ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1’…από τους Δικαστές:…,…,…,…,…και…, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα…, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ” (ΟΤΕ ΑΕ), που εδρεύει στο…και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της…. Της αναιρεσίβλητης: Β. χας…, το γένος…, κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της…. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο…. Εκδόθηκε η 1053/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-12-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο… διάβασε την από 13-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ …τα άρθρα 7, 9 και 11 παρ. 7 ΚΠολΔ προκύπτει ότι προκειμένου περί περιοδικών παροχών, ήτοι παροχών, που ανεξαρτήτως αν απορρέουν από σύμβαση, αδικοπραξία ή ευθέως εκ του νόμου, έχουν εκ των προτέρων καθορισμένο περιεχόμενο, επαναλαμβάνονται σε ορισμένα χρονικά διαστήματα και δεν εξαρτώνται ως προς τη γένεση και την ύπαρξή τους από αίρεση, αλλά καθίστανται απαιτητές με μόνη την παρέλευση του αναγκαίου χρόνου, που έχει ταχθεί από το νόμο ή τη βούληση των συμβαλλομένων, η αξία του αντικειμένου της διαφοράς και επομένως η υλική αρμοδιότητα του δικαστηρίου κρίνεται από την αξία των περιοδικών παροχών, που αξιώνονται με την αγωγή. Αν όμως ζητείται με την αγωγή και η διάγνωση της έννομης σχέσης, ως αμφισβητούμενης και αυτής από τον εναγόμενο, από την οποία έννομη σχέση πηγάζουν οι περιοδικές παροχές, η υλική αρμοδιότητα, εφόσον πρόκειται για παροχές η παύση των οποίων είναι βέβαιη, αβέβαιος όμως ο χρόνος της, κρίνεται από το δεκαπλάσιο της ετήσιας παροχής (ΟλΑΠ 5/2001). Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, μεταξύ των περιοριστικώς αναφερομένων στη διάταξη αυτή λόγων αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, είναι και η περίπτωση με αρ. 3, δηλαδή, “αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα”. Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 16-12-2009 αγωγή της ενώπιον του…, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής προκύπτει, ισχυριζόταν ότι την 1-9-1978 προσλήφθηκε από την εναγομένη ως έκτακτη καθαρίστρια (ΚΘ) μειωμένης καθημερινής απασχόλησης, η οποία μετατράπηκε σε πλήρη απασχόληση από 15-11-1996, χωρίς να έχει ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό, απασχολήθηκε υπό την ιδιότητα αυτή έως 17-8-1998 οπότε απολύθηκε προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί. Ότι έχει κριθεί τελεσιδίκως ότι έπρεπε από 1-5-1991 να είχε ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης ως καθαρίστρια πλήρους απασχόλησης και ότι στη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητά της έπρεπε να προσμετρήσει αναλογικά και η εργασία της ως μειωμένης απασχόλησης. Ότι η εναγομένη απέστειλε προς το ΤΑΠ – ΟΤΕ πίνακα με τις αποδοχές που ελάμβανε ως έκτακτη καθαρίστρια πλήρους απασχόλησης και όχι αυτές που έπρεπε να λαμβάνει αν είχε ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης. Ότι αν η εναγομένη συμμορφωνόταν προς τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από το νόμο και την είχε εντάξει στο τακτικό προσωπικό και προσμετρούσε ολόκληρη την προϋπηρεσία της και δεν της χορηγούσε μειωμένες αποδοχές, τότε το ΤΑΠ – ΟΤΕ δεν θα προσδιόριζε τη σύνταξή της σε χαμηλότερο ύψος από αυτό που εδικαιούτο, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί από την παράνομη και υπαίτια αυτή ενέργεια των οργάνων της εναγομένης, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2008 κατά το ποσό των 11.910,50 ευρώ, ποσό το οποίο ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλλει εντόκως, ως αποζημίωση. Ρητώς δε διευκρίνησε η ενάγουσα με τις ενώπιον του Ειρηνοδικείου προτάσεις της ότι “η ένδικη αγωγή θεμελιώνεται επί της αυτής ιστορικής και νομικής αιτίας που ήδη κρίθηκε”, επικαλούμενη προς τούτο δεδικασμένο που προκύπτει από την 251/2006 προηγούμενη απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, ως προς την παράνομη και υπαίτια πιο πάνω ενέργεια των οργάνων της εναγομένης. Επομένως, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, δεν ζητείται η διάγνωση της έννομης σχέσης από την οποία πηγάζει αγωγική απαίτηση αποζημιώσεως, αφού, κατά τα ιστορούμενα, έχει ήδη διαγνωσθεί τελεσιδίκως. Είναι δε αβάσιμες οι περί του αντιθέτου διαλαμβανόμενες στον εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, κατά τις οποίες πραγματική και νομική βάση της αγωγής “είναι η διάγνωση ως μη νόμιμης κατ’ άρθρο 914 ΑΚ της παράλειψής μας να κοινοποιήσουμε στο ΤΑΠ – ΟΤΕ τον ορθό κατά την άποψή της πίνακα αποδοχών ως τακτικού προσωπικού του Οργανισμού μας με συνυπολογισμό “παντάπασι” της προϋπηρεσίας της” και η καταδίκη αυτής στην καταβολή της αναφερόμενης αποζημιώσεως και ότι η επιδίκαση των αιτούμενων περιοδικών παροχών, προϋποθέτει τη διάγνωση εκ μέρους του Δικαστηρίου της ουσίας της έννομης σχέσης, από την οποία αυτές πηγάζουν, δηλαδή την ύπαρξη ή μη αδικοπραξίας κατ’ άρθρο 914 …περιστατικά αυτά και όσα άλλα αναφέρονται από την αναιρεσείουσα, κατά τα οποία η συμπεριφορά της στην προκειμένη υπόθεση δεν υπήρξε αδικοπρακτική, αποτελούν κατ’ ουσία άρνηση των αποτελούντων τη βάση της αγωγής πραγματικών περιστατικών. Συνακόλουθα, ο πρώτος από το άρθρο 560 παρ. 3 περ. Β’ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη καθ’ ύλη αρμοδιότητας του Δικαστηρίου που δίκασε, είναι αβάσιμος. …το άρθρο 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, αναίρεση συγχωρείται μόνο για τους αναφερόμενους περιοριστικώς στη διάταξη αυτή λόγους, μεταξύ των οποίων και ο με αρ. 1, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση και στην περίπτωση κατά την οποία παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει, στην πρώτη περίπτωση όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή και στη δεύτερη περίπτωση όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται, κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν αντίστοιχα οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με όσα ανέλεγκτα δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας. Το άρθρο αυτό δεν περιέχει διατάξεις αντίστοιχες με εκείνες του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 16. Έτσι, στους αναιρετικούς λόγους των διατάξεων του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων: α) η λήψη υπόψη από το δικαστήριο πραγμάτων, που δεν προτάθηκαν, ή η μη λήψη υπόψη πραγμάτων, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και β) αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στην προκειμένη περίπτωση το Ειρηνοδικείο με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: “Η ενάγουσα προσλήφθηκε από τους νομίμους εκπροσώπους του εναγόμενου οργανισμού με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 1-9-1978 ως έκτακτη καθαρίστρια με μειωμένη (μερική) καθημερινή απασχόληση και μειωμένες αντίστοιχα αποδοχές. Το ωράριο εργασίας της ήταν το μισό του πλήρους – κανονικού ωραρίου εργασίας των μονίμων (τακτικών) καθαριστριών του εναγομένου. Υπό την ως άνω ιδιότητα εργάσθηκε μέχρι την 28-11-1996, οπότε η σύμβαση εργασίας της (μειωμένης απασχολήσεως) μετετράπη σε πλήρη απασχόληση και υπό την ιδιότητα αυτή παρείχε στη συνέχεια τις υπηρεσίες της στον εναγόμενο οργανισμό μέχρι την 17-8-1998 που απολύθηκε λόγω ορίου ηλικίας προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί από το ΤΑΠ – ΟΤΕ. Ο εναγόμενος οργανισμός καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης της ενάγουσας με αυτόν δεν την ενέταξε καίτοι πληρούσε τις απαιτούμενες προς τούτο προϋποθέσεις τις προβλεπόμενες από τις σχετικές ΕΣΣΕ στο τακτικό προσωπικό της. Για το λόγο αυτό η ενάγουσα μετά την συνταξιοδότησή της άσκησε ενώπιον του…από 26-1-2002 αγωγή της κατά του εναγομένου οργανισμού αιτούμενη για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους την ένταξή της στο τακτικό προσωπικό του τελευταίου και την καταβολή των μισθολογικών διαφορών που θα προέκυπταν προς όφελός της κατά το από 28-11-1996 έως 17-8-1998 χρονικό διάστημα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 251/2006 απόφαση του…, η οποία εκδόθηκε μετά από προδικαστικό ερώτημα της προηγηθείσας υπ’ αριθμ. 519/2002 μη οριστικής απόφασης στο Δικαστήριο των…(C-196/2002, 10-3-2005,…κατά ΟΤΕ…), η οποία έκρινε ότι ο εναγόμενος οργανισμός είχε υποχρέωση, κατά τις ρυθμίσεις της από 10-5-1991 ΕΣΣΕ και την αρχή της ίσης μεταχείρισης, να εντάξει την ενάγουσα από 1-5-1991 στο τακτικό του προσωπικό υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης και της επιδίκασε προς τούτο τις αντίστοιχες μισθολογικές διαφορές. Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη μετά την από 10-10-2008 παραίτηση του εναγόμενου από το δικόγραφο της από 15-5-2006 έφεσης. Συνεπώς από την απόφαση αυτή παράγεται δεδικασμένο ως προς το ότι η μη ένταξη της ενάγουσας συνιστά άμεση διάκριση σε βάρος της που αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ, της 76/2007 οδηγίας ΕΟΚ και του Ν. 1414/1984 και για το λόγο αυτό κρίθηκε ότι έπρεπε να εφαρμοσθούν γι’ αυτήν (ενάγουσα) οι ευμενέστερες ρυθμίσεις για την πλήρη απασχόληση τουλάχιστον από 1-5-1991, αφού είχε τα απαραίτητα προσόντα και να προσμετρηθεί αναλογικά και η προ της 1-5-1991 μειωμένη απασχόλησή της, αφού ο μη συνυπολογισμός της μερικής απασχόλησης για την αρχαιότητα, αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας των αμοιβών. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται και καλύπτει τις εκ της ως άνω παραλείψεως ένταξης της ενάγουσας αξιώσεις αποζημιώσεως αυτής, όπως είναι και η υπό κρίση ένδικη αξίωση, η οποία αφορά σε αποζημίωση που συνίσταται στην αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη η τελευταία από το ότι δεν εισέπραξε τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών της έκτακτης καθαρίστριας βάσει των οποίων καθορίστηκε η σύνταξή της και των αποδοχών που θα ελάμβανε αν είχε ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης με το οποίο θα είχε συνταξιοδοτηθεί και η οποία ζημία είναι απότοκος της με δύναμη δεδικασμένου κριθείσας δυσμενούς διάκρισης και παράβασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης από τα όργανα του εναγόμενου οργανισμού. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι από την άνω αντισυμβατική και υπαίτια παράλειψη του εναγομένου προέκυψε ζημία σε βάρος της ενάγουσας για το από 1-1-2004 έως 31-12-2008 χρονικό διάστημα, η οποία είναι ισόποση προς τη διαφορά της χορηγηθείσας σ’ αυτή σύνταξης ως έκτακτης καθαρίστριας … . Εδώ πρέπει να λεχθεί ότι η παραπάνω τελεσίδικη και αμετάκλητη απόφαση του…ήταν εκτελεστή κατά του εναγομένου, ο οποίος όχι μόνο παρανόμως και από αποκλειστική υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων του δεν ενέταξε την ενάγουσα στο τακτικό προσωπικό, αλλά περαιτέρω παρ’ όλο που είχε την υποχρέωση να γνωστοποιήσει προς το ΤΑΠ – ΟΤΕ την ένταξή της στο τακτικό προσωπικό κατά το τελευταίο πριν τη συνταξιοδότησή της δωδεκάμηνο, έπραξε τούτο μόλις στις 17-11-2009 με το υπ’ αριθ. 427/25644/4-11-09 έγγραφό του …”. Ακολούθως το Ειρηνοδικείο με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του, αφού απέρριψε την ένσταση παραγραφής της ήδη αναιρεσείουσας, περί της οποίας θα γίνει λόγος στη συνέχεια, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη – αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αντίδικό της, εντόκως το ποσό των 11.910,50 ευρώ. Η αναιρεσείουσα με το δεύτερο, από το άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αναφέρει, λόγο αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, της μη εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, αφού, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, όπως προκύπτει και από τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, αλλά και στην προσβαλλομένη απόφαση, “απότοκος της ζημίας της αναιρεσίβλητης δεν ήταν η δυσμενής διάκριση λόγω παράβασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης που συνέβη κατά το χρόνο που ήταν ενεργός η εργασιακή σχέση”, αλλά η μετά τη λύση της και τη συνταξιοδότηση της αναιρεσίβλητης, το έτος 1998, παράλειψη της αναιρεσείουσας να αποστείλει προς το ΤΑΠ – ΟΤΕ πίνακα με αποδοχές που κρίθηκε ότι έπρεπε αυτή να λαμβάνει και συνεπώς, κατά την αναιρεσείουσα, το Ειρηνοδικείο κρίνοντας, αφενός ότι “δε ζητείται η διάγνωση της έννομης σχέσης από την οποία πηγάζει, αφού έχει ήδη διαγνωσθεί τελεσιδίκως” και αφετέρου ότι η “ζημία είναι απότοκος της με δύναμη δεδικασμένου κριθείσας δυσμενούς διάκρισης και παράβασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης από τα όργανα του εναγόμενου οργανισμού”, παραβίασε δια της μη εφαρμογής της, τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού στην πραγματικότητα προβάλλεται ότι 1) το Ειρηνοδικείο με την τελεσίδικη απόφασή του δέχθηκε ” πράγματα” που δεν προτάθηκαν, ότι δηλαδή “δε ζητείται η διάγνωση της έννομης σχέσης από την οποία πηγάζει, αφού έχει ήδη διαγνωσθεί τελεσιδίκως” και ότι η ένδικη ζημία ήταν “απότοκος της με δύναμη δεδικασμένου κριθείσας δυσμενούς διάκρισης και παράβασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης από τα όργανα του εναγόμενου οργανισμού”, ενώ δεν έλαβε υπόψη του “πράγματα” που προτάθηκαν με την αγωγή, δηλαδή ότι “απότοκος της ζημίας της αναιρεσίβλητης δεν ήταν η δυσμενής διάκριση λόγω παράβασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης που συνέβη κατά το χρόνο που ήταν ενεργός η εργασιακή σχέση, αλλά η μετά τη λύση της εργασιακής σχέσης και την αποχώρηση της αναιρεσίβλητης λόγω συνταξιοδότησης το έτος 1998, παράλειψη του ΟΤΕ να αποστείλει στο ΤΑΠ – ΟΤΕ τον αναφερόμενο στην αγωγή πίνακα αποδοχών της αναιρεσίβλητης και 2) ότι εσφαλμένα το Ειρηνοδικείο στήριξε την απόφασή του στο από την 251/2006 απόφαση του…δεδικασμένο. Δηλαδή με την επίφαση της ιδρύσεως του, από το άρθρο 560 εδ. 1 ΚΠολΔ, λόγου αναιρέσεως, στην πραγματικότητα προβάλλονται, απαραδέκτως, λόγοι που δεν προβλέπονται από την διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων (αντίστοιχοι του άρθρου 559 αρ. 8 και 16). Ανεξαρτήτως του προαναφερθέντος απαραδέκτου του εξεταζόμενου λόγου αναιρέσεως, οι πιο πάνω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης είχε το περιεχόμενο και αίτημα που αναφέρθηκε στην προηγούμενη παράγραφο, από την οποία προκύπτει ότι αυτή ουδόλως στήριξε την αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσείουσας, στο ότι απότοκος της αναφερόμενης στην αγωγή ζημίας της ήταν η μετά τη λύση της εργασιακής σχέσης και την αποχώρησή της λόγω συνταξιοδότησης το έτος 1998, παράλειψη της αναιρεσείουσας να αποστείλει τον αναφερόμενο στην αγωγή πίνακα με χαμηλότερες αποδοχές προς το ΤΑΠ – ΟΤΕ από αυτές που εν τέλει κρίθηκε ότι δικαιούται. Αντιθέτως, η ενάγουσα, επικαλούμενη το εκ της 251/2006 αποφάσεως του…δεδικασμένο, υποστήριξε ότι απότοκος της αναφερόμενης στην αγωγή ζημίας της ήταν η αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, όπως κρίθηκε τελεσίδικα με την απόφαση εκείνη όπως, άλλωστε παραδεκτώς διευκρίνισε περαιτέρω με τις προτάσεις της, περιστατικά που έγιναν δεκτά και με την προσβαλλόμενη απόφαση. Η αναφορά, στην αγωγή, του περιστατικού της αποστολής εκ μέρους της αναιρεσείουσας προς το ΤΑΠ – ΟΤΕ, του πίνακα με τις αποδοχές που ελάμβανε ως έκτακτη καθαρίστρια πλήρους απασχόλησης και όχι αυτές που έπρεπε αυτή να λαμβάνει, όπως τελεσίδικα ήδη είχε κριθεί, δεν έγινε προκειμένου να θεμελιωθεί σ’ αυτό η αγωγική αξίωση, το δε Δικαστήριο, ανέφερε αυτό, ουσιαστικά στο τέλος του σκεπτικού του, ως επιπλέον επιχείρημα για την θεμελίωση της υπαίτιας συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι από την 251/2006 απόφαση του…δεν παράγεται το δεδικασμένο το οποίο δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ή και ότι εσφαλμένα το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ότι κατά την αγωγή απότοκος της ζημίας της αναιρεσίβλητης ήταν η μετά τη συνταξιοδότησή της παράλειψη της αναιρεσείουσας να αποστείλει τον πιο πάνω πίνακα προς το ΤΑΠ – ΟΤΕ, η τυχόν εσφαλμένη αυτή κρίση του Ειρηνοδικείου, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν ελέγχεται αναιρετικά. Ι…τη διάταξη του άρθρου 268 παρ. 1 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι έτη και αν ακόμη για την αξίωση αυτή καθ’ εαυτή προβλεπόταν βραχύτερη παραγραφή, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 71, 297, 298, 914 και 937 του ίδιου κώδικα, συνάγεται ότι, εάν έχει βεβαιωθεί με τελεσίδικη απόφαση, ότι η παράλειψη ένταξης υπαλλήλου στο τακτικό προσωπικό, καίτοι αυτός είχε τα νόμιμα προσόντα, συνιστά αδικοπραξία από την οποία γεννάται αξίωση για αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας που του έγινε, υπό την έννοια ότι αναγνωρίσθηκε η έννομη σχέση από την οποία απορρέει η ευθύνη του υπόχρεου για αποζημίωση για τις μελλοντικές ζημίες του που τελούν σε σχέση αιτιώδους συνάφειας με το περιστατικό το οποίο θεμελίωσε την ευθύνη του υπόχρεου, η αξίωση αυτή υπόκειται στην 20ετή παραγραφή και όχι στην πενταετή του άρθρου 937 ΑΚ, που αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου για αποζημίωση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο, με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε, πέραν των όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν, και τα εξής: “… Εφόσον κατά τα προεκτεθέντα αποδείχθηκε ότι με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με αριθ. 251/2006 απόφαση του…αναγνωρίστηκε τελεσίδικα το δικαίωμα της ενάγουσας να λαμβάνει τις αποδοχές τακτικού προσωπικού με πλήρη απασχόληση, δικαίωμα που στερήθηκε αυτή γιατί παρανόμως τα αρμόδια όργανα του εναγομένου οργανισμού παρέλειψαν να την προαγάγουν ενώ συγκέντρωνε τα απαραίτητα για την ένταξή της προσόντα και εκ της οποίας (παράνομης παράλειψης) γεννήθηκε η αξίωσή της για αποζημίωση που συνίσταται στη διαφορά της συντάξεως την οποία ελάμβανε ως έκτακτο προσωπικό και εκείνης που έπρεπε να λαμβάνει ως τακτικό προσωπικό πλήρους απασχόλησης, η ένδικη αξίωση της ενάγουσας υπόκειται στην 20ετή παραγραφή του άρθρου 268 παρ. 1 ΑΚ και όχι στη βραχυπρόθεσμη παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ αφού τελούσε κι αυτή σε αιτιώδη συνάφεια προς το παραπάνω ζημιογόνο γεγονός (παράλειψη ένταξης στο τακτικό προσωπικό της υπαλλήλου). Συνεπώς η προβαλλόμενη, από την εναγόμενη με δήλωση που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά και με τις προτάσεις, ένσταση παραγραφής ελέγχεται αβάσιμη και σαν τέτοια πρέπει να απορριφθεί, εφόσον από την τελεσιδικία της απόφασης μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (29-12-2009) δεν έχει παρέλθει 20ετία …”. Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι η προσβαλλομένη απόφαση με την πιο πάνω κρίση της “μην εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ που αναφέρεται στο ένδικο ζήτημα, αλλά τη διάταξη του άρθρου 268 παρ. 1 ΑΚ που αναφέρεται στην εικοσαετή παραγραφή που ξεκινά από την δημοσίευση της τελεσίδικης 251/2006 απόφασης του…, που αφορά σε άλλα πραγματικά και νομικά ζητήματα (δικαίωμα διεκδίκησης διαφορών αποδοχών, βάσει της κρίσης περί παραβίασης της αρχής της ισότητας ανδρών και γυναικών), υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ”. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα, επαναλαμβάνοντας τις αιτιάσεις που προβάλλει και στον προηγούμενο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει ότι, όπως από το δικόγραφο της αγωγής προκύπτει, η αναιρεσίβλητη ισχυρίζεται ότι ο ΟΤΕ παρέλειψε “υπαιτίως” να αποστείλει προς το ΤΑΠ – ΟΤΕ πίνακα καταβαλλομένων αποδοχών ως τακτικό προσωπικό, συνυπολογιζομένης της “παντάπασι” προϋπηρεσίας της, και για το λόγο αυτό ζητούσε την αναφερόμενη στην αγωγή αποζημίωση, λόγω αυτής της αδικοπραξίας της, κατά την έννοια των άρθρων 914 επ. ΑΚ, η οποία, αφότου έλαβε χώρα στις 17.8.1998, όταν η αναιρεσίβλητη συνταξιοδοτήθηκε, ή αφότου έλαβε γνώση της ζημίας από το έτος 2002, οπότε άσκησε το πρώτον την από 28.2.2002 αγωγή της, παρήλθε η προβλεπόμενη από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετής παραγραφή. Πλην όμως, όπως η αναιρεσείουσα αναφέρει στην αίτησή της, “η προσβαλλομένη, συγχέοντας και στην περίπτωση αυτή το δεδικασμένο που προκύπτει από την 251/2006 απόφαση του…με το κρινόμενο στην παρούσα δίκη ζήτημα της αδικοπραξίας κατ’ άρθρο 914 ΑΚ και την τυχόν αποζημιωτική μας ευθύνη, απέρριψε την σχετική μας ένσταση” με την πιο πάνω κρίση της. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, διότι στηρίζεται, όπως και ο προηγούμενος, στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η επικαλούμενη από την ενάγουσα αναιρεσίβλητη αδικοπραξία έλαβε χώρα αφότου ο ΟΤΕ παρέλειψε “υπαιτίως” να αποστείλει προς το ΤΑΠ – ΟΤΕ τον πιο πάνω πίνακα καταβαλλομένων αποδοχών, ενώ όπως προαναφέρθηκε, και όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή ζητούσε την αναφερόμενη στην αγωγή αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη λαμβάνουσα μειωμένη σύνταξη, εξαιτίας της παρανόμως και υπαιτίως γενομένης παραλήψεως των οργάνων της εναγομένης αναιρεσείουσας να την εντάξουν στο τακτικό προσωπικό, προσμετρουμένης και ολόκληρης της προηγούμενης προϋπηρεσίας της, όπως κρίθηκε ήδη αμετακλήτως. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-12-2010 αίτηση (αρ. καταθ.1/4-1-2011) για αναίρεση της 1053/2010 τελεσίδικης αποφάσεως του…….αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012….στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
