Η μονομερής δικαιοπραξία λύσης του άρθρου 7 παρ. 1 περ. β΄ του Ν. 4356/2015
Η αναθεωρημένη διαδικασία μονομερούς λύσης του συμφώνου συμβίωσης που ρυθμίζεται στο άρθρο 7 παρ. 1 περ. β΄ του Ν. 4356/2015 περιέχει και αυτή επιτακτικό κανόνα δικαίου, δεδομένου ότι καθορίζει συγκεκριμένη διαδικασία και πάροδο προθεσμίας αναμονής για την επιχείρηση της πράξης. Ειδικότερα, το σύμφωνο συμβίωσης μπορεί να λυθεί μονομερώς, με δικαιοπραξία του ενός συντρόφου με την οποία ασκείται διαπλαστικό δικαίωμα171Έτσι Απ. Γεωργιάδης, ΟικογΔ1, §22 αρ. 43·ο ίδιος, ΟικογΔ2, §22 αρ. 44·Σαϊτάκης, Το Νέο Σύμφωνο…, σ. 40. Αντιθ. Χριστοδούλου, Η συμβίωση…, σ. 179 και 189, ο οποίος θεωρεί τη μονομερή λύση του συμφώνου ως οιονεί δικαιοπραξία, παρότι η επέλευση της έννομης συνέπειας της λύσης του συμφώνου αποτελεί το ηθελημένο αποτέλεσμα στο οποίο αποβλέπει ο δικαιοπρακτών . Πράγματι, το πρόσωπο με μονομερή του δήλωση και υπό τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος επιφέρει έννομη μεταβολή, καταργώντας για το μέλλον την οικογενειακή έννομη σχέση. Μπορεί επίσης να παρατηρηθεί ότι η μονομερής λύση του συμφώνου συμβίωσης υπό τον Ν. 4356/2015 διαμορφώνεται, αντίθετα προς το προϊσχύον καθεστώς, ως μη απευθυντέα, δεδομένου ότι η σχετική δικαιοπραξία δεν απευθύνεται στον άλλο σύντροφο.
Η πρωτότυπη για το δόγμα του οικογενειακού δικαίου πρόβλεψη της μονομερούς, εξώδικης και αναιτιολόγητης λύσης του συμφώνου συμβίωσης, επέτρεψε ήδη υπό τον Ν. 3719/2008 τη διατύπωση της γνώμης ότι η εν λόγω δήλωση γίνεται αποκλειστικά αυτοπροσώπως, ως ανεπίδεκτη άμεσης ή έμμεσης αντιπροσώπευσης, λόγω του έντονα προσωποπαγούς χαρακτήρα του δικαιώματος. Και τούτο, παρά την έλλειψη διάταξης, αντίστοιχης με αυτήν της περ. α΄ του ίδιου άρθρου για τη συμφωνημένη λύση του συμφώνου. Η άποψη αυτή επαναφέρθηκε και μετά τον Ν. 4356/2015, στον οποίο όμως και πάλι παραλείφθηκε η σχετική προσθήκη στην περ. β΄. Η παραπάνω θέση της θεωρίας θα πρέπει να υιοθετηθεί και μάλιστα χωρίς την εξαίρεση που προτάθηκε στο πλαίσιο συμφωνημένης λύσης του συμφώνου συμβίωσης, κατά την οποία μπορεί να επιτραπεί η εκούσια αντιπροσώπευση των συντρόφων από δικηγόρο εφοδιασμένο με ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, όπως ισχύει στο νέο συναινετικό διαζύγιο. Τούτο δικαιολογείται ενόψει του μονομερούς χαρακτήρα της δικαιοπραξίας, οπότε καθίσταται εντονότερος ο προσωπικός χαρακτήρας του δικαιώματος. Εξάλλου, αντίθετο επιχείρημα δεν μπορεί κατά την εδώ υιοθετούμενη γνώμη να αντληθεί ούτε από την ειδική (δικαστική) πληρεξουσιότητα για την άσκηση και συζήτηση αγωγής κατ’ αντιδικία διαζυγίου που προβλέπει η ΚΠολΔ 98 σε συνδυασμό με την ΚΠολΔ 592, καθώς η περίπτωση άσκησης της αγωγής δεν μπορεί να εξομοιωθεί με τη μονομερή, εξώδικη και αναιτιολόγητη λύση του συμφώνου συμβίωσης.
Θα πρέπει να γίνει επίσης δεκτό ότι και η μονομερής δικαιοπραξία του άρθρου 7 παρ. 1 περ. β΄ του Ν. 4356/2015 είναι ανεπίδεκτη αίρεσης και προθεσμίας, καθώς δεν μπορεί να παραμένει σε εκκρεμότητα η λύση της οικογενειακής έννομης σχέσης.
Ως στοιχείο της νομοτυπικής μορφής της μονομερούς και μη απευθυντέας δικαιοπραξίας θα πρέπει να αναγνωριστεί η δήλωση βούλησης του συντρόφου για τη λύση του συμφώνου συμβίωσης. Περαιτέρω, η δικαιοπραξία αυτή διαμορφώνεται από τον νόμο ως τυπική, καθώς ρητά ορίζεται η τήρηση συμβολαιογραφικού τύπου Για τον τυπικό χαρακτήρα της δικαιοπραξίας τόσο υπό τον Ν. 3719/2008, όσο και υπό τον Ν. 4356/2015 βλ. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ΟικογΔ5, ΙΙ, σ. 616· την ίδια, ΟικογΔ7, ΙΙ, σ. 578· Απ. Γεωργιάδη, ΟικογΔ1, §22 αρ. 42· τον ίδιο, ΟικογΔ2 , §22 αρ. 43· Παπαχρίστου, ΟικογΔ, σ. 188· τον ίδιο σε Παπαχρίστου/Κουμουτζή/Τσούκα, Το Σύμφωνο…, άρθρο 4, σ. 27· Κοτζάμπαση, ΕΝΟΒΕ, σ. 42· την ίδια, ΕλλΔνη 2016.650.655· Χριστοδούλου, Η συμβίωση.., σ. 179· Περάκη, Η εκτός γάμου…, σ. 190· Σαϊτάκη, Το Νέο Σύμφωνο.., σ. 39.
Η ληξιαρχική καταχώριση και στην μονομερή λύση αποτελεί όρο του ενεργού της δικαιοπραξίας και συγκεκριμένα αίρεση δικαίου. Έτσι, πριν τη ληξιαρχική καταχώριση η επιχειρούμενη από τον σύντροφο δικαιοπραξία δεν αναπτύσσει ακόμα τα έννομα αποτελέσματά της (άρθρο 7 παρ. 2). Κατά τα λοιπά, ισχύουν εν προκειμένω οι αντίστοιχες παρατηρήσεις και κριτικές προσεγγίσεις που επιχειρήθηκαν παραπάνω184, με αφορμή τη ληξιαρχική καταχώριση του συμφώνου (άρθρο 1 εδ. β΄) και της συμφωνίας λύσης του (άρθρο 7 παρ. 1 περ. α΄ και παρ. 2).
Η πρόσκληση για συναινετική λύση του συμφώνου και η πάροδος τριών μηνών
Επιδιώκοντας την εγγύτερη προσέγγιση των στοιχείων που συνθέτουν τη δικαιοπραξία της μονομερούς λύσης του συμφώνου συμβίωσης, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στη διαδικασία που περιγράφεται στο άρθρο 7 παρ. 1 περ. β΄ του Ν. 4356/2015 και στον νομικό της χαρακτηρισμό. Κατά τη διάταξη αυτή ως αναγκαίο προστάδιο της έγκυρης επιχείρησης της μονομερούς δικαιοπραξίας λύσης του συμφώνου αναδεικνύεται η επίδοση με δικαστικό επιμελητή της πρόσκλησης για συναινετική λύση του συμφώνου συμβίωσης στον άλλο σύντροφο και η αναμονή τριών μηνών από τον χρόνο της επίδοσης. Αναζητώντας τη νομική φύση της παραπάνω πρόσκλησης, μπορεί ευθύς εξ αρχής να αποκλειστεί ο χαρακτηρισμός της ως δικαιοπραξίας. Και τούτο, διότι δεν φέρει τα χαρακτηριστικά δήλωσης βούλησης, η οποία αποτελεί το ελάχιστο αναγκαίο περιεχόμενο κάθε δικαιοπραξίας. Διαπιστώνεται ότι από την πρόσκληση απουσιάζει οποιαδήποτε δεσμευτικότητα, καθώς ο δηλών σύντροφος δεν μπορεί να υποχρεωθεί να προβεί στη συναινετική λύση του συμφώνου, για την οποία προσκαλεί τον άλλο σύντροφο. Η εν λόγω πρόσκληση στερείται άλλωστε δικαιοπρακτικού χαρακτήρα δεδομένου ότι, αντίθετα προς τον εγγενή σκοπό της δήλωσης βούλησης που κατατείνει στην παραγωγή έννομου αποτελέσματος, δηλαδή στην ίδρυση, αλλοίωση ή κατάργηση ορισμένης έννομης σχέσης, εν προκειμένω η πρόσκληση δεν επιφέρει την κατάργηση του συμφώνου συμβίωσης. Με άλλα λόγια, η πρόσκληση δεν είναι δικαιοπραξία, διότι δεν αναγνωρίζεται από τον νόμο ως παραγωγικός λόγος έννομων αποτελεσμάτων την επέλευση των οποίων θέλησε ο δηλών. Πράγματι, μόνον η συμβατική λύση και η μονομερής δικαιοπραξία που μπορεί να επιχειρηθεί μετά τριμήνου από την επίδοσή της αναγνωρίζονται από τον νόμο ως λόγοι που επιτρέπουν την κατάργηση της έννομης σχέσης από το σύμφωνο συμβίωσης.
Περαιτέρω, η παραπάνω πρόσκληση δεν μπορεί να εκτιμηθεί ούτε ως πρόταση προς κατάρτιση της καταργητικής του συμφώνου σύμβασης. Και αυτό, διότι δεν φαίνεται να συγκεντρώνει τα ουσιώδη στοιχεία της προς κατάρτιση δικαιοπραξίας για να χαρακτηριστεί νομικά ως τέτοια. Εξάλλου, αν η πρόσκληση θεωρούνταν πρόταση, θα έπρεπε να τηρείται και για αυτήν ο νόμιμος συμβολαιογραφικός τύπος που απαιτείται για την επιχείρηση της κύριας δικαιοπραξίας, δηλαδή της συναινετικής λύσης του συμφώνου.
Περισσότερο πειστική θα ήταν η εκδοχή ότι η παραπάνω πρόσκληση συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά της πρόσκλησης προς υποβολή πρότασης, καθώς το περιεχόμενό της κατά τον νόμο είναι η πρόσκληση του ενός συντρόφου στον άλλο για συναινετική λύση του συμφώνου. Σε σχέση με τον απαιτούμενο τύπο της πρόσκλησης αρκεί η ύπαρξη ιδιωτικού εγγράφου, το οποίο και θα επιδοθεί με δικαστικό επιμελητή στον άλλο σύντροφο, προφανώς για λόγους τεκμηρίωσης βέβαιης χρονολογίας της επίδοσης, από και με την οποία αφετηριάζεται η τρίμηνη προθεσμία αναμονής. Γι’ αυτό άλλωστε επισημαίνεται στην ΑιτΕκθ του Ν. 4356/2015204 ότι το αποδεικτικό επίδοσης της πρόσκλησης θα πρέπει να επισυνάπτεται στο συμβολαιογραφικό έγγραφο για τη μονομερή λύση του συμφώνου.

Μονομερής λύση του συμφώνου
Άρθρο 7. Λύση. 1. Το σύμφωνο συμβίωσης λύνεται α) με συμφωνία των μερών, που γίνεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο, β) με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση, εφόσον έχει επιδοθεί προηγουμένως με δικαστικό επιμελητή πρόσκληση για συναινετική λύση στο άλλο μέρος και έχουν παρέλθει τρεις (3) μήνες από την επίδοση και γ) αυτοδικαίως, αν συναφθεί γάμος μεταξύ των μερών.
2. Η λύση του συμφώνου συμβίωσης ισχύει από την κατάθεση αντιγράφου του συμβολαιογραφικού εγγράφου, που περιέχει τη συμφωνία ή τη μονομερή δήλωση, στο ληξίαρχο, όπου έχει καταχωριστεί και η σύστασή του .

Με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση, εφόσον έχει επιδοθεί με δικαστικό επιμελητή πρόσκληση για συναινετική λύση στο άλλο μέρος και έχουν παρέλθει τρεις (3) μήνες από την επίδοση (άρθρο 7 § 1 περ. β’ του Ν. 4356/2015). Το αποδεικτικό επίδοσης θα πρέπει να επισυνάπτεται στο συμβολαιογραφικό έγγραφο για τη μονομερή λύση. Για λόγους δημοσιότητας προβλέπεται ότι η λύση του συμφώνου ισχύει από την κατάθεση αντιγράφου του συμβολαιογραφικού εγγράφου στο ληξίαρχο όπου έχει καταχωριστεί η σύστασή του. Η ρύθμιση αυτή δυσχεραίνει τη μονομερή λύση του συμφώνου σε σχέση με το άρθρο 4 § 1 περ. β’ του προϊσχύσαντος Ν. 3719/2008, κατά το οποίο αρκούσε απλώς η εκ των υστέρων κοινοποίηση αντιγράφου του συμβολαιογραφικού εγγράφου της λύσης με δικαστικό επιμελητή στον άλλον, ενώ δεν απαιτούνταν η επίδοση εξώδικης όχλησης στο άλλο μέρος για συναινετική λύση του συμφώνου ούτε η παρέλευση κάποιου χρονικού διαστήματος, αλλά ήταν δυνατή η άμεση και χωρίς προειδοποίηση λύση του συμφώνου.
Η νέα διαδικασία μονομερούς λύσης, εκφράζει 197 την αντίληψη ότι η ανάγκη αποτροπής αιφνιδιασμού του άλλου μέρους, δεν συνάδει με μια μονομερή λύση άμεσης ισχύος, ιδίως όταν έχουν δημιουργηθεί οικογενειακές σχέσεις μεταξύ των μερών. Για τη διαφύλαξη λοιπόν των συμφερόντων του άλλου μέρους επιβάλλεται η προειδοποίησή του και η παρέλευση ενός τριμήνου, στο διάστημα του οποίου τα μέρη μπορούν να σκεφθούν με καθαρό μυαλό και να αναλογιστούν τις συνέπειες της λύσης του συμφώνου, να διευθετήσουν τυχόν διαφωνίες τους και να αποκαταστήσουν ίσως την ομαλή συμβίωσή τους. Πάντως και υπό το καθεστώς του νέου νόμου, όπως και του παλαιού Ν. 3719/2008, δεν χρειάζεται η επίκληση ορισμένου λόγου, ενώ αρκεί και η αναιτιολόγητη μονομερής λύση, ακόμη και λόγω μεταμέλειας του ενός συμβίου. Σε κάθε περίπτωση όμως, γίνεται δεκτό ότι το διαπλαστικό δικαίωμα μονομερούς λύσης δεν πρέπει να ασκείται καταχρηστικά (ΑΚ 281). Δεν είναι επίσης δυνατή η δήλωση με αντιπρόσωπο και η εξάρτησή της από αίρεση. Θα πρέπει, όμως, να γίνει δεκτό ότι είναι δυνατή η άσκηση του δικαιώματος από πρόσωπο που τέθηκε σε μερική στερητική (πλήρη ή μερική) ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση, αρκεί να είχε συνείδηση των πράξεών του (ΑΚ 131). Υπό την αντίθετη εκδοχή, το πρόσωπο θα στερούνταν της δυνατότητας αποδέσμευσης από το σύμφωνο, ακόμη και αν η συμβίωση ήταν γι’ αυτόν μη ανεκτή και εξαιρετικά δυσάρεστη.

Έννομες συνέπειες της λύσης
Στις περιουσιακές, τέλος, συνέπειες της λύσης του συμφώνου εμπίπτει η γέννηση αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα (άρθρο 5 § 2 Ν. 4356/2015), η γέννηση αξίωσης διατροφής (άρθρο 7 § 3 Ν. 4356/2015), η υποχρέωση λογοδοσίας και απόδοσης εισοδημάτων ενόψει του άρθρου 1399 ΑΚ, καθώς και η παύση του εξ’ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος και του δικαιώματος νόμιμης μοίρας. Στην περίπτωση δωρεάς, η τύχη της μπορεί να κριθεί κατά τα άρθρα 505 επ. ΑΚ για την ανάκληση δωρεών. Η περιουσιακή επαύξηση λόγω δωρεάς αναζητείται ασφαλώς και με την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα.206 Οι προϋποθέσεις του άρθρου 1442 ΑΚ Η αξίωση διατροφής του άρθρου 1442 ΑΚ, διαφοροποιείται από την αξίωση διατροφής του άρθρου 1391 ΑΚ για το χρονικό διάστημα της διάστασης. Καταρχάς η αξίωση διατροφής του άρθρου 1391 ΑΚ αποτελεί την αξίωση συνεισφοράς του άρθρου 1389 ΑΚ κατά τη διάρκεια της συμβίωσης, με άλλη μορφή, αλλά με τις ίδιες προϋποθέσεις, ενώ από την άλλη η αξίωση του άρθρου 1442 ΑΚ, απορρέει μεν από το γάμο ή τη συμβίωση, πλην όμως για τη στοιχειοθέτησή της απαιτείται η συνδρομή συγκεκριμένων προϋποθέσεων κατά τα χρόνο λύσης του συμφώνου. Η αξίωση διατροφής κατά τη διάσταση των συντρόφων, σταματά με τη λύση του συμφώνου, οπότε και μπορεί να γεννηθεί η αξίωση διατροφής του άρθρου 1442 ΑΚ. Επομένως, ενδεχόμενη απόφαση που επιδίκαζε διατροφή κατ’ άρθρο 1391 ΑΚ αποβάλλει αυτοδικαίως την ισχύ της, ενώ η αξίωση του πρώην συντρόφου περί διατροφής συνιστά πλέον αυτοτελή και διαφορετική αξίωση, η άσκηση της οποίας απαιτεί νέα αγωγή, διότι εδράζεται σε διαφορετικές προϋποθέσεις, ήτοι, όχι πλέον στην υπαιτιότητα, αλλά σε κοινωνικούς λόγους, και ειδικότερα, στην ενίσχυση του πρώην συντρόφου, ο οποίος δεν πρέπει να μείνει αβοήθητος, εφόσον αδυνατεί για σοβαρούς λόγους να καλύψει τις ανάγκες της διατροφής του.