ΕφΑθ 8343/2005
Πρόεδρος Ρ. Ασημακοπούλου, Πρόεδρος Εφετών
Εισηγήτρια Α. Καρέλλου, Εφέτης
Δικηγόροι Η. Τζάνος, Α. Χλιβερός
Διατάξεις: άρθρα 914 ΑΚ, 12 [παρ. 1], 14 [παρ. 2], 15 [παρ. 1] Ν 3190/1955
ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ. Η εταιρία εγείρει στο δικό της όνομα κατά των διαχειριστών της την εταιρική αγωγή αποζημίωσης, εφ’ όσον υπάρχει απόφαση της συνέλευσης των εταίρων της. Αν δεν υπάρξει τέτοια απόφαση, οι εταίροι ασκούν την εταιρική αγωγή αποζημίωσης ως μη δικαιούχοι διάδικοι με αίτημα την καταβολή της αποζημίωσης στην εταιρία. Προθεσμία προσβολής αποφάσεων της συνελεύσεως των εταίρων. κυρες και ακυρώσιμες αποφάσεις. Η άσκηση του δικαιώματος ψήφου από εταίρο, του οποίου πρόκειται να αποφασισθεί η απαλλαγή του από ευθύνη, καθιστά τη σχετική απόφαση ακυρώσιμη.
[…] πως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία έχει κατά κανόνα μόνο ο αμέσως ζημιωθείς, εκείνος δηλαδή που προσβλήθηκε αμέσως στα δικαιώματα και γενικώς στα εννόμως προστατευόμενα συμφέροντά του, τέτοιος δε επί αδικοπραξίας τρίτου στρεφόμενης κατά εταιρίας με νομική προσωπικότητα είναι τούτο το νομικό πρόσωπο της εταιρίας και όχι οποιοσδήποτε εταίρος αυτής που αντανακλαστικώς και μόνο ζημιώνεται από την αδικοπραξία σε βάρος της εταιρίας (βλ. Γεωργιάδη-Σταθόπουλο, Αστ. Κώδ., κάτω από το άρθρο 914 αρ. 69 επ. και 74 επ., ΕφΑθ 8293/1986 ΕλΔ 28,1281).
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 26 του Ν 3190/1955 περί εταιριών περιορισμένης συνάγεται ότι οι διαχειριστές ευθύνονται για παραβάσεις του νόμου αυτού, του καταστατικού, καθώς και για πταίσματα σχετικά με τη διαχείριση. Η ευθύνη αυτή υπάρχει κατά πρώτο λόγο έναντι του νομικού προσώπου της εταιρίας, για την έγερση δε της αγωγής της τελευταίας κατά των οργάνων της απαιτείται απόφαση της συνελεύσεως των εταίρων της (άρθρο 14 Ν 3190/1955). Αν όμως η συνέλευση των εταίρων απορρίψει πρόταση να εγερθεί αγωγή από την εταιρία κατά των διαχειριστών ή αν η συνέλευση δεν πήρε απόφαση για το θέμα αυτό σε εύλογο χρόνο, τότε οι εταίροι μπορούν να ασκήσουν την εταιρική αγωγή αποζημιώσεως κατά των διαχειριστών, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, ζητώντας να καταβληθεί στην εταιρία το ποσό της αποζημιώσεως (ΑΠ 1731/1991 ΕλΔ 34,343, ΕφΘεσ 6793/1996 ΔΕΕ 1997,53, ΕφΑθ 4233/1993 ΕΕμπΔ 1996,97, ΕφΑθ 8393/1986 ΕλΔ 1986,642, ΕφΑθ 8293/1986 ό.π.).
Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 15 του Ν 3190/1955, οι διαχειριστές και κάθε εταίρος έχουν το δικαίωμα να προσβάλουν τις αποφάσεις της συνελεύσεως των εταίρων, ενώπιον του Πρωτοδικείου της έδρας της εταιρίας, αν αυτές έχουν ληφθεί κατά παράβαση του νόμου ή του καταστατικού. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου η αγωγή απευθύνεται κατά της εταιρίας και ασκείται, μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την απόφαση. Με βάση το παραπάνω άρθρο, σε συνδυασμό με τις γενικές διατάξεις περί δικαιοπραξιών γίνεται δεκτό ότι η παράβαση των διατάξεων του νόμου ή του καταστατικού συνεπάγεται κατά κανόνα την ακυρωσία (βλ. Ι. Μάρκου, στο Δίκαιο Επιχειρήσεων και Εταιριών 1996, σελ. 1035 επ. και Στ. Κιντή, ΝοΒ 26,331 επ.). Ειδικώς, κατά τη θεωρία, ως άκυρες θεωρούνται οι αποφάσεις της συνελεύσεως των εταίρων που παραβιάζουν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, οι οποίες έχουν τεθεί αποκλειστικώς ή κυρίως για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, όπως αυτές με τις οποίες προστατεύονται οι εταιρικοί δανειστές (π.χ. περί μειώσεως του εταιρικού κεφαλαίου) ή καθορίζεται η δομή και η φύση της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης (π.χ. αυτές που αφορούν τα όργανα της εταιρίας και τις αρμοδιότητές τους).
Αν με το περιεχόμενο της αποφάσεως της συνελεύσεως παραβιάζονται διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, με τις οποίες όμως προστατεύονται ιδιωτικά συμφέροντα των εταίρων, είτε αυτές βρίσκονται στο δίκαιο των εταιριών περιορισμένης ευθύνης είτε στο κοινό δίκαιο, η απόφαση πρέπει να θεωρείται ως ακυρώσιμη και όχι ως άκυρη και οι εταίροι μπορούν να προστατευθούν με την αγωγή ακυρώσεως (βλ. ΕφΠειρ 966/1997 ΔΕΕ 1997,1088). Τέτοια διάταξη, η παραβίαση της οποίας επάγεται ακυρωσία είναι και εκείνη του άρθρου 12 παρ. 2 του Ν 3190/1955, με την οποία ορίζεται ότι το δικαίωμα ψήφου δεν μπορεί να ασκηθεί από τον εταίρο, προκειμένου για τη λήψη αποφάσεων αναφερομένων στην απαλλαγή του από την ευθύνη ή στην έγερση αγωγής κατ’ αυτού, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ως άνω νόμου. Το ότι η κατά παράβαση του άρθρου 12 παρ. 2 του Ν 3190/1955 άσκηση του δικαιώματος ψήφου καθιστά την απόφαση της συνελεύσεως των εταίρων ακυρώσιμη προκύπτει από το άρθρο 15 παρ. 1 του Ν 3190/1955 αλλά και από τον σκοπό των διατάξεων για τον αποκλεισμό του δικαιώματος ψήφου, ο οποίος συνίσταται κυρίως στην προστασία του συμφέροντος του συνόλου των εταίρων. Συνέπεια αυτού είναι ότι οι εταίροι μπορούν να επιτρέψουν στον αποκλεισμένο εταίρο να ψηφίσει ή να μην ασκήσουν τη σχετική αγωγή ακυρώσεως ή να παραιτηθούν (βλ. Ι. Μάρκου, σε ΕΕμπΔ 1986,422 επ., Κιντή ΝοΒ 1278,332, Σ. Σταυρόπουλου, Ερμ. ΕμπΝ και Ναυτ. Δικ., άρθρο 15 Ν 3190/1955, σελ. 839, ΕφΑθ 741/1979 ΕΕμπΔ 1980,251, ΕφΘεσ 1667/1977 ΕΕμπΔ 1979,85). Η ακυρώσιμη ως άνω απόφαση πρέπει να προσβληθεί μέσα στην προαναφερόμενη τρίμηνη προθεσμία, η οποία είναι αποσβεστική και επομένως λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αφετηρία της δε είναι η λήψη της αποφάσεως και όχι η γνώση της (άρθρα 279 και 280 ΑΚ, ΑΠ 24/1970 ΝοΒ 18,688, ΕφΠειρ 966/1997 ό.π., ΕφΑθ 3727/1995 ΕΕμπΔ 1995,433).
Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα, εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία Αφοί Κ. με την από 24.2.2003 αγωγή της προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ανέφερε ότι συστάθηκε με την … συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Πειραιά Ζ.Σ. που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (τεύχος 55/1986 ΑΕ και ΕΠΕ) ότι συνδιαχειριστές της ορίσθηκαν οι τρεις εταίροι της Δ.Κ., Γ.Κ. και Ν.Κ., με δικαίωμα να ενεργούν, είτε από κοινού, είτε και μεμονωμένα ο καθένας απ’ αυτούς, ότι στις 31.5.2000 οι εναγόμενοι Γ.Κ. και Ν. Κ., οι οποίοι στην πραγματικότητα ασκούσαν τη συνδιαχείρισή της υπεξαίρεσαν το ποσό των 27.000.000 δρχ. με την αιτιολογία έναντι κερδών της χρήσης 2000, χωρίς να έχει ληφθεί προς τούτο απόφαση της συνελεύσεως των εταίρων για την έγκριση του ισολογισμού και τη διανομή των κερδών και ότι μετά την από 12.12.2002 πρόσκληση του εταίρου και συνδιαχειριστή Δ.Κ. συγκλήθηκε στις 8.1.2003 έκτακτη συνέλευση των εταίρων, με θέμα τη λήψη αποφάσεως για άσκηση αγωγής σε βάρος των εναγομένων-συνδιαχειριστών, αναφορικά με την υπεξαίρεση του ποσού των 27.000.000 δρχ., πλην όμως οι εναγόμενοι, έχοντας την πλειοψηφία των 2/3 των ψήφων απέρριψαν την πρόταση του Δ.Κ. που συντάχθηκε προς τούτο σχετικό πρακτικό συνελεύσεως των εταίρων. Ζήτησε δε μ’ αυτή (αγωγή) η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 27.000.000 δρχ., εντόκως, νομίμως από τις 31.5.2000, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής και να απαγγελθεί σε βάρος των εναγομένων προσωρινή κράτηση, λόγω της αδικοπραξίας. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αγωγή είναι μη νόμιμη και πρέπει ν’ απορριφθεί, για το λόγο ότι, εφόσον η ενάγουσα ΕΠΕ επικαλείται ότι η πρόταση του εταίρου και συνδιαχειριστή Δ.Κ. προς έγερση αγωγής αποζημιώσεως από αυτή (ΕΠΕ) κατά των συνδιαχειριστών-εναγομένων στη συγκληθείσα στις 8.1.2003 συνέλευση των εταίρων απορρίφθηκε από την πλειοψηφία της συνελεύσεως, δεν δικαιούται πλέον η εταιρία, ελλείψει της τασσόμενης από το άρθρο 14 του Ν 3190/1955 προϋποθέσεως, να εγείρει στο δικό της όνομα κατά των συνδιαχειριστών-εναγομένων την εταιρική αγωγή αποζημιώσεως. Την αγωγή αυτή, όπως προαναφέρθηκε, μετά την απόρριψη της σχετικής προτάσεως από τη συνέλευση των εταίρων μπορεί να ασκήσει μόνον εταίρος κατά των ανωτέρω συνδιαχειριστών, ζητώντας να καταβληθεί το ποσό της ως άνω αποζημιώσεως στην εταιρία (ΕΠΕ). Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την ασκηθείσα από την πιο πάνω εταιρία αγωγή αποζημιώσεως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, όλα δε όσα αντίθετα διατείνεται η εκκαλούσα με την έφεσή της είναι κατ’ ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα.
Η εκκαλούσα διατείνεται με το δεύτερο και τελευταίο λόγο της εφέσεώς της ότι οι εναγόμενοι-συνδιαχειριστές της δεν είχαν δικαίωμα ψήφου κατά τη συνέλευση των εταίρων της 8.1.2003, με θέμα τη λήψη αποφάσεως για την έγερση αγωγής από αυτή (ΕΠΕ) κατ’ εκείνων (εναγομένων) και ότι η απόφαση της συνελεύσεως των εταίρων που λήφθηκε με τις ψήφους των εναγομένων και με την οποία απορρίφθηκε η σχετική πρόταση του εταίρου-συνδιαχειριστή Δ.Κ. είναι άκυρη, κατ’ άρθρο 12 παρ. 2 του Ν 3190/1955 και ως εκ τούτου νομίμως ασκείται η αγωγή από αυτή (ΕΠΕ). Ο ανωτέρω ισχυρισμός που προβάλλεται το πρώτον με το δικόγραφο της εφέσεως και δεν αποτέλεσε περιεχόμενο της κρινόμενης αγωγής, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής (άρθρο 224 ΚΠολΔ). Ανεξάρτητα όμως από τα αμέσως παραπάνω ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η απόφαση της συνελεύσεως των εταίρων που λήφθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 2 του Ν 3190/1955 δεν είναι άκυρη, αλλ’ ακυρώσιμη, αφού τάχθηκε για το συμφέρον των εταίρων και όχι των τρίτων, την ακύρωση δε αυτής έπρεπε να ζητήσει με αγωγή του ενώπιον του Πρωτοδικείου της έδρας της ως άνω εταιρίας ο τρίτος εταίρος (Δ.Κ.) μέσα σε αποσβεστική προθεσμία τριών μηνών από τη λήψη της, ήτοι μέχρι τις 8.4.2003. Η εκκαλούσα, όμως, δεν επικαλείται ότι ασκήθηκε αγωγή από εταίρο της, μέσα στην αποσβεστική προθεσμία των τριών μηνών (μέχρι τις 8.4.2003) με αίτημα την ακύρωση της ως άνω αποφάσεως της συνελεύσεως των εταίρων και ότι η αγωγή αυτή έγινε δεκτή. Εφόσον, λοιπόν, παρήλθε η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία που τάσσεται από το νόμο (άρθρο 15 παρ. 2 Ν 3190/1955) για να ζητηθεί από εταίρο της ως άνω ΕΠΕ η ακύρωση της πιο πάνω αποφάσεως, γεγονός που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, η απόφαση της 8.1.2003 της συνελεύσεως των εταίρων της ενάγουσας κατέστη απρόσβλητη και παράγει όλες τις έννομες συνέπειές της. […]
