Κατά την διάταξη του άρθρου 43 του Π.Δ 34/1995 (άρθρο 12 του Ν. 813/1978, 3 του Ν, 2041/1992), επί συμβάσεως μισθώσεως ρυθμιζόμενης από αυτό, “ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο διετίας από την έναρξη της συμβάσεως να καταγγείλει την μίσθωση. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως και τα αποτελέσματα της επέρχονται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από αυτή. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση το καταβαλλόμενο κατά τον χρόνο της καταγγελίας μίσθωμα τεσσάρων μηνών”. Με την διάταξη αυτή, παρέχεται στον μισθωτή εμπορικής μισθώσεως το δικαίωμα να καταγγείλει την μίσθωση (καταγγελία μεταμέλειας), εφ’ όσον αφενός μεν η μίσθωση παραμένει ενεργής αφ’ ετέρου δε έχει παρέλθει διετία από της ενάρξεως της. Η καταγγελία αυτή τελεί υπό αναβλητική προθεσμία εξ μηνών και συνεπάγεται την υποχρέωση του μισθωτού να καταβάλει στον εκμισθωτή εφ’ άπαξ αποζημίωση από τέσσερα μηνιαία μισθώματα, υπολογιζόμενα κατά τον χρόνο ασκήσεως της καταγγελίας. Η διάταξη δε αυτή, με την οποία παρέχεται στον μισθωτή το δικαίωμα να καταγγείλει προώρως την μίσθωση, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, εφαρμόζεται και στην περίπτωση που έχει λήξει ο συμβατικός ή νόμιμος χρόνος της μισθώσεως και αυτή τελεί σε αναγκαστική παράταση, καταλαμβάνει δε και τις υφιστάμενες μισθώσεις, κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 2741/1999, με το άρθρο 7§6 του οποίου αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 1 του Π.Δ 34/1995 και η διάρκεια της εμπορικής μισθώσεως ορίσθηκε σε δώδεκα έτη. Εξ άλλου, η ανωτέρω διάταξη αποτελεί κανόνα αναγκαστικού δικαίου και επομένως τα προβλεπόμενα από αυτή δικαιώματα διέπονται από την διάταξη του άρθρου 45 του Π.Δ 34/1995, κατά την οποία “η παραίτηση οποιουδήποτε από τα μέρη από τα δικαιώματα του παρόντος, κατά την κατάρτιση της μίσθωσης, είναι άκυρη, εφ” όσον το παρόν δεν ορίζει διαφορετικά”. Με την τελευταία αυτή διάταξη, ο νομοθέτης, επιδεικνύοντας ιδιαίτερη ευαισθησία προς αμφότερους τους συμβαλλομένους, υποδεικνύει ότι εξέρχονται από την εξουσία διαθέσεως αυτών οι “κατά την κατάρτιση” της συμβάσεως μισθώσεως συμφωνίες, με τις οποίες αυτοί (συμβαλλόμενοι) παραιτούνται δικαιωμάτων που θεμελιώνονται στο Π.Δ 34/1995. Εν σχέσει δε προς τα δικαιώματα, τα οποία προβλέπονται από την διάταξη του άρθρου 43 του Π.Δ 34/1995, ως παραίτηση νοείται και η συνομολόγηση όρου, ο οποίος διαφοροποιεί με οποιοδήποτε τρόπο την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, είτε τροποποιώντας τις προϋποθέσεις γενέσεως του σχετικού δικαιώματος, είτε επιμηκύνοντας την εξάμηνη αναβλητική προθεσμία, είτε συνομολογώντας ποσό αποζημιώσεως μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνιαίων μισθωμάτων. Η ακυρότητα, όμως, αυτή καταλαμβάνει την παραίτηση και τις, ως άνω, συμφωνίες μόνον όταν αυτές γίνονται, κατά την “κατάρτιση” της συμβάσεως μισθώσεως, όπως σαφώς συνάγεται από την διάταξη του άρθρου 45 του Π.Δ 34/1995. Επομένως, η παραίτηση και οι, ως άνω, συμφωνίες που εμπεριέχουν παραίτηση, είναι έγκυρες και ισχυρές, εφ” όσον γίνονται μετά την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως, σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που καθιερώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 5§1του Συντάγματος και του άρθρου 361ΑΚ και αποτελεί εκδήλωση της ιδιωτικής αυτονομίας. (ΑΠ 284/2010, ΑΠ 246/2011).