Στις 21.4.2009 η επιτροπή δημοσίευσε[1]έκθεση σχετικά με τα προβλήματα τα οποία διαπίστωσε , στο διάστημα εφαρμογής[2]του ΕΚ 44/2001 , τα προβλήματα που παρουσιαστήκαν κατά την διάρκεια της εφαρμογής του κανονισμού και καθιστούσαν αναγκαία την αναδιατύπωση του ήταν σύμφωνα με την επιτροπή τα παρακατω :
- Η διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης μιας απόφασης σε άλλο κράτος μέλος («κήρυξη εκτελεστότητας/exequatur») εξακολουθεί να δημιουργεί εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των αποφάσεων, με συνέπεια περιττές δαπάνες και καθυστερήσεις για τους εμπλεκόμενους, και δεν επιτρέπει στις επιχειρήσεις και τους πολίτες να επωφελούνται πλήρως από την εσωτερική αγορά
- Στην ΕΕ η πρόσβαση στη δικαιοσύνη δεν είναι γενικά ικανοποιητική όσον αφορά τις διαφορές κατά τις οποίες ο εναγόμενος έχει την κατοικία του εκτός της ΕΕ.
- Η αποτελεσματικότητα της συμβατικής επιλογής δικαστηρίου (παρέκταση) πρέπει να βελτιωθεί
- – Η σύνδεση μεταξύ διαιτησίας και ενώπιον δικαστηρίου διαδικασίας πρέπει να βελτιωθεί. Η διαιτησία δεν περιλαμβάνεται στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Ωστόσο, εφόσον προσβάλλεται συμφωνία διαιτησίας ενώπιον δικαστηρίου, ένας διάδικος μπορεί να υπονομεύσει στην πράξη τη συμφωνία διαιτησίας και να δημιουργήσει μια κατάσταση όπου αναποτελεσματικές παράλληλες διαδικασίες ενώπιον δικαστηρίων μπορεί να οδηγήσουν σε ασυμβίβαστες επιλύσεις της διαφοράς
- Γενικότερος στόχος της αναθεώρησης είναι να αναπτυχθεί περαιτέρω ο ευρωπαϊκός χώρος δικαιοσύνης, με την άρση των εμποδίων που εναπομένουν στην ελεύθερη κυκλοφορία των δικαστικών αποφάσεων σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης
Οι προτεινόμενες ενέργειες από την επιτροπή ήταν οι παρακατω
- Κατάργηση της ενδιάμεσης διαδικασίας για την αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων (εκτελεστότητα) με εξαίρεση τις αποφάσεις σε υποθέσεις δυσφήμισης και σε συλλογικές αγωγές αποζημίωσης
- Επέκταση των κανόνων δικαιοδοσίας του κανονισμού στις διαφορές όπου εμπλέκονται εναγόμενοι από τρίτη χώρα, ιδίως σε περιπτώσεις όπου η ίδια διαφορά εκκρεμεί ενώπιον δικαστηρίων εντός και εκτός της ΕΕ
- Αύξηση της αποτελεσματικότητας των συμφωνιών παρέκτασης•
- Βελτίωση της σύνδεσης του κανονισμού με τη διαιτησία
- Καλύτερος συντονισμός των διαδικασιών ενώπιον των δικαστηρίων των κρατών μελών
- Βελτίωση της πρόσβασης στη δικαιοσύνη για ορισμένες κατηγορίες διαφορών
- Διασαφήνιση των όρων υπό τους οποίους μπορούν να κυκλοφορούν εντός της ΕΕ οι αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων.
Στην παρουσίαση του κατά την διάρκεια της Κυπριακής προεδρίας[3], για τα περίπου τέσσερα χρόνια διαπραγμάτευσης μεταξύ των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, χρειάστηκαν μόλις δυο λεπτά και δεκαπέντε δευτερόλεπτα για να εκτεθούν οι νέες αλλαγές που επιφέρει ο ΕΚ 1215/2012.
Οι σημαντικότερες αλλαγές είναι οι έξης:
Η αλλαγή στο σύστημα αναγνώρισης και εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων Αυτό επιτυγχάνεται με την εισαγωγή του τμήματος 3[4] ,του κεφαλαίου ΙΙΙ και των υποτμημάτων Ι (άρνηση αναγνώρισης) και ΙΙ (άρνηση εκτέλεσης) , που περιορίζουν κατά πολύ την εξουσία των δικαστηρίων του κράτους εκτέλεσης να αρνούνται την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων , κάτι το οποίο είχε επισημάνει στην εισηγητική της έκθεση και η ΕΟΚΕ[5] . Επίσης με την εισαγωγή του Άρθρου 39, εισάγεται η διαδικασία αυτόματης εκτέλεσης χωρίς να απαιτείτε κήρυξη εκτελεστότητας (διατηρείται η διαδικασία για υποθέσεις δυσφήμησης και συλλογικών απαιτήσεων), ενώ δίνει την δυνατότητα δυνατότητα στον εναγόμενο αποτρέψει την εκτέλεση απόφασης εναντίον του με το να αμφισβητήσει την απόφαση στο κράτος προελεύσεως (εκδόσεως) της στην βάση του ότι δεν είχε ενημερωθεί για την διαδικασία (για λόγους μη ή κακής επίδοσης) . Επίσης μπορεί να προβάλει στο κράτος εκτελέσεως ισχυρισμούς σχετιζόμενους με διαδικαστικά ελαττώματα στην δικαστική διαδικασία στο κράτος προελεύσεως τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα να του αποστερηθεί το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη[6] και περαιτέρω δια του Άρθρου 40 παρέχεται η εξουσία λήψης ασφαλιστικών μέτρων .
Η αποψη του γράφοντος είναι ότι οι σημαντικότερες αλλαγές που εισάγει ο κανονισμός (εξαιρουμένης της ρύθμισης του Άρθρου 35), είναι στον τομέα της αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων. Είναι πραγματικά ενδιαφέρον να δούμε πως θα λειτουργήσει στην πράξη αυτή η ρύθμιση , κυρίως όσον αφορά αποφάσεις οι οποίες εκδίδονται σε χώρες μέλη , που δεν φημίζονται για την τήρηση των εχέγγυον της δίκαιης δίκης , αλλά και μεταξύ χωρών που ανήκουν σε διαφορετικά δικαιικά συστήματα (κοινοδίκαιο – Ηπειρωτικό).
Η επόμενη σημαντική αλλαγή είναι η βελτίωση του ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου[7] , στο οποίο τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να παρέχουν πληροφορίες στο κοινό , σχετικά με τους κανόνες αναγνώρισης και εκτέλεσης και τις αρμόδιες αρχές στις οποίες το κοινό πρέπει να απευθύνεται.
Θεωρούμαι ότι ίσως θα έπρεπε τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να σκεφτούν την δημιουργία περιφερειακών δικαστηρίων υπό το ΔΕΕ στα Κράτη μέλη , τα οποία θα επιλαμβάνονται υποθέσεων που αφορούν το Ευρωπαϊκού ΙΔΔ . Αν και κάτι τέτοιο θα ήταν αντιθετο με τις απόψεις του γράφοντος , είναι γεγονός ότι η ολοκλήρωση της ΕΕ περνά μέσα από την δημιουργία ενιαίου Δικαιικού Συστήματος.
Σημαντική κρίνεται και η αλλαγή σε σχέση με εναγομένους που δεν έχουν την κατοικία τους εντος ΕΕ , και είναι αντισυμβαλλόμενοι εργαζομένων – καταναλωτών , ή η αγωγή εμπίπτει στις αποκλειστικές δικαιοδοσίες του Άρθρου 24 , ή αφορά συμφωνία παρέκτασης δικαιοδοσίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 25 [8].
Εδώ η αποψη μας είναι ότι θα έπρεπε να εισακουστούν οι προτάσεις της επιτροπής[9] που ήταν οι εξής «Η πρόταση επεκτείνει τους κανόνες δικαιοδοσίας που προβλέπει ο κανονισμός στους εναγόμενους από τρίτες χώρες. Με την τροποποίηση αυτή θα διευρυνθούν γενικά οι δυνατότητες των επιχειρήσεων και των πολιτών να ασκούν αγωγές στην ΕΕ κατά προσώπων από τρίτες χώρες, δεδομένου ότι στις περιπτώσεις αυτές καθίστανται εφαρμοστέοι ειδικοί κανόνες δικαιοδοσίας, όπως π.χ. αυτοί που παρέχουν δικαιοδοσία στο δικαστήριο του τόπου εκτέλεσης της σύμβασης. Ειδικότερα, με την τροποποίηση εξασφαλίζεται η εφαρμογή των κανόνων δικαιοδοσίας που προστατεύουν τους καταναλωτές, τους εργαζόμενους και τους ασφαλισμένους και σε περίπτωση που ο εναγόμενος κατοικεί εκτός της ΕΕ.
– Με την πρόταση εναρμονίζονται περαιτέρω οι κανόνες επικουρικής δικαιοδοσίας και δημιουργούνται δύο επιπλέον δωσιδικίες για τις διαφορές στις οποίες εμπλέκονται εναγόμενοι που κατοικούν εκτός ΕΕ. Πρώτον, η πρόταση προβλέπει ότι ένας εναγόμενος εκτός ΕΕ μπορεί να εναχθεί στον τόπο όπου βρίσκονται κινητά περιουσιακά στοιχεία του, υπό την προϋπόθεση ότι η αξία τους δεν είναι δυσανάλογη με την αξία της απαίτησης και ότι η διαφορά έχει ικανή συνάφεια με το κράτος μέλος του επιληφθέντος δικαστηρίου. Επιπλέον, τα δικαστήρια κράτους μέλους θα μπορούν να ασκούν δικαιοδοσία, εάν δεν είναι διαθέσιμο άλλο δικαιοδοτικό όργανο που εγγυάται το δικαίωμα δίκαιης δίκης και η διαφορά έχει ικανή συνάφεια με το εν λόγω κράτος μέλος (» forum necessitatis «). Η εναρμόνιση της επικουρικής δικαιοδοσίας εξασφαλίζει ίση πρόσβαση των πολιτών και των επιχειρήσεων σε δικαστήριο της Ένωσης, καθώς και ισότιμους όρους για τις επιχειρήσεις στην εσωτερική αγορά από την άποψη αυτή. Οι εναρμονισμένοι κανόνες αντισταθμίζουν την κατάργηση των υφιστάμενων εθνικών κανόνων. Πρώτον, η δωσιδικία του δικαστηρίου του τόπου όπου βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία εξισορροπεί την απουσία εναγομένου στην Ένωση. Ανάλογος κανόνας ισχύει σήμερα σε αρκετά μεγάλο αριθμό κρατών μελών και έχει το πλεονέκτημα ότι εξασφαλίζει τη δυνατότητα εκτέλεσης μιας απόφασης στο κράτος όπου εκδόθηκε.Δεύτερον, η εξ ανάγκης δικαιοδοσία εγγυάται το δικαίωμα των εναγόντων της ΕΕ σε δίκαιη δίκη, πράγμα το οποίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τις επιχειρήσεις της ΕΕ που επενδύουν σε χώρες με ανώριμα νομικά συστήματα.»
Δυστυχώς όμως από ότι φαίνετε τα θεσμικά όργανα της ΕΕ δεν φάνηκαν διατεθειμένα να έρθουν σε ρήξη με τα ισχυρά λόμπι , τα οποία σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελαν να βρεθούν εναγόμενοι ενώπιων δικαστηρίων της ΕΕ (από την στιγμή που ξοδεύουν τεράστια ποσά για να κρύβουν τις δραστηριότητες τους πίσω από εταιρίες φαντάσματα σε τρίτες χώρες) με σκοπό να διαφεύγουν του Έλεγχου της νομοθεσίας της ΕΕ.
Μια τεράστια αλλαγή έχει να κάνει με την Αρχη forum non convenience που δίνει την εξουσία σε δικαστήριο κατόπιν αιτήσεως Διαδίκου να αναστείλει την διαδικασία ενώπιων, του εάν εκκρεμεί αγωγή με το ίδιο ή συναφές αντικείμενο, ενώπιων δικαστηρίων τρίτου κράτους εφόσον εκτιμάται ότι θα εκδοθεί απόφαση επιδεκτική αναγνώρισης και αναλόγως τις περίπτωσης και εκτέλεσης και κρίνει ότι η αναστολή είναι επιβεβλημένη για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, και δύναται να την συνεχίσει εάν στο τρίτο κράτος η αγωγή έχει ανασταλεί ή διακοπεί ή εφόσον κρίνει ότι δεν είναι δυνατή η έκδοση απόφασης εντος ευλόγου χρονικού διαστήματος είτε εάν κρίνει ότι αυτό επιβάλει το συμφέρον της δικαιοσύνης[10].
Μια ακόμη σημαντική αλλαγή έχει να κάνει με την εισαγωγή ειδικού κανόνα σε σχέση με αγωγές που αφορούν την ανάκτηση πολιτιστικών αγαθών[11] .
Εδώ ο κανονισμός συμβίβασε τις θέσεις Ελλήνων και Ιταλών που πίεζαν για εισαγωγή ειδικού κανόνα δικαιοδοσίας σε αγωγές που αφορούν πολιτιστικά αγαθά , με τις θέσεις Άγγλων Γάλλων και Γερμανών που σε καμία περίπτωση δεν θελαν κάτι τέτοιο, έτσι ο κανονισμός δίνει δικαιοδοσία στα δικαστήρια της χώρας όπου βρίσκονται τέτοια αγαθά.
Για να δώσουμε ένα παράδειγμα εάν το Ελληνικό Δημόσιο αξιώσει την επιστροφή των Ελγινείων από το Μουσείο του Λονδίνου[12] , αρμοδιότητα για την εκδίκαση της υπόθεσης έχουν τα Αγγλικά δικαστήρια. Εύλογα γίνεται αντιληπτό ότι δεν θα ήταν και τόσο ευνοϊκή η απόφαση για την ελληνική πλευρά , όπως φυσικά και το αντιθετο θα συνέβαινε εάν δικαιοδοσία είχαν τα ελληνικά δικαστήρια, αφου όσο και αν δεν το θέλουμε υπεισέρχεται το συναισθηματικό στοιχείο.
Κατά την αποψη μου για το συγκεκριμένο θέμα προτιμότερο θα ήταν να δημιουργηθεί ένα ευρωπαϊκό Δικαιοδοτικό Όργανο, (ίσως στα πρότυπα του ενιαίου δικαστηρίου διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας) το οποίο θα επιλαμβάνεται τέτοιων υποθέσεων.
Στον τομέα της Παθητικής ενεργοποίησης δικαιοδοσίας δια της παραστάσεως του Εναγόμενου ενώπιων δικαστηρίων χωρίς να αμφισβητηθεί η δικαιοδοσία τους , έχουμε την καθιέρωση υποχρέωσης προς το δικαστήριο να ενημερώσει για αυτήν την δυνατότητα των εναγόμενο εάν αυτός εμπίπτει στην κατηγορία των «Αδυνάτων[13]» (Ασφαλιζόμενοι – καταναλωτές – εργαζόμενοι)[14].
Εδώ θα λέγαμε ότι ο κανονισμός θα έπρεπε να θεσπίσει γενική υποχρέωση του δικαστηρίου να ενημερώσει τον οποιοδήποτε εναγόμενο για την δυνατότητα αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας ή να δίνεται η δυνατότητα να κηρύξει αυτεπάγγελτα εαυτόν αναρμόδιο όταν η υπόθεση που βρίσκεται ενώπιων του δεν παρουσιάζει κανένα σύνδεσμο με το δικαστήριο , αφου σύμφωνα με τα αξιώματα της δίκαιης δίκης έκαστος δικαιούται να ακουστεί η υπόθεση του ενώπιων ανεξάρτητου , αμερόληπτου και αρμόδιου δικαστηρίου , και όπως η πείρα στην παγίδα της παθητικής ενεργοποίησης δεν πέφτουν οι «δυνατοί» οι οπίοι διαθέτουν «Στρατούς» δικηγόρων , αλλά οι «αδύνατοι» οι οπίοι συνήθως δεν διαθέτουν επαρκή νομική εκπροσώπηση.
Επίσης στο θέμα της διαιτησίας δίνεται η δυνατότητα να κυρηχθεί ως εκτελεστή σύμφωνα με τις πρόνοιες του κανονισμού απόφαση που εκδόθηκε από δικαστήριο κράτους μέλους , και αφορά το κύρος ή την υπόσταση ή την εφαρμογή μιας συμφωνίας διαιτησίας , χωρίς ωστόσο να αμφισβητείτε η υπεροχή της Σύμβασης της Νέας Υόρκης του 1958 για την διεθνή διαιτησία.
Η σημαντικότερη αλλαγή όμως που εισάγει ο κανονισμός κατά την αποψη του γράφοντος είναι η Επιφύλαξη υπέρ της βούλησης των μερών ανεξαρτήτου τόπου κατοικίας τους σε συμφωνίες για παρέκταση δικαιοδοσίας , και ουσιαστική ακυρότητα αυτών εάν έρχονται σε αντίθεση με την νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους και η απόδοση προτεραιότητας στα δικαστήρια που αντλούν αποκλειστική δικαιοδοσία, από συμφωνία παρέκτασης δικαιοδοσίας σύμφωνα με το Άρθρο 25 , ανεξαρτήτως της σειράς με την οποία επιλαμβάνονται μιας υπόθεσης. Επίσης καθιερώνεται η ανεξαρτησία της συμφωνίας παρέκτασης δικαιοδοσίας από τους υπόλοιπους όρους της σύμβασης[15].
Εδώ πιστεύουμε ότι οι προτάσεις της επιτροπής, (οι οποίες ήταν σύμφωνες με την σύμβαση της Χάγης του 2005 για τις συμφωνίες παρέκτασης) εισακούστηκαν πλήρως , και έτσι αποτρέπεται η καταχρηστική προσφυγή ενώπιων δικαστηρίου με μόνο σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας.
Επίλογος
Ο Νέος κανονισμός ΕΚ 1215/2012 παρά τις καινοτομίες τις οποίες εισάγει , θεωρούμαι ότι αφήνει ακόμα πολλές εκκρεμότητες , οι οποίες θα πρέπει κάποια στιγμή να διορθωθούν . Οι κυριότερες από αυτές έχουν να κάνουν με εναγόμενους οι οπίοι έχουν την κατοικία τους εκτός ΕΕ , κυρίως σε περιπτώσεις που η διαφορά εκκρεμεί σε δικαστήρια εντος και εκτός ΕΕ. Διευκόλυνση της διαδικασίας εκτέλεσης αποφάσεων που έχουν εκδοθεί εναντίον εναγομένων που έχουν την κατοικία τους εκτός ΕΕ , διαθέτουν όμως κινητά περιουσιακά στοιχειά , εντος ΕΕ. Όσον αφορά την σύνδεση κανονισμού και διαιτησίας νομίζω ότι και αυτά τα θέματα θα ήταν καλύτερο να επιλύονται από ένα ενιαίο Ευρωπαϊκό διαιτητικό όργανο. Επίσης κάποια στιγμή θα πρέπει να συζητηθεί σοβαρά το ενδεχόμενο ενός ενιαίου ευρωπαϊκού δικονομικού κώδικα, ο οποίος θα καθορίζει την δικαιοδοσία για το σύνολο των ιδιωτικών διαφορών και θα περιέχει τεκμήριο υπεροχής έναντι όλων των άλλων κανόνων δικαίου, είτε αυτοί πηγάζουν από διεθνείς συμφωνίες , είτε από άλλους κανονισμούς που αφορούν ειδικά θέματα. Ο κατακερματισμός σε δεκάδες κανονισμούς των θεμάτων που άπτονται της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων στις ιδιωτικής φύσης σχέσεις εκτός του ότι σε σημαντικό βαθμό επιβαρύνει οικονομικά , οδηγεί σε έναν νομοπαραγωγικό λαβύρινθο, ο οποίος ουσιαστικά αντιστρατεύεται τον κύριο σκοπό της έκδοσης των κανονισμών που είναι η ευκολότερη πρόσβαση στη δικαιοσύνη για όλους τους ευρωπαίους πολίτες
Συμπέρασμα
Η επαναδιατύπωση του κανονισμού Βρυξέλλες Ι , ήταν μία φιλότιμη προσπάθεια των οργάνων της ΕΕ , η οποία όμως εάν εξαιρέσουμε την επαναφορά της Αρχής forum non convenience,την επέκταση της εφαρμογής του Lex voluntatis και σε διάδικους που δεν έχουν την συνήθη διαμονή τους εντος της ΕΕ , και στις περιπτώσεις όπου εναγόμενος που ανήκει στην κατηγορία των «αδυνάτων» και παρίσταται ενώπιων δικαστηρίου που δεν έχει δικαιοδοσία , η γνώμη μας είναι ότι δεν εισήγαγε κάποια σημαντική καινοτομία .
* ο Δελημάτσης Κωνσταντίνος είναι φοιτητής νομικής στο πανεπιστήμιο Λευκωσίας της Κύπρου
[1] Πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αναδιατύπωση του κανονισμού ΕΚ 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις COM(2010) 748 τελικό Βρυξέλλες, 14.12.2010
[2] Ο ΕΚ 44/2001 εφαρμόζεται στην ΕΕ από τις 22.12.2001
[4] Άρθρα 45-51 ΕΚ1215/2012
[5] Γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής ΕΕ C 218 της 23.7.2011 σελ.78 παρ.4.4 και 4.4.1
[6] Κωδικοποίηση της νομολογίας του ΔΕΕ στην απόφαση Marco Gambazzi κατά DaimlerChrysler Canada Inc. και CIBC Mellon Trust Company C-394/07
[12] Σημειώνουμε ότι ο εν λόγο φορέας είναι ΝΠΙΔ , οπότε οι πρόνοιες του κανονισμού τυγχάνουν εφαρμογής
[13] Εδώ ο κανονισμός προσπαθεί να παρεκκλίνει της νομολογίας του ΔΕΕ η οποία όριζε η μοναδική περίπτωση κατά την οποία ο εναγόμενος δεν ενεργοποιεί την δικαιοδοσία δικαστηρίου είναι αυτή που προβλεπόταν στο Άρθρο 24 του ΕΚ 44/2001 δηλαδή η αμφισβητήσει της δικαιοδοσίας C-111/09, Česká podnikatelská pojišťovna as, Vienna Insurance Group v Michal Bilas
[15] Η καθιέρωση της ανεξαρτησίας της συμφωνίας παρέκτασης αποτελεί κωδικοποίηση της απόφασης του ΔΕΕ Benincasa v Dentalkit, Case C-269/95
http://curia.gr/peri-tou-neou-kanonismou-12152012-vrikselles-i/
Ο νέος Κανονισμός Βρυξέλλες Ι ( Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο ) και οι σημαντικότερες αλλαγές
http://kokkinogenis.blogspot.gr/
Εισαγωγή
Η εργασία αναφέρεται στο ζήτημα της απονομής της διεθνούς δικαιοδοσίας με παραπομπή στους εθνικούς κανόνες σχετικά με εναγόμενους που κατοικούν εκτός της ΕΕ, που ρυθμίζεται αφενός από τον ισχύοντα Κανονισμό 44/2001ΕΚ και αφετέρου από τον αναδιατυπωμένο Κανονισμό 1215/2012 ΕΚ, ο οποίος θα τεθεί σε ισχύ στις αρχές του έτους 2015. Επίσης, η εργασία πραγματοποιείται με σκοπό να κριθεί η εγκυρότητα της προτάσεως που τίθεται στο θέμα, ήτοι εάν τελικώς άλλαξε το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας με παραπομπή στους εθνικούς κανόνες σε όλες τις περιπτώσεις ή παρέμεινε ως έχει.
Ι. Σύγκριση του ισχύοντα Κανονισμού 44/2001 ΕΚ και αναδιατυπωμένου Κανονισμού 1215/2012 ΕΚ, σχετικά με την απονομή της διεθνούς δικαιοδοσίας.
Α. Η διατήρηση του άρθρου 2 του Κανονισμού 44/2001 ΕΚ , και η αναρίθμηση του σε άρθρο 3 του Κανονισμού 1215/2012 ΕΚ.
Στην πρόταση της Επιτροπής για αναδιατύπωση του Κανονισμού, το άρθρο 2 διατηρείται αυτούσιο και αναριθμείται σε άρθρο 3 του Κανονισμού 1215/2012 ΕΚ. Το άρθρο 3 λοιπόν, θεωρείται ως ο νέος γενικός κανόνας απονομής της διεθνούς δικαιοδοσίας. Ωστόσο, οι κανόνες δικαιοδοσίας στον αναδιατυπωμένο Κανονισμό, θα εφαρμόζονται επίσης όσον αφορά τους εναγόμενους που κατοικούν εκτός της ΕΕ. Οι εθνικοί κανόνες δικαιοδοσίας δεν θα ισχύουν πλέον σε τέτοιες περιπτώσεις, εάν φυσικά, το θέμα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι. Η εφαρμογή των κανόνων δικαιοδοσίας, του εν λόγω Κανονισμού, σε εναγομένους που κατοικούν εκτός της ΕΕ, έχει τον αντίκτυπο της στη διατύπωση των διατάξεων περί ειδικής δικαιοδοσίας, στα άρθρα 5 έως 7 του ισχύοντος Κανονισμού. Στην πρόταση της Επιτροπής, ο τίτλος του άρθρου 5 του Κανονισμού 44/2001 ΕΚ, διεγράφη. Οι κανόνες ειδικής δικαιοδοσίας μπορεί να χρησιμοποιηθούν ενάντια σε κάθε εναγόμενο που κατοικεί εκτός της ΕΕ. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι , αν στην περίπτωση πώλησης αγαθών, ένας εναγόμενος έχει την κατοικία του στην Νέα Υόρκη, μπορεί να εναχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου του Παρισιού, εφόσον τα αγαθά παραδόθηκαν στο Παρίσι (Άρθρο 5 (1) (β) Κανονισμού 44/2001 ΕΚ). Από την άλλη πλευρά, ένας εναγόμενος που έχει την κατοικία του στη Γαλλία μπορεί να εναχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου της Γαλλίας, του τόπου δηλαδή που παραδόθηκαν τα αγαθά, εάν τα αγαθά έχουν παραδοθεί στο Παρίσι, το Δικαστήριο του Παρισιού έχει αρμοδιότητα, ακόμη και στην περίπτωση που ο Γάλλος εναγόμενος ενδεχομένως να κατοικεί στην Ελλάδα. Επιπλέον, ο ενάγων εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να επιλέξει μεταξύ της γενικής δικαιοδοσίας των Γαλλικών δικαστηρίων (Άρθρο 3 του Κανονισμού 1215/2012 ΕΚ) και της ειδικής δικαιοδοσίας που καθορίζει ο Κανονισμός 44/2001 ΕΚ στα άρθρα 5 έως 7. Στον ισχύον Κανονισμό, ο εναγόμενος που έχει την κατοικία του σε ένα Κράτος Μέλος της ΕΕ, μπορεί να εναχθεί σε άλλο Κράτος Μέλος ενώπιον των Δικαστηρίων που αναφέρονται στα άρθρα 5 έως 7. Όπως ορίζουν οι ως άνω κανόνες που αναφέρονται στην ειδική δικαιοδοσία του Κανονισμού 44/2001 ΕΚ, ένας εναγόμενος δεν μπορεί να εναχθεί στο ίδιο Κράτος Μέλος όπου έχει την κατοικία του.
Β. Η κατάργηση του άρθρου 3 παρ. 2 του Κανονισμού 44/2001 ΕΚ και η αντικατάσταση της με την νέα παράγραφο 2 του Κανονισμού 1215/2012 ΕΚ.
Στην πρόταση της Επιτροπής για αναδιατύπωση του Κανονισμού, το άρθρο 3 (2) του Κανονισμού 44/2001 ΕΚ, έχει διαγραφεί εντελώς και αντικατασταθεί πλήρως από μια νέα παράγραφο. Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 3 (2) του Κανονισμού 1215/2012 ΕΚ ορίζει ότι « Τα πρόσωπα που δεν έχουν την κατοικία τους σε κάποιο από τα Κράτη Μέλη μπορούν να εναχθούν ενώπιον των δικαστηρίων Κρατών Μελών μόνον δυνάμει των κανόνων που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2 έως 8 του παρόντος Κεφαλαίου»
[1]. Πιο αναλυτικά, η Επιτροπή έχει προτείνει να διαγραφεί το άρθρο 4 του Κανονισμού 44/2001 ΕΚ, και αντί του άρθρου 4 να εφαρμόζονται οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας του Κανονισμού όσο αφορά τους εναγομένους που κατοικούν εκτός της ΕΕ. Οι εθνικοί κανόνες δικαιοδοσίας αντικαταστάθηκαν με την εφαρμογή των κανόνων δικαιοδοσίας του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι, αλλά μόνο εάν το θέμα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 του Κανονισμού. Η νέα δεύτερη παράγραφος του άρθρου 3, παραπέμπει στο Τμήμα 2 έως 8 του Κεφαλαίου ΙΙ της δικαιοδοσίας. Το τμήμα 8 είναι νέο όσο αφορά τον ισχύοντα Κανονισμό. Το τμήμα 8, ασχολείται με την επικουρική δικαιοδοσία και την εξ ανάγκης δωσιδικίας ( forum necessitatis), σύμφωνα με τα άρθρα 25, 26 του Κανονισμού 1215/2012 ΕΚ
[2]. Οι διατάξεις αυτές μπορούν να εφαρμοστούν μόνο όταν κανένα δικαστήριο ενός Κράτους Μέλους, δεν έχει δικαιοδοσία δυνάμει του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι.
Γ. Η κατάργηση του άρθρου 4 του Κανονισμού 44/2001 ΕΚ.
Στην πρόταση της Επιτροπής σχετικά με την αναδιατύπωση του Κανονισμού 44/2001 ΕΚ, τίθεται το ερώτημα, κατά πόσον η ρύθμιση θα μπορούσε να επεκταθεί σε εναγομένους που κατοικούν εκτός της ΕΕ, υπό το φώς της ίσης απονομής της δικαιοσύνης. Θα μπορούσαν οι ειδικοί κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας των άρθρων 5 έως 7 του Κανονισμού 44/2001 ΕΚ, να εφαρμόζονται για αυτούς τους εναγόμενους ; Υπάρχουν πρόσθετοι λόγοι για τη αναγκαιότητα της διεθνής δικαιοδοσίας ; Τώρα, οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας διαφέρουν από το ένα Κράτος Μέλος στο άλλο, δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 4, θα εφαρμόζονται οι εθνικοί κανόνες. Η πρόταση της Επιτροπής αναφέρει, «ότι μια κοινή προσέγγιση θα ενισχύσει τη νομική προστασία των πολιτών της Ένωσης και των οικονομικών φορέων και θα εγγυάται την εφαρμογή των υποχρεωτικών κανόνων Ενωτικής Νομοθεσίας»
[3]. Πράγματι, η Επιτροπή είναι της άποψης ότι η δεδομένη κατάσταση επιδιώκει ένα ιδιαίτερο στόχο όσο αφορά τη δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης. Τρείς επιπλέον βάσεις δικαιοδοσίας θα μπορούσαν να θεωρηθούν για αυτή την άποψη, δικαιοδοσία δυνάμει των δραστηριοτήτων του τόπου των περιουσιακών στοιχείων και της εξ ανάγκης δωσιδικίας( forum necessitatis
[4]). Επιπροσθέτως, στην πρόταση εξετάζεται το πώς μπορεί να ληφθεί υπόψη η αποκλειστική δικαιοδοσία των Δικαστηρίων τρίτων κρατών καθώς και των διαδικασιών ενώπιον των Δικαστηρίων των Κρατών Μελών και το κατά πόσο μία απόφαση από τα Δικαστήρια των τρίτων κρατών θα μπορούσε να αναγνωριστεί και να εκτελεστεί στην Ένωση, ιδίως όταν εμπλέκεται το υποχρεωτικό Ενωτικό Δίκαιο ή όταν η αποκλειστική δικαιοδοσία καθορίζει τα δικαστήρια του Κράτους Μέλους. Η εφαρμογή του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι, σε σχέση με, τα τρίτα κράτη συζητείται επίσης από την Ευρωπαϊκή Ομάδα Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου(E.G.P.I.L), η οποία προτείνει τη διαγραφή του άρθρου 4 του Κανονισμού και την εφαρμογή των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας των Βρυξελλών Ι σε όλες τις εξωτερικές σχέσεις
[5]. Στην πρόταση της Επιτροπής για την αναδιατύπωση, οι κανόνες δικαιοδοσίας του Κανονισμού μπορούν να εφαρμοστούν ενάντια των εναγομένων που κατοικούν σε τρίτα κράτη σύμφωνα με τις αναδιατυπωμένες αιτιολογικές πράξεις 16 και 17. Αναλυτικότερα, η αιτιολογική πράξη 16 ορίζει ότι «για την προάσπιση των συμφερόντων εναγόντων και εναγομένων και την προώθηση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης εντός της Ένωσης, το γεγονός ότι ο εναγόμενος κατοικεί σε τρίτο κράτος δεν θα πρέπει πλέον να αποκλείει την εφαρμογή των κανόνων δικαιοδοσίας της ένωσης, και δεν θα πρέπει πλέον να προβλέπεται παραπομπή στους κανόνες δικαιοδοσίας του εθνικού δικαίου»
[6]. Η αιτιολογική πράξη 17 τονίζει ότι « ο παρών κανονισμός θα πρέπει επομένως να θεσπίζει ολοκληρωμένο σύνολο κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων στα Κράτη Μέλη. Οι ισχύοντες κανόνες δικαιοδοσίας εξασφαλίζουν στενή σύνδεση των διαδικασιών στις οποίες εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός με το έδαφος των Κρατών Μελών, η οποία δικαιολογεί την επέκταση της εφαρμογής τους στους εναγόμενους οπουδήποτε έχουν την κατοικία τους. Επιπλέον, ο παρόν κανονισμός θα πρέπει να προσδιορίζει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες το Δικαστήριο Κράτους Μέλους δύναται να έχει συντρέχουσα δικαιοδοσία»
[7]. Οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι, επομένως, εφαρμόζονται σε εναγομένους που κατοικούν σε τρίτα κράτη κατά τον ίδιο τρόπο που εφαρμόζονται σε εναγομένους που κατοικούν σε Κράτος Μέλος της ΕΕ. Οι εθνικοί κανόνες δικαιοδοσίας δεν θα ισχύουν πλέον, εάν ο εναγόμενος δεν κατοικεί στο έδαφος Κράτους Μέλους, κατά το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 του Κανονισμού. Αν για παράδειγμα, ένα θέμα αφορά γαμικές σχέσεις, οι εθνικοί κανόνες δικαιοδοσίας θα εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον τα θέματα αυτά δεν θα έρθουν αντιμέτωπα με Διεθνής Συνθήκες ή Ενωτικό Κανονισμό. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της Επιτροπής, η εφαρμογή των κανόνων δικαιοδοσίας του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι, «στην ΕΕ η πρόσβαση στην δικαιοσύνη δεν είναι γενικά ικανοποιητική όσον αφορά τις διαφορές κατά τις οποίες ο εναγόμενος έχει την κατοικία του εκτός ΕΕ. Ο ισχύον κανονισμός εφαρμόζεται μόνον εφόσον ο εναγόμενος έχει την κατοικία του εντός της ΕΕ με ορισμένες εξαιρέσεις. Διαφορετικά ο προσδιορισμός της δικαιοδοσίας θα διέπεται από το εθνικό δίκαιο. Η ανομοιογένεια των εθνικών νομοθεσιών συνεπάγεται άνιση πρόσβαση στη δικαιοσύνη για τις εταιρίες της ΕΕ που συναλλάσσονται με εταίρους από τρίτες χώρες : ορισμένες μπορούν εύκολα να επιλύσουν τις διαφορές τους στην ΕΕ, ενώ άλλες δεν μπορούν, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου δεν έχει αρμοδιότητα άλλο δικαστήριο που εγγυάται τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Επιπλέον, εφόσον ορισμένες εθνικές νομοθεσίες δεν επιτρέπουν την πρόσβαση στη δικαιοσύνη στο πλαίσιο διαφορών, όπου οι διάδικοι είναι εγκατεστημένοι εκτός ΕΕ δεν διασφαλίζεται η εκτέλεση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου της νομοθεσίας της Ένωσης όπως πχ για την προστασία των καταναλωτών, των εργαζομένων ή των εμπορικών αντιπροσώπων»
[8].Η ανομοιογένεια των εθνικών νομοθεσιών σχετικά με τη δικαιοδοσία μπορεί μόνο τονισθεί. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της Επιτροπής, ορισμένα Κράτη Μέλη έχουν ως πρότυπο τους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας όπως ορίζει ο Κανονισμός Βρυξέλλες Ι, όπως για παράδειγμα το Βέλγιο και η Ιταλία , άλλα όμως Κράτη Μέλη, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, εξακολουθούν να χρησιμοποιούν τους υπέρμετρους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας κατά εναγομένων που κατοικούν σε τρίτα κράτη. Ωστόσο, η κατάργηση του άρθρου 4 και της εφαρμογής των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας σε εναγόμενους που δεν κατοικούν σε Κράτος Μέλος, παραμένει με ανησυχίες. Η πρόταση της Επιτροπής πιθανότατα να οδηγεί σε αναθεώρηση του Κεφαλαίου ΙΙ των Βρυξελλών Ι, δεδομένου ότι κάθε αναφορά σε εναγομένους που έχουν κατοικία σε ένα κράτος μέλος έχει διαγραφεί, για παράδειγμα, την αναθεώρηση της επικεφαλίδας του άρθρου 5 και τη διαγραφή της αναφοράς στο παρόν άρθρο 4 σε διάφορες διατάξεις για την αυτόνομη δικαιοδοσία. Στην πρόταση της Επιτροπής οι κανόνες δικαιοδοσίας έχουν προσδιοριστικά αποτελέσματα με την κατοχύρωση του δικαστηρίου του Κράτους Μέλους που έχει δικαιοδοσία σε εναγομένους από τρίτα κράτη. Οι κανόνες αυτοί μπορούν να οδηγήσουν σε προβλήματα σχετικά με την επιβολή και αναγνώριση μίας απόφασης από δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αυτά τα τρίτα κράτη. Άλλη μία συνέπεια της αναθεώρησης, είναι η τροποποίηση του άρθρου 22 του Κανονισμού 1215/2012 ΕΚ. Η εν λόγω διάταξη, ορίζει ότι τα δικαστήρια των Κρατών Μελών έχουν την αποκλειστική δικαιοδοσία, εφόσον ισχύουν ορισμένες προϋποθέσεις. Πως μπορεί η δικαιοδοσία να είναι αποκλειστική έναντι τρίτων κρατών ; Αν ο ενάγων έχει την κατοικία του σε τρίτο κράτος και ξεκινά στο δικό του κράτος μια διαδικασία για παράδειγμα, σχετικά με την εγκυρότητα των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στους κανόνες της δικαιοδοσίας του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι, το δικαστήριο σίγουρα δεν θα αρνηθεί την διαδικασία λόγω της υπάρχουσας διάταξης. Κατά την δική μου άποψη, η παραπάνω διάταξη δεν μελετήθηκε ορθά από την Επιτροπή.
ΙΙ. Οι επιχειρούμενες καινοτομίες του Κανονισμού 1215/2012(άρθρο 33,34 )
Ο αναδιατυπωμένος Κανονισμός εισήγαγε ορισμένες νέες διατάξεις που παρέχουν, για πρώτη φορά, στα δικαστήρια των κρατών μελών την διακριτική ευχέρεια να αναστείλουν τις διαδικασίες για να λάβουν υπόψη τις διαδικασίες που εκκρεμούν ενώπιον των δικαστηρίων τρίτου κράτους. Το δικαστήριο κράτους μέλους μπορεί να κινηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο έχοντας αξιολογήσει «όλες τις περιστάσεις στην υπόθεση της κύριας δίκης» (αιτιολογική πράξη 24). Οι περιστάσεις «μπορεί να περιλαμβάνουν τις συνδέσεις ανάμεσα στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και τους διαδίκους και το τρίτο κράτος που εμπλέκεται, το στάδιο κατά το οποίο οι διαδικασίες στο τρίτο κράτος έχουν προχωρήσει από την στιγμή που οι διαδικασίες ξεκίνησαν στο δικαστήριο του κράτους μέλους και το κατά πόσον το δικαστήριο του τρίτου κράτους μπορεί να αναμένεται ότι θα εκδώσει την απόφασή του εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος»
[9].
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το ότι η αιτιολογική πράξη 24 συγκεκριμένα ορίζει ότι «η αξιολόγηση μπορεί επίσης να περιλαμβάνει εξέταση του ζητήματος για το αν το δικαστήριο του τρίτου κράτους διαθέτει αποκλειστική δικαιοδοσία στην συγκεκριμένη υπόθεση στις περιστάσεις όπου ένα δικαστήριο του Κράτους Μέλους μπορεί να διαθέτει αποκλειστική δικαιοδοσία». Αυτό κατά πάσα πιθανότητα θα περιελάμβανε μία ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας τρίτου κράτους ή περιπτώσεις όπου, για παράδειγμα, οι διαδικασίες αφορούν ευρεσιτεχνίες που έχουν κατατεθεί σε τρίτο κράτος.
Ωστόσο, υπάρχουν περιορισμοί σε αυτές τις νέες διατάξεις. Για παράδειγμα: Απαιτείται οι διαδικασίες να έχουν πρώτα ξεκινήσει στο τρίτο κράτος. Αυτό σημαίνει πως παραμένει η προοπτική ένας μελλοντικός οφειλέτης να ξεκινήσει την τακτική προσφυγή του στο δικαστήριο ενός κράτους μέλους (για παράδειγμα, στα δικαστήρια της Αυστρίας), ακόμα και αν οι διαδικασίες αφορούν αποκλειστικά περιουσία που βρίσκεται, ας πούμε, στο Χόνγκ Κόνγκ. Αν οι διαδικασίες στο Χόνγκ Κόνγκ ξεκίνησαν χρονικά σε δεύτερη σειρά ή, ουσιαστικά, δεν άρχισαν ποτέ, τότε οι νέες διατάξεις του Άρθρου 34 δεν αναφέρονται καν και το δικαστήριο του κράτους μέλους στην Αυστρία μπορεί να μην έχει καμία βάση ώστε να απορρίψει την δικαιοδοσία.
Αυτό ίσως να ενθαρρύνει περισσότερες προσφυγές, όχι λιγότερες, διότι μπορεί να προτρέψει τους διαδίκους, που φοβούνται ότι οι αντισυμβαλλόμενοι τους μπορεί να καταφύγουν στην άσκηση καταχρηστικών προσφυγών σε ένα κράτος μέλος, να κινήσουν τις διαδικασίες σε αυτό το τρίτο κράτος, ώστε να εξασφαλίσουν ότι είναι πρώτοι χρονικά, πιθανόν ως μία καθαρά αμυντική τακτική. Αυτό θα αυξήσει αναπόφευκτα το κόστος και τον χαμένο χρόνο.
Το δικαστήριο ενός κράτους μέλους που έχει επιληφθεί με μία πράξη που σχετίζεται με την δράση του δικαστηρίου του τρίτου κράτους, μπορεί να αναστείλει τις διαδικασίες αν ισχύουν τα ακόλουθα:
(α) είναι σκόπιμο να ακουσθούν και να καθορισθούν όλες οι πράξεις μαζί για να αποφευχθεί ο κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων ως αποτέλεσμα διαφορετικών διαδικασιών,
(β) αναμένεται ότι το δικαστήριο του τρίτου κράτους θα εκδώσει απόφαση ικανή να αναγνωρισθεί και, ενδεχομένως, να επιβληθεί σε αυτό το κράτος μέλος.
(γ) το δικαστήριο του κράτους μέλους κρίνει ότι η αναστολή είναι απαραίτητη για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. (Άρθρο34)
Το δικαστήριο του κράτους μέλους μπορεί να απορρίψει την ενώπιον του διαδικασία, εάν οι διαδικασίες ενώπιον του τρίτου κράτους «έχουν ολοκληρωθεί και έχουν οδηγήσει σε μία απόφαση ικανή να αναγνωρισθεί και, ενδεχομένως, να επιβληθεί σε αυτό το κράτος μέλος» (Άρθρο34§3).
Το δικαστήριο του κράτους μέλους θα μπορούσε να συνεχίσει τις διαδικασίες εάν ίσχυε κάτι από τα παρακάτω:
(α) δεν υπάρχει πλέον κίνδυνος αντιφατικών αποφάσεων,
(β) οι διαδικασίες στο δικαστήριο του τρίτου κράτους αναστέλλονται από μόνες τους ή διακόπτονται,
(γ) οι διαδικασίες στο δικαστήριο του τρίτου κράτους είναι απίθανο να ολοκληρωθούν εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, ή
(δ) η συνέχιση των διαδικασιών απαιτείται για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης (Άρθρο34§2).
Αυτά τα μέτρα επιτυγχάνουν κατά κάποιο τρόπο να αντιμετωπίσουν τις ανησυχίες που προκύπτουν από την απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Owusu v Jackson (Υπόθεση C-281/02) [2005] ECR I-383). Συνολικά, θεωρείται ότι αυτό είναι ένα θετικό βήμα προς την εισαγωγή ορισμένων στοιχείων της Αγγλικής ιδέας “forum non conveniens” στο Ευρωπαϊκό Διεθνές δίκαιο.
Καταληκτικές Παρατηρήσεις
Ανακεφαλαιώνοντας, η αναδιατύπωση του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι, προβλέπει ότι δεν θα υπάρχουν πλέον εθνικοί κανόνες δικαιοδοσίας που μπορούν να εφαρμόζονται από τα Κράτη Μέλη σχετικά με τους καταναλωτές και τους εργαζόμενους που έχουν την κατοικία τους εκτός της ΕΕ. Επιπλέον, τέτοιοι ενιαίοι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας θα ισχύουν και σε σχέση με τα μέρη που κατοικούν εκτός της ΕΕ, σε περιπτώσεις όπου τα δικαστήρια ενός Κράτους Μέλους έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία ή όταν τα δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία που είχαν με συμφωνία των μεταξύ των μερών. Συνεπώς, προκύπτει ότι η εγκυρότητα της πρότασης του θέματος της εργασίας τεκμαίρεται ορθή, δεδομένου της κατάργησης του ισχύοντος άρθρου 4 που όριζε ότι «μη εφαρμογή του Κανονισμού όταν ο εναγόμενος δεν είχε κατοικία σε κράτος μέλος και την εφαρμογή των εθνικών κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου εκτός από ορισμένες περιπτώσεις»
[10]. Εν αντιθέσει, το νέο άρθρο 4 ορίζει ότι πρόσωπα που δεν έχουν κατοικία σε Κράτος Μέλος θα υπάγονται στους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που ισχύουν για τους ημεδαπούς. Το Ευρωπαϊκό Διεθνές Δίκαιο εξελίσσεται με το πέρας των χρόνων. Ο βασικός σκοπός του παρόντος Κανονισμού είναι άλλωστε να καταστεί η κυκλοφορία των αποφάσεων ευκολότερη και ταχύτερη στην Ένωση και με την κατάργηση του άρθρου 4 του Κανονισμού, θεωρείται ότι επιτυγχάνεται ο βασικός σκοπός του. Ήταν ένα τεράστιο βήμα του Ευρωπαϊκού διεθνούς Δικαίου η αναδιατύπωση, λαμβάνοντας υπόψη ότι λόγω της ανομοιογένειας των εθνικών νομοθεσιών, η απονομή της δικαιοσύνης δεν ήταν δίκαιη και ικανοποιητική όσο αφορά τις διαφορές με εναγόμενους που κατοικούν σε τρίτα κράτη. Η Επιτροπή έκρινε ότι για την προάσπιση της ενίσχυσης της νομικής προστασίας των πολιτών της Ένωσης και των οικονομικών φορέων της καθώς και την προστασία των εξωτερικών σχέσεων της, να αναδιατυπώσει τον Κανονισμό Βρυξέλλες Ι. Υποστηρίζεται, ότι με την κατάργηση του άρθρου 4 και με την αφαίρεση της επικεφαλίδας του άρθρου 5 του Κανονισμού 44/2001 ΕΚ, πιθανότατα να υπάρξει μελλοντική αναδιατύπωση του Κανονισμού, με βασικό της στόχο την τελειοποίηση του Ευρωπαϊκού Διεθνούς Δικαίου.
Βασική Βιβλιογραφία
-
Κανονισμός 44/2001 ΕΚ, με ερμηνευτική ανάλυση της Δρ. Χριστιάνας Μάρκου, Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, 2013.
-
-
Κανονισμός 1215/2012 ΕΚ, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.
[2] http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM:2010:0748:FIN:El:pdf
[3] http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM:2010:0748:FIN:El:pdf
[4] http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM:2010:0748:FIN:El:pdf
[5] http://www.gedip-egpil.eu/
[9] Αιτιολογική Πράξη 24 Κανονισμού 1215/2012 ΕΚ
[10] Σημειώσεις Δρ. Χριστιάνας Μάρκου, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, σελ. 5