Οι κυριότερες ανακοπές των άρθρων 933 και 936 ΚπολΔ – Ομοιότητες και διαφορές μεταξύ τους

γράφει η Δούφου Αθηνά – Μαρκία
Η σπουδαιότητα της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, έγκειται κυρίως στην προσβολή της ιδιοκτησίας του οφειλέτη μέσω του κρατικού καταναγκασμού, προς ικανοποίηση αξιώσεων του δανειστή[1], καθώς αυτός δεν έχει δικαίωμα στην αυτοδίκαιη προστασία του ουσιαστικού του δικαιώματος. (α. 20 παρ. 1 Σ, α.6 παρ. ΕΣΔΑ). Για τον λόγο αυτό, στα πλαίσια της δικαιοδοτικής λειτουργίας του Κράτους, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης έχει ανατεθεί σε όργανα εκτός των δικαστηρίων, δηλαδή σε κρατικά εκτελεστικά όργανα, όπως είναι ο συμβολαιογράφος και ο δικαστικός επιμελητής, τα οποία διατάσσονται από το Δικαστήριο να προβούν στην εκτέλεση του εκδοθέντος τίτλου. [2] Ο ρόλος όμως του δικαστηρίου δεν μπορεί και δεν πρέπει να τελειώνει στην διάγνωση του ουσιαστικού δικαιώματος για πολλούς λόγους.
Καταρχήν, ο δανειστής προελαύνει έναντι του οφειλέτη με αρωγό τα δημόσια όργανα εκτέλεσης δίχως αυτά να έχουν την δυνατότητα ή την υποχρέωση διάγνωσης ουσιαστικών ή δικονομικών ελαττωμάτων της αρχόμενης διαδικασίας. Συνοδευόμενο δε και με την λογική ότι ο οφειλέτης δέχεται κρατικό εξαναγκασμό, ακόμα και χωρίς προηγούμενη συζήτηση, κατά την οποία να μπορεί να αντιλέξει, όπως στην διαταγή πληρωμής (άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ), πρέπει να του δίνεται η δυνατότητα να προβάλει τις αντιρρήσεις του ακόμα και ως προς αυτό το ουσιαστικό δικαίωμα, την ικανοποίηση του οποίου επιδιώκει ο δανειστής.
Περαιτέρω, βασική αρχή της αναγκαστικής εκτελέσεως επιτάσσει ότι καμία πράξη της διαδικασίας δεν είναι άκυρη από μόνη της αλλά ακυρούται μετά από προβολή των λόγων ακυρότητας αυτής και έκδοση αποφάσεως που να την απαγγέλλει. Αυτή είναι η έννοια της «δικονομικής ακυρότητας» (ΑΚ 159), διαφοροποιούμενης από την έννοια της ακυρότητας κατά το ουσιαστικό δίκαιο, η οποία επέρχεται αυτοδικαίως και δεν έχει ανάγκη προηγούμενης προβολής.[3]
Για αυτό ο νομοθέτης θέσπισε ένα πλέγμα διατάξεων στο αντίστοιχο κεφάλαιο του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίες καλύπτουν την άμυνα των παραγόντων, με πρακτικότερη σημασία όλων τις ανακοπές του άρθρου 933 (Αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης ) και 936 ( Ανακοπή Τρίτου)
ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ: ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ
Ενεργητική νομιμοποίηση: Η ενεργητική νομιμοποίηση στην ανακοπή του 933 του καθ’ ου η εκτέλεση δεν εδράζεται μόνο στο άρθρο αυτό. Αυτή εδράζεται και στο άρθρο 583 ΚΠολΔ [4], που βρίσκεται στις γενικές διατάξεις των ενδίκων μέσων (ΚπολΔ 495 επ.). Ως εκ τούτου αποκλείεται από την άσκηση της ανακοπής αυτής ο επισπεύδων, αλλά και υποδεικνύεται ότι όπου δεν ρυθμίζεται ειδικά κάποια ανακοπή κατά της εκτέλεσης, τότε είτε ρητά παραπέμπει ο νομοθέτης στο α. 583 ΚΠολΔ ή σιωπηρά έχουν αναλογική εφαρμογή.
Βέβαια, καθ’ ου η εκτέλεση είναι ένας όρος που συναντάται στην αναγκαστική εκτέλεση τόσο με στενή έννοια, περιλαμβάνοντας μόνο τον οφειλέτη, που βάσει του τίτλου είναι ο υπόχρεος προς εξόφληση, όσο και με την ευρεία έννοια. Στην ευρεία έννοια εντάσσονται όλα εκείνα τα πρόσωπα, που νομιμοποιούνται παθητικά όταν επισπεύδεται εναντίον τους αναγκαστική εκτέλεση (άρθρα 919, 920)[5]. Επίσης πρόσωπα που υποκαθιστούν τον οφειλέτη[6].
Μάλιστα, στην περίπτωση που νομιμοποιούνται περισσότερα πρόσωπα για την άσκηση της ανακοπής, δύνανται, εφόσον οι λόγοι της ανακοπής και η πράξη εκτέλεσης κατά της οποίας αυτή στρέφεται είναι οι ίδιοι για όλα τα πρόσωπα, να ασκήσουν από κοινού μία ανακοπή. Αν γίνει αυτό , τότε η ενεργητική ομοδικία θα πρέπει να θεωρηθεί αναγκαστική, αφού η απόφαση που θα εκδοθεί θα καλύπτει όλους τους ανακόπτοντες με τα αποτελέσματά της (άρθρο 76παρ. 1β)[7]
Τέλος, νομιμοποιούνται ενεργητικώς για την άσκηση της ανακοπής του 933, όπως ρητά τάσσει το άρθρο, και οι δανειστές αυτού κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και διαπιστώνουν κενό στην διαδικασία κατ’ άρθρο 72 ΚΠολΔ, πχ για να ακυρώσουν την κατάσχεση, ώστε να ισχυροποιηθεί η δική τους μεταγενέστερη κατά του ιδίου οφειλέτη. [8]
Τι συμβαίνει όμως στην περίπτωση που στο αντικείμενο της εκτέλεσης εδράζουν δικαιώματα και τρίτοι, εκτός του καθ’ ου, τα οποία πλήττονται με την διαδικασία που εξαπολύει ο δανειστής;
Στην περίπτωση αυτή ο νομοθέτης θέσπισε την ανακοπή του άρθρου 936, με την οποία επιδιώκεται η υπεισέλευση του τρίτου που διεκδικεί δικαιώματα επί του κατησχημένου αντικειμένου, αντιτάξιμα κατά του καθ’ ου η εκτέλεση.
Η ομοιότητα με την ανακοπή του 933 είναι ότι και σε αυτήν την περίπτωση έχουμε ένα ένδικο βοήθημα (όχι ένδικο μέσο), με το οποίο θεσπίζεται η δυνατότητα του τρίτου που δεν μετείχε ή δεν προσκλήθηκε στην εκτελεστική διαδικασία να στραφεί κατά της εκτέλεσης [9]. Επίσης ότι και αυτή αποτελεί είδος της ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, όμως ο νομοθέτης θεώρησε ότι με την 583 δεν δίδεται αρκετή κάλυψη προς τον τρίτο και για αποτελεσματικότερη προστασία εισήγαγε την ανακοπή του 936 με ειδικότερη ρύθμιση[10].
Ως προς το πρόσωπο του ανακόπτοντα-τρίτου, υπήρξε μεγάλη διχογνωμία[11]. Η διχογνωμία αυτή δε δεν είναι άμοιρη πρακτικής σημασίας, διότι η λύση που κάθε φορά προκρίνεται οδηγεί στο ποια ανακοπή κάθε φορά δικαιούται να ασκήσει ο ανακόπτων. Σύμφωνα με την πιο σωστή άποψη [12] θα πρέπει να δεχθούμε ότι η έννοια του τρίτου συνδέεται τόσο με την αρνητική έννοια των υποκειμένων της δίκης (όχι δανειστής επισπεύδων- όχι καθ’ ου η εκτέλεση) , όσο και με το ουσιαστικό δικαίωμα που αντιτάσσει ο τρίτος επί του αντικειμένου της εκτέλεσης.
Αυτό σημαίνει πως καταρχήν τρίτος θεωρείται αυτός που δεν έχει την θέση του καθ’ ου η εκτέλεση (όπως προκύπτει σαφώς από το 936 παρ. 1), δηλαδή δεν του κοινοποιήθηκε επιταγή. Αυτό σημαίνει πως, αν και μπορεί να καλύπτεται από τα υποκειμενικά όρια εκτελεστότητας ενός τίτλου (919-920,325επ), εφόσον δεν του κοινοποιήθηκε επιταγή ή δεν κινήθηκε εναντίον του οποιαδήποτε άλλη μεταγενέστερη πράξη εκτέλεσης, μπορεί να συμπεριληφθεί στην έννοια του τρίτου, αφού δεν κατέστη διάδικος της συγκεκριμένης διαδικασίας. Όπως και το αντίστροφο, ότι δηλαδή αν και δεν νομιμοποιείται παθητικά, άπαξ και του επιδόθηκε επιταγή προς εκτέλεση, δεν θεωρείται τρίτος, αλλά διάδικος, και μπορεί πλέον μόνο ανακοπή του 933 να ασκήσει.
Αν όμως, ο τρίτος φέρει και τα χαρακτηριστικά του καθ’ ου η εκτέλεση, αλλά παραβλάπτονται τα δικαιώματά του ως τρίτου, γιατί έχει περιουσία άλλη από την υπέγγυα, την οποία πλήττει η αναγκαστική εκτέλεση; Πχ. Όταν διενεργείται εκτέλεση κατά νομικών προσώπων ή ανικάνων, αλλά αυτή πλήττει και την προσωπική περιουσία των νομίμων αντιπροσώπων τους. Στην περίπτωση αυτή η επίδοση της επιταγής γίνεται μεν στους νόμιμους αντιπροσώπους, αλλά οι πραγματικοί διάδικοι καθ’ ων είναι οι αντιπροσωπευόμενοι. Άρα οι νόμιμοι αντιπρόσωποι, εφόσον θίγεται προσωπική τους περιουσία, θεωρούνται τρίτοι.[13].
Από την άλλη όμως δεν πρέπει να αποσυνδέεται ο τρίτος από το ουσιαστικό δικαίωμα επί του αντικειμένου της εκτέλεσης. Δηλαδή, όπως προαναφέραμε, πρέπει να φέρει αντιτάξιμο δικαίωμα έναντι του καθ’ ου η εκτέλεση επ’ αυτού, ήτοι να είναι ήδη γεννημένο κατά τον χρόνο επιχείρησης της πράξης εκτέλεσης που θίγει τον τρίτο[14].
Αλλά εδώ υπάρχει η ομοιότητα με την ανακοπή του 933 στο ότι μπορούν την εν λόγω ανακοπή να ασκήσουν και οι δανειστές του τρίτου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 72 ΚΠολΔ [15], των οποίων το έννομο συμφέρον προς εκτέλεση στην περιουσία του δικού τους οφειλέτη παραβλάπτεται.
Παθητική νομιμοποίηση: Η διαφορά της ανακοπής του 933 με την 936 ως προς την παθητική νομιμοποίηση είναι βασική.
Στην πρώτη καθ’ ου η ανακοπή είναι καταρχήν ο επισπεύδων την εκτέλεση, αυτός δηλαδή που κινεί τα νήματα της διαδικασίας και εντέλλεται την δράση των εκτελεστικών οργάνων, εφόσον την ανακοπή ασκεί ο καθ’ ου η εκτέλεση.
Βεβαίως, αναλόγως με το στάδιο της διαδικασίας και με το πρόσωπο που ασκεί την ανακοπή, ο καθ’ ου αυτή ενδέχεται να παραλλάζει. Έτσι όταν η ανακοπή ασκείται από τους δανειστές του καθ’ ου, ως αναφέρεται ανωτέρω, καθ’ ου η ανακοπή πρέπει να είναι ο επισπεύδων μαζί με τον οφειλέτη. Ή όταν ο αρχικώς επισπεύδων έχει υποκατασταθεί από αναγγελθέντα δανειστή, ο οποίος έχει εκτελεστό τίτλο και ως εκ τούτου η αναγγελία του υπέχει θέση αυτοτελούς κατασχέσεως, τότε παθητικώς νομιμοποιούμενος είναι αυτός που υποκαθιστά τον αρχικό δανειστή και συνεχίζει την επίσπευση κατά το χρόνο ασκήσεως της ανακοπής.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις [16], θεωρείται εύλογο αλλά και σκόπιμο, να κατευθύνεται η ανακοπή προς όλους τους δανειστές του καθ’ ου η εκτέλεση, ώστε το δεδικασμένο της αποφάσεως να καλύψει όλους αυτούς που δύνανται αργότερα να ασκήσουν αυτοτελή ανακοπή ή τριτανακοπή κατά αυτής. Οπότε, η παθητική νομιμοποίηση στην δίκη για την ανακοπή της 933 μπορεί να έχει περισσότερα, ομοδίκους πλέον, πρόσωπα, πέραν των κλασικών, με το σκοπό παγίωσης της εκδοθησομένης επί της ανακοπής αποφάσεως. Στις περιπτώσεις αυτές (αντιστοίχως με την ενεργητική νομιμοποίηση), αν και δεν προβλέπεται αναγκαία παθητική ομοδικία από τον νόμο, θεωρείται ως τέτοια, με όλες τις συνέπειες τις ομοδικίας [17], για τον λόγο ότι η διαπλαστική απόφαση που θα εκδοθεί τους αφορά όλους. Άρα [18], υποστηρίζεται ότι ακόμα και αν δεν απευθύνεται η ανακοπή σε κάποιους από αυτούς, υπάρχει το δικαίωμα προσεπίκλησής τους (α. 76,86 ΚΠολΔ), ή να αντιπροσωπεύεται ο μη εμφανιζόμενος διάδικος από τους άλλους .
Αντιθέτως στην ανακοπή της 936 διαφέρει η παθητική νομιμοποίηση, με γνώμονα ως ανωτέρω λέχθηκε ότι η συγκεκριμένη ανακοπή ασκείται από τρίτο, που αντλεί δικαιώματα επί του αντικειμένου της εκτέλεσης. Στην περίπτωση αυτή, η διάταξη είναι ρητή ως προς την υποχρέωση του ανακόπτοντος να απευθύνει την ανακοπή του τόσο κατά του δανειστή που επισπεύδει όσο και κατά του καθ’ ου οφειλέτη.
Αν και υπήρξε κατά το παλαιότερο δίκαιο, και υπάρχει ακόμα και η αντίθετη άποψη[19] , η κρατούσα γνώμη, την οποία ακολουθεί και παγίως η νομολογία [20], είναι ότι σε αυτήν την περίπτωση υπάρχει αναγκαστική παθητική ομοδικία (άρθρο 76 ΚΠολΔ), μεταξύ των καθ’ ων η συγκεκριμένη ανακοπή[21]. Η σημασία της διαπίστωσης αυτής έγκειται στην συνέπεια ότι το δικαστήριο δύναται και αυτεπαγγέλτως να εξετάζει την ύπαρξη της προϋπόθεσης κλήσης των δύο ομοδίκων και να κηρύσσεται απαράδεκτη η ανακοπή σε περίπτωση που ο ανακόπτων τρίτος έχει παραλείψει να στραφεί και κατά του ενός και κατά του άλλου[22] .
Τέλος και σε αυτήν την περίπτωση, ο ανακόπτων είναι σκόπιμο να στρέψει την ανακοπή του προς όλους τους αναγγελθέντες δανειστές του καθ’ ου, ώστε να τους δεσμεύσει με το δεδικασμένο της εκδοθείσης αποφάσεως και να τους αποκλείσει από ενδεχόμενη έγερση αξίωσης στο μέλλον. Επίσης, και για τον ίδιο λόγο, στην περίπτωση κατασχέσεως εις χείρας τρίτου, η ανακοπή είναι σκόπιμο να στρέφεται και κατά του τρίτου, στα χέρια του οποίου βρίσκεται η κατασχεμένη απαίτηση [23].
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΝΑΚΟΠΗΣ: ΦΥΣΗ – ΛΟΓΟΙ – ΣΚΟΠΟΣ
Η φύση της ανακοπής του άρθρου 933 είναι ενδεικτική της σημασίας της. Πρόκειται για ένα εισαγωγικό ουσιαστικής δίκης δικόγραφο, αποκλειστικό και διαπλαστικό. Αυτό σημαίνει πως ο καθ’ ου δεν μπορεί να στραφεί κατά πράξεως της συγκεκριμένης διαδικασίας με αγωγή ή κάποιο άλλο ένδικο μέσο, παρά μόνο με ανακοπή και αν το κάνει με κάποιο άλλο μέσο δεν επιδρά στην διαδικασία. Αυτή χαρακτηρίζεται ως «ένδικο βοήθημα» και όχι ένδικο μέσο, καθώς βάλλει κατά πράξεων των οργάνων εκτέλεσης, και όχι κατά δικαστικής αποφάσεως [24].
Η απόφαση επί της ανακοπής είναι διαπλαστική, με την έννοια ότι ακυρώνει μία πράξη εκτέλεσης, ανατρέχοντας στον χρόνο διενέργειας της πράξης, καταργώντας το έρεισμα των υπολοίπων πράξεων που στηρίχθηκαν σε αυτήν, εάν και εφόσον αυτές προσβληθούν εγκαίρως εντός των υπό του νόμου αυστηρών προθεσμιών του άρθρου 934 ΚΠολΔ[25].
Συνεπώς, μία πράξη εκτέλεσης, ακόμα και αν βαρύνεται από πλημμέλεια, συνεχίζει να παράγει έννομα αποτελέσματα αν δεν προσβληθεί εγκαίρως, αλλά και αν προσβληθεί εγκαίρως, δεν παρασύρει όλη την μεταγενέστερη διαδικασία αν και οι υπόλοιπες πράξεις δεν προσβληθούν επίσης. Για αυτό [26] όταν προσβάλλεται μία πράξη εκτέλεσης, θα πρέπει δυνάμει του άρθρου 69 παρ. 1δ ΚΠολΔ, να συμπροσβάλλονται και οι μεταγενέστερες που στηρίζονται σε αυτήν. Στηρίζεται δε η λειτουργία της αυτή στην βασική αρχή της κατά στάδια προσβολής κάθε πράξης εκτέλεσης (άρθρο 934 ΚΠολΔ) αλλά και στην αρχή της δικονομικής ακυρότητας που αναφέρθηκε ανωτέρω (159 ΚΠολΔ)31.
Με γνώμονα λοιπόν τα τελευταία εκτεθέντα, η ανακοπή του 933 στοχεύει στην ΑΚΥΡΩΣΗ μίας πράξης εκτέλεσης, με αντικείμενο την προβολή συγκεκριμένων αντιρρήσεων, ως ρητά ορίζεται στην διάταξη της παραγράφου 1, που αφορούν στην εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου (πχ έλλειψη παθητικής ή ενεργητικής νομιμοποίησης, έλλειψη εκτελεστότητας του τίτλου, στοιχεία ακυρότητας αυτού κλπ), την διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης (πχ πλημμέλειες των πράξεων της εκτέλεσης καθ’ αυτήν ( όπως η ακυρότητα της επιταγής, της έκθεσης κατάσχεσης κλπ) ή την απαίτηση (πχ εξόφληση).
Αντιθέτως η ανακοπή του 936 δεν έχει φύση όχι μόνο διαπλαστική. Η ανακοπή αυτή έχει την φύση αγωγής, λόγω της λειτουργίας της ως επιθετικού μέσου του τρίτου προς προάσπιση ουσιαστικού δικαιώματος επί του αντικειμένου της εκτελέσεως. Άρα, το περιεχόμενό της μπορεί να είναι εκτός από διαπλαστικό και αναγνωριστικό δικαιώματος ή και καταψηφιστικό[27].
Ειδικότερα, αντικείμενο της ανακοπής του 936 είναι, αντιθέτως με την 933, η κήρυξη της εκτελεστικής διαδικασίας ως ανισχύρου. Ενώ δηλαδή στην 933 επιδιώκεται η ακύρωση μίας και αυτής πράξεως, με την ανακοπή του 936 επιδιώκεται να καταστεί η όλη διαδικασία ανενεργός [28]. Συνεπώς, πρόκειται για μία δικονομικά έγκυρη εν πρώτοις εκτέλεση, η οποία δεν μπορεί να προσβληθεί για λόγους ακυρότητας.[29] .
Είναι και αυτή η ανακοπή , μπορούμε να πούμε, «αποκλειστική» με την έννοια ότι δεν μπορεί να παρέμβει ο τρίτος εναντίον της εκτέλεσης παρά μόνο αν ασκηθεί αυτή η ανακοπή. Αν για παράδειγμα πλήττεται η κυριότητά του επί του αντικειμένου της εκτέλεσης, θα μπορούσε μεν να ασκήσει διεκδικητική αγωγή αναγνωριστική της κυριότητάς του, αλλά αυτή δεν θα σταματούσε την εξέλιξη της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Ως εκ του προορισμού λοιπόν της ανακοπής αυτής, σύμφωνα με τον οποίο δεν θίγεται η δικονομική εγκυρότητα της εκτέλεσης, δεν μπορεί ο τρίτος να προβάλλει ενστάσεις κατά της απαίτησης του επισπεύδοντος, όπως συμβαίνει στην 933, δεν προτείνονται αντιρρήσεις για τις πράξεις της διαδικασίας της εκτέλεσης, ενώ εναρκτήριο σημείο, αντιθέτως με την ανακοπή της 933, είναι η κατάσχεση και όχι η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση, αφού από την κατάσχεση αρχίζει η προσβολή του δικαιώματος του τρίτου.
Ως προς τα δικαιώματα που στηρίζουν έννομο συμφέρον του τρίτου για την άσκηση της ανακοπής, η διάταξη του 936 παραθέτει μία ενδεικτική απαρίθμηση Σε γενικές γραμμές θα πρέπει το δικαίωμα του τρίτου επί του αντικειμένου της εκτέλεσης να είναι καταρχήν ισχυρότερο του δικαιώματος του καθ’ ου η εκτέλεση (πχ κυριότητα ασχέτου νομής)[30].
Με αυτόν τον τρόπο, όπως ενδεικτικά απαριθμεί το άρθρο 936 ΚΠολΔ, δικαιώματα που μπορούν να θεμελιώσουν την ανακοπή αυτή, είναι καταρχήν η κυριότητα (για παράδειγμα πωλητής με παρακράτηση κυριότητας όταν το τίμημα δεν έχει εξοφληθεί)[31]. Επίσης ο νομέας, αν δεν υπάρχει δικαίωμα ανώτερο της νομής επί του αντικειμένου.[32].
Τέλος αυτός που πέτυχε τη διάρρηξη μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας του οφειλέτου, αποκρούσει με την ανακοπή αυτή την κατάσχεση του αντικειμένου από άλλο δανειστή του ίδιου οφειλέτου, ενώ η επικαρπία – οίκηση και οι υπόλοιπες δουλείες περιορίζουν την εκτέλεση επί του πράγματος στο πραγματικό δικαίωμα του οφειλέτη που πράγματι διατηρεί επί του αντικειμένου της εκτέλεσης.
Όπως προελέχθη, το αίτημα της ανακοπής του άρθρου 936 μπορεί να μην είναι μόνο διαπλαστικό. Το αίτημα, λόγω της ομοιότητας της ανακοπής με την αγωγή, μπορεί να είναι και αναγνωριστικό του δικαιώματος επί του αντικειμένου της εκτέλεσης[33], αλλά και καταψηφιστικό, δηλαδή να ζητείται η απόδοση του αντικειμένου ελευθέρου βάρους[34].
ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ:
Στην ανακοπή του 933 ο νομοθέτης επιλέγει, όπως προαναφέρθηκε, την κατά στάδια προσβολή της εκτελεστικής διαδικασίας. Με το άρθρο 934 ΚΠολΔ διαχωρίζει την διαδικασία σε τρία στάδια (προδικασία – κυρίως εκτέλεση – κατακύρωση και πλειστηριασμό), τάσσοντας μικρές προθεσμίες μέσα στις οποίες μπορεί ο καθ’ ου να προβάλλει τις αντιρρήσεις του για την κάθε μία. Η διαδικασία της εκτέλεσης πρέπει να χαρακτηρίζεται από ταχύτητα και συνέπεια. Με αυτήν την λογική ο νομοθέτης κατοχυρώνει τα στενά πλαίσια του κάθε σταδίου, ούτως ώστε ο οφειλέτης καθ’ ου να μην δύναται να παρελκύσει αυτήν με άπειρες ανακοπές, που μέχρι να δικαστούν, θα κρατούν την εκκρεμή την εκτέλεση. Για τον λόγο αυτό πρέπει να επιδεικνύει επιμέλεια στην παρακολούθηση της διαδικασίας, ενώ πρέπει να επαναλάβουμε ότι η μη τήρηση των προθεσμιών καθιστούν την πράξη που δεν προσβάλλεται εμπροθέσμως ισχυρά[35].
Αντιθέτως στην ανακοπή του 936 τέτοιες προθεσμίες δεν τάσσονται ακριβώς γιατί δεν είναι αναγκαίες. Ο τρίτος , με αφετηρία όπως προαναφέραμε, την κατάσχεση, από την οποία αρχίζει και η προσβολή του δικαιώματός του επί του αντικειμένου της εκτέλεσης, μπορεί να προσβάλλει την διαδικασία εκ του λόγου τούτου, μέχρι την εγκατάσταση του υπερθεματιστού στο αντικείμενο της εκτέλεσης. Όμως μετά από την τελειωτική εγκατάσταση του υπερθεματιστού, ο τρίτος πλέον μπορεί να επιδιώξει διάγνωση του δικαιώματός του επί του αντικειμένου μόνο με αγωγή του ουσιαστικού δικαίου (με την αποκλειστική προθεσμία του άρθρου 1020 ΚΠολΔ), αφού πλέον η εκτέλεση έχει λήξει και δεν νοείται ανακοπή κατά αυτής [36].
Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι ο τρίτος μπορεί να έχει ήδη ασκήσει αγωγή για το δικαίωμά του επί του πράγματος, η οποία να έχει τελεσφορήσει πριν ή κατά την διάρκεια της εκτελεστικής διαδικασίας. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να θεωρηθεί ότι προστατεύεται από το δεδικασμένο, όπερ σημαίνει ότι όταν ασκήσει την ανακοπή του 936, το δικαστήριο δεσμεύεται από την προηγούμενη τελεσίδικη κρίση, ώστε να αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων επί της διαγνώσεως του ίδιου δικαιώματος. [37]
ΑΣΚΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΤΩΝ ΑΝΑΚΟΠΩΝ – ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΚΑΘ’ ΥΛΗΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΟΠΟ:
Ως προς την 933 έχουμε εξαντλήσει κατά μεγάλο μέρος τις ιδιαιτερότητές της. Η τελευταία ιδιαιτερότητά της, λόγω του σκοπού και της φύσης της, έναντι της ανακοπής του άρθρου 936, έγκειται στην άσκησή της, καθώς και στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται.
Παρά την κανονικότητα κατάθεσής της όπως κάθε άλλο δικόγραφο, δεν παύει να εντάσσεται στους ειδικούς όρους που τάσσονται μόνο για την ανακοπή αυτή (όπως για παράδειγμα η αρμοδιότητα του δικαστηρίου, το απαράδεκτο των μη αποδεδειγμένων παραχρήμα αποσβεστικών της απαιτήσεως ισχυρισμών κλπ που ισχύουν μόνο για την 933).
Πέραν τούτων, ως προς την αρμοδιότητα του δικαστηρίου, η ανακοπή της 933 είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον εκτελεστό τίτλο, δυνάμει του οποίου εξελίσσεται η εκτελεστική διαδικασία. Έτσι, αν ο εκτελεστός τίτλος έχει εκδοθεί από το Ειρηνοδικείο, αρμόδιο καθ’ ύλην είναι το Ειρηνοδικείο, ενώ το σε κάθε άλλη περίπτωση είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο.[38]. Είναι δε ο εκτελεστός τίτλος του αρχικού επισπεύδοντος που παγιώνει την καθ’ ύλην αρμοδιότητα, και όχι ο τίτλος αυτού που ενδεχομένως τον υποκαθιστά αργότερα. Αυτό, αν και δεν προκύπτει από το γράμμα του νόμου, είναι δικαιοπολιτικά ορθότερο, καθώς είναι ανάγκη να παγιώνεται η αρμοδιότητα του δικαστηρίου με την έναρξη της διαδικασίας και να μην επηρεάζεται από μεταγενέστερα περιστατικά. [39].
Βέβαια, υπό το προϊσχύον δίκαιο υπήρξαν αντίθετες απόψεις για το αν το Ειρηνοδικείο επιλαμβάνεται αποκλειστικά ανακοπών στρεφομένων κατά εκτελεστών αποφάσεων εκδοθέντων υπό αυτού, και όχι άλλου τίτλου (πχ διαταγή πληρωμής), λόγω και της σύνταξης της προϊσχύουσας διατάξεως. Η διχογνωμία όμως ήρθη με τον πρόσφατο νόμο 4055/12, ο οποίος με το άρθρο 99 αντικατέστησε την παρ. 1 του άρθρου 933 ΚΠολΔ, γενικεύοντας ορθώς κατά την γνώμη μου την αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου τάσσοντας ρητά : «….. ασκούνται μόνο με ανακοπή που εισάγεται στο ειρηνοδικείο αν ο εκτελεστός τίτλος έχει εκδοθεί από το δικαστήριο αυτό, και στο Μονομελές Πρωτοδικείο σε κάθε άλλη περίπτωση….». Επομένως ασχέτως τίτλου, εφόσον αυτός εξεδόθη από το Ειρηνοδικείο, οι αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης που στηρίζονται επ’ αυτού εισάγονται στο τελευταίο[40] .
Στο σημείο αυτό αναφερόμενοι στην συζήτηση της ανακοπής του 933, σημειώνουμε ότι υπάρχει αυξημένη διαλεκτική για την διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθείται, ήτοι αν αυτή πρέπει να είναι η τακτική ή η ειδική. Η διαλεκτική αυτή προκύπτει από την διαφορετική αντιμετώπιση των εκδικαζομένων δικαιωμάτων κατά την διαγνωστική δίκη, όπου ρητά ορίζεται ότι πρέπει να εκδικάζονται αυτά με ειδικές διαδικασίες (πχ μισθώματα, εργατικές διαφορές κλπ). Η μία άποψη που σημειώνεται είναι ότι κανονικά εφαρμόζεται η τακτική διαδικασία, η οποία όμως διέπεται από ειδικούς κανόνες, με την έννοια ότι το 933 δεν εισάγει ειδική διαδικασία, αλλά απλά θεσπίζονται ιδιαίτεροι κανόνες που επιβάλλουν ορισμένες αποκλίσεις από την αμιγή τακτική[41]. Η αντίθετη άποψη εκφράζει την αναγκαιότητα η 933 να εισάγεται με την ειδική διαδικασία, όποτε η εκτελεστέα αξίωση την απαιτεί, ενώ σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις ισχύει η τακτική διαδικασία με τις αποκλίσεις του 583 και 933 ΚΠολΔ[42].
Αν και στην νομολογία επικρατεί τελικώς η δεύτερη άποψη, πιο ορθή θεωρείται η πρώτη, για τον λόγο ότι η εκτελεστέα αξίωση έχει ήδη κριθεί στην διαγνωστική δίκη, όπου ακολουθήθηκε η ρητή επίταξη του νόμου για ειδική διαδικασία, ενώ είναι συνεπής και προς την λειτουργία της 933, η οποία ακολουθεί τον εκτελεστό τίτλο και φέρεται κατά των πράξεων της εκτέλεσης.
Όσον αφορά την τοπική αρμοδιότητα του δικάζοντος την ανακοπή του 933 δικαστηρίου, ο νόμος ρητά τάσσει στην παρ. 2 του αυτού άρθρου ότι αρμόδιο είναι το δικαστήριο της περιφέρειας του τόπου εκτέλεσης, εφόσον μετά την επίδοση της επιταγής ακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλιώς αρμόδιο είναι το δικαστήριο του άρθρου 584. Συνεπώς, αν μετά την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση έχουν προωθηθεί και άλλες πράξεις της διαδικασίας, παγιώνεται η τοπική αρμοδιότητα στο δικαστήριο της περιφέρειας του οποίου αυτή λαμβάνει χώρα. Αν όμως μετά την επίδοση της επιταγής παραμένει αδρανής ο επισπεύδων, τότε δεν υπάρχει ακόμα τόπος εκτέλεσης, και ως εκ τούτου αναφερόμαστε στις γενικές διατάξεις περί δωσιδικίας.[43]. Υπάρχει όμως η δυνατότητα παρέκτασης εφόσον τηρούνται οι προϋποθέσεις[44] .
Όλα τα ανωτέρω που ισχύουν για την 933 έχουν ταχθεί λόγω της ιδιαιτερότητας της συγκεκριμένης ανακοπής. Αντιθέτως με αυτήν, η ανακοπή του 936, ως δίκη περί την εκτέλεση, υπόκειται στους ειδικούς κανόνες του άρθρου 937, με την έννοια ότι δεν θεσπίζει από μόνο του ειδικούς κανόνες όπως η 933.
Η ιδιαιτερότητα δε της ανακοπής του 936 ως αγωγής[45] έχει συνέπειες τόσο ως προς την άσκησή της, όσο και ως προς την συζήτηση αυτής και κυρίως την αρμοδιότητα του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται. Ειδικότερα λοιπόν, η άσκησή της και η συζήτηση αυτής ακολουθεί πιστά, όχι τον εκτελεστό τίτλο στον οποίο εδραιώνεται η εκτέλεση, αλλά το δικαίωμα που αντιτάσσεται από τον τρίτο επί του αντικειμένου αυτής. Έτσι για παράδειγμα, αν το αντικείμενο είναι ακίνητο, θα πρέπει επί ποινή απαραδέκτου, να εγγράφεται η ασκηθείσα ανακοπή στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμοδίου Υποθηκοφυλακείου (άρθρο 220 ΚΠολΔ) και μάλιστα ασχέτως της φύσεως του αιτήματος (αναγνωριστικό κλπ)[46], ενώ αν έχει καταψηφιστικό αίτημα θα πρέπει να καταβάλλεται και δικαστικό ένσημο. Πρέπει το δικόγραφο της ανακοπής να περιέχει όλα τα στοιχεία της αγωγής, με παράθεση των στοιχείων αναλόγως με την ύπαρξη του δικαιώματος που ζητείται (πχ τίτλοι ιδιοκτησίας κλπ), ενώ το είδος του δικαιώματος που χρήζει προστασίας παρασύρει και την διαδικασία με την οποία θα συζητηθεί η ανακοπή με ό,τι αυτό συνεπάγεται (προθεσμίες κλπ). Άρα, αν το δικαίωμα χρήζει εκδίκασης με την ειδική διαδικασία, αυτή είναι που θα ακολουθηθεί και σε αυτήν την περίπτωση[47].
Η σύνδεση της ανακοπής αυτής με το κρινόμενο δικαίωμα του τρίτου επί του αντικειμένου της εκτέλεσης, έχει ως περαιτέρω συνέπεια η βαθμίδα του αρμοδίου καθ’ ύλη δικαστηρίου, να κρίνεται βάσει της αξίας του δικαιώματος του τρίτου, καθώς αυτό είναι το κύριο αντικείμενο της δίκης πλέον, και όχι η διαδικασία της εκτέλεσης αφ’ εαυτή, άρα δεν αποκλείεται η αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, όπως συμβαίνει με την ανακοπή του 933 ΚΠολΔ.[48] ..
Ως προς την τοπική αρμοδιότητα όμως, η 936 ακολουθεί τον γενικό κανόνα των δικών περί την εκτέλεση και προσδιορίζεται από τον τόπο της εκτέλεσης, καθώς το 936 παρ. 1 εδ. Γ’ εισάγει αποκλειστική δωσιδικία, η οποία υπερτερεί οποιασδήποτε άλλης. Άλλωστε ως προελέχθη, η ανακοπή του 936 έχει νόημα μόνο από την κατάσχεση και μετά, οπότε αυτονόητα ο τόπος εκτέλεσης έχει ήδη αποκρυσταλλωθεί και δεν υπάρχει λόγος εγκαθίδρυσης διάφορης αρμοδιότητας από αυτήν.[49] .
Η ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ (άρθρα 938-939 ΚΠολΔ):
Η ρητή θέληση του νομοθέτη, ήθελε την εκτέλεση να μην παρεμποδίζεται, ως εκ της φύσεώς της αλλά και του σκοπού της, ούτε από αυτήν την άσκηση ανακοπών ή άλλων βοηθημάτων, χωρίς να υπάρχει σπουδαίος λόγος. Από την άλλη, ο νομοθέτης θέλησε, εξαιτίας της δραστικής επέμβασης που υφίσταται ο οφειλέτης, να επιτρέπεται το «πάγωμα» της διαδικασίας σε περίπτωση που ο τελευταίος προβάλλει βάσιμους λόγους ακύρωσής της[50] .
Για τους ίδιους λόγους, με την ρητή διάταξη του άρθρου 937 παρ. 3 ΚΠολΔ, η αναστολή είναι μόνο δικαστική, με την έννοια ότι αυτοδίκαιη αναστολή μόνο με την άσκηση ενδίκου μέσου δεν αναγνωρίζεται και προϋποθέτει πάντα την έκδοση δικαστικής απόφασης[51].
Ο όρος αυτός ισχύει εν προκειμένω και για την ανακοπή του 933 και για εκείνη του 936. Έτσι, για την αναστολή της εκτέλεσης της διαδικασίας, ο ανακόπτων θα πρέπει να καταθέσει και αίτηση αναστολής, η οποία δικάζεται με τις διατάξεις περί ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ), με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις και για τις δύο.
Οι διαφορές στην περίπτωση των δύο ανακοπών, ως προς την αναστολή είναι πολύ λίγες και υπάρχει έντονη διχογνωμία για αυτές. Ειδικότερα:
Καταρχήν, διχογνωμία υπάρχει για το αν η πενθήμερη προθεσμία που τάσσει το 938 παρ. 3, ως καταληκτική για την κατάθεση αίτησης αναστολής, αφορά την ανακοπή του 933 αλλά και του 936. Οι δύο απόψεις που ερίζουν για αυτό, ενώ δέχονται ότι ο σκοπός της διάταξης βασικά είναι ο περιορισμός αιφνιδιαστικών αιτήσεων αναστολής, διαφωνούν όμως στον λόγο του περιορισμού αυτού. Και αφενός η μία υποστηρίζει ότι ο νομοθέτης ήθελε να αποτρέψει τον αιφνιδιασμό συγκεκριμένα ως προς τον πλειστηριασμό και μόνο για αυτό και καλύπτει μόνο την ανακοπή του 933, εφόσον η 936 μπορεί να ασκηθεί και μετά από τον πλειστηριασμό και μέχρι εγκαταστάσεως του υπερθεματιστού[52]. Αφετέρου όμως η άλλη και ορθότερη άποψη συντείνει στο ότι, αφού το 936 μπορεί να ασκηθεί ελεύθερα σε κάθε στάδιο της εκτέλεσης, άρα και πριν τον πλειστηριασμό, η προθεσμία αυτή ισχύει και για την ανακοπή του 936, στην περίπτωση που αυτή ασκείται πριν την διενέργεια πλειστηριασμού.[53].
Βασική προϋπόθεση για την αναστολή, είναι η άσκηση της ανακοπής, πριν ή ταυτόχρονα τουλάχιστον με την αίτηση αναστολής,[54] , Για τον λόγο αυτό μάλιστα, όπως ρητώς επιτάσσει το άρθρο 938 παρ. 1 β’ και παρ.2 ΚΠολΔ, η αναστολή απευθύνεται στο δικαστήριο στο οποίο εισάγεται ή έχει εισαχθεί η ανακοπή και αρμόδιος να την διατάξει είναι ο δικαστής στον οποίο εκκρεμεί η ανακοπή. Για τον ίδιο λόγο η ευδοκίμηση της αναστολής εξαρτήθηκε ρητά από την πιθανολόγηση της ευδοκίμησης της ανακοπής, ενώ ενδεικτικό είναι ότι στην πράξη, στο δικόγραφο της αναστολής, επισυνάπτεται αυτούσια η ανακοπή.
Ως συνέπεια αυτών, σημειώνεται η δεύτερη διαφορά της αίτησης αναστολής που αφορά την άσκηση ανακοπής του 933 και εκείνη του 936, που είναι η αρμοδιότητα του δικαστηρίου να εκδικάσει την εν λόγω αίτηση. Συνδυάζοντας την διαφορετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα λόγω αντικειμένου των δύο ανακοπών του 933 και 936, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι προκειμένου για την αίτηση αναστολής που ζητείται δυνάμει της άσκησης ανακοπής του 933, αρμόδιο δικαστήριο και για αυτήν είναι αναλόγως το Ειρηνοδικείο, αν ο τίτλος δυνάμει του οποίου επισπεύδεται εκτέλεση είναι εκδοθείς υπό αυτού και σε κάθε άλλη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο. Αντιθέτως, προκειμένου για την αίτηση αναστολής που συνοδεύει την ανακοπή του 936, αφού η καθ’ ύλην αρμοδιότητα ακολουθεί το δικαίωμα του τρίτου επί του αντικειμένου της εκτέλεσης, αρμόδιο δικαστήριο για την συζήτηση της αίτησης αναστολής μπορεί να είναι και το Πολυμελές Πρωτοδικείο[55]. Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο ν. 4055/12 με το άρθρο 19 παρ. 5, με το οποίο επέφερε αλλαγές στο άρθρο 938 παρ. 1 και 2, θεωρώ ότι ήρε οποιαδήποτε αμφισβήτηση υπήρξε επ’ αυτού με τις διατάξεις του προηγούμενου κώδικα, όπου αναφερόταν γενικά ότι προκειμένου περί Πολυμελούς Πρωτοδικείου αρμόδιος είναι ο Πρόεδρος.
Τα παραπάνω έρχονται και ως συνέπεια της φύσεως της αίτησης αναστολής, πάνω στην οποία υπήρξε η έριδα για το αν συνιστά αυτή γνήσιο ασφαλιστικό μέτρο (εξ’ ου και η διαδικασία εκδίκασης), ή όχι .[56]. Κατά την δεύτερη όμως αντίθετη και κρατούσα άποψη υποστηρίζεται ότι πρόκειται μόνο για ένα μέτρο προσωρινής έννομης προστασίας, καθώς προϋποθέτει ήδη την ύπαρξη εκτελεστού τίτλου (αντιθέτως με τα γνήσια ασφαλιστικά μέτρα), είναι στοχευμένη στην διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης και προϋποθέτει την ευδοκίμηση των λόγων ανακοπής.
Η συζήτηση της φύσης της αναστολής έχει σημαντικές συνέπειες στην διαδικασία εκδίκασης, αφού αν γίνει δεκτή η πρώτη άποψη έχουν εφαρμογή όλοι οι όροι και προϋποθέσεις των δικών με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ενώ στην δεύτερη περίπτωση εφαρμόζονται μόνο εκείνοι οι όροι που συνάδουν με την ιδιαιτερότητα των ανακοπών αλλά της αναγκαστικής εκτελέσεως (πχ δυνατότητα ανάκλησης της απόφασης για την αναστολή).
Η ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ (άρθρα 938-939 ΚΠολΔ):
Η ρητή θέληση του νομοθέτη, ήθελε την εκτέλεση να μην παρεμποδίζεται, ως εκ της φύσεώς της αλλά και του σκοπού της, ούτε από αυτήν την άσκηση ανακοπών ή άλλων βοηθημάτων, χωρίς να υπάρχει σπουδαίος λόγος. Από την άλλη, ο νομοθέτης θέλησε, εξαιτίας της δραστικής επέμβασης που υφίσταται ο οφειλέτης, να επιτρέπεται το «πάγωμα» της διαδικασίας σε περίπτωση που ο τελευταίος προβάλλει βάσιμους λόγους ακύρωσής της[57] .
Για τους ίδιους λόγους, με την ρητή διάταξη του άρθρου 937 παρ. 3 ΚΠολΔ, η αναστολή είναι μόνο δικαστική, με την έννοια ότι αυτοδίκαιη αναστολή μόνο με την άσκηση ενδίκου μέσου δεν αναγνωρίζεται και προϋποθέτει πάντα την έκδοση δικαστικής απόφασης[58].
Ο όρος αυτός ισχύει εν προκειμένω και για την ανακοπή του 933 και για εκείνη του 936. Έτσι, για την αναστολή της εκτέλεσης της διαδικασίας, ο ανακόπτων θα πρέπει να καταθέσει και αίτηση αναστολής, η οποία δικάζεται με τις διατάξεις περί ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ), με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις και για τις δύο.
Οι διαφορές στην περίπτωση των δύο ανακοπών, ως προς την αναστολή είναι πολύ λίγες και υπάρχει έντονη διχογνωμία για αυτές. Ειδικότερα:
Καταρχήν, διχογνωμία υπάρχει για το αν η πενθήμερη προθεσμία που τάσσει το 938 παρ. 3, ως καταληκτική για την κατάθεση αίτησης αναστολής, αφορά την ανακοπή του 933 αλλά και του 936. Οι δύο απόψεις που ερίζουν για αυτό, ενώ δέχονται ότι ο σκοπός της διάταξης βασικά είναι ο περιορισμός αιφνιδιαστικών αιτήσεων αναστολής, διαφωνούν όμως στον λόγο του περιορισμού αυτού. Και αφενός η μία υποστηρίζει ότι ο νομοθέτης ήθελε να αποτρέψει τον αιφνιδιασμό συγκεκριμένα ως προς τον πλειστηριασμό και μόνο για αυτό και καλύπτει μόνο την ανακοπή του 933, εφόσον η 936 μπορεί να ασκηθεί και μετά από τον πλειστηριασμό και μέχρι εγκαταστάσεως του υπερθεματιστού[59]. Αφετέρου όμως η άλλη και ορθότερη άποψη συντείνει στο ότι, αφού το 936 μπορεί να ασκηθεί ελεύθερα σε κάθε στάδιο της εκτέλεσης, άρα και πριν τον πλειστηριασμό, η προθεσμία αυτή ισχύει και για την ανακοπή του 936, στην περίπτωση που αυτή ασκείται πριν την διενέργεια πλειστηριασμού.[60].
Βασική προϋπόθεση για την αναστολή, είναι η άσκηση της ανακοπής, πριν ή ταυτόχρονα τουλάχιστον με την αίτηση αναστολής,[61] , Για τον λόγο αυτό μάλιστα, όπως ρητώς επιτάσσει το άρθρο 938 παρ. 1 β’ και παρ.2 ΚΠολΔ, η αναστολή απευθύνεται στο δικαστήριο στο οποίο εισάγεται ή έχει εισαχθεί η ανακοπή και αρμόδιος να την διατάξει είναι ο δικαστής στον οποίο εκκρεμεί η ανακοπή. Για τον ίδιο λόγο η ευδοκίμηση της αναστολής εξαρτήθηκε ρητά από την πιθανολόγηση της ευδοκίμησης της ανακοπής, ενώ ενδεικτικό είναι ότι στην πράξη, στο δικόγραφο της αναστολής, επισυνάπτεται αυτούσια η ανακοπή.
Ως συνέπεια αυτών, σημειώνεται η δεύτερη διαφορά της αίτησης αναστολής που αφορά την άσκηση ανακοπής του 933 και εκείνη του 936, που είναι η αρμοδιότητα του δικαστηρίου να εκδικάσει την εν λόγω αίτηση. Συνδυάζοντας την διαφορετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα λόγω αντικειμένου των δύο ανακοπών του 933 και 936, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι προκειμένου για την αίτηση αναστολής που ζητείται δυνάμει της άσκησης ανακοπής του 933, αρμόδιο δικαστήριο και για αυτήν είναι αναλόγως το Ειρηνοδικείο, αν ο τίτλος δυνάμει του οποίου επισπεύδεται εκτέλεση είναι εκδοθείς υπό αυτού και σε κάθε άλλη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο. Αντιθέτως, προκειμένου για την αίτηση αναστολής που συνοδεύει την ανακοπή του 936, αφού η καθ’ ύλην αρμοδιότητα ακολουθεί το δικαίωμα του τρίτου επί του αντικειμένου της εκτέλεσης, αρμόδιο δικαστήριο για την συζήτηση της αίτησης αναστολής μπορεί να είναι και το Πολυμελές Πρωτοδικείο[62]. Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο ν. 4055/12 με το άρθρο 19 παρ. 5, με το οποίο επέφερε αλλαγές στο άρθρο 938 παρ. 1 και 2, θεωρώ ότι ήρε οποιαδήποτε αμφισβήτηση υπήρξε επ’ αυτού με τις διατάξεις του προηγούμενου κώδικα, όπου αναφερόταν γενικά ότι προκειμένου περί Πολυμελούς Πρωτοδικείου αρμόδιος είναι ο Πρόεδρος.
Τα παραπάνω έρχονται και ως συνέπεια της φύσεως της αίτησης αναστολής, πάνω στην οποία υπήρξε η έριδα για το αν συνιστά αυτή γνήσιο ασφαλιστικό μέτρο (εξ’ ου και η διαδικασία εκδίκασης), ή όχι .[63]. Κατά την δεύτερη όμως αντίθετη και κρατούσα άποψη υποστηρίζεται ότι πρόκειται μόνο για ένα μέτρο προσωρινής έννομης προστασίας, καθώς προϋποθέτει ήδη την ύπαρξη εκτελεστού τίτλου (αντιθέτως με τα γνήσια ασφαλιστικά μέτρα), είναι στοχευμένη στην διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης και προϋποθέτει την ευδοκίμηση των λόγων ανακοπής.
Η συζήτηση της φύσης της αναστολής έχει σημαντικές συνέπειες στην διαδικασία εκδίκασης, αφού αν γίνει δεκτή η πρώτη άποψη έχουν εφαρμογή όλοι οι όροι και προϋποθέσεις των δικών με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ενώ στην δεύτερη περίπτωση εφαρμόζονται μόνο εκείνοι οι όροι που συνάδουν με την ιδιαιτερότητα των ανακοπών αλλά της αναγκαστικής εκτελέσεως (πχ δυνατότητα ανάκλησης της απόφασης για την αναστολή).
Σε αυτό το σημείο πρέπει να ειπωθεί ότι ο νόμος 4055/12 έφερε και μία νέα διχογνωμία ως προς την εκδίκαση της αίτησης αναστολής επί των ανακοπών. Η μη ασφαλής διατύπωση του γ’ εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 938, του οποίου η γραμματική διατύπωση ρητά λέει: «Η αίτηση αναστολής κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου της ανακοπής και συζητείται υποχρεωτικά κατά την ορισθείσα δικάσιμο αυτής», έχει αναστατώσει θα μπορούσαμε να πούμε τον δικαστικό και δικηγορικό κόσμο, αφού αν λάβουμε υπόψη την ως άνω διατύπωση επιπόλαια, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η αίτηση αναστολής πλέον θα πρέπει να εκδικάζεται στην ίδια δικάσιμο με την ανακοπή[64] . Και ενώ μερικοί υποστηρίζουν ότι ο νομοθέτης αυτό θέλησε, ο δικαιοπολιτικός λόγος της αίτησης αναστολής μας οδηγεί ασφαλώς στο αντίθετο συμπέρασμα, καθώς με αυτόν τον τρόπο η αίτηση αναστολής στην ουσία απεκδύεται, κατά την γνώμη μου, του λόγου ύπαρξής της. Όπως προαναφέρθηκε, η αναστολή δόθηκε από τον νομοθέτη, ώστε να εξασφαλίσει ότι μία βασίμως πιθανολογούμενη πλημμελής διαδικασία δεν θα λάβει χώρα μέχρι την ουσιαστική διάγνωση της ύπαρξης ή μη της πλημμέλειας αυτής, η οποία μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση της εκτέλεσης ή μίας πράξης αυτής. Αν θεωρήσουμε ότι πλέον ο νομοθέτης θέλησε την υποχρεωτικά ταυτόχρονη εκδίκαση της αίτησης αναστολής με την ανακοπή, τότε δίνεται στον δανειστή ο χρόνος από την επίδοση της επιταγής μέχρι την εκδίκαση να συνεχίσει μία διαδικασία που πιθανόν να μείνει αργότερα ανερμάτιστη.
Πέραν αυτού η λογική της ταυτόχρονης εκδίκασης ενός ασφαλιστικού μέτρου (ακόμα και αν σύμφωνα με την κρατούσα άποψη η αναστολή δεν είναι αμιγές ασφαλιστικό μέτρο) με την κύρια δίκη, δηλαδή η σύμπτυξη σε μία δύο διαδικασιών που δεν συνάδουν μεταξύ τους ως προς την διεξαγωγή τους, είναι ασύμφορη ως προς την επιτάχυνση της δικαιοσύνης, όπως την ευαγγελίζεται ο νέος νόμος, αφού ο ίδιος δικαστής στην ίδια δικάσιμο θα πρέπει να διεξάγει δύο διαφορετικές διαδικασίες, σεβόμενος απόλυτα τις ιδιαιτερότητες αμφοτέρων. Βέβαια, το επιχείρημα υπέρ αυτής της άποψης ότι εκτός των άλλων ο δικαστής θα υποχρεούται έτσι να αποφαίνεται επί της ανακοπής εντός 48 ωρών, όπως η προθεσμία αυτή τάσσεται στο α. 691 παρ. 4 ΚΠολΔ για τις αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων, η οποία αναγκαστικά θα παρασύρει και την ανακοπή. Αυτό το επιχείρημα όμως, δεν συνάδει με την κρατούσα και σωστότερη άποψη ως προαναφέρθηκε, ότι η αναστολή δεν είναι γνήσιο ασφαλιστικό μέτρο, με συνέπεια σε αυτήν την περίπτωση, ακόμα και αν δεχόμασταν την ταυτόχρονη εκδίκαση, να μην θεωρείται σωστό. Σίγουρα όμως, σε συνάρτηση με την παρ. 3 του άρθρου που θέτει τον περιορισμό των 5 εργασίμων ημερών πριν την διενέργεια του πλειστηριασμού για την κατάθεση της αίτησης αναστολής αλλά και την υποχρεωτική έκδοση απόφασης επ’ αυτής έως στις 12οο το μεσημέρι της Δευτέρας πριν τον πλειστηριασμό, θα μπορούσαμε να πούμε ότι όντως υποχρεούται ο δικαστής, δεχόμενοι την άποψη της ταυτόχρονης εκδίκασης, να αποφανθεί και επί της ανακοπής στην ίδια ημερομηνία, καθώς δεν θα ήταν λογικό να υποχρεούται στην ταυτόχρονη εκδίκαση χωρίς να υποχρεούται και στην ταυτόχρονη έκδοση απόφασης.
Για τον λόγο αυτό, προσωπικά πιστεύω ότι η επίμαχη διάταξη δεν πρέπει να απομονώνεται από όλο το υπόλοιπο άρθρο 938, για την αποκρυπτογράφηση της ερμηνείας της, αλλά και να μην προσκολλάται κανείς στην γραμματική διατύπωση αυτής. Αντιθέτως, για όλους τους ανωτέρω λόγους, αλλά και από την διατύπωση όλων των υπολοίπων διατάξεων του άρθρου, όπως για παράδειγμα της παρ. 4 του άρθρου, όπου ρητώς λέει ότι η αναστολή μπορεί να διαταχθεί μόνο ώσπου να εκδοθεί η οριστική απόφαση επί της ανακοπής και με τον όρο να συζητηθεί η ανακοπή μέσα σε προθεσμία που θα καθορίσει το δικαστήριο. Και επίσης πιο κάτω που λέει ότι αν η αίτηση που υποβλήθηκε απορριφθεί, τότε μπορεί η αναστολή να διαταχθεί μόνο κατά την συζήτηση της ανακοπής. Σύμφωνα λοιπόν με τις ρητές διατυπώσεις της παρ. 3, αποχωρίζεται η αίτηση αναστολής από την ανακοπή, αποκαθιστώντας δια της ερμηνείας πλέον τον λόγο ύπαρξης της αίτησης αναστολής. Σύμφωνα λοιπόν με την άποψή μου, η διατύπωση της παρ. 2 εδγ’ του άρθρου 938 ΚΠολΔ, θα πρέπει να ερμηνευτεί ότι η αίτηση αναστολής θα πρέπει να συζητείται στην ορισθείσα για την αίτηση αναστολής δικάσιμο, δηλαδή να αποκοπεί από την φράση «στην γραμματεία του δικαστηρίου της ανακοπής» , το οποίο αποτελεί την εδραίωση και μόνο της καθ’ ύλη αρμοδιότητας του δικαστηρίου επί της αιτήσεως αναστολής.
Τέλος, η στενή σύνδεση της ανακοπής του 938 με τις ανακοπές του 933 και 936 έχει ως λογική συνέπεια την διάκριση του αιτούντος την αναστολή και των καθ’ ων η αίτηση, ανάλογα με τους επιμερισμούς που εκτέθηκαν ανωτέρω για την ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση καθεμιάς από αυτές.
Φυσικά, η αναστολή του άρθρου 938, όσον αφορά και τις δύο ανακοπές του 933 και 936, δεν έχει νόημα αν δεν ενημερωθούν τα όργανα που εκτελούν την διαδικασία. Συνεπώς η 938 είναι άμεσα συνδεδεμένη με το άρθρο 939 ΚΠολΔ που τιτλοφορείται «Γνωστοποίηση της αναστολής». Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο αυτό η απόφαση επί της αναστολής γνωστοποιείται με επιμέλεια των διαδίκων ή της γραμματείας του Δικαστηρίου στα εκτελεστικά όργανα, με συνέπεια να παγώνει η διαδικασία αυτομάτως ως προς τις πράξεις που έχουν ήδη εκτελεστεί, αλλά και να μην μπορούν να γίνουν άλλες πράξεις στο μέλλον [65]. Αυτό σημαίνει, ότι η απόφαση επί της αναστολής δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί στον καθ’ ου η αίτηση αναστολής (άρα και ανακοπής), αλλά αρκεί να γνωστοποιηθεί στα αρμόδια όργανα. Άπαξ και λάβουν γνώση τα τελευταία, η οποιαδήποτε πράξη λάβει χώρα είναι άκυρη και δίνει δικαίωμα αποζημίωσης και επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση στον καθ’ ου η εκτέλεση, ακόμα και αν η προθεσμία ανακοπής κατά της ακύρου πράξεως αυτής έχει παρέλθει, εφόσον αποτέλεσε αιτία ζημίας του καθ’ ου [66].
Ως συμπέρασμα όλων των ανωτέρω, μπορούμε λοιπόν να πούμε πως, όσο διαφορικές είναι οι δύο ανακοπές των άρθρων 933 και 936 στην ουσία τους, παρουσιάζουν την βασική ομοιότητα ότι, θεσπισμένες από τον νομοθέτη και τοποθετημένες ειδικά στο κεφάλαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, αποτελούν τους βασικούς πυλώνες προστασίας των από την εκτέλεση πληττομένων προσώπων και δημιουργούν την βάση επέμβασης, κυρίως κατασταλτικής, της δικαιοσύνης για την εξέλιξη μίας στεγανής δικονομικά διαδικασίας.
Ως εκ τούτου, και σε συνδυασμό με το ότι η αναγκαστική εκτέλεση χαρακτηρίζεται – τουλάχιστον θεωρητικά – κυρίως από ταχύτητα, πρέπει να δίνεται η ισότιμη, όπως και στην διαγνωστική δίκη, δυνατότητα στον οφειλέτη, να προτάσσει ενώπιον του δικαστηρίου τις πλημμέλειες της διαδικασίας, ώστε να ανακόπτει την συνέχισή της και την εδραίωση πράξεων εκτέλεσης σε άκυρες πράξεις που προηγήθηκαν [67], ενώ επιβεβλημένη είναι και η προστασία και ισορρόπηση των αντιτιθέμενων συμφερόντων των παραγόντων της εκτέλεσης[68], όταν πλήττονται τα δικαιώματά τους από την διαδικασία.
Τέλος, υπάρχουν και οι περιπτώσεις του 159 περ. 2, που ναι μεν δεν μπορούν να τύχουν ευθείας εφαρμογής στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά στην δίκη για την ακύρωση μίας εκτελεστικής πράξεως, λαμβάνεται υπόψη αν στην διαγνωστική δίκη του ουσιαστικού δικαίου θα επέσυρε τέτοια αντιμετώπιση (πχ. Πράξη εκτελέσεως που δεν στηρίζεται στην προδικασία, αφού στην ουσιαστική δίκη θα επέσυρε κανονικά λόγο αναιρέσεως του 159 παρ. 4 κλπ)
judex.gr
