρω η ένδικη αγωγή ως προς το παραδεκτό της ασκήσεώς της και την νομική και ουσιαστική βασιμότητά της.

Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα, η από 27/7/2020 (με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ……../2020 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης ……../2020) ένδικη αγωγή παραδεκτά εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δεδομένου ότι: α) ασκήθηκε εντός της προβλεπόμενης αποκλειστικής προθεσμίας των δεκατεσσάρων (14) ετών από την 12.12.2017, ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Κτηματολογίου στις περιοχές της ……… και ………..(βλ. άρθρο 2 παρ.2 του Ν.4164/2013), β) καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα στα κτηματολογικά φύλλα του ανωτέρω επιδίκου ακινήτου του Κτηματολογικού ………., εντός τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της, κατ άρθρο 12 παρ.1 περ. ιβ1 του Ν.2664/1998 σε συνδυασμό με το άρθρο 220 παρ.1 ΚΠολΔ, με αριθμό καταχώρησης …../7-9-2020 (βλ. το υπ αριθ. ………./7-9-2020 προσκομιζόμενο πιστοποιητικό καταχώρησης εγγραπτέας πράξης, γ) προσκομίζονται το κτηματολογικά φύλλο του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου και το υπ’ αριθ. ……/24-11-2020 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 6 παρ.3, περ. ε’ του ν. 2664/1998 (βλ. ιδίως το υπ’ αριθ. ………../24-11-2020 προσκομιζόμενο απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του Κτηματολογικού Γραφείου …………..), περαιτέρω δε, για το παραδεκτό της συζήτησης της ένδικης αγωγής προσκομίζεται το από 18/12/2023 Πρακτικό Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας Κτηματολογικής Δια μεσολάβησης, το οποίο φέρει τις υπογραφές απάντων των διαδίκων, των πληρεξούσιων δικηγόρων τους και της διαπιστευμένης διαμεσολαβήτριας ………, η οποία είναι εγγεγραμμένη στο ειδικό μητρώο κτηματολογικών διαμεσολαβητών, με αριθμό μητρώου ……, και έχει λάβει χώρα εμπρόθεσμα στις 18/12/2023, ήτοι πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες μετά την κοινοποίηση στους διαδίκους της ανωτέρω ημερομηνίας Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 4640/2019. Επίσης, η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη, περιέχουσα για τη δικαστική εκτίμησή της όλα τα στοιχεία εγκυρότητας που αξιώνουν οι διατάξεις των άρθρων 118 και 216 ΚΠολΔ. και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1045, 1046, 1094 ΑΚ, 70, 176 του ΚΠολΔ, 6 παρ.1 και 2 του Ν.2664/1998. Πρέπει, επομένως, η υπό κρίση αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το νόμιμο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες προσαυξήσεις υπέρ τρίτων (βλ. το υπ’ αριθ. ……… προσκομιζόμενο δικαστικό ένσημο).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με την δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε την νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 249, 271, 974 και 976 ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι στην έκτακτη χρησικτησία, για τον συνυπολογισμό στον χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του χρησιδεσπόζοντος του χρόνου νομής του τελευταίου, για την συμπλήρωση του χρόνου νομής που απαιτείται εκ του νόμου, ήτοι εικοσαετία, δεν απαιτείται ειδική διαδοχή στο δικαίωμα κυριότητας επί του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς διαδοχή στην νομή, η οποία επέρχεται με την υλική παράδοση της νομής που γίνεται με την βούληση του τέως νομέα. Η υλική παράδοση της νομής είναι άτυπη και αφηρημένη σύμβαση, το κύρος της οποίας δεν επηρεάζεται από την ακυρότητα ή την ανυπαρξία της αιτίας αυτής, όπως π.χ. της ακυρότητας της εκποιητικής δικαιοπραξίας από την μη τήρηση του απαιτούμενου για την κατάρτισή της τύπου (ΟλΑΠ 1593/1979, ΑΠ 2027/2009, ΤΝΠ “ΝΟΜΟΣ”). Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες πάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 1041 και 1045 ΑΚ, προκύπτει ότι επί αναγνωριστικής ή διεκδικητικής κυριότητας αγωγής που αφορά τμήμα μείζονος ενιαίας έκτασης και στηρίζεται σε χρησικτησία, για την θεμελίωση της τελευταίας αρκεί η παράθεση και απόδειξη διακατοχικών πράξεων εκ μέρους του ενάγοντας και των τυχόν δικαιοπαρόχων του, δηλωτικών της νομής τους στην μείζονα έκταση για όσο χρόνο απαιτείται κατά περίπτωση από τον νόμο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία), χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση επιμέρους πράξεων νομής και στο επίδικο τμήμα, καθόσον πρόκειται για ενιαία έκταση, η δε φυσική εξουσία τους και το πνευματικό στοιχείο (διάνοια κυρίου) τούτων εκτείνεται σε ολόκληρο το μείζον ακίνητο, εντός του οποίου εμπίπτει και το επίδικο τμήμα (ΑΠ 358/2016, ΑΠ 1420/2014, ΤΝΠ “ΝΟΜΟΣ”).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 περ. α’ του ν. 2664/1998 όπως ισχύει, σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να ζητηθεί με αγωγή ενώπιον του αρμόδιου καθ’ ύλη και κατά τόπο Πρωτοδικείου η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και διόρθωση, ολικά ή μερικά, της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή, ήτοι αναγνωριστική ή διεκδικητική, ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον. Περαιτέρω, σύμφωνα με την περίπτωση γ’ της ιδίας ως άνω παραγράφου, σε περίπτωση ειδικής διαδοχής στο δικαίωμα στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή, η αγωγή πρέπει να στραφεί τόσο κατά του φερόμενου με την πρώτη εγγραφή ως δικαιούχου ή των καθολικών του διαδόχων, όσο και κατά των ειδικών διαδόχων αυτού. Έτι περαιτέρω, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7Α περ. α’ του ιδίου ως άνω νόμου, σε περίπτωση μεταβίβασης της κυριότητας, εφόσον ο μεταβιβάζων δεν έχει ασκήσει και καταχωρήσει στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου την αγωγή που προβλέπεται στο άρθρο 6 παρ. 2 του ίδιου ως άνω νόμου, την εγγραφή αναπληρώνει η εκ μέρους του αποκτώντος άσκηση και η με επιμέλεια του καταχώρηση της αγωγής αυτής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου (ΑΠ 277/2019, ΤΝΠ “ΝΟΜΟΣ”).

Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων ……….. και …….. που εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά την δίκη ασφαλιστικών μέτρων νομής που είχε ανοιχθεί μεταξύ των διαδίκων της παρούσας δίκης, και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την υπ αριθ. 368/2020 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων νομής του Ειρηνοδικείου Αθηνών προσκομιζόμενα πρακτικά συνεδρίασης, των μετ’ επικλήσεως προσκομιζομένων εγγράφων που χρησιμεύουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά μάλιστα εκ των οποίων εξαιτίας της ιδιαίτερης σημασίας τους μνημονεύονται ειδικότερα κατωτέρω, χωρίς όμως να παραγνωρίζεται η αποδεικτική δύναμη των λοιπών (ΑΠ 76/2013, ΑΠ 139/2009, ΤΝΠ “ΝΟΜΟΣ”), των υπ’ αριθ. ……., ……., …., …./8-10-2020 προσκομιζομένων ενόρκων βεβαιώσεων των ………., …….., ………. και ………. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών ………, οι οποίες λήφθηκαν ύστερα από προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγόμενων (βλ. τις υπ’ αριθ. ……., ……., ……, ……., ……./14-9-2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ……….), των υπ’ αριθ. ……../28-2-2020 και ………../5-3-2020 προσκομιζομένων ενόρκων βεβαιώσεων των ……… και …….. ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών …………, οι οποίες λήφθηκαν στα πλαίσια προηγούμενης δίκης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των παρόντων διαδίκων και γι’ αυτό τον λόγο εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, των υπ’ αριθ. ………., ………/4-3-2020 προσκομιζομένων ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων ……… και ………. ενώπιον της συμβολαιογράφου …….. …………, οι οποίες λήφθηκαν στα πλαίσια προηγούμενης δίκης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των παρόντων διαδίκων και γι’ αυτό τον λόγο εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, αποδείχτηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Το επίδικο ακίνητο είναι οικόπεδο εντός σχεδίου του Δήμου ………, άρτιο και οικοδομήσιμο, εμβαδού 500 τ.μ, που βρίσκεται στην περιοχή ………. του Δήμου ……, επί της οδού ……. εντός του υπ αριθ. …. Ο.Τ. Το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα του υπ’ αριθ. …….. κλήρου, κατηγορίας οικοπέδων, εμφαίνεται με τα υπό στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Α στο από 23/4/1963 προσκομιζόμενο σχεδιάγραμμα της Αρχιτέκτονα Μηχανικού …….., το οποίο προσαρτάται στο υπ’ αριθ. ……./1963 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο του άλλοτε συμβολαιογράφου Αθηνών …. και συνορεύει βόρεια επί πλευράς μήκους 25 μέτρων με υπόλοιπη έκταση του υπ’ αριθ. 354 προαναφερόμενου κλήρου οικοπέδων ιδιοκτησίας των ………, …….., …….. και ………., νότια επί πλευράς μήκους 25 μέτρων με ιδιοκτησία …. ανατολικά με υπόλοιπη έκταση του υπ αριθ. … προαναφερόμενου κλήρου οικοπέδων ιδιοκτησίας των ………., ……….,………. και ………… και δυτικά επί προσώπου πλευράς μήκους 20 μέτρων με την οδό ………….

Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι δυνάμει του υπ’ αριθ. ………/21-12-2007 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Αθηνών ……….., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ………, στον τόμο ………. και αύξοντα αριθμό …………, οι α’ και ε’ εναγόμενοι (………..), καθώς και ο ………., πατέρας των β’, γ’, δ’ εναγόμενων (……, ………., ……..) απέκτησαν με δωρεά από τον ……… ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου έκαστος εξ αυτών, ήτοι συνολικά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου (βλ. ιδίως το υπ’ αριθ. ………./21-12-2007 προσκομιζόμενο συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Αθηνών ………..) Το ανωτέρω συνολικό ποσοστό, ήτοι το 1/2 εξ αδιαιρέτου του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου, είχε περιέλθει στον ανωτέρω δωρητή από κληρονομιά του εξ αδιαθέτου αποβιώσαντος στις 21/9/2006 στο ………… αδελφού του ………, του οποίου την κληρονομιά αποδέχθηκε ο ανωτέρω δωρητής (………..) δυνάμει της υπ αριθ. …………/30-7-2007 προσκομιζόμενης πράξης του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, η οποία έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Παλαιού Φαλήρου Αττικής, στον τόμο ….. και αύξοντα αριθμό ……. Στον ανωτέρω αποβιώσαντα (……….) είχε περιέλθει το ανωτέρω ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου από κληρονομία της ήδη αποβιωσάσης στις 18/4/2005 στο ……………. συζύγου ……….., το γένος …….. και …………, την οποία είχε αποδεχθεί ο ανωτέρω δωρητής ………….. για λογαριασμό του ανωτέρω αποβιώσαντος αδελφού και δικαιοπαρόχου του ………. δυνάμει της ιδίας ως άνω πράξης αποδοχής κληρονομιάς. Στην ανωτέρω δικαιοπάροχο των εναγομένων (…………) είχε περιέλθει το προαναφερόμενο επίδικο ακίνητο με αγορά από τους ………. χήρα ………., ……….., ………… και …….., δυνάμει του υπ’ αριθ. ………../27-4-1962 προσκομιζομένου πωλητηρίου συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Αθηνών …….., το οποίο έχει μεταγράφει νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ……….., στον τόμο ……., με αύξοντα αριθμό ………., στην κυριότητα των οποίων (πωλητών) είχε περιέλθει το προαναφερόμενο επίδικο ακίνητο από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1961 ………………., συζύγου της πρώτης και πατέρα των υπολοίπων πωλητών, στον οποίο (…………….) είχε περιέλθει ο υπ αριθ……. κλήρος μετά άλλων οικοπέδων με παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει του υπ’ αριθ. ………./1952 παραχωρητηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο έχει μεταγράφει νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ………., στον τόμο …… και αύξοντα αριθμό ……. Εξάλλου αποδείχτηκε ότι μετά τον θάνατο του ανωτέρω εκ των δωρεοδόχων Γ………….., που έλαβε χώρα στην Αθήνα στις 5/6/2018 (βλ. ιδίως την προσκομιζόμενη ληξιαρχική πράξη θανάτου του Γ…………. που έχει εκδοθεί από το Ληξιαρχείο Αθηνών), οι ανωτέρω β’, γ’, δ’ εναγόμενοι έχουν καταστεί μοναδικοί νόμιμοι εκ διαθήκης κληρονόμοι του, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος εξ αυτών, του ποσοστού 1/6 εξ αδιαιρέτου που ανήκε στον ανωτέρω αποβιώσαντα δικαιοπάροχό τους.

Επομένως αποδείχτηκε ότι τόσο οι α’, ε’ εναγόμενοι από το έτος 2007, όσο και οι β’, γ’, δ’ εναγόμενοι, από τον χρόνο θανάτου του ανωτέρω αποβιώσαντος πατέρα τους …………,, ήτοι τον Ιούνιο του έτους 2018, έχουν υπεισέλθει στην νομή του ποσοστού που ανπστοιχεί σε έκαστο εξ αυτών και έχουν καταστεί συγκύριοι του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου τουλάχιστον από το έτος 1952, προσμετρώντας στην νομή των ανωτέρω αμέσων δικαιοπαρόχων τους την νομή των προαναφερόμενων απώτερων δικαιοπαρόχων τους. Επίσης αποδείχτηκε ότι από τον χρόνο υπεισέλευσης των εναγόμενων στην νομή του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου, οι τελευταίοι ενεργούσαν όλες τις προσιδιάζουσες στην φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη. Ειδικότερα, έκαστος εκ των εναγόμενων συμπεριλαμβάνουν συνεχώς και αδιάλειπτα το προαναφερόμενο επίδικο ακίνητο στην ετήσια δήλωση περιουσιακής κατάστασης που υποβάλλουν (βλ. ιδίως τα ενδεικτικά προσκομίζομενα Ε9 των ετών 2011 και 2013, καταβάλλουν όλους τους αναλογούντες φόρους, τέλη και δικαιώματα υπέρ του Δημοσίου και των OTA, ήτοι ΕΝΦΙΑ, ΦΑΠ, που συνδέονται με τα εμπράγματα δικαιώματα των εναγομένων επί του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου (βλ. ιδίως προσκομιζόμενα παραστατικά πληρωμής ΦΑΠ έτους 2013 που αφορούν το προαναφερόμενο επίδικο ακίνητο, προσκομιζόμενα παραστατικά ΕΝΦΙΑ έτους 2014 που αφορά το προαναφερόμενο επίδικο ακίνητο, προσκομιζόμενα παραστατικά ΕΝΦΙΑ έτους 2015 που αφορούν το προαναφερόμενο επίδικο ακίνητο, προσκομιζόμενα παραστατικά ΕΝΦΙΑ ετών 2018, 2019 που αφορούν το προαναφερόμενο επίδικο ακίνητο) και δήλωσαν το προαναφερόμενο επίδικο ακίνητο ως ιδιοκτησία τους στο Εθνικό Κτηματολόγιο, το οποίο εγγράφηκε με ΚΑΕΚ ………… γεγονός που είχε ως συνέπεια να εγγραφούν στο οικείο φύλλο ως μοναδικοί ιδιοκτήτες αυτού (βλ. ιδίως τις προσκομιζόμενες καταχωρήσεις των εναγομένων ως ιδιοκτητών στις πρώτες εγγραφές του Εθνικού Κτηματολογίου), ενέργεια η οποία ουδέποτε αμφισβητήθηκε από οποιονδήποτε τρίτο, συμπεριλαμβανομένων των εναγόντων, οι οποίοι όχι μόνο ουδέποτε υπέβαλαν δήλωση κτηματογράφησης που να αφορά το προαναφερόμενο επίδικο ακίνητο, επικαλούμενοι είτε οποιονδήποτε νόμιμο τίτλο είτε την χρησικτησία, επιπλέον δε, ουδέποτε υπέβαλαν ένσταση κατά της καταχώρησης των εναγόντων ως ιδιοκτητών του επιδίκου ακινήτου στις πρώτες εγγραφές. Επίσης αποδείχτηκε ότι οι εναγόμενοι επισκέπτονταν μαζί με τους ανωτέρω δικαιοπαρόχους τους από πολλών ετών το προαναφερόμενο επίδικο ακίνητο, το οποίο ήταν και παραμένει ακάλυπτο και δεν είναι περιφραγμένο, χρησιμοποιούταν δε επί σειρά ετών, υπό την ανοχή των δικαιοπαρόχων των εναγόμενων και των ιδίων, τόσο από τους περιοίκους για την εναπόθεση διαφόρων αντικειμένων, ήτοι κλινοσκεπασμάτων, ειδών υγιεινής, θερμοσιφώνων κ.λπ. τα οποία δεν χρησιμοποιούνται ή είναι κατεστραμμένα, για την στάθμευση υπό επισκευή αυτοκινήτων από τους ιδιοκτήτες του υφιστάμενου έναντι του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου φανοποιείου, αλλά και ως χώρος που τα ανήλικα παιδιά που κατοικούν στην εν λόγω περιοχή παίζουν καλαθόσφαιρα (μπάσκετ), δεδομένου ότι χρησιμοποιούν την υφιστάμενη εντός του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου πρόχειρη κατασκευή στόχου ρίψης της μπάλας μπάσκετ (μπασκέτα). Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι οι α’ και β’ εκκαλούντες, οι οποίοι δραστηριοποιούνται επαγγελματικά ως εργολάβοι οικοδομών, τοποθετούν ευκαιριακά επί του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου και προς εξυπηρέτησή τους, οικοδομικά υλικά και συναφή εργαλεία της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, είτα κατάλληλα προς χρήση είτε άχρηστα, ταυτοχρόνως δε, είχαν τοποθετήσει και δεξαμενή ασβέστη, που είχε κατασκευαστεί πρόσφατα και όχι από πολλών ετών από τσιμέντο ή σίδερο, για την κάλυψη των εργασιών του γ’ ορόφου της όμορης οικοδομής του ανωτέρω α’ εκκαλούντος, ενώ ο γ’ εκκαλών είχε τοποθετήσει, αποκλειστικά προς εξυπηρέτησή του, πρόχειρο υπόστεγο για την στάθμευση του αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του σε μη διακριβωθείσα ημερομηνία, χωρίς όμως ουδέποτε να αμφισβητηθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα κυριότητας επί του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου τόσο των δικαιοπαρόχων των εναγομένων όσο και των ιδίων. Τα ανωτέρω ενισχύονται ιδίως από την ένορκη βεβαίωση της ……….. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αίγινας ……….., η οποία κρίνεται ιδιαιτέρως πειστική, καθόσον η ανωτέρω, εξαιτίας των γνωριμιών που διέθετε με πελάτες της τράπεζας στην οποία εργαζόταν στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και ενόψει της φιλικής σχέσης που διατηρούσε με την ………., θεία του ε’ εναγόμενου (……….), έχει άμεση και επισταμένη γνώση των ανωτέρω εκτεθέντων, δεδομένου ότι είχε επισκεφθεί το προαναφερόμενο επίδικο ακίνητο μαζί με την δικαιοπάροχο των εναγόμενων Ε…………., προκειμένου να συνδράμει στην αξιοποίηση αυτού με κάθε πρόσφορο μέσο, και δεν προσδοκά κάποιο έννομο όφελος από την έκβαση της παρούσας δίκης. Επίσης αποδείχτηκε ότι περί τα μέσα του έτους 2012 οι εναγόμενοι, πληροφορούμενοι ότι ο Δήμος ……………. είχε προβάλλει δικαιώματα κυριότητας επί του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου και δη ότι είχε εμπλακεί σε πολύχρονες δικαστικές διενέξεις εξ αυτού του λόγου με τους ενάγοντες, εξουσιοδότησαν τον δικηγόρο Αθηνών …………, ο οποίος μετέβη στον Δήμο …………, συνοδευόμενος από τον ………, και κατέστησε γνωστό στις αρμόδιες υπηρεσίες του ανωτέρω Δήμου το ιδιοκτησιακό καθεστώς του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου συνιδιοκτησίας των εναγόμενων. Προς τον σκοπό αυτό προσκομίστηκε εκ μέρους του ανωτέρω δικηγόρου, για λογαριασμό των εναγομένων, ολόκληρη η σειρά των νομίμων τίτλων ιδιοκτησίας των εναγομένων και των δικαιοπαρόχων τους μέχρι και το έτος 1963 και ως εκ τούτου αποκαταστάθηκε η πλάνη του Δήμου ……… περί του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου, γεγονός που είχε ως συνέπεια να βεβαιωθούν σε βάρος των εναγομένων δημοτικοί φόροι, καθώς επίσης τέλη καθαριότητας και φωτισμού αναδρομικά για μια δεκαετία (βλ. ιδίως την προσκομιζόμενη ένορκη βεβαίωση του ……….. ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών ………, η οποία κρίνεται ιδιαιτέρως πειστική, καθόσον ο ανωτέρω έχει άμεση και επισταμένη γνώση των ανωτέρω εκτεθέντων, δεδομένου ότι μετέβη και ο ίδιος μετά του ανωτέρω πληρεξουσίου δικηγόρου στις αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου ……….., και δεν προσδοκά κάποιο έννομο όφελος από την έκβαση της παρούσας δίκης).

Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι, μεταξύ των πράξεων νομής που ασκούν οι εναγόμενοι επί του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, περιλαμβάνεται και η από το έτος 2013 συστηματική ανάθεση εκ μέρους των τελευταίων σε μεσίτες εύρεσης ενδιαφερόμενων αγοραστών για το προαναφερόμενο επίδικο ακίνητο (βλ. ιδίως την από Ιανουάριο του έτους 2018 προσκομιζόμενη δημοσιευμένη αγγελία πώλησης του επιδίκου ακινήτου, τις από 10/1/2013, 14/10/2014, 1/7/2017, 22/1/2018 προσκομιζόμενες έγγραφες μεσιτικές εντολές των εναγομένων προς διάφορους μεσίτες και μεσιτικά γραφεία, προσκομιζόμενη ηλεκτρονική αλληλογραφία των ετών 2018 και 2019 μεταξύ των εναγομένων με μεσίτες, αναφορικά με υφιστάμενο ενδιαφέρον αγοράς του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου από υποψήφιους αγοραστές). Ειδικότερα, αποδείχτηκε ότι η μεσιτική εταιρεία με την επωνυμία “…………..” έφερε σε επαφή τον β’ εναγόμενο (……….), ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό και των λοιπών εναγόμενων, με τον υποψήφιο αγοραστή α………, μεταξύ των οποίων καταρτίστηκε το από 28/9/2018 ιδιωτικό συμφωνητικό, διά του οποίου ο ανωτέρω πωλητής υποσχέθηκε να μεταβιβάσει το προαναφερόμενο επίδικο ακίνητο στον ανωτέρω αγοραστή, αντί τιμήματος ανερχόμενου στο ποσό των 260.000 ευρώ, καταβάλλοντας ταυτόχρονα ο τελευταίος προκαταβολή ποσού 2.000 ευρώ (βλ. ιδίως το από 28/9/2018 προσκομιζόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό και απόδειξη προκαταβολής που καταρτίστηκε μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων), πλην όμως η κατάρτιση οριστικού πωλητηρίου συμβολαίου μεταξύ των ανωτέρω ματαιώθηκε, καθόσον δεν εγκρίθηκε αίτημα του ανωτέρω υποψήφιου αγοραστή για την χορήγηση σ’ αυτόν δανείου, με την εκταμίευση του οποίου σκόπευε να αγοράσει το προαναφερόμενο επίδικο ακίνητο).

Αντιθέτως, οι προσκομιζόμενες εκ μέρους των εναγόντων ένορκες βεβαιώσεις των ……….., ………..,……….. και …………. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών ……….., διά των οποίων οι ενάγοντες επιχειρούν να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό τους ότι νέμονται το προαναφερόμενο επίδικο ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεν κρίνονται ιδιαιτέρως πειστικές. Και τούτο διότι, πέραν του στενού συγγενικού δεσμού που συνδέει τους ενόρκως βεβαιούντες ……….. και …………. με τους β’ και γ’ ενάγοντες (………….), καθόσον ο πρώτος εκ των ενόρκως βεβαιούντων είναι αδελφός του β’ ενάγοντα και ο δεύτερος εκ των ανωτέρω ενόρκως βεβαιούντων είναι γαμπρός του ενάγοντα, ισχυρίστηκαν οι ανωτέρω ενόρκως καταθέσαντες ότι προ περίπου είκοσι (20) ετών ο Δήμος ………. προέβαλε δικαιώματα κυριότητας επί του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου, αλλά αποκρούσθηκε με δικαστικές ενέργειες που έγιναν από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, καθόσον ο τότε Δήμαρχος …….. δήλωσε στο τέλος ότι δεν διατηρεί οποιαδήποτε αξίωση επί του προαναφερόμενου επίδικου ακινήτου και η αντιδικία έλαβε τέλος. Πλην όμως, από την επισκόπηση των εγγράφων που προσκομίζονται εκ μέρους των διαδίκων, προκύπτει ότι οι δικαιοπάροχοι των α’ και β’ εναγόντων, καθώς και ο γ’ ενάγων άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 7/9/1998 (με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ………/1998) αναγνωριστική αγωγή, αναφορικά με το προαναφερόμενο επίδικο ακίνητο, κατά του Δήμου ……….., επί της οποίας εκδόθηκε η υπ αριθ. 6920/2003 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η ανωτέρω ασκηθείσα αναγνωριστική αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενόψει δε, της από 3/3/2004 (με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ……/2004) ασκηθείσας έφεσης εκ μέρους των ανωτέρω δικαιοπαρόχων των α’ και β1 εναγόντων και του γ’ ενάγοντος ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά της ανωτέρω εκδοθείσας οριστικής απόφασης, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 6458/2005 τελεσίδικη απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η ανωτέρω ασκηθείσα έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη και ως εκ τούτου τα ανωτέρω εκτεθέντα εκ μέρους των ενόρκως βεβαιούντων …………, …………, και ……… δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, εξ αυτού του λόγου δε, οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις δεν κρίνονται πειστικές.

Επίσης, από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες των εναγόντων προκύπτει ότι απεικονίζεται η ύπαρξη φυτών σε κάποια σημεία του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου, χωρίς όμως να αποδεικνύεται ότι η φύτευση αυτών έλαβε χώρα από αυτούς. Περαιτέρω, σε αυτές δεν απεικονίζεται η ύπαρξη οποιαδήποτε σταθερής κατασκευής επί του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου, ενώ οι καρέκλες, τα παραπήγματα και το κοτέτσι που απεικονίζονται σε κάποιες εκ των προσκομιζόμενων φωτογραφιών δεν προκύπτει ότι ευρίσκονται εντός του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου. Επίσης, αν και στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες απεικονίζονται σταθμε υμένα ή διερχόμενα οχήματα εντός του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου, εντούτοις δεν προκύπτει η ύπαρξη κατασκευής υπόστεγου ή μόνιμης δομημένης θέσης στάθμευσης. Επομένως, από το σύνολο των προσκομιζόμενων εκ μέρους των εναγόντων φωτογραφιών δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη οποιοσδήποτε σταθερής κατασκευής και οποιοσδήποτε μόνιμης και σταθερής υποδομής, είτε επαγγελματικού είτε αστικού χαρακτήρα κατασκευάστηκε από οποιονδήποτε επί του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου. Επίσης από τις προαναφερόμενες προσκομιζόμενες φωτογραφίες δεν προκύπτει η ύπαρξη ούτε μόνιμης καλλιέργειας, η οποία διενεργείται συστηματικά, ούτε κατασκευάστηκε οποιοδήποτε επαγγελματικό ακίνητο επί του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου, ούτε ανεγέρθηκε οποιοσδήποτε βοηθητικός χώρος σταθερά συνδυασμένος με το έδαφος.

Περαιτέρω, ο α’ ενάγων (….) προσκομίζει δηλώσεις ΕΝΦΙΑ που υπέβαλε κατά τα έτη 2014-2019, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτός, μεταξύ πολλών ακινήτων, δηλώνει ότι είναι συγκύριος κατά ποσοστό 33,33% ενός ακινήτου, εμβαδού 500 τ.μ, που βρίσκεται στο ………., επί της οδού …………… Επίσης, ο β’ ενάγων (……………) προσκομίζει απόσπασμα δήλωσης Ε9 του έτους 2013 και δήλωση ΕΝΦΙΑ έτους 2017, από τις οποίες προκύπτει ότι ο δικαιοπάροχος του β’ ενάγοντα, ήτοι ο ……….., δήλωνε ότι είναι συγκύριος κατά ποσοστό 33,33% ενός ακινήτου, εμβαδού 500 τ.μ, που βρίσκεται στο ……….., επί της οδού …………. Πλην όμως, για τα υπόλοιπα έτη που ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι είτε οι ίδιοι είτε οι δικαιοπάροχοι τους ασκούσαν την νομή επί του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου δεν προσκομίζουν παρόμοιες δηλώσεις και ως εκ τούτου από την ενδεικτική ή περιστασιακή προσκομιδή των ανωτέρω δηλώσεων δεν προκύπτει , άνευ άλλου τινός, ότι οι ενάγοντες οι δικαιοπάροχοι τους ασκούσαν επί μακρό χρονικό διάστημα την νομή του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη.

Επίσης, στην Νοεμβρίου του έτους 2020 προσκομιζόμενη εκ μέρους των εναγόντων τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου, η οποία έχει συνταχθεί από τον αρχιτέκτονα μηχανικό …., και αφορά το προαναφερόμενο επίδικο ακίνητο, περιλαμβάνονται ασαφείς και θολές φωτογραφίες του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου, επί των οποίων δεν απεικονίζονται σταθερές κατασκευές, από τις οποίες να προκύπτει η συνεχής και αδιάλειπτη εξουσίαση ολόκληρου του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου εκ μέρους των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ενώ το γεγονός ότι επί των φωτογραφιών που περιλαμβάνονται στην ανωτέρω τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας απεικονίζεται σε μη προσδιορισμένα με ακρίβεια χρονικά σημεία η υπαίθρια αποθήκευση και φύλαξη οικοδομικών υλικών και η στάθμευση οχημάτων, γεγονός από το οποίο δεν προκύπτει με ασφάλεια και βεβαιότητα ότι οι ενάγοντες οι δικαιοπάροχοι τους ασκούσαν επί μακρό χρονικό διάστημα την νομή του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη.

Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, εφόσον δεν αποδεικνύεται η άσκηση πράξεων νομής των εναγόντων, καθώς επίσης και των δικαιοπαρόχων τους, επί του προαναφερόμενου επιδίκου ακινήτου, υπό την έννοια της καθολικής φυσικής εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου και καλή πίστη για χρονικό διάστημα τουλάχιστον είκοσι (20) ετών, δεν επήλθε η κτήση της συγκυριότητάς τους με έκτακτη χρησικτησία και ως εκ τούτου η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Σε ότι αφορά την δικαστική δαπάνη των εφεσίβλητων, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των εκκαλοΰντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183,191 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.

Πρέπει επίσης να διαταχθεί η επιστροφή του νομίμου παράβολου, ποσού εκατό (100) ευρώ, στους εκκαλούντες, λόγω της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ την από 6/12/2024 (με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ………/2024 και Αριθμό Κατάθεσης Ενδίκου Μέσου ………/2024) έφεση αντιμωλία των διαδίκων

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του υπ αριθ. ………….. παραβόλου, ποσού εκατό (100) ευρώ, στην εκκαλούσα

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ’ αριθ. 6976/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών

ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 27/7/2020 (με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ……../2020 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης ……./2020) αγωγή

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ την δικαστική δαπάνη των εφεσίβλητων, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, σε βάρος των εκκαλούντων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των οκτακόσιων (800) ευρώ

Κρίθηκε, αποφασίστηκε, δημοσιεύτηκε στις 30/5/2025 στην Αθήνα σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση του Δικαστηρίου τούτου, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Nomotelia
Ι.Ιωαννίδης.