Κάθε μήνα η υποβολή των συγκεντρωτικών καταστάσεων πελατών από το 2014
Το αμέσως προσεχές διάστημα θα εκδοθεί η απόφαση του γενικού γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, Χάρη Θεοχάρη, η οποία θα «ενεργοποιεί» τη διάταξη που ψηφίστηκε με τον πρόσφατο φορολογικό νόμο (ΣΣ Ν. 4223/31.12.2013), για τη μηνιαία, πλέον, ηλεκτρονική υποβολή των συγκεντρωτικών καταστάσεων πελατών, από περισσότερους από ένα εκατομμύριο επιχειρηματίες, ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες (ΣΣ χωρίς κατώτατο όριο συναλλαγών που στις ετήσιες βάσει ΚΦΑΣ είναι 300?).
Ειδικότερα, όσοι επιχειρηματίες τηρούν διπλογραφικά βιβλία (πρώην Γ΄ κατηγορίας) θα πρέπει να υποβάλλουν κάθε μήνα τις συγκεντρωτικές καταστάσεις πελατών- προμηθευτών, ενώ όσοι τηρούν απλογραφικά βιβλία (εσόδων- εξόδων ή πρώην Β΄ κατηγορίας) θα υποχρεούνται να υποβάλλουν τις καταστάσεις προμηθευτών ανά τρίμηνο.
Πάντως, σύμφωνα με πληροφορίες, αρχικά θα προβλέπεται μια μεταβατική περίοδος προσαρμογής τριών μηνών. Έτσι, όλοι οι υπόχρεοι θα κληθούν να υποβάλουν τον Απρίλιο ηλεκτρονικά τις συγκεντρωτικές καταστάσεις πελατών- προμηθευτών για τα φορολογικά στοιχεία που εξέδωσαν και έλαβαν μέσα στο α΄ τρίμηνο 2014.
Από τον Μάιο και μετά, η υποβολή των καταστάσεων πελατών θα γίνεται ανά μήνα από όλους τους υπόχρεους, ενώ η υποβολή των καταστάσεων προμηθευτών θα γίνεται ανά μήνα από όσους τηρούν διπλογραφικά βιβλία και ανά τρίμηνο από όσους τηρούν απλογραφικά βιβλία.
Στις μηνιαίες ηλεκτρονικές καταστάσεις πελατών, οι υπόχρεοι θα δηλώνουν όλα τα τιμολόγια, καθώς και τα συνολικά ποσά συναλλαγών που αναγράφουν οι αποδείξεις λιανικής πώλησης ή παροχής υπηρεσιών που έχουν εκδώσει τον προηγούμενο μήνα. Με βάση τη νέα διάταξη του φορολογικού, θα δηλώνονται οι αξίες όλων των εκδοθέντων και ληφθέντων τιμολογίων, ακόμη και από το πρώτο ευρώ.
Με το έως σήμερα σύστημα, η υποβολή των συγκεντρωτικών καταστάσεων ήταν σε ετήσια βάση και αφορούσε το αμέσως προηγούμενο έτος. Ενώ, τα φορολογικά στοιχεία που καταχωρούνταν υποχρεωτικά, ήταν μόνο τα τιμολόγια αξίας άνω των 300 ευρώ έκαστο.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Από το πιο κάτω νομοθετικό πλαίσιο, βλέπουμε ότι:
- Ο ΚΦΑΣ (άρθρο 10) εξακολουθεί να μιλά για ετήσιες καταστάσεις με κατώτατο όριο συναλλαγών το ποσό των 300,00 ? ενώ
- Ο ΚΦΔ (Ν.4174/2013 άρθρο 14) δεν θέτει κατώτατο όριο και προβλέπει ότι «Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα καθορίζονται ο χρόνος υποβολής των καταστάσεων, ο τρόπος, η διαδικασία, η έκταση εφαρμογής, το όριο της αξίας των στοιχείων, ο τρόπος επιβεβαίωσης και κάθε άλλο θέμα σχετικά με την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου».
Σχετικά όσα είπε στην πρόσφατη συνέντευξη του στο e-forologika ο ΓΓΔΕ Κος Θεοχ. Θεοχάρης.
Στην συνέντευξη αυτή μεταξύ των άλλων είπε τα εξής:
-Η υποβολή των καταστάσεων θα γίνεται για τα έσοδα μέχρι την 15η του επόμενου μήνα.
-Για τα έξοδα η προθεσμία υποβολής θα οριστεί μέχρι την υποβολή της εκάστοτε περιοδικής ΦΠΑ.
-Το πρώτο τρίμηνο του 2014 θα αντιμετωπιστεί ελαστικά ως περίοδος προσαρμογής.
-Οι χονδρικές συναλλαγές θα αποστέλλονται συγκεντρωτικά ανά ΑΦΜ και ανά μήνα.
–Κάθε έξοδο θα μπορεί να υποβληθεί με μια εγγραφή ανά ΑΦΜ.
-Τα έξοδα που λαμβάνουν οι εταιρίες και έχουν εκδοθεί σε όνομα τρίτου θα συμπεριλαμβάνονται συγκεντρωτικά ανά μήνα ή ανά τρίμηνο σε μία εγγραφή δαπανών, χωρίς αντισυμβαλλόμενο.
–Διορθώσεις στις καταστάσεις θα γίνονται μέχρι το τέλος του Οικονομικού έτους, όσον αφορά όμως το σκέλος των εσόδων θα υπάρχει πρόστιμο για την εκπρόθεσμη διόρθωση ή προσθήκη, καθώς θα πρέπει να συμβαδίζουν τα δεδομένα με την περιοδική ΦΠΑ.
Σε προηγούμενη, συνέντευξη του, στο Taxheaven είχε επισημάνει τα εξής:
· η κάθε επιχείρηση θα μπορεί να επιλέξει τον τρόπο που θα στέλνει τα στοιχεία.
- Θα δοθούν πολλαπλές δυνατότητες (xml upload, web service, σύνδεση με ΕΑΦΔΣΣ, φόρμα για χειροκίνητη υποβολή) .
Νομοθετικό πλαίσιο:
I. Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας Ν. 4174/2013: Άρθρο 14. Πληροφορίες από τον φορολογούμενο
1. Πληροφορίες, τις οποίες ζητά εγγράφως η Φορολογική Διοίκηση από τον φορολογούμενο, πρέπει να παρέχονται εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την παραλαβή «κοινοποίηση» του σχετικού αιτήματος, εκτός εάν ο φορολογούμενος προσκομίσει επαρκείς αποδείξεις για πιθανές δυσχέρειες κατά την προετοιμασία και υποβολή των πληροφοριών που του ζητήθηκαν, εφόσον οι δυσχέρειες αυτές οφείλονται σε πράξεις ή παραλείψεις της Δημόσιας Διοίκησης ή σε λόγους ανωτέρας βίας.
2. Κατόπιν εγγράφου αιτήματος της Φορολογικής Διοίκησης, αντίγραφα μέρους των βιβλίων και στοιχείων ή οποιουδήποτε συναφούς εγγράφου, συμπεριλαμβανομένων πελατολογίων και καταλόγων προμηθευτών, πρέπει να παρέχονται στη Φορολογική Διοίκηση εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την παραλαβή«κοινοποίηση» του σχετικού αιτήματος, εκτός εάν ο φορολογούμενος προσκομίσει επαρκείς αποδείξεις για πιθανές δυσχέρειες κατά την προετοιμασία και παράδοση των πληροφοριών που του ζητήθηκαν, εφόσον οι δυσχέρειες αυτές οφείλονται σε πράξεις ή παραλείψεις της Δημόσιας Διοίκησης ή σε λόγους ανωτέρας βίας. Όταν τα βιβλία τηρούνται ή τα στοιχεία εκδίδονται μηχανογραφικά παρέχονται αντίγραφα των ηλεκτρονικών αρχείων. Η Φορολογική Διοίκηση υποχρεούται να παραδίδει στον φορολογούμενο αποδεικτικό παράδοσης, στο οποίο γίνεται μνεία όλων των παραδοθέντων εγγράφων ή αρχείων.
«3. Κάθε φυσικό πρόσωπο με εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, κάθε νομικό πρόσωπο και νομική οντότητα, καθώς και οι αγρότες που υπάγονται στο άρθρο 41 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000), υποβάλλουν καταστάσεις φορολογικών στοιχείων, προμηθευτών και πελατών, για τα εκδοθέντα και ληφθέντα φορολογικά στοιχεία αποκλειστικά με τη χρήση ηλεκτρονικής μεθόδου επικοινωνίας στο διαδικτυακό τόπο του Υπουργείου Οικονομικών, ανεξάρτητα από τον τρόπο έκδοσης αυτών (μηχανογραφικά ή χειρόγραφα). Οι καταστάσεις του προηγούμενου εδαφίου αφορούν φορολογικά στοιχεία που σχετίζονται αποκλειστικά με την επαγγελματική εξυπηρέτηση καθώς και την εκπλήρωση του σκοπού των προσώπων του προηγούμενου εδαφίου.
4. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα καθορίζονται ο χρόνος υποβολής των καταστάσεων, ο τρόπος, η διαδικασία, η έκταση εφαρμογής, το όριο της αξίας των στοιχείων, ο τρόπος επιβεβαίωσης και κάθε άλλο θέμα σχετικά με την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου.»[1]
II. ΚΦΑΣ Άρθρο 10 Διασταυρώσεις και Απόδειξη Συναλλαγών
1. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών και τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 υποβάλλουν καταστάσεις, για μηχανογραφική επεξεργασία και διασταύρωση πληροφοριών, με τις συναλλαγές που πραγματοποίησαν για την επαγγελματική τους εξυπηρέτηση ή την εκπλήρωση του σκοπού τους, από αγορές αγαθών και λήψη υπηρεσιών, από χονδρικές πωλήσεις αγαθών και παροχή υπηρεσιών και από καταβολή ή είσπραξη αμοιβών, αποζημιώσεων, οικονομικών ενισχύσεων και άλλων δικαιωμάτων.
Οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α. υποβάλλουν καταστάσεις, μόνο για τα τιμολόγια πώλησης των προϊόντων τους, που δύνανται να εκδίδουν οι ίδιοι για το σύνολο της παραγωγής τους.
2. …………………
3. Οι καταστάσεις της προηγούμενης παραγράφου 1 περιέχουν το ονοματεπώνυμο και το πατρώνυμο ή την επωνυμία, καθώς και τον Α.Φ.Μ. του υπόχρεου και το έτος που αφορούν.
Στις καταστάσεις αυτές καταχωρούνται το ονοματεπώνυμο ή η επωνυμία, ο Α.Φ.Μ. των συναλλασσομένων με τον υπόχρεο (προμηθευτών, πελατών κ.λπ.), ο συνολικός αριθμός των τιμολογίων ή άλλων φορολογικών στοιχείων και η συνολική αξία, προ Φ. Π. Α..
Εξαιρετικά, δεν συμπεριλαμβάνονται στις καταστάσεις αυτές συναλλαγές, εφόσον η συνολική αξία, προ Φ.Π.Α., ενός εκάστου στοιχείου που έχει εκδοθεί γι’ αυτές δεν υπερβαίνει τα τριακόσια (300) ευρώ.
4. Οι καταστάσεις της παραγράφου 1 υποβάλλονται μέχρι την εικοστή πέμπτη (25η) Ιουνίου κάθε χρόνου με τις συναλλαγές του προηγούμενου ημερολογιακού έτους.
Οι καταστάσεις υποβάλλονται αποκλειστικά με ηλεκτρονικό τρόπο επικοινωνίας στο διαδικτυακό τόπο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων.
Οι ανωτέρω καταστάσεις δεν υποβάλλονται, όταν τα δεδομένα τους διαβιβάζονται ηλεκτρονικά στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 3842/2010 (α’ 58).
5. Δεν υποχρεούνται στην υποβολή των καταστάσεων της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού:
α) οι τράπεζες για τους τόκους καταθέσεων που χορηγούν, καθώς και για τους τόκους και τις προμήθειες που χορηγούν σε άλλες τράπεζες ή πρόσωπα του άρθρου 1 και πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 ή αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α. ή λαμβάνουν από τα παραπάνω πρόσωπα, με την εξαίρεση των προμηθειών που λαμβάνουν από πρόσωπα του άρθρου 1 ή πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 ή πρόσωπα του ειδικού καθεστώτος Φ. Π. Α. που πωλούν αγαθά ή παρέχουν υπηρεσίες σε κατόχους – χρήστες πιστωτικών καρτών,
β) τα πρόσωπα του άρθρου 1 και τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 για τους τόκους καταθέσεων που λαμβάνουν από τράπεζες, για τους τόκους και τις προμήθειες που καταβάλλουν σε τράπεζες ή λαμβάνουν από αυτές, καθώς και για τους μισθούς, τα ημερομίσθια και τις συντάξεις που χορηγούν, με την εξαίρεση των προμηθειών που καταβάλλουν στις τράπεζες λόγω πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών σε κατόχους – χρήστες πιστωτικών καρτών,
γ) τα πρόσωπα του άρθρου 1 και τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 ή πρόσωπα του ειδικού καθεστώτος Φ. Π. Α. για τις πωλήσεις αγαθών και υπηρεσιών εκτός της χώρας, καθώς και για τις αγορές αγαθών ή υπηρεσιών από επιχειρήσεις που δεν ασκούν δραστηριότητα εντός της χώρας,
δ) τα πρόσωπα του άρθρου 1 και τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 για τα ασφάλιστρα, τις επιστροφές ασφαλίστρων και τις εκπτώσεις επί των ασφαλίστρων που αναγράφονται στα σχετικά ασφαλιστήρια συμβόλαια ή στις πρόσθετες πράξεις.
