ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

(ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ 681Α ΚΠολΔ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 3151/2013

 

Αποτελούμενο από τον Δικαστή Κωνσταντίνο Ρόκο, Πρόεδρο Πρωτοδικών, τον οποίο όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Μαρία Ανδρώνη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2013 για να δικάσει τις επόμενες υποθέσεις μεταξύ:

-Α-

Του ενάγοντος: …………………………………………, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Ελευθερίου Κιούκη.

Των εναγομένων: 1) ……………………… 2) …………………, 3) ………………………., 4) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία «……………………………………….», η οποία εδρεύει στην ………………………… και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ» ως ειδικού διαδόχου της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία «……………………………» της οποίας η άδεια ανακλήθηκε οριστικά, με απόφαση της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠ.Ε.Ι.Α.), και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο τρίτος δεν παραστάθηκε, ο πρώτος, δεύτερος και τέταρτη παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας τους δικηγόρου Χρύσας Σαλαβράκου, και το πέμπτο παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας τους δικηγόρου Βασιλικής Νακοπούλου.

-Β-

Του ενάγοντος: …………………………, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Ηλία Κατσαβού.

Των εναγομένων: 1) ………………………………, που δεν παραστάθηκε, 2) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ» ως ειδικού διαδόχου της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία «……………………………» της οποίας η άδεια ανακλήθηκε οριστικά, με απόφαση της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠ Ε.Ι.Α.), και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας τους δικηγόρου Βασιλικής Νακοπούλου.

Ο ενάγων α αγωγής κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ζήτησε να γίνει δεκτή η από 1-12-2011 αγωγή του που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με αριθμό 210124/7918/2011, προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 5ης-4-2012, οπότε και αναβλήθηκε για την παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Ο ενάγων β αγωγής κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ζήτησε να γίνει δεκτή η από 23-3-2012 αγωγή του που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με αριθμό 63576/2287/2012, προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 9-10-2012, οπότε και αναβλήθηκε για την παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η με αριθμό καταθέσεως 210124/7918/2011 αγωγή και η με αριθμό καταθέσεως 63576/2287/2012 αγωγή, οι οποίες πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικαστούν, εφόσον εκκρεμούν ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, υπάγονται στην ίδια διαδικασία, αφορούν αξιώσεις που απορρέουν από το ίδιο βιοτικό περιστατικό και, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Από την υπ αριθμ. 63055/6-12-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή …………………………… στο Πρωτοδικείο Αθηνών, που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων α αγωγής, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης αγωγής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 5-4-2012 οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον τρίτο εναγόμενο, ο τελευταίος όμως δεν εμφανίσθηκε στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου και συνεπώς πρέπει να δικαστεί ερήμην. Το Δικαστήριο ωστόσο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 672 Κ.Πολ.Δ.).

Παράλληλα, από την υπ αριθμ. 9456/4-4-2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ………………………, που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων β αγωγής, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης αγωγής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο εναγόμενο, ο τελευταίος όμως δεν εμφανίσθηκε στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου και συνεπώς πρέπει να δικαστεί ερήμην. Το Δικαστήριο ωστόσο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 672 Κ.Πολ.Δ.).

Οι ενάγοντες με την υπό κρίση α αγωγή τους εκθέτουν ότι ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην τέταρτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, αλλά και ο τρίτος εναγόμενος οδηγώντας μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του που ήταν ασφαλισμένη για τις έναντι τρίτων ζημίες στην πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, της οποίας η άδεια ανακλήθηκε και στη θέση του υπεισήλθε το Επικουρικό Κεφάλαιο, προκάλεσαν από αποκλειστική τους συνυπαιτιότητα, σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες σε αυτόν στο τροχαίο ατύχημα που έγινε υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στην αγωγή. Ζητεί δε, όπως παραδεκτά στο ακροατήριο εν μέρει και ακολούθως με τις προτάσεις του στο σύνολο περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα σε αναγνωριστικό, με απόφαση του Δικαστηρίου προσωρινά εκτελεστή να καταδικασθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν το ποσό των 513.370.13 € για νοσήλια, υλικές ζημίες, διαφυγόντα κέρδη, ηθική βλάβη και αποζημίωση κατ άρθρο 931 ΑΚ (πλέον του ποσού των 44 € που επιφυλάχθηκε να διεκδικήσει με άσκηση πολιτικής αγωγής) με το νόμιμο τόκο από τη επομένη της επιδόσεως της αγωγής, καθώς επίσης να καταδικασθούν και στα δικαστικά τους έξοδα. Η ένδικη αγωγή παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος αρμοδίου Δικαστηρίου, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667, 670-676 και 681 Α Κ.Πολ.Δ.. είναι νόμιμη και ορισμένη, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς των εναγομένων (άρθρα 914, 297 επ., 330 εδ. β, 481 επ., 932 ΑΚ, 2, 4, 9 και 10 ν. ΓπΝ/1911, 10 ν. 489/76, 176, 907 και 908 παρ. 1δ Κ.Πολ.Δ.), εκτός του αιτήματος για κήρυξη της απόφασης εν μέρει προσωρινά εκτελεστής, αφού δεν νοείται εκτέλεση αναγνωριστικών αποφάσεων. Πρέπει λοιπόν να ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία της αφού η αγωγή επιδόθηκε στην αρμόδια για τη φορολόγηση του ενάγοντος Δ.Ο.Υ. Πετρούπολης (βλ. τη με αριθμό 63 08δ/6-12-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ………………………………).

Στην περίπτωση που ενάγονται περισσότεροι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι σε δίκη αποζημίωσης από αδικοπραξία, αντικείμενο της δίκης είναι μόνο η αξίωση του τρίτου προς αποζημίωση, όχι δε και η εξ αναγωγής του ενός εις ολόκληρον ευθυνόμενου προς τον άλλο. Στη δίκη αυτή οι εναγόμενοι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, δεν μπορούν να αντιδικούν μεταξύ τους, ούτε ως προς την ύπαρξη, ούτε ως προς την έκταση της ευθύνης τους. Στη δίκη αποζημίωσης από αδικοπραξία, αν εναχθούν περισσότεροι ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, δεν μπορούν αυτοί να ζητήσουν από το δικαστήριο να τους προσδιορίσει με την απόφαση του, το βαθμό συμμετοχής τους στο ατύχημα. Αυτό, θα κριθεί στα πλαίσια της δίκης αναγωγής μεταξύ των εις ολόκληρον ευθυνόμενων (Εφ.Αθ. 4397/2010 ΕλλΔνη 2011.555).

Στην προκειμένη περίπτωση, όλοι οι παριστάμενοι εναγόμενοι με τις έγγραφες προτάσεις τους αρνούνται την αγωγή και ακολούθως εκθέτουν ότι μέγιστο τμήμα της ευθύνης εκάστου εξ αυτών φέρει ο ομόδικος οδηγός του ετέρου ζημιογόνου οχήματος. Ο ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητας των ομοδίκων τους είναι, σύμφωνα με νομική σκέψη που προηγήθηκε, νόμω αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Ακολούθως, οι εναγόμενοι προβάλλουν ένσταση συντρέχοντος πταίσματος στην πρόκληση, άλλως έκταση του τραυματισμού του ενάγοντος σε ποσοστό 95 %, λόγω μη χρήσεως εκ μέρους τους του επιβεβλημένου από τον Κ.Ο.Κ. (άρθρο 101 παρ. 1 ν. 2696/1999) προστατευτικού κράνους (άρθρο 81 παρ. 17 ν. 2696/1999), το οποίο, λόγω του χαρακτήρα της συγκρούσεως, θα τον είχε μετά βεβαιότητος προστατεύσει από τους τραυματισμούς, όπως ειδικότερα στις προτάσεις τους την αναλύουν, που είναι νόμιμη (άρθρο 300 ΑΚ) και πρέπει να συνεξετασθεί στην ουσία της με την αγωγή.

Κατά το άρθρο 19 παρ. 5α του κ.ν. 489/1976 (ΠΔ 237/1986) που αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 4 του ΠΔ 264/1991, «η αποζημίωση του επικουρικού κεφαλαίου περιορίζεται στη συμπλήρωση του ποσού που υποχρεούται να καταβάλει ασφαλιστικό Ταμείο ή Οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης για την αυτή αιτία στο ζημιωθέντα». Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ο επικουρικός χαρακτήρας της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, με την έννοια ότι στο μέτρο που ο παθών και γενικά ο δικαιούχος από τη διαπραχθείσα αδικοπραξία δικαιούται να καλύψει τη ζημία του από ασφαλιστικό Ταμείο ή άλλο Οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης, επέρχεται απαλλαγή του Επικουρικού Κεφαλαίου. Με τη ρύθμιση αυτή του νόμου αποκλείεται η εφαρμογή της διατάξεως ΑΚ 930 παρ. 3 στην περίπτωση που αυτή θα ήταν εφαρμοστέα και η οποία προβλέπει την αθροιστική απόληψη της αποζημιώσεως από το Επικουρικό Κεφάλαιο, το οποίο την οφείλει στο δικαιούχο με βάση το άρθρο 19 παρ. 1 του άνω ν. 489/1976 και την παροχή της οποίας για την ίδια αιτία οφείλει στο δικαιούχο ασφαλιστικό Ταμείο ή άλλος Οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης. Επομένως, σε μια τέτοια περίπτωση, εφόσον προβάλλεται σχετικός ισχυρισμός από το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο για συνδρομή των όρων του άρθρου 19 παρ. 5 του ν. 489/1976, πρέπει να γίνεται αφαίρεση από την οφειλόμενη από το Επικουρικό Κεφάλαιο αποζημίωση κατά το άρθρο 929 Α.Κ., κάθε ποσού το οποίο για την ίδια αιτία δικαιούται ο παθών ή άλλος δικαιούχος να αξιώσει από το ασφαλιστικό Ταμείο ή άλλο Οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης. Ο ισχυρισμός αυτός του Επικουρικού Κεφαλαίου ότι ο ενάγων-παθών εισέπραξε ή δικαιούται να εισπράξει συγκεκριμένη παροχή για το ατύχημα από ορισμένο ασφαλιστικό οργανισμό αποτελεί ένσταση (Κ.Πολ.Δικ. 262). Τέλος, η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του ν. 489/1976 εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, δηλαδή και στην περίπτωση οριστικής ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας του ασφαλιστή ή πτωχεύσεως του, χωρίς να έχει σημασία το γεγονός, ότι αρχικά είχε εναχθεί ο ασφαλιστής, του οποίου μεταγενέστερα ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, διότι με την υπεισέλευση στη θέση του ασφαλιστή του Επικουρικού Κεφαλαίου, το τελευταίο αντιμετωπίζεται σαν να εναγόταν από την αρχή και άρα θα είχε τη δυνατότητα προβολής του ισχυρισμού από το άρθρο 19 παρ. 5 του ν. 489/1976 (ΑΠ 158/2006 ΧρϊΔ 2007:247=ΕλλΔικ 2006:763, ΑΠ 1258/2006 Α δημοσ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 500/2003 ΕλλΔνη 44(2003]:1573). Αν, παρά την προβολή του ισχυρισμού αυτού, δεν προσκομισθούν οι σχετικές βεβαιώσεις από το ασφαλιστικό Ταμείο ή άλλο Οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης, η συζήτηση της αγωγής, όσον αφορά τα κονδύλια αυτά, πρέπει να αναβληθεί και να διαταχθεί η επανάληψη της για τη συμπλήρωση του παρουσιαζόμενου κενού με την προσκόμιση των σχετικών εγγράφων (Εφ.Αθ. 2661/2000 ΕλλΔνη 2001:187, Εφ.Πατρ. 714/2001 ΑχαΝομ 2001:479, Εφ.Αθ. 6376/1998 ΕΣυγκΔ 2001:217, Αθ. Κρητικού, Αποζημίωση…έκδ. 2008 παρ. 21 περ. αριθ. 48, παρ. 31 περ. αριθ. 110).

Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη εκθέτει ότι ο ενάγων έχει ήδη επιδοτηθεί από τον ασφαλιστικό του φορέα, ήτοι το ΙΚΑ ή το ΤΑΥΤΈΚΩ, και ως εκ τούτου για τα ποσά αυτά δεν υποχρεούται το ίδιο σε αποζημίωση. Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης, είναι νόμω βάσιμος στηριζόμενος στη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν.δ. 4104/1960

Σύμφωνα με το άρθρο 346 ΑΚ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από 2 Απριλίου 2012, δυνάμει των άρθρων 2 και 113 Ν. 4055/2012 ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και εάν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Με αίτημα όμως του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ανωτέρω εναγόμενοι ζητούν να επιδικαστεί η απαίτηση με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και όχι τον τόκο επιδικίας, ενόψει των περιστάσεων της επίδικης δίκης, ήτοι λόγω της εύλογης αντιδικίας των διαδίκων σχετικά με το μέτρο ευθύνης μας προς αποζημίωση των αντιδίκων και περί το ύψος και το εύλογο των απαιτήσεων τους. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω για την ουσιαστική του βασιμότητα.

Με το άρθρο τέταρτο του ν. 4092/2012 «Κύρωση της από 6 Σεπτεμβρίου 2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου … και άλλες διατάξεις» (Α 220/8.11.2012) τροποποιήθηκαν διατάξεις των άρθρων 19, 20 και 25 του π.δ. 237/1986 «Κωδικοποίηση των διατάξεων του Ν. 489/1976 (ΦΕΚ Α 331/76) “περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης”…» (Α 110), όπως έχουν έκτοτε τροποποιηθεί, οι οποίες αφορούν τη λειτουργία του ν.π.ιδ. με την επωνυμία «Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων» (στο εξής Επικουρικό Κεφάλαιο). Οι κρίσιμες τροποποιήσεις που ο ν. 4092/2012 επέφερε στη νομοθεσία περί Επικουρικού Κεφαλαίου είναι οι εξής: (1) Καθορίστηκε ανώτατο όριο της αποζημίωσης που το Επικουρικό Κεφάλαιο καταβάλλει για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, στο ποσό των 6.000 € ανά δικαιούχο (άρθρο 19 παρ. 2 εδ. α του π.δ. 237/1986, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της παρ. 2 από το άρθρο τέταρτο παρ. γ του ν. 4092/2012). (2) Προβλέφθηκε περιορισμός της αποζημίωσης που το Επικουρικό Κεφάλαιο καταβάλλει σε περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή άκαρπης εκτέλεσης σε βάρος του ή ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης, σε ποσοστό που κυμαίνεται μεταξύ 90% και 70% της πλήρους αποζημίωσης και με ανώτατο όριο το ποσό των 100.000 ευρώ, πλην των προσώπων που ζημιώθηκαν με αναπηρία, για τα οποία καταβάλλεται αποζημίωση και πέραν του ποσού αυτού (άρθρο 19 παρ. 2 εδ. γ και δ του π.δ. 237/1986, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της παρ. 2 από το άρθρο τέταρτο παρ. γ του ν. 4092/2012). (3) Προβλέφθηκε ότι οι προηγούμενες (υπό 1 και 2) ρυθμίσεις καταλαμβάνουν και τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγουν αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση (άρθρο 19 παρ. 2 εδ. ζ του π.δ. 237/1986, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της παρ. 2 από το άρθρο τέταρτο παρ. γ του ν. 4092/2012). (4) Διατηρήθηκε η πρόβλεψη ότι οι τόκοι που βαρύνουν το Επικουρικό Κεφάλαιο για την καταβολή αποζημιώσεων υπολογίζονται με επιτόκιο 6% ετησίως, για το οποίο ορίστηκε ότι μπορεί να μεταβάλλεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μετά από εισήγηση της Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρο 19 παρ. 2 εδ. θ και ι του π.δ. 237/1986, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της παρ. 2 από το άρθρο τέταρτο παρ. γ του ν. 4092/2012). (5) Προβλέφθηκε προσωρινή αναστολή κάθε αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του Επικουρικού Κεφαλαίου, είτε εις χείρας του είτε εις χείρας τρίτων, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2016 (άρθρο 20 παρ. 2 εδ. β του π.δ. 237/1986, όπως προστέθηκε με το άρθρο τέταρτο παρ. θ του ν. 4092/2012). Σύμφωνα με τη αιτιολογική έκθεση επί της σχετικής τροπολογίας στο σχέδιο νόμου, με τις παραπάνω ρυθμίσεις «γίνεται προσπάθεια να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία του Επικουρικού Κεφαλαίου, επιχειρώντας να σταθμιστούν οι υποχρεώσεις του, χωρίς να διακινδυνεύει η οικονομική του θέση, λόγω ακριβώς του ιδιαίτερου επικουρικού σκοπού του» (Αιτιολογική έκθεση της 5.10.2012, σ. 1). Ειδικότερα, προβάλλεται ότι οι παραπάνω αναφερόμενες υπό (1) έως (4) ρυθμίσεις τίθενται «με σκοπό τον περιορισμό των υποχρεώσεων που ανατίθενται στο Επικουρικό Κεφάλαιο. Λαμβάνοντας υπόψη την «αρχή της επικουρικότητας» που διέπει τις καταβολές αποζημιώσεων από τον οργανισμό σύμφωνα με τα οριζόμενα στην οδηγία 84/5/ΕΟΚ, διαμορφώνεται κλίμακα που ικανοποιεί τους δικαιούχους «επικουρικά», δηλαδή συμπληρωματικά στο ποσό που θα μπορούν να λάβουν από την (κοινή) εκκαθάριση. Επίσης εισάγεται πλαφόν αποζημιώσεων, έτσι ώστε σε περίπτωση ζημίας ύψους άνω των 100.000 € ο οργανισμός να αποζημιώνει έως 100.000 ευρώ» (ό.π., σ. 1). Εξάλλου, σύμφωνα με την έκθεση αξιολόγησης συνεπειών των παραπάνω ρυθμίσεων, που προσαρτάται στην αιτιολογική έκθεση επί της τροπολογίας, με αυτές «διασφαλίζεται η βιωσιμότητα του Επικουρικού Κεφαλαίου, το οποίο αποτελεί απαραίτητο «συμπλήρωμα» της ασφαλιστικής αγοράς, και κατ επέκταση εμπεδώνεται το κλίμα εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας προς τον ασφαλιστικό κλάδο, με συνέπεια την ενίσχυση της ασφαλιστικής συνείδησης, την ενδυνάμωση της ασφαλιστικής αγοράς και την ανάπτυξη του κλάδου» (Εκθεση αξιολόγησης συνεπειών ρυθμίσεων, σ. 2). Ειδικότερα, προβάλλεται ότι οι ρυθμίσεις που περιορίζουν τις καταβαλλόμενες από το Επικουρικό Κεφάλαιο αποζημιώσεις στοχεύουν «στη βραχυπρόθεσμη ικανοποίηση των απαιτήσεων των δικαιούχων, αφού ο καθορισμός των υποχρεώσεων του Επικουρικού Κεφαλαίου και κατά συνέπεια ο αντικειμενικός προσδιορισμός του ανοίγματος που επωμίζεται το Επικουρικό Κεφάλαιο γίνεται πλέον προβλέψιμος. Έτσι επιτρέπει στη διοίκηση του Επικουρικού Κεφαλαίου την ορθολογικότερη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων των εταιρειών που έκλεισαν» (ό.π., σ. 2). Συναφώς, επισημαίνεται ότι «το Επικουρικό Κεφάλαιο παρουσιάζει έλλειμμα 700 εκατομμυρίων € αδυνατώντας, λόγω μη ύπαρξης αντικειμενικών κριτηρίων, να εκτιμήσει το ύψος αποζημίωσης που βασίζεται σε αξίωση λόγω ψυχικής οδύνης. Με το σημερινό καθεστώς δεν διασφαλίζεται ο “επικουρικός ρόλος του» (ό.π., σ. 3). Περαιτέρω, προβάλλεται ότι ο στόχος της αναστολής των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης είναι «να τονωθεί η ρευστότητα του Επικουρικού Κεφαλαίου, ώστε να διατηρηθεί η βιωσιμότητα του και να έχει τη δυνατότητα να εκπληρώνει κατά προτεραιότητα τις υποχρεώσεις του ως προς τους δικαιούχους αποζημιώσεων» (ό.π., σ. 2). Διευκρινίζεται σχετικά ότι «η έλλειψη ρευστότητας του Επικουρικού Κεφαλαίου θα επιδεινωθεί, αν δεν προωθηθεί το μέτρο της απαγόρευσης της κατάσχεσης εις χείρας τρίτων» (ό.π., σ. 3). Εξάλλου, με το π.δ. 237/1986 κωδικοποιούνται οι διατάξεις του ν. 489/1976, όπως εκάστοτε ισχύει, με τον οποίο εισήχθη στην εσωτερική έννομη τάξη ο θεσμός της υποχρεωτικής ασφάλισης της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα. Με την εν λόγω νομοθεσία το ελληνικό κράτος εκπληρώνει υποχρεώσεις που υπέχει από το διεθνές δίκαιο και το δίκαιο της EE. Οι σχετικές ρυθμίσεις βασίζονται αφενός στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως έναντι αστικής ευθύνης αφορώσης εις αυτοκίνητα οχήματα», που υπογράφηκε στο Στρασβούργο την 20.4.1959 και κυρώθηκε με το ν. 4147/1961 (Α 42), και αφετέρου στην κοινοτική νομοθεσία για τη σύγκλιση των νομοθεσιών των κρατών μελών της EE σχετικά με την υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία οχημάτων. Συναφώς, εκδόθηκαν κατά σειρά: – η οδηγία 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24.4.1972, – η οδηγία 84/5/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 30.12.1983 (δεύτερη οδηγία), – η οδηγία 90/232/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14.5.1990 (τρίτη οδηγία), – η οδηγία 2000/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16.5.2000 (τέταρτη οδηγία), – η τροποποιητική οδηγία 2005/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11.5.2005, οι οποίες έχουν ήδη κωδικοποιηθεί με την οδηγία 2009/103/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16.9.2009 «σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής» (EE L 263/7.10.2009, σ. 11). Το σύστημα ασφάλισης αστικής ευθύνης που επιτάσσει το δίκαιο της EE διαρθρώνεται πάνω σε δύο πυλώνες. Ο πρώτος είναι η επιβολή υποχρεωτικής ασφάλισης των οχημάτων για την κάλυψη της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης από ατυχήματα που προκαλούν (κύρια υποχρέωση). Ο δεύτερος είναι η πρόβλεψη ενός οργανισμού αποζημίωσης στην περίπτωση που δεν πληρούται η κύρια υποχρέωση ασφάλισης, δηλαδή το όχημα που προκαλεί ατύχημα δεν καλύπτεται από ασφάλιση ή είναι αγνώστων στοιχείων (επικουρική υποχρέωση). Όσον αφορά την κύρια υποχρέωση, το άρθρο 3 εδ. α της κωδικοποιητικής οδηγίας 2009/103/ΕΚ (άρθρο 3 παρ. 1 της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ) ορίζει: «Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει… όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη, η σχετική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφος του να καλύπτεται από ασφάλιση». Σε εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής, προβλέπεται στο άρθρο 2 παρ. 1 του π.δ. 237/1986 ότι «ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος». Όσον αφορά την επικουρική υποχρέωση, το άρθρο 10 παρ. 1 της οδηγίας 2009/103/ΕΚ (άρθρο 1 παρ. 4 της δεύτερης οδηγίας 84/5/ΕΟΚ) ορίζει: «Κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποζημιώνει, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από οχήματα αγνώστων στοιχείων ή για τα οποία δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης που προβλέπεται στο άρθρο 3». Σε εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής ιδρύθηκε με τα άρθρα 16 επ. του ν. 489/1976 (και ήδη άρθρα 16 επ. του π.δ. 237/1987) το Επικουρικό Κεφάλαιο, ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με σκοπό την καταβολή αποζημίωσης στις περιπτώσεις που δεν υφίσταται ασφαλιστική κάλυψη. Σύμφωνα ειδικότερα με το άρθρο 19 του π.δ. 237/1987, το Επικουρικό Κεφάλαιο καταβάλει αποζημίωση σε περίπτωση που το ατύχημα προκλήθηκε από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης, καθώς επίσης στην περίπτωση που ο ασφαλιστής που κάλυπτε το όχημα πτώχευσε ή η σε βάρος του εκτέλεση απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης. Το Επικουρικό Κεφάλαιο ιδρύθηκε με νόμο και υπάγεται στην εποπτεία και τον έλεγχο της Τράπεζας της Ελλάδος. Μέλη του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι υποχρεωτικά οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν ασφάλιση αστικής ευθύνης από αυτοκίνητα, καθώς και τα ν.π.δ.δ. ή δημόσιοι οργανισμοί των οποίων τα οχήματα εξαιρούνται της υποχρέωσης ασφάλισης. Το Επικουρικό Κεφάλαιο χρηματοδοτείται από το δικαίωμα εγγραφής και την ετήσια εισφορά των μελών του, καθώς και από εισφορά επί των ασφαλίστρων του κλάδου αστικής ευθύνης από αυτοκίνητα, η οποία βαρύνει κατά 70% τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και κατά 30% τους ασφαλισμένους. Από τη νομοθεσία που το διέπει, τον τρόπο λειτουργίας του και τους σκοπούς που εξυπηρετεί καθίσταται σαφές ότι, παρά την ιδιωτικού δικαίου νομική μορφή του, το Επικουρικό Κεφάλαιο επιτελεί δημόσια λειτουργία και έχει, ως εκ τούτου, δημόσιο χαρακτήρα. Καταρχάς, το Επικουρικό Κεφάλαιο ιδρύθηκε με νόμο (άρθρο 16 του ν. 489/1976) και όχι με πράξη ιδιωτικής βούλησης. Δεν διαθέτει καταστατική αυτονομία, αλλά η λειτουργία του διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του νόμου και των κατ εξουσιοδότηση του εκδιδόμενων κανονιστικών πράξεων του εποπτεύοντος υπουργού. Τόσο η συμμετοχή των μελών του (ασφαλιστικών επιχειρήσεων και λοιπών νομικών προσώπων) όσο και η χρηματοδότηση του Επικουρικού Κεφαλαίου από τα μέλη του είναι υποχρεωτική και επιβάλλεται αναγκαστικά εκ του νόμου, χωρίς να υφίσταται οποιαδήποτε δυνατότητα αποκλεισμού ή διαφοροποίησης των σχετικών υποχρεώσεων βάσει συμφωνίας ή άλλης πράξης ιδιωτικής βούλησης. Εξάλλου, ουσιώδες μέρος του ασφαλιστικού κεφαλαίου σχηματίζεται από εισφορές που βαρύνουν ευθέως τα μέλη της ασφαλιστικής κοινότητας, δηλαδή τους ασφαλισμένους ιδιοκτήτες ή κατόχους του αυτοκινήτου. Περαιτέρω, ο δημόσιος χαρακτήρας του Επικουρικού Κεφαλαίου απορρέει πρωτίστως από τους σκοπούς δημοσίου συμφέροντος που εξυπηρετεί. Από τυπική άποψη, σκοπό δημοσίου συμφέροντος συνιστά ήδη το ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο ιδρύθηκε προς εκπλήρωση κοινοτικού δικαίου υποχρέωσης που υπέχει το ελληνικό κράτος, όπως αυτή κωδικοποιείται στο άρθρο 10 παρ. 1 της οδηγίας 2009/103/ΕΚ. Από ουσιαστική άποψη, το Επικουρικό Κεφάλαιο εξυπηρετεί έναν μείζονος σημασίας κοινωνικό σκοπό, που συνίσταται στην προστασία των θυμάτων των αυτοκινητικών ατυχημάτων (βλ. Αθ. Κρητικό, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, 4η έκδ., 2008, παρ. 25, αριθ. 5-6). Παράλληλα, το Επικουρικό Κεφάλαιο εξυπηρετεί και έναν δημοσίου συμφέροντος οικονομικό σκοπό, που συνίσταται στην παρέμβαση στον κλάδο αστικής ευθύνης από αυτοκίνητα, προκειμένου να διασφαλίσει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών στην ασφαλιστική αγορά, συμβάλλοντας έτσι στην εύρυθμη λειτουργία της (βλ γενικά Ρ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου, Ασφάλιση αστικής ευθύνης από αυτοκινητιστικά ατυχήματα, 1998). Όπως εξάλλου γίνεται δεκτό, η ασφάλιση αυτοκινήτων έχει επιπτώσεις στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και των οχημάτων και, επομένως, η ενίσχυση και εδραίωση της εσωτερικής αγοράς ασφάλισης αυτοκινήτων αποτελεί βασικό στόχο της δράσης της Κοινότητας (2η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2009/103/ΕΚ). Έχει, άλλωστε, ευρύτερα επισημανθεί ότι, «επειδή κύριο αντικείμενο της ασφαλίσεως είναι η υποχρέωση καλύψεως των οικονομικών αναγκών που προκαλούνται από συμβάντα στη ζωή του ανθρώπου, στηρίζεται δε στη δυνατότητα καλύψεως των αναγκών αυτών με αντικαταβολές των μελών της ασφαλιστικής κοινωνίας κινδύνων, η οποία απαρτίζεται από το σύνολο ην ασφαλισμένων σε κάθε ασφαλιστική επιχείρηση. Ως εκ τούτου είναι πρόδηλο το δημόσιο συμφέρον για την προστασία των ασφαλισμένων, αλλά και του ασφαλιστή» (ΣτΕ 668/2005, ΕΕμπΔ 205, σ. 749). Τόσο από την κοινοτική όσο και την εθνική νομοθεσία συνάγεται ότι η ίδρυση και λειτουργία του Επικουρικού Κεφαλαίου, ως μορφή κρατικού παρεμβατισμού στην ασφαλιστική αγορά, διέπεται από την αρχή της επικουρικότητας. Και τούτο, με την έννοια ότι το εν λόγω ασφαλιστικό κεφάλαιο ιδρύεται προκειμένου να παρέχει προστασία σε περιπτώσεις που δεν καλύπτονται από τη λειτουργία των ασφαλιστικών σχέσεων που συνάπτονται βάσει της ιδιωτικής βούλησης και στο πλαίσιο της ιδιωτικής αυτονομίας, αποτελεί δηλαδή μηχανισμό «διόρθωσης» της αγοράς, ο οποίος οφείλει ως εκ τούτου να περιορίζει την παρέμβαση του στο απολύτως αναγκαίο μέτρο. Όπως επισημαίνεται, «πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη ήταν να παράσχει στα θύματα ζημιών προκαλουμένων από αγνώστων στοιχείων ή ανεπαρκώς ασφαλισμένων οχήματα ισοδύναμη και εξίσου αποτελεσματική προστασία με εκείνη που απολαύουν τα θύματα ζημιών προκαλουμένων από εντοπισμένα και ασφαλισμένα οχήματα» (ΔΕΚ, Απόφαση της 4.12.2003, 0-63/01, Evans Συλλ. 2003). Έχει συναφώς κριθεί ότι «μόνο όταν το αυτοκίνητο είναι ανασφάλιστο, τότε ο παθών είχε αγωγή κατά τον Επικουρικού Κεφαλαίου για καταβολή της αποζημίωσης, δηλαδή η αγωγή κατά του τελευταίου είναι επικουρική. Ως ανασφάλιστο θεωρείται το ζημιογόνο αυτοκίνητο α) όταν δεν έχει συναφθεί γι αυτό ποτέ κατά το παρελθόν σύμβαση ασφαλίσεως ή β) όταν αυτή έληξε και δεν ανανεώθηκε ή λύθηκε ή ακυρώθηκε ή ανεστάλη είτε μονομερώς με καταγγελία του ασφαλιστή ή του ασφαλισμένου είτε με κοινή συμφωνία αυτών» (ΑΠ Ολ. 3/2005, ΕπισκΕΔ 2005, με σημείωμα Κ. Παμπούκη). Ως εκ τούτου, «το. Επικουρικό Κεφάλαιο αποτελεί οργανισμό που προεχόντως ιδρύθηκε από το νόμο χάριν του ζημιωθέντος τρίτου στις προβλεπόμενες από το νόμο περιπτώσεις, στις οποίες οι αξιώσεις του παθόντος δεν είναι αρκούντως εξασφαλισμένες στην ικανοποίηση τους κατά του υπόχρεου ή υπεύθυνου για το ατύχημα» (ΑΠ 1221/2011, Αρμ 2012, ΑΠ 1258/2001, ΕΕμπΔ 2002, Εφ.Θεσ. 3081/2005, Αρμ 2006). Κατά συνέπεια, το Επικουρικό Κεφάλαιο παρεμβαίνει διορθωτικά στην ασφαλιστική αγορά, χωρίς ωστόσο να την υποκαθιστά, καθότι περιορίζεται στον αυστηρά επικουρικό ρόλο του. Από συνταγματική άποψη, το Επικουρικό Κεφάλαιο συνιστά θεσμό παρέμβασης στην ασφαλιστική αγορά και, κατά τούτο, η ίδρυση και λειτουργία του αποτελεί μέσο άσκησης κρατικού παρεμβατισμού. Το συνταγματικό έρεισμα του είναι διττό Αφενός, το Επικουρικό Κεφάλαιο αποτελεί έκφραση της κατά το άρθρο 25 παρ. 1 Συντ. υποχρέωσης του κράτους να διασφαλίζει την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων των ατόμων. Ειδικότερα, θεμελιώνεται στην υποχρέωση του κράτους να διασφαλίζει την αποτελεσματική προστασία της ζωής, σωματικής ακεραιότητας, υγείας και περιουσίας των θυμάτων αυτοκινητικών ατυχημάτων, ενόψει της ιδιαίτερης διακινδύνευσης που, στις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες, συνεπάγεται για τα εν λόγω έννομα αγαθά η κυκλοφορία οχημάτων (πρβλ. γενικά Ξ. Κοντιάδη, Ο νέος συνταγματισμός και τα θεμελιώδη δικαιώματα μετά την αναθεώρηση του 2001, 2002, Π. Μαντζούφα, Συνταγματική προστασία των δικαιωμάτων στην κοινωνία της διακινδύνευσης, 2006). Όπως έχει εύστοχα επισημανθεί, «στα πλαίσια ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους δικαίου, η αξίωση των ατόμων να αποζημιωθούν για τις προσβολές των έννομων αγαθών τους που προέρχονται από τις σύγχρονες πηγές κινδύνου, όπως τα αυτοκίνητα, αποτελεί υποχρέωση του ίδιου του κράτους, αλλά και επιτακτική κοινωνική και ηθική ανάγκη για διασφάλιση και κατοχύρωση των δικαιωμάτων των θυμάτων των τροχών» (Ρ. Χατζηνικολάσυ-Αγγελίδου, Ασφάλιση αστικής ευθύνης από αυτοκινητιστικά ατυχήματα, 1998). Αφετέρου, η ίδρυση και λειτουργία του Επικουρικού Κεφαλαίου βρίσκει έρεισμα στην κατά το άρθρο 106 παρ. 1 Συντ. αρμοδιότητα του κράτους να συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα. Εν προκειμένω, με την εγγυητική παρέμβαση του στον κλάδο αστικής ευθύνης από αυτοκίνητα, το Επικουρικό Κεφάλαιο συμβάλλει στην εδραίωση της ασφαλιστικής πίστης, την προστασία των ασφαλιστικών συναλλαγών και, κατ επέκταση, στην εύρυθμη λειτουργία της ασφαλιστικής αγοράς. Κατά τούτο, με το Επικουρικό Κεφάλαιο ως «αναγκαίο συμπλήρωμα» της ασφαλιστικής αγοράς εμπεδώνεται το κλίμα εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας προς τον ασφαλιστικό κλάδο και προάγεται η ασφαλιστική συνείδηση, επ ωφελεία του κλάδου, των ασφαλισμένων-καταναλωτών, αλλά και συνολικά της εθνικής οικονομίας. Συμπληρωματικά και συναφώς προς τα δύο παραπάνω συνταγματικά ερείσματα του, το Επικουρικό Κεφάλαιο, ειδικά κατά το μέρος που προβλέπεται ότι χρηματοδοτείται από εισφορές των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των ασφαλισμένων, βρίσκει επίσης έρεισμα στο χρέος της κοινωνικής αλληλεγγύης που κατά το άρθρο 25 παρ. 4 Συντ. το κράτος δικαιούται να αξιώνει από τους πολίτες. Οι παραπάνω δημοσίου συμφέροντος σκοποί δικαιολογούν, εξάλλου, και τους περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων που επιφέρει το σύστημα της υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης από αυτοκίνητα. Καταρχάς, ως αντιστάθμισμα της επιβάρυνσης που συνεπάγεται για τους ιδιοκτήτες ή κατόχους οχημάτων η υποχρεωτική εκ του νόμου σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης, κατά κάμψη της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρα 361 ΑΚ και 5 παρ. 1 Συντ.), τίθεται στη διάθεση τους ένας μηχανισμός, το Επικουρικό Κεφάλαιο, που διασφαλίζει την αποτελεσματική ασφαλιστική προστασία τους ακόμη και στην περίπτωση που ζημιωθούν από ανασφάλιστο ή άγνωστο όχημα. Αντιστοίχως δικαιολογούνται και οι περιορισμοί στην επαγγελματική και επιχειρηματική ελευθερία (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ.) και στην ελευθερία της συνένωσης (άρθρο 12 παρ. 1 Συντ.) που συνεπάγεται για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις η υποχρεωτική εκ του νόμου συμμετοχή στο Επικουρικό Κεφάλαιο και συνεισφορά στη χρηματοδότηση του ασφαλιστικού κεφαλαίου του. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η νομοθετικά ρύθμιση της οργάνωσης και λειτουργίας του Επικουρικού Κεφαλαίου -επομένως και η επαναρρύθμισή τους με τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας- συνιστά μέτρο κρατικού παρεμβατισμού, με την έννοια της «διορθωτικής» παρέμβασης, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, στη λειτουργία της ασφαλιστικής αγοράς του κλάδου αστικής ευθύνης από αυτοκίνητα. Κατά απολύτως παγιωμένη νομολογία, νομοθετικές διατάξεις που θέτουν μέτρα κρατικού παρεμβατισμού κατ επίκληση λόγων δημοσίου συμφέροντος υπόκεινται σε οριακό μόνον έλεγχο συνταγματικότητας. Στις περιπτώσεις αυτές γίνεται δεκτό ότι, από την άποψη της συνταγματικής αρχής της διάκρισης των λειτουργιών, δεν ανήκει στην αρμοδιότητα της δικαστικής εξουσίας η ουσιαστική εκτίμηση του δημοσίου συμφέροντος, αλλά μόνον η υπέρβαση των ακραίων λογικών ορίων της έννοιας εμπίπτει στο πεδίο του δικαστικού ελέγχου (έτσι ΣτΕ Ολ. 1094/1987, ΤοΣ 1987, βλ. επίσης, με περαιτέρω αναφορές στη νομολογία, Β. Ανδρουλάκη, Μερικές σκέψεις γύρω από τη ρυθμιστική παρέμβαση του κράτους και τον δικαστικό έλεγχο ΤοΣ 2010, Ακρ. Καϊδατζή, Δικαστικός έλεγχος των μέτρων οικονομικής πολιτικής, ΤοΣ 2010, Αρ. Μάνεση / Αντ. Μανιτάκη, Κρατικός παρεμβατισμός και Σύνταγμα (γνωμ.), ΝοΒ 1981). Ο οριακός δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας του νόμου αντιδιαστέλλεται προς τον εντατικό έλεγχο, προνομιακό «εργαλείο» του οποίου είναι η αρχή της αναλογικότητας. Ενώ στον εντατικό έλεγχο, που ασκείται ιδίως όταν περιορίζονται άμεσα ατομικές ελευθερίες, δηλαδή όταν εμποδίζεται ευθέως ορισμένη ιδιωτική δραστηριότητα, ελέγχεται κατά πόσον ο τιθέμενος περιορισμός είναι πρόσφορος, αναγκαίος και όχι δυσανάλογος σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, στην περίπτωση του οριακού ελέγχου κρίσιμο είναι κατά πόσον ορισμένη οικονομική πολιτική ή μέτρο κρατικού παρεμβατισμού, όταν με αυτό περιορίζονται εμμέσως ατομικά δικαιώματα, ιδίως περιουσιακά, δικαιολογείται επαρκώς για την εξυπηρέτηση σκοπών δημοσίου συμφέροντος. Κατά μείζονα λόγο, όζος έχει επιβεβαιωθεί και προσφάτως στη νομολογία, σε οριακό έλεγχο συνταγματικότητας υπόκεινται ιδίως μέτρα κρατικού παρεμβατισμού, τα οποία επέρχονται περιορισμοί σε περιουσιακά ιδίως δικαιώματα των ατόμων, που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού οικονομικού προβλήματος ή τη διασφάλιση της βιωσιμότητας ορισμένου οργανισμού. Στην περίπτωση αυτή, η εκτίμηση του νομοθέτη υπόκειται σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο και μάλιστα από δύο απόψεις. Αφενός, σε οριακό δικαστικό έλεγχο υπόκειται η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του. Κρίθηκε έτσι ότι, «για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου [της ΕΣΔΑ] επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό…, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατ αρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος ή προς την εξασφάλιση της βιωσιμότητας κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών. Η εκτίμηση δε του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλοντος τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α. αποφάσεις James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, της 21.2.1986, No 8793/79, σκέψη 46, Pressos Compania Naviera S.A. και λοιποί κατά Βελγίου, της 20.11.1995, σκέψη 37, Saarinen κατά Φινλανδίας, της 28.1.2003, Κλιάφας και λοιποί κατά Ελλάδος, της 8.7.2004, σκέψη 25, Adrejeva κατά Λετονίας, της 18.2.2009, σκέψη 83)» (ΣτΕ Ολ. 668/2012, σκέψη 34). Αφετέρου, σε οριακό δικαστικό έλεγχο υπόκειται και η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την εξυπηρέτηση του διαπιστωθέντος σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Σε αντίστοιχη υπόθεση έγινε δεκτό ότι «με τα δεδομένα που, κατά τον νομοθέτη, συνέτρεχαν κατά τον χρόνο θεσπίσεως των επίμαχων μέτρων, τα μέτρα αυτά δεν παρίστανται, κατ αρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκομένων με αυτά σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθούν ότι δεν ήταν αναγκαία, λαμβανομένου, άλλωστε, υπόψη ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της υπ αυτού διαπιστωθείσης κρίσιμης δημοσιονομικής καταστάσεως υπόκειται σε οριακό μόνον δικαστικό έλεγχο» (ΣτΕ Ολ. 668/2012, σκέψη 35). Ενόψει των παραπάνω, πρέπει να θεωρηθεί δικαιολογημένη η εκτίμηση του νομοθέτη του ν. 4092/2012, η οποία υπόκειται σε οριακό μόνον έλεγχο, ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος, καθόσον ο λόγος αυτός συνάπτεται προς την αντιμετώπιση του ιδιαιτέρως σοβαρού οικονομικού ελλείμματος που εμφανίζει το Επικουρικό Κεφάλαιο και την ανάγκη διάσωσης του ασφαλιστικού κεφαλαίου και εξασφάλισης της βιωσιμότητας του εν λόγω οργανισμού, προκειμένου να είναι σε θέση να εκπληρώνει την δημόσιου χαρακτήρα εγγυητική λειτουργία του. Αντιστοίχως, πρέπει να θεωρηθεί δικαιολογημένη η εκτίμηση του νομοθέτη του ν. 4092/2012, η οποία επίσης υπόκειται σε οριακό μόνον έλεγχο, ως προς την επιλογή των ληπτέων μέτρων για την αντιμετώπιση του παραπάνω προβλήματος, καθόσον αυτά είναι πάντως πρόσφορα να διασφαλίσουν την οικονομική θέση του Επικουρικού Κεφαλαίου, με εξορθολογισμό των κατ αυτού απαιτήσεων, εξασφάλιση της ρευστότητας και προγραμματισμό των πληρωμών του, ενώ από την άλλη καταλήγουν σε απλό περιορισμό (και όχι στέρηση) περιουσιακών ή άλλων δικαιωμάτων τρίτων. Στο σύστημα του διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων που ισχύει στην Ελλάδα (κατ αντιδιαστολή προς τα συστήματα συγκεντρωτικού ελέγχου σε χώρες με Συνταγματικό Δικαστήριο), οι νομοθετικές ρυθμίσεις δεν ελέγχονται αφηρημένα, αλλά κατά τη συγκεκριμένη εφαρμογή τους σε ορισμένη υπόθεση και ενόψει των συντρεχουσών περιστάσεων και των δεδομένων της υπόθεσης αυτής. Με άλλα λόγια, δεν ελέγχεται ο νόμος καθ αυτόν, αλλά η συγκεκριμένη κάθε φορά εφαρμογή του νόμου. Αυτό σημαίνει ότι ορισμένη νομοθετική ρύθμιση που, υπό δεδομένες συνθήκες, μπορεί να θεωρείται συνταγματικά ανεκτή, θα μπορούσε υπό διαφορετικές συνθήκες να κριθεί αντισυνταγματική και το αντίστροφο. Από την άποψη αυτή, κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας οφείλουν να λαμβάνονται υπόψη και να συνεκτιμώνται οι συντρέχουσες περιστάσεις, έτσι ώστε ακόμη και έντονα περιοριστικά μέτρα, που υπό κανονικές συνθήκες θα ήταν ενδεχομένως αντισυνταγματικά, να δικαιολογούνται όταν τίθενται για την αντιμετώπιση ορισμένης έκτακτης ή εξαιρετικής ανάγκης ή από επιτακτικούς λόγους προστασίας ενός υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος ή αγαθού (πρβλ. ΣτΕ Ολ. 2289/1987, ΝοΒ 1987). Ως τέτοιος λόγος πρέπει κατεξοχήν να θεωρηθεί η διασφάλιση της βιωσιμότητας ορισμένου οργανισμού με δημόσια αποστολή και εγγυητική λειτουργία, πολλώ δε μάλλον όταν την ύπαρξη και εύρυθμη λειτουργία του επιτάσσουν υπερνομοθετικοί κανόνες, ιδίως του δικαίου της EE. Στην περίπτωση αυτή, ειδικότερα, μπορεί να δικαιολογηθεί ο σχετικός περιορισμός των επιμέρους αξιώσεων που εκ του νόμου αναγνωρίζονται έναντι ενός τέτοιου οργανισμού, προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος, έστω και ενδεχόμενος, να περιέλθει ο οργανισμός σε απόλυτη αδυναμία να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του ή σε μεγάλο μέρος αυτών ή να οδηγηθεί σε αναστολή της λειτουργίας του. Κατά συνέπεια, η συνταγματικότητα των εξεταζόμενων μέτρων εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την εκτίμηση των συγκεκριμένων προοπτικών βιωσιμότητας του Επικουρικού Κεφαλαίου και, συνακόλουθα, από τη διαπίστωση της αναγκαιότητας λήψης έκτακτων μέτρων για τη διάσωση του. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του 34ου Ισολογισμού για τη χρήση του έτους 2011, το Επικουρικό Κεφάλα» παρουσίαζε την 31.12.2011 συσσωρευμένο έλλειμμα περίπου 630 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο ήδη, σύμφωνα με την προαναφερθείσα αιτιολογική έκθεση επί της προσθήκης-τροπολογίας, προσεγγίζει τα 700 εκατομμύρια ευρώ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι εκκρεμείς ζημίες του Επικουρικού Κεφαλαίου την 31.12.2011 προέρχονται μόνο κατά 18% από ζημίες από ανασφάλιστα ή άγνωστα οχήματα, ενώ κατά 82% από ζημίες από ανακλήσεις αδειών ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Ήδη από τα παραπάνω, ενδεικτικά αναφερόμενα, στοιχεία προκύπτει ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο αντιμετωπίζει σοβαρότατα οικονομικά προβλήματα, που θέτουν εν αμφιβάλω τη δυνατότητα του να ανταποκρίνεται εγκαίρως και αποτελεσματικά στις υποχρεώσεις του, ενώ ενέχουν ακόμη και τον κίνδυνο να οδηγηθεί μελλοντικά σε στάση πληρωμών ή και διακοπή της λειτουργίας του. Τα ίδια στοιχεία εξάλλου υποδεικνύουν και την κατεύθυνση προς την οποία πρέπει να κινούνται τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της κατάστασης, προκειμένου να μπορούν να θεωρηθούν δικαιολογημένα. Κατά συνέπεια, ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων και των οικονομικών και νομικών δεδομένων, πρέπει να θεωρηθούν δικαιολογημένα, αφενός, πάγια μέτρα προς την κατεύθυνση της επικέντρωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου στην κύρια αποστολή του την οποία επιτάσσει το κοινοτικό δίκαιο (αποζημίωση υλικών ζημιών και σωματικών βλαβών από άγνωστα ή ανασφάλιστα οχήματα) και, αφετέρου, έκτακτα μέτρα προσωρινού χαρακτήρα για την αποτροπή εξάντλησης του ασφαλιστικού κεφαλαίου από την επισώρευση μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης. Με το άρθρο τέταρτο παρ. γ του ν. 4092/2012 προβλέφθηκε περιορισμός της αποζημίωσης που το Επικουρικό Κεφάλαιο καταβάλλει σε περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή άκαρπης εκτέλεσης σε βάρος του ή ανάκλησης της άδειας λειτουργάς ασφαλιστικής επιχείρησης, σε ποσοστό που κυμαίνεται μεταξύ 90% και 70% της πλήρους αποζημίωσης και θεσπίστηκε ανώτατο όριο αποζημίωσης στο ποσό των 100.000 ευρώ, από το οποίο εξαιρείται μόνον η αποζημίωση προσώπων που ζημιώθηκαν με αναπηρία. Σύμφωνα με μία άποψη (Μον.Πρ.Αθ. 3941/2012 nomos) το άρθρο 3 παρ. I της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ (σύμφωνα με το οποίο «κάθε κράτος μέλος λαμβάνει… όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη, η σχετική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφος του να καλύπτεται από ασφάλιση») ερμηνεύθηκε με την έννοια ότι «η εναρμόνιση της εθνικής μας νομοθεσίας προς την αμέσως πιο πάνω Οδηγία γίνεται όχι μόνο με την πρόβλεψη υποχρεωτικής ασφαλιστικής κάλυψης των οχημάτων που κυκλοφορούν στην Ελλάδα, αλλά και με την πρόβλεψη ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου για τις πιο πάνω περιπτώσεις, δεδομένου ότι αφενός το Κράτος είναι υπεύθυνο για την άσκηση ελέγχου και εποπτείας των ασφαλιστικών εταιριών, αφετέρου η προαναφερόμενη Οδηγία απαιτεί κατά τρόπο σαφή την λήψη μέτρων για ασφαλιστική κάλυψη των οχημάτων και όχι για απλή σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης». Ενόψει της ερμηνείας αυτής, γίνεται δεκτό ότι ο περιορισμός της καταβαλλόμενης αποζημίωσης σε περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή άκαρπης εκτέλεσης σε βάρος του ή ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής εταιρίας αντίκειται στην προαναφερθείσα οδηγία. Η κρίση αυτή, ωστόσο, δεν είναι ορθή. Και τούτο, διότι, όπως προεκτέθηκε, η (επικουρική) υποχρέωση για την πρόβλεψη ενός οργανισμού αποζημίωσης σε περίπτωση που δε πληρούται η κύρια υποχρέωση ασφάλισης, υποχρέωση την οποία ο Έλληνας νομοθέτης εκπλήρωσε με την ίδρυση του Επικουρικού Κεφαλαίου, καθορίζεται ειδικά και αποκλειστικά από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 της οδηγίας 2009/103/ΕΚ (άρθρο 1 παρ. 4 της δεύτερης οδηγίας 84/5/ΕΟΚ), η οποία είναι αυτοτελής και με σαφώς «ο περιορισμένο πεδίο εφαρμογής έναντι της διάταξης του άρθρου 3 εδ. α της οδηγίας 2009/103/ΕΚ (άρθρο 3 παρ. 1 της οδηγίας 72/166/ΈΟΚ), η οποία θέτει την (κύρια) υποχρέωση ασφάλισης αστικής ευθύνης. Κατά συνέπεια, ο νομοθετικός περιορισμός της καταβαλλόμενης αποζημίωσης στις προαναφερθείσες περιπτώσεις δεν (μπορεί να) αντίκειται στο άρθρο 3 εδ. α της οδηγίας 2009/103/ΕΚ, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή δεν είναι εφαρμοστέα επί του Επικουρικού Κεφαλαίου, το εύρος της ευθύνης του οποίου ρυθμίζεται αποκλειστικά και αυτοτελώς από την ειδική διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 της ίδιας οδηγίας. Τον προβληματισμό της για τη συμβατότητα του προαναφερθέντος περιορισμού αποζημίωσης με αυτή την τελευταία διάταξη της οδηγίας διατύπωσε πάντως η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής, στην από 23.10.2012 έκθεση της. Σύμφωνα με αυτή, «δεδομένου ότι οι προτεινόμενες διατάξεις εφαρμόζονται σε περιπτώσεις που το Επικουρικό Κεφάλαιο χάνει, ουσιαστικώς, τον επικουρικό χαρακτήρα του (αφού τίθεται σταθερό ανώτατο όριο αποζημίωσης, χωρίς αυτό να συνδέεται με το ποσό που τελικώς θα εισπραχθεί από την κοινή εκκαθάριση, ώστε η αποζημίωση να αποβεί πλήρης), η ως άνω ρύθμιση δεν φαίνεται να συμβαδίζει προς την παρ. 4 του άρθρου 1 της Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ (όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 της Οδηγίας 2005/14/ΕΚ)». Η Επιστημονική Υπηρεσία ορθώς ανάγεται στην παραπάνω διάταξη (ήδη άρθρο 10 παρ. 1 της οδηγίας 2009/103/ΕΚ), ωστόσο ο προβληματισμός της δεν είναι δικαιολογημένος. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, αποστολή του Επικουρικού Κεφαλαίου, όπως και των αντίστοιχων οργανισμών των άλλων κρατών μελών είναι να «αποζημιώνει, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από οχήματα αγνώστων στοιχείων ή για τα οποία δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης που προβλέπεται στο άρθρο 3». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η οδηγία επιτάσσει τη δημιουργία οργανισμού αποζημίωσης μόνο για υλικές ζημίες ή σωματικές βλάβες που προκαλούνται είτε από οχήματα αγνώστων στοιχείων είτε από οχήματα για τα οποία δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης. Την υποχρέωση αυτή εκπλήρωσε ο Έλληνας νομοθέτης, θεσπίζοντας την ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου κατά τις, ταυτόσημες κατά περιεχόμενο, περιπτώσεις α (άγνωστος υπαίτιος) και β (μη εκπλήρωση υποχρέωσης ασφάλισης), αντιστοίχως, της παρ. 1 του άρθρου 19 του π.δ. 237/1987. Αντιθέτως, η περίπτωση γ (πτώχευση ή ανάκληση άδειας της ασφαλιστικής επιχείρησης) της ίδιας παραγράφου δεν προβλέφθηκε στο εθνικό δίκαιο σε εκπλήρωση υποχρέωσης που απορρέει από την οδηγία, αλλά αυτοτελώς από τον εθνικό νομοθέτη στο πλαίσιο της διαπλαστικής εξουσίας που διαθέτει. Και τούτο, διότι αυτή η τρίτη περίπτωση της εθνικής νομοθεσίας δεν εμπίπτει σε καμία από τις δύο προβλεπόμενες στην οδηγία, καθότι αναφέρεται, πρώτον, σε γνωστό όχημα, για το οποίο, δεύτερον, έχει πράγματι εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης, η οποία ωστόσο κατέστη επιγενόμενα ανενεργή, λόγω της πτώχευσης ή της ανάκλησης της άδειας της ασφαλιστικής επιχείρησης. Η διάκριση της τελευταίας αυτής περίπτωσης από τις δύο κύριες περιπτώσεις αποζημίωσης, τις οποίες επιτάσσει η οδηγία, προκύπτει άλλωστε και από τη διαφορετική μεταχείριση που της επιφυλάσσει ο νομοθέτης. Έχει συναφώς κριθεί ότι η διαφορά αυτή γίνεται εμφανής ως προς «το μηχανισμό της υποκαταστάσεως που καθιερώνεται από την παρ. 4 του άρθρου 19 του ν. 489/1976, μέσω του οποίου το Επικουρικό Κεφάλαιο μετακυλύει την υποχρέωση προς αποζημίωση στον υπόχρεο για το ατύχημα. Τέτοια όμως δυνατότητα, κατ εξαίρεση, δεν ισχύει όταν το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν πράγματι ασφαλισμένο, αλλά ο ασφαλιστής πτώχευσε, η σε βάρος του εκτέλεση απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, αν το Επικουρικό Κεφάλαιο ικανοποιήσει τον παθόντα δεν έχει δικαίωμα υποκαταστάσεως κατά του ασφαλισμένου κυρίου, κατόχου ή οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Εξάλλου στην περίπτωση αυτή, αν ο παθών ατύχημα τρίτος επιδιώξει και επιτύχει ικανοποίηση του από τον κύριο του αυτοκινήτου, ο ασφαλιστής του οποίου εμπίπτει σε μία από τις περιπτώσεις του εδ. δ της παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 489/1976, ο κύριος του ζημιογόνου αυτοκινήτου θα δύναται να αναζητήσει το καταβληθέν στον τρίτο ποσό από το Επικουρικό Κεφάλαιο, το οποίο κατά νόμο υποκαθίσταται στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του ασφαλιστή όπως θα δικαιούταν να πράξει το ίδιο υλοποιώντας με τον τρόπο αυτό την αξίωση ελευθερώσεως κατά του ασφαλιστή του» (ΑΠ 1221/2011, Αρμ 2012, ΑΠ 1258/2001, ΕΕμπΔ 2002, Εφ.Θεσ. 3081/2005, Αρμ 2006). Κατά συνέπεια, ο περιορισμός της αποζημίωσης σε περίπτωση πτώχευσης ή ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης δεν αντίκειται στην οδηγία 2009/103/ΕΚ, η οποία δεν περιέχει οποιαδήποτε σχετική ρύθμιση και, επομένως, καταλείπει το ζήτημα στη ρυθμιστική εξουσία του εθνικού νομοθέτη. Ηδη άλλωστε κάτι τέτοιο έχει κριθεί και με νεότερες αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης (βλ. Απόφαση της 11ης-7-2013 C-409/11 Gabor Csonka σκέψεις 32-33, και εμμέσως στην Απόφαση της 1ης-12-2011 C-442/10 Churchill Insurance Company Limitedσκέψη 41). Μόνον, επομένως, ως προς τη συμβατότητα του με το Σύνταγμα ή την ΕΣΔΑ δύναται να ελεγχθεί ο εν λόγω περιορισμός. Δεδομένου όμως ότι ο παθών διατηρεί το δικαίωμα να στραφεί αυτοτελώς κατά του υπαιτίου ή οποιουδήποτε άλλου ευθυνόμενου προσώπου ως εκ τούτου, δεν επέρχεται στέρηση περιουσιακού του δικαιώματος ή του δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Κατά συνέχεια ο περιορισμός της αποζημίωσης σε περίπτωση πτώχευσης ή ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης δεν αντίκειται στο Σύνταγμα ή την ΕΣΔΑ. Περαιτέρω, το άρθρο 2 ΑΚ εκφράζει τη γενικότερη αρχή του δικαίου περί μη αναδρομικότητας των νόμων, που αποβλέπει στην κατά το δυνατό βεβαιότητα των δικαιωμάτων ασφάλειας των συναλλαγών και σταθερότητας δικαίου, η οποία όμως αρχή δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και έτσι η διάταξη αυτή δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ. Επομένως, ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται, κατ αρχήν, να προσδώσει στον νόμο αναδρομική ισχύ, με μόνο περιορισμό τη μη προσβολή συνταγματικώς προστατευόμενων δικαιωμάτων. Στο νόμο μπορεί να δοθεί αναδρομική ισχύς ρητώς ή σιωπηρώς (έμμεσα), όταν δηλαδή από την έννοια και το σκοπό του συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμιστούν και περασμένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος. Εξαιρέσεις από το επιτρεπτό της αναδρομικής ισχύος του νόμου προβλέπονται στο Σύνταγμα από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 και 78 παρ. 2 του Συντάγματος. Από την απόλυτη απαγόρευση στο Σύνταγμα της αναδρομικότητας των νόμων που ορίζουν οι άνω συνταγματικές διατάξεις συνάγεται ότι στις άλλες περιπτώσεις η αναδρομική ισχύς είναι επιτρεπτή, δεν μπορεί όμως να υπερβεί τα όρια που θέτουν τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος, καθώς και η υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων, “παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη δια λόγους δημόσιας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέσει εν ισχύι νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον, ή, προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων ασφορών ή προστίμων”. Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα περιουσιακά φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και μάλιστα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ ΑΠ 40/1998). Έτσι, σύμφωνα με τη ρύθμιση της ως άνω διεθνούς συνθήκης, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου είναι δυνατόν να επέρχεται απόσβεση ή κατάργηση δικαιωμάτων που έχουν απονεμηθεί με προγενέστερο νόμο, μόνον εφόσον η κατάργηση ή απόσβεση επιβάλλεται για λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος ή ωφέλειας, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων, αφού διαφορετικά η έναντι του κοινού νομοθέτη προστασία των περιουσιακών αυτών δικαιωμάτων θα έμενε χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα (Ολ ΑΠ 6/2007). Με το άρθρο τέταρτο παρ. γ του ν. 4092/2012 προβλέφθηκε ότι οι προαναφερθείσες περιοριστικές των καταβαλλόμενων αποζημιώσεων ρυθμίσεις καταλαμβάνουν και τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγουν αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, δεν επήλθε «απόσβεση ή κατάργηση», δηλαδή στέρηση περιουσιακών δικαιωμάτων κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αλλά απλός ποσοτικός περιορισμός και όχι ολοσχερής στέρηση των αξιώσεων των δικαιούχων, ενώ άλλωστε σε κάθε περίπτωση οι δικαιούχοι δεν εξαρτώνται για την ικανοποίηση των αξιώσεων τους αποκλειστικά από το Επικουρικό Κεφάλαιο, αλλά διατηρούν το δικαίωμα να στραφούν, για το σύνολο των ποσών των αξιώσεων τους, κατά του υπαιτίου ή οποιουδήποτε άλλου υπόχρεου προσώπου. Ακόμη, άλλωστε, και αν είχε πράγματι συντελεστεί απόσβεση ή κατάργηση δικαιωμάτων, αυτή θα ήταν πάντως συνταγματικά ανεκτή, εάν επιβαλλόταν «για λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος», η συνδρομή του οποίου υπόκειται, όπως επισημαίνεται, σε δικαστικό έλεγχο. Κατ ενάσκηση του ελέγχου αυτού γίνεται δεκτό από την αντίθετη άποψη ότι «η προαναφερόμενη νομοθετική μεταβολή δεν φαίνεται να επιβάλλεται από λόγους δημόσιας ωφέλειας… πλην, όμως, αν ως δημόσια ωφέλεια νοείται η θέση του Επικουρικού Κεφαλαίου και η αποζημίωση παθόντων από τροχαία ατυχήματα, στις περιπτώσεις που προαναφέρθηκαν, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι οι πιο πάνω διατάξεις του Ν. 4092/2012 αναιρούν την ίδια τη λειτουργία του Επικουρικού Κεφαλαίου, το οποίο πλέον δεν θα καταβάλει παρά μόνο ελάχιστο μέρος των αποζημιώσεων που οι παθόντες τροχαίων ατυχημάτων δικαιούνται, με αποτέλεσμα να καταργούνται δικαιώματα αυτών που κατ επίφαση ο Ν. 4092/2012 ήθελε να προστατέψει. Όπως όμως προεκτέθηκε, η εκτίμηση του δημοσίου συμφέροντος ανήκει καταρχήν στο νομοθέτη και μόνο για υπέρβαση των ακραίων ορίων ελέγχεται δικαστικά. Αντιθέτως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε εντατικό έλεγχο και να αμφισβητήσει την, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, ύπαρξη δημοσίου συμφέροντος. Αλλωστε στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα συνοδευτικά κείμενα του νόμου, με τις ρυθμίσεις του σκοπείται η διασφάλιση της βιωσιμότητας του Επικουρικού Κεφαλαίου, δηλαδή η διάσωση του ασφαλιστικού κεφαλαίου, προκειμένου να είναι σε θέση να συνεχίσει να εκπληρώνει την αποστολή του. Αν ήθελε κριθεί αντισυνταγματική η εν λόγω πρόβλεψη τότε ουσιαστικά θα παρελείπετο να εκτιμηθεί και να σταθμιστεί το προβαλλόμενο από το νομοθέτη δημόσιο συμφέρον έναντι του κινδύνου συνολικής αδυναμίας (παύση πληρωμής) ή διακοπής λειτουργίας του οργανισμού λόγω των σοβαρότατων οικονομικών προβλημάτων και των συσσωρευμένων ελλειμμάτων του. Με τα δεδομένα αυτά, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η εξεταζόμενη ρύθμιση πράγματι τέθηκε προς εξυπηρέτηση ενός, υπαρκτού και σοβαρού, σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Όπως γενικότερα και κατά πάγια νομολογία γίνεται δεκτό, ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται, κατ αρχήν, να προσδίδει στο νόμο αναδρομική ισχύ, εφόσον δεν προσβάλλει συνταγματικά προστατευόμενα δικαιωμάτων και ιδίως δεν υπερβαίνει τα όρια που θέτουν τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος (βλ. ΑΠ 962/2002, ΝοΒ 2003, ΑΠ Ολ 13/2001, ΝοΒ 2001, ΑΠ Ολ. 4/1990, ΝοΒ 1990, επίσης Απ. Γεωργιάδη, Γενικές αρχές αστικού δικαίου, 3η έκδ., 2002) καθώς και οι υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ 541/2011, ΕΕμπΔ 2011, ΑΠ 1277/2008, ΔΕΕ 2008, ΑΠ 928/2006, ΝοΒ 2007, ΑΠ 1823/2005, ΕλλΔνη 2006). Συναφώς, όπως επίσης παγίως γίνεται δεκτό, από τα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 26 Συντ. συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται κατ αρχήν να μεταβάλει, ακόμη και αναδρομικά, τις κείμενες ουσιαστικές ρυθμίσεις του νόμου, αρκεί η επέμβαση του αυτή να αιτιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος και να μην προσβάλλει την αρχή της αναλογικότητας. Όριο στην εξουσία αυτή του νομοθέτη είναι ότι δεν μπορεί, επ ευκαιρία τέτοιων αναδρομικών ουσιαστικών ρυθμίσεων, να θεσπίζει απόσβεση απαιτήσεων για τις οποίες έχουν εκδοθεί τελεσίδικες αποφάσεις δικαστηρίων ή υπάρχουν εκκρεμείς δίκες ενώπιον του αναιρετικού δικαστηρίου ούτε μπορεί να καταργεί τις δίκες αυτές (βλ. ΣτΕ 338/2011, ΣτΕ 6/2010, ΣτΕ 2564/2010, ΣτΕ Ολ. 3633/2004, ΝοΒ 2005, ΣτΕ Ολ. 542/1999, ΤοΣ 1999 κ.ά.). Περαιτέρω όριο στην εξουσία του νομοθέτη είναι ότι δεν μπορεί να ρυθμίζει ζήτημα για το οποίο είναι εκκρεμής δίκη με διάδικο το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, εκτός αν τούτο επιβάλλεται από επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογεί την επέμβαση αυτή του νομοθέτη. Τέτοιο λόγο δεν συνιστά το ταμειακό απλώς συμφέρον του Δημοσίου (ΣτΕ 6/2010, ΣτΕ 401/2010, ΣτΕ 1342/2009, ΣτΕ 2993/2007, Αρμ 2008, κ.ά.). Η κρίσιμη ρύθμιση του ν. 4092/2012 είναι προφανές ότι υπερκαλύπτει τις απαιτήσεις που τίθενται με τους παραπάνω νομολογιακούς κανόνες. Καταρχάς, ρητά προβλέπεται όχι μόνον ότι δεν ανατρέπεται το δεδικασμένο και δεν επέρχεται απόσβεση απαιτήσεων για τις οποίες έχουν εκδοθεί τελεσίδικες αποφάσεις ούτε καταργούνται εκκρεμείς δίκες ενώπιον αναιρετικού δικαστηρίου, αλλά ούτε καν θίγονται απαιτήσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί οριστικές απλώς αποφάσεις. Περαιτέρω, η βιωσιμότητα και το αξιόχρεο του Επικουρικού Κεφαλαίου, προκειμένου να συνεχιστεί απρόσκοπτα η καταβολή, έστω και κατά τι μειωμένων, των αποζημιώσεων στους δικαιούχους, έναντι του ενδεχόμενου ολοσχερούς διακοπής καταβολής τους σε περίπτωση αναστολής της λειτουργίας του, συνιστά, όπως προεκτέθηκε, επαρκώς επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος, και μάλιστα όχι απλώς ταμειακού συμφέροντος, που δικαιολογεί τη συγκεκριμένη ρύθμιση. Κατά συνέπεια, η πρόβλεψη ότι οι περιοριστικές των καταβαλλόμενων αποζημιώσεων ρυθμίσεις καταλαμβάνουν και τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγουν αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση, δεν συνιστά αναδρομικότητα που αντίκειται στο Σύνταγμα ή την ΕΣΔΑ. (βλ, μεταξύ άλλων, Ξ. Κοντιάδης – Ακρίτας Καϊδατζής, Γνωμοδότηση, Φ.Σπυρόπουλος, Γνωμοδότηση).

Στην προκειμένη περίπτωση, το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο εκθέτει ενιστάμενο ότι η δική του ευθύνη περιορίζεται κατά το άρθρο 19 παρ. 2 του ΠΔ 237/1986 σε ποσοστό επί της καταβληθησομένης αποζημιώσεως κατά τις ρυθμίσεις του άρθρου αυτού και σε κάθε περίπτωση έως του ποσού των 100.000 €. Πρέπει λοιπόν να περιοριστεί η ευθύνη του έως του ποσού αυτού. Η ένσταση αυτή είναι νόμω βάσιμη στηριζόμενη στα άρθρα που μνημονεύτηκαν ανωτέρω, τα οποία δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα και στις διατάξεις των κοινοτικών κανόνων δικαίου όπως αβάσιμα εκθέτει ο ενάγων, και πρέπει να εξεταστεί για την ουσιαστική της βασιμότητα. Συναφώς, το Επικουρικό Κεφάλαιο εκθέτει ότι σε κάθε περίπτωση η ευθύνη του δεν μπορεί να υπερβεί την ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας στη θέση της οποίας υπεισήλθε λόγω ανακλήσεως της άδειας της ήτοι έως του ποσού των 500.000 €.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 450 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., κάθε διάδικος έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα που κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί τη μη επίδειξη τους. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 451 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, η επίδειξη μπορεί να ζητηθεί, εφόσον την υποχρέωση αυτή έχει ένας διάδικος, και με τις προτάσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο ζήτησε με προφορική του δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και επαναλήφθηκε με τις έγγραφες προτάσεις του να υποχρεωθεί ο ενάγων να προσκομίσουν: επίσημη βεβαίωση Δημόσιου Νοσοκομείου για την αναγκαιότητα χρήσεως υποκατάστατης δύναμης από τον ενάγοντα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεώς του και λήψεως βελτιωμένης τροφής, το είδος και την διάρκεια της. επίσημη βεβαίωση του εργοδότη του για το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του, οι οποίες δεν του καταβλήθηκαν από την ημέρα του ατυχήματος και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα λόγω του επίδικου τραυματισμού του, βεβαίωση του ΙΚΑ άλλως του ΤΑΥΠΕΚΩ για το ποσόν που του κατεβλήθη για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, ως επίδομα ανικανότητος προς εργασία, προκειμένου αυτό να αφαιρεθεί από το αιτούμενο συνολικά, για την ίδια αιτία κονδύλι, βεβαίωση της αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ για την ανικανότητα του προς εργασία από την ημέρα του ατυχήματος και μέχρι το τέλος Οκτωβρίου 2010. Το αίτημα αυτό είναι νόμω βάσιμο στηριζόμενο στις διατάξεις των άρθρων που μνημονεύτηκαν και θα αξιολογηθεί κατά την εκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού.

Περαιτέρω, ο ενάγων β αγωγής εκθέτει ότι ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του και η οποία ήταν ασφαλισμένη για τις έναντι τρίτων ζημίες σε μη διάδικο εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ασφαλιστική εταιρία, της οποίας η άδεια ανακλήθηκε και στη θέση του υπεισήλθε το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο, προκάλεσε από αποκλειστική του υπαιτιότητα υλικές ζημίες σε αυτόν στο τροχαίο ατύχημα που έγινε υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στην αγωγή. Ζητεί δε, όπως παραδεκτά στο ακροατήριο εν μέρει και ακολούθως με τις προτάσεις του στο σύνολο περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα σε αναγνωριστικό, με απόφαση του Δικαστηρίου προσωρινά εκτελεστή να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι εις ολόκληρον οφείλουν να του καταβάλουν το ποσό των 16.821 €, με το νόμιμο τόκο από τη επομένη της επιδόσεως της αγωγής, καθώς επίσης να καταδικασθούν και στα δικαστικά τους έξοδα. Η ένδικη αγωγή παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος αρμοδίου Δικαστηρίου, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667, 670-676 και 681 Α Κ.Πολ.Δ. είναι νόμιμη και ορισμένη, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς των εναγομένων (άρθρα 914, 297 επ., 330 εδ. β, 481 επ., 932 ΑΚ, 2, 4, 9 και 10 ν. ΓπΝ/1911, 10 ν. 489/76, 176, 907 και 908 παρ. 1δ Κ.Πολ.Δ.), εκτός του αιτήματος για κήρυξη της απόφασης εν μέρει προσωρινά εκτελεστής, αφού δεν νοείται εκτέλεση αναγνωριστικών αποφάσεων.

Το εναγόμενο με τις νομότυπα υποβληθείσες προτάσεις του αρνείται την αγωγή και τα ειδικότερα κονδύλια αυτής και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ο οδηγός του οχήματος του ενάγοντος, ο οποίος είχε προστηθεί στην οδήγηση από τον τελευταίο, άλλως ότι ήταν συνυπαίτιος κατά ποσοστό 95 %, για το λόγο ότι δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή της κατά την οδήγηση και έβαινε με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα. Ο ισχυρισμός περί αποκλειστικής υπαιτιότητας αποτελεί άρνηση κατά τη θεμελίωση της στο αστικό δίκαιο, ένσταση δε κατά τη θεμελίωση της στο ν. ΓΠΝ/1911 (άρθρο 5). Ο άλλος ισχυρισμός για συνυπαιτιότητα αποτελεί ένσταση και θεμελιώνεται αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 300 ΑΚ και 6 ν. ΓΠΝ/1911. Οι ισχυρισμοί είναι νόμιμοι και πρέπει να εξεταστούν για την ουσιαστική τους βασιμότητα.

Ακολούθως, εκθέτει ότι πρέπει να περιοριστεί η ευθύνη του σε ποσοστά της ορισθησομένης αποζημιώσεως σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του ΠΔ 237/1986 και να επιδειχθούν κατ άρθρο 450 Κ.Πολ.Δ.: αα) αντίγραφο της άδειας κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του, β β) βεβαίωση από την αρμόδια Διεύθυνση Συγκοινωνιών, περί υποβολής της κατά το άρθρο 93 του ΚΟΚ δήλωσης καταστροφής του IX και παραδόσεως της άδειας και των πινακίδων κυκλοφορίας αυτού, γγ) επίσημο αντίγραφο του βιβλίου εισερχομένων-εξερχομένων του συνεργείου του …………………………, από το οποίο να αποδεικνύεται η είσοδος και η έξοδος αυτού, μετά τη εκτίμηση του είδους και του ύψους της ζημιάς του και την σύνταξη σχετικής προς τούτο τεχνικής εκθέσεως, δ) φωτογραφίες του αυτοκινήτου του ενάγοντος, βεβαίας χρονολογίας, από τις οποίες να αποδεικνύεται η ολοσχερής καταστροφή αυτού άλλως το ασύμφορο της επισκευής του, εε) επίσημη απόδειξη παροχής υπηρεσιών του μηχανικού αυτοκινήτων ………………………, στ) επίσημη απόδειξη πωλήσεως και μεταβιβάσεως αυτού σε συγκεκριμένο αγοραστή έναντι τιμήματος 500,00 ευρώ. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι νόμω βάσιμοι, σύμφωνα με νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν και θα εξεταστούν για την ουσιαστική τους βασιμότητα.

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος που εξετάσθηκε νομότυπα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου με πρόταση του ενάγοντος α αγωγής και την ανωμοτί εξέταση του πρώτου εναγομένου α αγωγής περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως αυτού, την με αριθμό 1974/3-4-2012 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων α αγωγής και η οποία ελήφθη νόμιμα κατόπιν κλητεύσεως των εναγομένων (δια των με αριθμούς. 7349Δ/27-03-2012, 7350Δ/27-03-2012, 7351Δ/27-03-2012, 7354Δ/28-03-2008 εκθέσεων επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ……………………………… και της υπ αριθμ. 448 IB/28-03-2012 έκθεσης επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ………………………………), καθώς επίσης και όλων των εγγράφων ανεξαιρέτως τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (σημειώνεται ότι η μνεία παρακάτω ορισμένων εγγράφων είναι ενδεικτική αφού ουδενός η συνεκτίμηση παρελείφθη): Στις 20-6-2008 περί ώρα 22.55 ο πρώτος εναγόμενος α αγωγής, οδηγώντας το υπ αριθμ. κυκλ. ……………………… αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του δευτέρου των εναγομένων και ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην πέμπτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία εκινείτο επί της οδού Αγίου Νικολάου στο Ιλιον με κατεύθυνση από Ανω Λιόσια προς Αθήνα. Ταυτόχρονα ο τρίτος εναγόμενος οδηγώντας την υπ αριθ. κυκλ. …………… μοτοσικλέτα του, στην οποία συνεπέβαινε χωρίς να φορά κράνος ο ενάγων, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη μη διάδικο ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «………………………………………», της οποίας η άδεια ανακλήθηκε και την ευθύνη κάλυψης της αστικής ευθύνης προς τρίτου ανέλαβε το Επικουρικό Κεφάλαιο, εκινείτο επί της ιδίας οδού με ομόρροπη κατεύθυνση. Σημειώνεται ότι η οδός Αγίου Νικολάου είναι διπλής κατευθύνσεως, έχει δυο ρεύματα πορείας με συνολικό πλάτος 12,5 μέτρα και πλάτος εκάστης λωρίδας 6,25 μέτρα, μεταξύ των οποίων υπάρχει συνεχής διπλή διαχωριστική γραμμή. Σε σημείο της οδού αυτής, όπου αυτή διασταυρώνεται αριστερά ως προς τους έχοντες κατεύθυνση προς Αθήνα με την οδό Ιωαννίνων, ο πρώτος εναγόμενος, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να επιδείξει, ως μέσος συνετός οδηγός (οδηγώντας με προσοχή και μειωμένη ταχύτητα, θέτοντας σε λειτουργία τον δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης και ιδίως μη ελέγχοντας την όπισθεν αυτού κίνηση), αιφνιδίως και χωρίς προειδοποίηση επεχείρησε αριστερή στροφή με σκοπό να εισέλθει στην κείμενη αριστερά του οδό Ιωαννίνων. Σημειώνεται δε, ότι ήδη κατά τον ως άνω ελιγμό ομιλούσε στο κινητό του τηλέφωνο, ενέργεια που ούτως ή άλλως είχε αρχίσει και πριν την επιχείρηση του ανωτέρω ελιγμού. Ενώ όμως συνέβησαν αυτά ο πρώτος εναγόμενος δεν είχε παρατηρήσει ότι ο τρίτος εναγόμενος, ο οποίος ευρίσκετο εντός της λωρίδας κυκλοφορίας αυτού, επιχειρούσε νόμιμη προσπέραση αυτού, με τρόπο μάλιστα που δεν τον έφερε εντός του αντίθετου ρεύματος πορείας. Ο πλήρης αιφνιδιασμός δε που ο τρίτος εναγόμενος δέχθηκε από την αστραπιαία είσοδο του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου ενώπιον του, απέκλεισε και τη δυνατότητα οποιασδήποτε αποφευκτικής ενεργείας του (ελιγμού ή πεδήσεως). Απεναντίας, με τον αποκλεισμό της ευθύγραμμης πορείας του από το όχημα του πρώτου εναγομένου κτύπησε με την δεξιά πλευρά της μοτοσικλέτας στο ύψος της αριστερής πλευράς του οχήματος του πρώτου εναγομένου στο ύψος της αριστερής πόρτας του οδηγού με αποτέλεσμα η δίκυκλη μοτοσικλέτα ακουμπώντας κατά τη στιγμή της πρόσκρουσης με το όχημα του πρώτου εναγόμενου, να συρθεί από αυτό σπάζοντας τον αριστερό καθρέφτη του και να ανατραπεί με την αριστερή πλευρά της στο οδόστρωμα, όπου συρόμενη να βρεθεί στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας επί του οδοστρώματος της οδού Αγ. Νικολάου, όπου και ακινητοποιήθηκε, σε απόσταση περίπου ενός (1) μέτρου από το έρεισμα της ως άνω οδού, στην αντίθετη κατεύθυνση προς Άνω Λιόσια. Τα ανωτέρω προκύπτουν ιδίως από τις προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων ……………………………, ο οποίος με ενάργεια εκθέτει την αιφνίδια και απροειδοποίητη αλλαγή πορείας του ζημιογόνου οχήματος, και παρά το γεγονός ότι την ίδια στιγμή η μοτοσικλέτα είχε προβεί στην θέση σε λειτουργία του αριστερού δείκτη κατεύθυνσης δείχνοντας με τον τρόπο αυτό την πρόθεση της να προσπεράσει τον πρώτο εναγόμενο. Τα ίδια προκύπτουν και από την ομοειδή σε περιεχόμενο κατάθεση του τρίτου εναγομένου, ο οποίος συμπληρώνει και το κρίσιμο στοιχείο της απασχόλησης του πρώτου εναγομένου με τηλεφωνική κλήση διαμέσου κινητού τηλεφώνου. Τα ανωτέρω δεν μπορούν να αντικρουστούν από την εν μέρει αντίθετη κατάθεση του φίλου του πρώτου εναγομένου ……………………, η οποία δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, ενόψει προφανώς και του συναισθηματικού φορτίου της φιλίας που συνδέει τον μάρτυρα με τον πρώτο εναγόμενο. Τα ανωτέρω γεγονότα επιβεβαιώνονται και από το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, που σαφώς εμφανίζει τη μοτοσικλέτα εντός του ρεύματος πορείας της και μάλιστα με σαφήνεια καθιστά ευκρινή την δυνατότητα της τελευταίας να επιχειρήσει προσπέραση χωρίς να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα, όπως ο πρώτος εναγόμενος διατείνεται. Εντούτοις, σημαντική επιχειρηματολογία αναπτύσσεται από τον τελευταίο εξ αφορμής του σημείου στο οποίο ευρέθησαν τα εμπλακέντα οχήματα, η οποία τοποθετείται σχεδόν επί της επαφής της οδού Ιωαννίνων με την οδό Αγίου Νικολάου. Με δεδομένο δε, ότι τα οχήματα ευρέθηκαν εκεί ο πρώτος εναγόμενος εκθέτει ότι είχε ήδη ολοκληρώσει την αριστερή στροφή του και ο τρίτος εναγόμενος εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας και κινούμενος εκεί κτύπησε το όχημα του πρώτου εναγομένου λίγο πριν μπει στην οδό Ιωαννίνων. Καταρχήν ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν επιβεβαιώνεται ούτε από την κατάθεση του ανωτέρω ………………………, ο οποίος τοποθετεί το σημείο σύγκρουσης εκεί που ο πρώτος εναγόμενος άρχισε να στρίβει αριστερά (και όχι προφανώς, στο σημείο ολοκλήρωσης της αριστερής στροφής) και εκθέτει ότι η μοτοσικλέτα ευρέθη στο αντίθετο ρεύμα μετά την ανατροπή της. Η αλήθεια όμως είναι, όπως έγινε δεκτή ανωτέρω, ότι τα δύο οχήματα μετά την σύγκρουση κινήθηκαν σε επαφή συρόμενα αριστερά σε μικρή απόσταση και ακολούθως η μοτοσικλέτα ανετράπη, όταν έφθασαν έμπροσθεν της οδού Ιωαννίνων. Δηλονότι την αποκλειστική υπαιτιότητα για την πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος φέρει ο πρώτος εναγόμενος οδηγός, ο οποίος παραβίασε συνάμα τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 21 παρ. 1, 2, 23 παρ. 1, 2 ν. 2696/1999 απορριπτόμενης ως ουσιαστικά αβάσιμης της περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος οδηγού ενστάσεως των εναγομένων, καθώς επίσης και της β αγωγής καθ ολοκληρίαν. Ο ενάγων αμέσως μετά το ατύχημα διακομίσθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο ………………………………, όπου και διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάκωση κεφαλής και τραχήλου και ήταν ήπια συγχυτικός. Υποβλήθηκε σε ΟΓ- εγκεφάλου, η οποία ανέδειξε μετατραυματική υπαραχνοειδής αιμορραγία ( αρ) και κάταγμα λιθοειδούς και κροταφικού οστού (αρ). Κατά τον κλινικό έλεγχο που επακολούθησε από την εξέταση των εξωτερικών συζυγικών ανευρέθηκε βαρηκοία (αρ) ωτός (αιμοτύμπανο), λοιπές (αρ). Κατά την ωτορινολαρυγγική εξέταση διαπιστώθηκε ωτορραγία ( αρ) (αιμοτύμπανο) και συνεστήθη αντιβιοτική αγωγή. (βλ. το από 12-08-2008 σχετικού υπ αριθμ. Πρωτ. 31792 πιστοποιητικό νοσηλείας του ανωτέρω νοσοκομείου). Κατά τον παρακλινικό έλεγχο από την αξονική τομογραφία εγκεφάλου, ευρέθηκε αιμορραγική θλάση βρεγματικά δεξιά με σύστοιχη μετατραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία, κάταγμα κροταφικού και επίμηκες κάταγμα λιθοειδούς με μία φυσαλίδα αέρα παραεφιππειακά. Στις 21-06-2008, το Τμήμα Αξονικής Τομογραφίας του ως άνω νοσοκομειακού ιδρύματος προέβη σε επανέλεγχο του επισκληρίδιου αιματώματος κροταφικά δεξιά ως και της αιμορραγικής θλάσης μετωπιαία και βρεγματικά αριστερά με τη σύστοιχη μετατραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία. Στις 21-06-2008 διαγνώσθηκε τραυματική αιμορραγία υπαραχνοειδούς (αρ) και κάταγμα λιθοειδούς- κροταφικού οστού και προχώρησε στην χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής. Συνεπεία των ανωτέρω κακώσεων ο ιατρός της Νευροχειρουργικής Κλινικής ……………………………… γνωμάτευσε περί της ανάγκης για αποκλειστική νοσοκόμα καθ όλο το χρονικό διάστημα της νοσηλείας στο εν λόγω νοσηλευτικό ίδρυμα ( 21-06-2008 έως 02-07-2008). Επιπλέον, την 01-07-2008 υποβλήθηκε σε οφθαλμολογικές εξετάσεις, εκ των οποίων διαπιστώθηκε ότι εμφάνιζε υπόσφαγμα ( αίμα στον αριστερό οφθαλμό). Τελικά έλαβε εξιτήριο από το ως άνω νοσοκομείο στις 02-07-2008, οπότε και του δόθηκε φαρμακευτική αγωγή και του συνεστήθη αναρρωτική άδεια ενός (1) μηνός και επανέλεγχος με αξονική εγκεφάλου μετά από δέκα πέντε (15) μέρες (βλ. το με αριθμό 31792/2008 πιστοποιητικό νοσηλείας του ανωτέρω νοσοκομείου). Ακολούθως, εξεταζόμενος ο ενάγων σε δεκαπέντε ημέρες, σύμφωνα με την ανωτέρω σύσταση του νοσοκομείου, υποβλήθηκε εκ νέου σε μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου στο Εργαστήριο Μαγνητικής Τομογραφίας της Γενικής Κλινικής ………………………………, οπότε και προέκυψαν τα ακόλουθα ευρήματα: Εικόνα μικρών φλοιωδών πετεχειωδών αιμορραγικών αλλοιώσεων σε αμφότερους τους κροταφικούς λοβούς με ελαφρώς μεγαλύτερη έκταση στο δεξιό με συμμετοχή του δεξιού μετωπιαίου λοβού, όπου αναδείχθηκε μικρή περιοχή αιμορραγικών αλλοιώσεων στις φλοιώδεις αύλακες διαμέτρου 2 εκ. Στον αριστερό κροταφικό λοβό αναδεικνύεται εικόνα μικρής ενδοπαρεγχυματικής θλάσης, που προσλαμβάνει οζώδη μορφολογία, διαμέτρου 6 χιλ μεταξύ των φλοιωδών αυλακών αυτού και στην έξω του παρυφή. Επίσης, κατά την ως άνω εξέταση αναδείχθηκε μικρή περιοχή υψηλού μαγνητικού σήματος στο επίπεδο της κάτω παρυφής του δεξιού παρεγκεφαλιδικού ημισφαιρίου που θα μπορούσε να αφορά σε μικρές πετεχειώδεις αιμορραγικές αλλοιώσεις σύστοιχα, ενώ μικρή εστία παθολογικού μαγνητικού σήματος που θα μπορούσε να αφορά σε μικρή αιμορραγική αλλοίωση, αναδεικνύεται στο δεξιό ημιωειδές κέντρο και έτερη στικτή ουσιωδώς διακριτή στην ακολουθία iffusion αριστερά κροταφικά. Επίσης, παρατηρήθηκε εικόνα μικρού φλεβώδους αγγειώματος στον δεξιό οπτικό θάλαμο. Στις 21-07-2008, ο νευρολόγος ψυχίατρος ………………………………, έκρινε, ότι, ήδη ευρισκόμενος υπό φαρμακευτική αγωγή – Ε αγωγή και θυμοαναληπτική αγωγή και χωρίς να έχει επανακάμψει επαρκώς από τη θλάση εγκεφάλου- τραυματικό υπαραχνοειδές οίδημα- αιμορραγίας και του κατάγματος κροταφικού με αιμοτύμπανο συστοίχως, που είχε υποστεί, ως και ότι παρουσίαζε εκ της κλινικής εξέτασης σημείο Roberg (αρ), αστάθεια βαδίσματος, βαρηκοία αρ και συναισθηματική διαταραχή, έπρεπε να απέχει από την εργασία του, ακόμη είκοσι μέρες της αρχικής μηνιαίας αναρρωτικής άδειας, η οποία του χορηγήθηκε στις 02-07-2008 (βλ. βιβλιάριο ασθενείας ενάγοντος σε συνδυασμό με την με αριθμό 25117/24-7-2008 απόφαση Ταμείου Ασφαλίσεως ενάγοντος). Στις 15-09-2008, υποβλήθη εκ νέου σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου στο Διαγνωστικό Κέντρο «………………………………», όπου, εκ της ανωτέρω εξέτασης, αναδείχθηκε γλοιωτική ποροεγκεφαλική αλλοίωση διαμέτρου 1,5 εκ. δεξιά κροταφικά, στη θέση των πετεχειωδών αιμορραγικών αλλοιώσεων του προγενέστερου έλεγχου στο επίπεδο των φλοιωδών αυλακών και του παρακείμενου υπαραχνοειδούς χώρου, ενώ έτερη γλοιωτική ποροεγκεφαλική αλλοίωση αναδείχθηκε δεξιά μετωπιαία διαμέτρου 2 εκ. στη θέση της αιμορραγικής θλάσης του προγενέστερου ελέγχου. Επίσης, παρατηρήθηκε μικρή γλοιωτική ποροεγκεφαλική αλλοίωση αριστερά κροταφικά, διαμέτρου 1,3 στο επίπεδο των φλοιωδών αυλακών και στην περιφέρεια του αριστερού κροταφικού λοβού, χωρίς και πάλι ανάδειξη υπολειπομένων αιμορραγικών στοιχείων. Τέλος, παρατηρήθηκε εικόνα κατάγματος του αριστερού κροταφικού οστού με υποσημαινόμενα στοιχεία εμπίεσης ως και περιορισμένης έκτασης αλλοιώσεις σκληρυντικής μαστοειδίτιδας δεξιά. Στις 17-09-2008 εξετάσθηκε από τον χειρουργό Ω.Ρ.Λ. ………………………………, ο οποίος διέγνωσε ότι παρουσίαζε νευροαισθητήρια βαρηκοΐα, μεγάλου βαθμού, διαταραχή γεύσης, καθώς και επεισόδια ιλίγγου θέσεως και αστάθεια βαδίσεως, και του συνέστησε επιπλέον άδεια επί δεκαημέρου. Στις 13-04-2009, και καθώς τα ανωτέρω συμπτώματα, δεν είχαν υποχωρήσει, υπεβλήθη εκ νέου σε μαγνητική τομογραφία στο Διαγνωστικό Κέντρο «………………………………», εκ της οποίας διαπιστώθηκε εικόνα γλοίωσης στο επίπεδο των φλοιωδών αυλακών της κάτω και μέσης κροταφικής έλικας (με πρόσθια εντόπιση) του δεξιού κροταφικού λοβού, που θα μπορούσαν να αφορούν σε μετατραυματικά αίτια. Διαπιστώθηκε, επίσης, μικρή περιοχή γλοίωσης στο επίπεδο των φλοιωδών αυλακών του δεξιού μετωπιαίου λοβού στην υπερκόγχια χώρα, μέγιστης διαμέτρου 2 εκ. Αναδείχθηκε εικόνα μικρού βαθμού πρωίμου ωστόσο διευρύνσεως του περιφερικού υπαραχνωειδούς χώρου, μικρή εστία υψηλού μαγνητικού σήματος στο επίπεδο του δεξιού ημιωειδούς κέντρου. Συμπερασματικά, αναδείχθηκε εικόνα γλοιωτικών αλλοιώσεων σε μεγαλύτερη έκταση στο δεξιό κροταφικό, ελάχιστα στον αριστερό κροταφικό και μικρής έκτασης στον δεξιό μετωπιαίο λοβό, στην υπερκόγχια χώρα μετατραυματικής αιτιολογίας με παρουσία μονήρους στικτής γλοίωσης στο δεξιό ημιωειδές κέντρο, ως και αργόμενη διεύρυνση του περιφερικού και κεντρικού υπαραχνοειδούς χώρου, πιθανότατα μετατραυματικής αιτιολογίας. Στις 27-07-2011 υποβλήθηκε εκ νέου σε μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου σε τρία επίπεδα στο διαγνωστικό ιατρικό κέντρο «………………………………», κατόπιν προς τούτο εντολής του ιατρού ………………………………, κατά την οποία ανέκυψαν τα εξής ευρήματα, όπως αποτυπώθηκαν στην από 27-07-2008 ιατρική γνωμάτευση του ως άνω διαγνωστικού κέντρου: εικόνα γλοίωσης στο επίπεδο της κάτω και μέσης κροταφικής έλικας με πρόσθια εντόπιση το δεξιό κροταφικό λοβό και μικρότερη εστία γλοίωσης φλοιωδώς και υποφλοιωδώς δεξιά μετωπιαία διαμέτρου 16 χιλ., μικρές εστίες γλοίωσης στο επίπεδο του αριστερού κροταφικού λοβού μη διαφοροποιούμενες σε σχέση με προηγούμενο εργαστηριακό έλεγχο ( ουδεμία βελτίωση), μικρή εστία γλοίωσης στο επίπεδο του δεξιού ημιωειδούς κέντρου χωρίς διαφοροποίηση, βαθμός φλοιώδους εγκεφαλικής ατροφίας μετατραυματικής αιτιολογίας και παχυβλεννογοτικές αλλοιώσεις δεξιού γναθιαίου άντρου. Η κατάσταση του εγκεφάλου του ήδη παραμένει στάσιμη παρά την πάροδο τριών ετών από το ατύχημα και επιπλέον ο ενάγων προέβη από το Σεπτέμβριο του έτους 2010 την έναρξη νέας θυμοαναληπτικής αγωγής, την οποία λαμβάνει διαρκώς έως και σήμερα, για την αντιμετώπιση των αισθημάτων του έντονου θυμού, της μανίας, του έντονου στρες και της ταραχής, απότοκων όλων της εγκεφαλικής βλάβης. Τέλος, εξαιτίας του κατάγματος του κροταφικού οστού αριστερά, συνεπεία του ένδικου ατυχήματος, υπέστη μεγάλου βαθμού νευροαισθητήρια βαρηκοΐα αριστερού ωτός, βλάβη, η οποία είναι μόνιμη και μη αναστρέψιμη (βλ. την από 19-10-2008 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού ΩΡΛ ……………………………… μετά του συνημμένου σε αυτήν ακουογράμματος). Για την έκταση των ζημιών αυτών ευθύνεται σε ποσοστό 30 % ο ίδιος ο ενάγων, αφού όπως αποδείχτηκε από τις καταθέσεις όλων των αυτόπτων μαρτύρων, κατά την στιγμή το ατυχήματος δεν έφερε κράνος, το οποίο μετά βεβαιότητας θα τον είχε προστατεύσει από τις κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις που υπέστη. Ο ενάγων, όπως μνημονεύτηκε, σύμφωνα με την εκτίμηση των θεραπόντων του ιατρών, έχρηζε της βοηθείας αποκλειστικής νοσοκόμας. Για το σκοπό αυτό αναγκάστηκε να δαπανήσει για τις δαπάνες αποκλειστικής νοσοκόμας, καθ όλο το διάστημα της νοσηλείας του στη Νευροχειρουργική Κλινική του ως άνω Νοσοκομείου, τα κάτωθι ποσά: Στην κυρία ………………………………, κατέβαλε τα κάτωθι ποσά: Στις 21-06-2008 για απασχόληση καθ ημέρα αργία ( Σάββατο) – νυχτερινή βάρδια το ποσό των 80,11 € πλέον 24,20 ευρώ- εργοδοτική εισφορά ΙΚΑ- ήτοι συνολικώς το ποσό των 104,31 ευρώ. Στις 22-06-2008, για απασχόληση καθ ημέρα Κυριακή-νυχτερινή βάρδια, το ποσό των 58,09 ευρώ, πλέον 17,53-εργοδοτική εισφορά ΙΚΑ- ήτοι συνολικώς το ποσό των 75,56 ευρώ. Στις 23-06-2008, για απασχόληση σε καθημερινή ημέρα-νυχτερινή βάρδια, το ποσό των 53,05 ευρώ, πλέον 16,03 ευρώ-εργοδοτική εισφορά ΙΚΑ- ήτοι συνολικώς το ποσό των 69,07 ευρώ. Στις 24-06-2008, για απασχόληση σε καθημερινή ημέρα- νυχτερινή βάρδια, το ποσό των 53,05 ευρώ, πλέον 16,03 ευρώ- εργοδοτική εισφορά ΙΚΑ- ήτοι συνολικώς το ποσό των 69,07 ευρώ. Στις 25-06-2008, για απασχόληση σε καθημερινή ημέρα- νυχτερινή βάρδια, το ποσό των 53,05 ευρώ, πλέον 16,03 ευρώ- εργοδοτική εισφορά ΙΚΑ- ήτοι συνολικώς το ποσό των 69,07 ευρώ. Στις 26-06-2008, για απασχόληση σε καθημερινή ημέρα- νυχτερινή βάρδια, το ποσό των 53,05 ευρώ, πλέον 16,03 ευρώ- εργοδοτική εισφορά ΙΚΑ- ήτοι συνολικώς το ποσό των 69,07 ευρώ. Στις 27-06-2008, για απασχόληση σε καθημερινή ημέρα- νυχτερινή βάρδια, το ποσό των 53,05 ευρώ, πλέον 16,03 ευρώ- εργοδοτική εισφορά ΙΚΑ- ήτοι συνολικώς το ποσό των 69,07 ευρώ. Στις 28-06-2008, για απασχόληση καθ ημέρα Σάββατο (αργία)- νυχτερινή βάρδια, το ποσό των 80,11 ευρώ, πλέον 24,20 ευρώ- εργοδοτική εισφορά ΙΚΑ- ήτοι συνολικώς το ποσό των 104,31 ευρώ. Στις 29-06-2008, για απασχόληση Κυριακή- νυχτερινή βάρδια, το ποσό των 58,02 ευρώ, πλέον 17,53 ευρώ- εργοδοτική εισφορά ΙΚΑ- ήτοι συνολικώς το ποσό των 75,56 ευρώ. Στις 30-06-2008, για απασχόληση σε καθημερινή ημέρα- νυχτερινή βάρδια, το ποσό των 53,05 ευρώ, πλέον 16,03 ευρώ- εργοδοτική εισφορά ΙΚΑ- ήτοι συνολικώς το ποσό των 69,07 ευρώ. Στις 01-07-2008, για απασχόληση σε καθημερινή ημέρα- νυχτερινή βάρδια, το ποσό των 53,05 ευρώ, πλέον 16,03 ευρώ- εργοδοτική εισφορά ΙΚΑ- ήτοι συνολικώς το ποσό των 69,07 ευρώ. Επομένως, κατέβαλε στην ως άνω αποκλειστική νοσοκόμα, το ποσό των 843,23 ευρώ. Επιπλέον κατέβαλε σε αυτήν, ως αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση τα κάτωθι ποσά: Στις 21-06-2008, για μία ώρα υπερωριακής απασχόλησης, το ποσό των 15,12 ευρώ. Στις 22-06-2008 έως 27-06-2008, για μία ώρα/ημέρα υπερωριακής απασχόλησης, ήτοι συνολικώς για έξι ώρες το ποσό των 6 Χ 8,64 ευρώ/ώρα= 51,84 ευρώ. Στις 28-06-2008, για μία ώρα υπερωριακής απασχόλησης, το ποσό των 15,12 ευρώ. Από 29-06-2008 έως 30-06-2008, για μία ώρα/ημέρα υπερωριακής απασχόλησης, ήτοι συνολικώς για δύο ώρες το ποσό των 2Χ 8,64 ευρώ/ώρα= 17,28 ευρώ. Συνεπώς, κατέβαλε συνολικώς στην κυρία ………………………………, εκ της ανωτέρω αιτίας, το συνολικό ποσό των ευρώ, από το οποίο δικαιούται ποσοστό 70 %, ήτοι ποσό ( 942,59 Χ 70 % =) 659,81 €. Επίσης στην κυρία ……………………………… κατέβαλε τα κάτωθι ποσά: Στις 21-06-2008 για ημερήσια βάρδια το ποσό των 42,46 € πλέον 12,83 ευρώ-εργοδοτική εισφορά ΙΚΑ- ήτοι συνολικώς το ποσό των 55,29 ευρώ. Στις 22-06-2008 για ημερήσια βάρδια καθ ημέρα Κυριακή το ποσό των 74,30 € πλέον 22,44 ευρώ- εργοδοτική εισφορά ΙΚΑ- ήτοι συνολικώς το ποσό των 96,74 ευρώ. Στις 23-06-2008 για ημερήσια βάρδια το ποσό των 42,46 € πλέον 12,83 ευρώ- εργοδοτική εισφορά ΙΚΑ- ήτοι συνολικώς το ποσό των 55,29 ευρώ. Στις 24-06-2008 για ημερήσια βάρδια το ποσό των 42,46 € πλέον 12,83 ευρώ- εργοδοτική εισφορά ΙΚΑ- ήτοι συνολικώς το ποσό των 55,29 ευρώ. Στις 25-06-2008 για ημερήσια βάρδια το ποσό των 42,46 € πλέον 12,83 ευρώ-εργοδοτική εισφορά ΙΚΑ- ήτοι συνολικώς το ποσό των 55,29 ευρώ.

Στις 26-06-2008 για ημερήσια βάρδια το ποσό των 42,46 € πλέον 12,83 ευρώ- εργοδοτική εισφορά ΙΚΑ- ήτοι συνολικώς το ποσό των 55,29 ευρώ. Στις 27-06-2008 για ημερήσια βάρδια το ποσό των 42,46 € πλέον 12,83 ευρώ- εργοδοτική εισφορά ΙΚΑ- ήτοι συνολικώς το ποσό των 55,29 ευρώ. Στις 21-06-2008 για ημερήσια βάρδια το ποσό των 42,46 € πλέον 12,83 ευρώ- εργοδοτική εισφορά ΙΚΑ- ήτοι συνολικώς το ποσό των 55,29 ευρώ. Στις 29-06-2008 για ημερήσια βάρδια καθ ημέρα Κυριακή το ποσό των 74,30 € πλέον 22,44 ευρώ-εργοδοτική εισφορά ΙΚΑ- ήτοι συνολικώς το ποσό των 96,74 ευρώ. Στις 30-06-2008 για ημερήσια βάρδια το ποσό των 42,46 € πλέον 12,83 ευρώ- εργοδοτική εισφορά ΙΚΑ- ήτοι συνολικώς το ποσό των 55,29 ευρώ. Στις 01-07-2008 για ημερήσια βάρδια το ποσό των 42,46 € πλέον 12,83 ευρώ- εργοδοτική εισφορά ΙΚΑ- ήτοι συνολικώς το ποσό των 55,29 ευρώ. Στις 02-07-2008 για ημερήσια βάρδια το ποσό των 42,46 € πλέον 12,83 ευρώ- εργοδοτική εισφορά ΕΚΑ- ήτοι συνολικώς το ποσό των 55,29 ευρώ. Συνεπώς, κατέβαλε συνολικώς στην ………………………………, εκ της ανωτέρω αιτίας, το συνολικό ποσό των ευρώ, από το οποίο δικαιούται το 70% ήτοι το (746,35 Χ 70%=) 522,45 €. Συνολικά δε δικαιούται για δαπάνη αποκλειστικών νοσοκόμων το ποσό των (659,81 + 522,45=) 1.182,26 €. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατέβαλε για ιατρικές δαπάνες τα εξής ποσά: Στις 17-07-2008 κατέβαλε στην ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία ……………………………… Ε.Ε., με το διακριτικό τίτλο «………………………………» το ποσό των 250,00 ευρώ, για μαγνητική τομογραφία, όπως αποδεικνύεται από την υπ αριθμ. 33024/17-07-2008 απόδειξη παροχής υπηρεσιών. Στις 21-07-2008 κατέβαλε στο νευρολόγο-ψυχίατρο κ. ………………………………, το ποσό των 100,00 € για επίσκεψη στο ιατρείο του, όπως αποδεικνύεται από την υπ αριθμ.

7574/21-07-2008 απόδειξη παροχής υπηρεσιών. Στις 18-08-2009 κατέβαλε στη «………………………………» το ποσό των 26,39 € για αιματολογικές εξετάσεις, όπως αποδεικνύεται από την υπ αριθμ. 1-577988/18-09-2009 απόδειξη παροχής υπηρεσιών. Στις 15-09-2008 κατέβαλε στη «………………………………» το ποσό των 71,11 € για αξονική εγκεφάλου, όπως αποδεικνύεται από την υπ αριθμ. 1-231572/15-09-2008 απόδειξη παροχής υπηρεσιών. Στις 13-10-2008 κατέβαλε στο νευρολόγο-ψυχίατρο κ. ………………………………, το ποσό των 100,00 € για επίσκεψη στο ιατρείο του, όπως αποδεικνύεται από την υπ αριθμ. 7650/13- 10-2008 απόδειξη παροχής υπηρεσιών. Στις 14-01-2009 κατέβαλε στη «………………………………» το ποσό των 71,11 € για εγκεφαλογράφημα, όπως αποδεικνύεται από την υπ αριθμ. 4-5427/14-01-2009 απόδειξη παροχής υπηρεσιών. Στις 13-04-2009 κατέβαλε στη «………………………………» το ποσό των 236,95 € για Μ/Τ εγκεφάλου σε τρία επίπεδα, όπως αποδεικνύεται από την υπ αριθμ. 1-17646/13-04-2009 απόδειξη παροχής υπηρεσιών. Στις 14-04-2009 κατέβαλε στη «………………………………» το ποσό των 236,95 € για Μ/Τ εγκεφάλου σε τρία επίπεδα, όπως αποδεικνύεται από την υπ αριθμ. 1-17663/14-04-2009 απόδειξη παροχής υπηρεσιών. Στις 27-04-2009 κατέβαλε στο νευρολόγο-ψυχίατρο κ. ………………………………, τό ποσό των 100,00 € για επίσκεψη στο ιατρείο του, όπως αποδεικνύεται από την υπ αριθμ. 7886/27- 04-2009 απόδειξη παροχής υπηρεσιών. Στις 27-07-2011 κατέβαλε στη «………………………………» το ποσό των 236,95 € για Μ/Τ εγκεφάλου σε τρία επίπεδα, όπως αποδεικνύεται από την υπ αριθμ. 1-37265/27-07-2021 απόδειξη παροχής -υπηρεσιών. Επομένως, για τις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις, δαπάνησε, συνολικώς το ποσό 1.429,46 ευρώ, από το οποίο δικαιούται το 70 %, ήτοι ποσό (1.429,46 Χ 70% =) 1.000,62 €. Περαιτέρω, δεν απεδείχθη ότι καθ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα ο ενάγων είχε ανάγκη βελτιωμένης διατροφής, αφού κάτι τέτοιο ουδέποτε συνεστήθη από τους θεράποντες ιατρούς. Περαιτέρω δε κρίνεται ότι η σύγχρονη διατροφή περιλαμβάνει επαρκείς ποσότητες κρέατος, γαλακτοκομικών και ψαριών, ώστε δεν καθίσταται αναγκαία η έτι μεγαλύτερη πρόσληψη τέτοιων τροφών για την δήθεν πόρωση των καταγμάτων. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων λόγω της αστάθειας βάδισης αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει ΤΑΞΙ για τις αναγκαίες μετακινήσεις του, αφού ουδεμία σχετική απόδειξη προσκομίστηκε. Ομοίως, ουδόλως προέκυψε η καταστροφή των ενδυμάτων του ενάγοντος, αφού οι συνθήκες του ατυχήματος δεν συνηγορούν υπέρ της φθοράς αυτών σε τέτοιο βαθμό που να καθιστούν αυτά άχρηστα. Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μετά την έξοδο του από το νοσοκομείο μη δυνάμενος να αυτοεξυπηρετηθεί, λόγω και της ηλικίας του, είχε ανάγκη των υπηρεσιών θεραπαινίδας επί τρίωρο καθημερινά. Τις υπηρεσίες αυτές άνευ ανταλλάγματος και για συνολικό χρονικό διάστημα από 2-7-2008 έως και την 29-10-2008 παρέσχε η σύζυγος του η οποία με εντατικοποίηση των προσπαθειών της προσέφερε α αυτόν τις σχετικές πρόσθετες υπηρεσίες οικιακής βοηθού επιπλέον από αυτές που πρόσφερε ως σύζυγος στα πλαίσια των σχέσεων τους. Και ναι μεν η σύζυγος στα πλαίσια των σχέσεων τους βαρύνεται με την νομική και ηθική υποχρέωση να του συμπαραστέκεται, να του παρέχει βοήθεια και να επιδεικνύει προς αυτόν αγάπη και στοργή, όμως οι προαναφερόμενες υπηρεσίες της οικιακής βοηθού που αναγκάστηκε να του παράσχει λόγω του τραυματισμού του, δεν εντάσσονται στις ηθικές και νόμιμες πιο πάνω υποχρεώσεις αυτής. Εξάλλου το γεγονός ότι τις πιο πάνω υπηρεσίες κάλυψαν αυτή, δεν μπορεί να οδηγήσει σε ωφέλεια των υπόχρεων εναγομένων και σε αποφυγή καταβολής από αυτούς της σχετικής αποζημίωσης του ενάγοντος, ο οποίος, επειδή στερείτο ρευστού χρήματος για να καλύψει τις ανάγκες του, με καταβολή (προκαταβολή) των δαπανών που απαιτούνταν πριν από την έγερση της αγωγής, αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει τη σύζυγό του ως οικιακή βοηθό. Αν μάλιστα προσλάμβανε άλλο ειδικευμένο πρόσωπο προς παροχή των ως άνω υπηρεσιών, θα δαπανούσε κατά τη συνήθη των πραγμάτων πορεία και την κοινή των ανθρώπων πείρα, το ποσό των 300 € μηνιαίως της καταβολής του οποίου ποσού δεν απαλλάσσονται οι υπόχρεοι προς αποζημίωση. Πέραν του χρονικού αυτού διαστήματος απασχόληση οικιακής βοηθού δεν κρίνεται επιβεβλημένη αφού ήταν δυνατόν, έστω με προσοχή και μικρές δυσχέρειες, να αυτοεξυπηρετείται ο ενάγων. Ετσι ο ενάγων απόφυγε την καταβολή δαπάνης ποσού 1.170 €, από το οποίο δικαιούται ποσοστό 70 %, ήτοι ποσό (1.170 Χ 70 % =) 819 β. Ο ενάγων δεν εργάστηκε κατά το διάστημα από τον Ιούνιο (10 ημέρες) του 2008 έως και Οκτώβριο του 2008 (29 ημέρες) και απώλεσε τα εξής: οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, ανήλθαν τον Ιούνιο 2008 σε 1.370,70 ευρώ, τον Ιούλιο 2010 σε 1.525,28 ευρώ, τον Αύγουστο 2008 σε 1.370,71 ευρώ, τον Σεπτέμβριο 2008 σε 1.370,70 ευρώ, τον Οκτώβριο 2008 σε 1.054,57 ευρώ. Τα ποσά αυτά δικαιούται κατ άρθρο 930 εδαφ. γ ΑΚ να τα διεκδικήσει από τους εναγόμενους και δη για το μήνα Ιούνιο του 2008, το ποσό των (1.370,70 € Χ 10 ημέρες αποχής από την εργασία /30=) 456,90 ευρώ, για το μήνα Ιούλιο του έτους 2008, το ποσό των 1.525,28 ευρώ, για το μήνα Αύγουστο του έτους 2008, το ποσό των 1.370,71 ευρώ, για το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2008, το ποσό των 1.370,70 ευρώ, για το μήνα Οκτώβριο του έτους 2008, το ποσό των ( 1.054,57 Χ 29 ημέρες αποχής από την εργασία/31=) 986,53 ευρώ, δηλαδή συνολικό ποσό 5.710,12 ευρώ, από το οποίο δικαιούται το 70 % ήτοι ποσό (5.710,12 Χ 70 %=) 3.997,08 € (για όλα τα ανωτέρω μισθολογικά βλ. τις βεβαιώσεις αποδοχών της εργοδότριας του ενάγοντος ………………………………). Περαιτέρω, ενόψει των συνθηκών που έγινε η σύγκρουση του είδους των ζημιών, του βαθμού του πταίσματος του εναγομένου οδηγού, της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των εμπλακέντων φυσικών προσώπων, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, η χρηματική ικανοποίηση για την οποία αποτιμάται στο εύλογο ποσό των 50.000 €, πλέον ποσού 44 € που επιφυλάσσεται να διεκδικήσει με την άσκηση πολιτικής αγωγής στα ποινικά Δικαστήρια. Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων πάσχει από βαρηκοΐα του αριστερού ωτός και αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα λόγω εκρήξεων άγχους, τα οποία προσπαθεί να αντιμετωπίσει με θυμοαναληπτική αγωγή. Σύμφωνα με την Απόφαση του Υπουργού Προνοίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με αριθμό Φ21/2361 της 5ης Οκτωβρίου 1993 (ΦΕΚ Β 819/1993) με τίτλο «Κανονισμός καθορισμού ποσοστών αναπηρίας» η μονόπλευρος νευροαισθητήριος βαρηκοΐα χαρακτηρίζεται με βάση την ακουομετρική μέθοδο σε ελαφρά με ποσοστό αναπηρίας 0%, σε μέτρια με ποσοστό αναπηρίας 5- 10%, μεγάλη με ποσοστό αναπηρίας 10- 15%, υπολειμματική με ποσοστό αναπηρίας 15- 20% και σε κώφωση με ποσοστό αναπηρίας 20-25 %. Στην προκειμένη περίπτωση, από την μη προσβαλλόμενη ως αναληθή και με χρονολογία 19-10-2011 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού ΩΡΑ ……………………………… συνάγεται ότι ο ενάγων πάσχει από μεγάλου βαθμού νευροαισθητήρια βαρηκοΐα αριστερού ωτός. Η πάθηση αυτή του προσδιορίζει βέβαια ένα ποσοστό αναπηρίας 10-15 % κατά τα ανωτέρω, πλην όμως δεν απεδείχθη ότι αυτή επιδρά στο μέλλον του. Μπορεί βέβαια ήδη να έχει καταστεί δύσθυμος και να εκνευρίζεται ευκολότερα, πλην όμως αυτό είναι απότοκο των γενικότερων σωματικών του βλαβών για την αποκατάσταση των οποίων λαμβάνει ήδη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Δεν απεδείχθη ειδικά όμως ότι η βαρηκοΐα επιδρά στο επαγγελματικό και κοινωνικό του μέλλον, αφού ούτε έχει υποβιβαστεί στο χώρο εργασίας του ούτε έχει αποδειχθεί ότι στερήθηκε τη δυνατότητα για εξέλιξη στην ιεραρχία της τράπεζας. Η κατάθεση δε της συζύγου του ότι αν δεν είχε τραυματιστεί σήμερα θα κατείχε το βαθμό του Υποδιευθυντή δεν απεδείχθη από κανένα άλλο στοιχείο. Προσκομίζεται βέβαια η από 14-8-2009 αίτηση του ενάγοντος για μετακίνηση από το κατάστημα ………………………………, στο οποίο είχε πρόσφατα αποσπαστεί, σε κατάστημα πλησίον της ………………………………, όπου κατοικεί για να μην ταλαιπωρείται από τις μετακινήσεις. Δεν αποδεικνύεται όμως από το εν λόγω έγγραφο ότι η πιθανή μετακίνηση του από το κατάστημα ……………………………… αποτελεί απώλεια σημαντικής ευκαιρίας για την ανέλιξη του, την οποία έχασε, λόγω του τραυματισμού του. Ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί η αξίωση για καταβολή αποζημίωσης κατ άρθρο 931 ΑΚ. Σύμφωνα επομένως με όσα προεκτέθηκαν πρέπει, αφού οριστεί παράβολο για την περίπτωση ανακοπής, ακολούθως να απορριφθεί η αγωγή ως προς τον τρίτο και το πέμπτο των εναγομένων, ακολούθως να γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη α αγωγή, ως βάσιμη και στην ουσία της και να αναγνωριστεί ότι οι πρώτος, δεύτερος και τρίτη των εναγομένων, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος, οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα, για τις ανωτέρω αιτίες, το συνολικό ποσό των (1.182,26 + 1.000,62 + 819 + 3.997,08 + 50.000 =) 56.998,96 €, νομιμότοκα με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Τέλος πρέπει να επιβληθεί ένα μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος σε βάρος των πρώτου, δεύτερου και τρίτης των εναγομένων, συμψηφιζομένων κατά τα λοιπά, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρο 178 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), όπως επίσης και τα έξοδα του πέμπτου των εναγομένων στον ενάγοντα, λόγω της ήττας του (άρθρο 176 ΠολΔ). Επίσης, απορριφθείσας κατά τα ανωτέρω της β αγωγής πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του δεύτερου εναγομένου της β αγωγής στον ενάγοντα λόγω της ήττας του (άρθρο 176 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την με αριθμό καταθέσεως 210124/7918/2011 αγωγή και την με αριθμό καταθέσεως 63576/2287/2012 αγωγή

Α. Σχετικά με την με αριθμό καταθέσεως 210124/7918/2011 αγωγή

Δικάζει ερήμην του τρίτου εναγομένου και κατ αντιμωλία των υπολοίπων

Ορίζει παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ύψους 290 €.

Απορρίπτει την αγωγή όσον αφορά τον τρίτο και το πέμπτο των εναγόμενων

Επιβάλλει στον ενάγοντα τα δικαστικά έξοδα του πέμπτου των εναγομένων ύψους 1.400 €.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή όσον αφορά τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτη των εναγομένων

Αναγνωρίζει ότι οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτη των εναγομένων ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 56.998,96 €, νομιμότοκα με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση

Β. Σχετικά με την με αριθμό καταθέσεως 63576/2287/2012 αγωγή Δικάζει ερήμην του πρώτου εναγομένου και κατ αντιμωλία των υπολοίπων

Ορίζει παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ύψους 290 €.

Απορρίπτει την αγωγή

Επιβάλλει σε βάρος του ενάγοντος τη δικαστική δαπάνη του δεύτερου εναγομένου ύψους 500 €.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2013 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.