Α. Προδικασία
Οι ακυρότητες της προδικασίας προτείνονται α) με αυτοτελή αίτηση που απευθύνεται στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, σύμφωνα τα όσα ορίζει το άρθρο 176 παρ.1 ΚΠΔ, β) με την άσκηση επιτρεπομένου ενδίκου μέσου, οπότε το επί του ενδίκου μέσου επιλαμβανόμενο δικαιο- δοτικό όργανο αποφαίνεται και για το παρεμπίπτον αυτό ζήτημα, γ) με υπόμνημα, απολογητικό υπόμνημα ή αί- τηση που κατατίθεται κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, προανάκρισης, προκαταρκτικής εξέτασης, ή ενόσω η δι- κογραφία βρίσκεται στο συμβούλιο και δ) με την προ- σφυγή κατά κλητήριου θεσπίσματος του άρθρου 322
ΚΠΔ. Ας δούμε όμως αναλυτικότερα τις διατυπώσεις και προ“ποθέσεις κάθε ενός από τους παραπάνω τρόπους προβολής των ακυροτήτων.
Α.1. Αυτοτελής αίτηση Παρότι η συνήθης προβολή και κήρυξη των ακυροτή- των της προδικασίας λαμβάνει χώρα μέσα από τη διαδι- κασία των ενδίκων μέσων, η ακυρότητα δύναται να προβληθεί με αυτοτελή αίτηση από τον Εισαγγελέα ή τον έχοντα έννομο συμφέρον διάδικο, ενώπιον του αρμοδίου δικαστικού συμβουλίου (άρθρο 176 παρ. 1, 2 ΚΠΔ)1. Ο τρόπος δε αυτός προβολής της ακυρότητας πρέπει να προτιμάται, δεδομένου ότι δεν υπόκειται σε προθεσμία, αντίθετα με ότι ισχύει στα ένδικα μέσα2. Όπως δε γίνεται δεκτό στην ΣυμβΕφΑθ 1716/20003, η ακυρότητα της προ- δικασίας μπορεί να προταθεί και με αυτοτελή αίτηση στο συμβούλιο ανεξάρτητα από τη διαδικασία των ενδίκων μέσων και παράλληλα με αυτήν4. Επιπλέον, η αυτοτελής αίτηση είναι ο μόνος τρόπος για την κήρυξη ως άκυρης μιας πράξης της προδικασίας, όταν α) ο κατηγορούμενος παραπέμπεται για να δικαστεί με βούλευμα κατά του οποίου δεν επιτρέπονται ένδικα μέσα5 και β) όταν η πα- ραπομπή γίνεται με τη διαδικασία της απευθείας κλήσης και δεν επιτρέπεται κατά αυτής η προσφυγή του άρθρου 322 ΚΠΔ. Η πρώιμη επίσης, πριν δηλαδή τη διαδικασία των ενδίκων μέσων, κήρυξη της ακυρότητας αποτρέπει την ακυρότητα μεταγενέστερων και εξαρτημένων από αυτήν πράξεων, ενώ η τυχόν απόρριψη της επανελέγχεται και μέσω της διαδικασίας άσκησης ενδίκου μέσου, συμπρο- σβάλλοντας δηλαδή το παρεμπίπτον βούλευμα του Συμ- βουλίου Πλημμελειοδικών κατ΄ άρθρο 307 ΚΠΔ, με το οριστικό επί της ουσίας βούλευμα αυτού6. Αποτρέπεται τέλος, ο κίνδυνος να συμπαρασυρθεί η αίτηση ακυρότητας που προεβλήθη ως λόγος ενδίκου μέσου, μαζί με την απόρριψη του ίδιου του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου ή εκπροθέσμου, εφόσον η ακυρότητα είναι σχετική7, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, οι απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Κατά του βουλεύματος, ωστόσο, που θα εκδοθεί, δεν
χωρεί αυτοτελώς ένδικο μέσο 8.
Α.2. Ένδικο μέσο Ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, οι ακυρότητες της προδικασίας, απόλυτες και σχετικές, μπορούν να απο- τελέσουν λόγο έφεσης κατά του παραπεμπτικού βουλεύ- ματος, ο συνήθης τρόπος προβολής και κήρυξης της ακυρότητας είναι αυτός της διαδικασίας των ενδίκων μέσων. Έτσι, όπως έκρινε η ΣυμβΕφΘεσ 659/19999, η αρ-
μοδιότητα του Συμβουλίου Εφετών να κηρύξει δικονομική ακυρότητα της προδικασίας ανακύπτει κατ΄ εξαίρεση, με- ταξύ άλλων, και όταν τούτο επιλαμβάνεται εφέσεως κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Προσοχή: Στην περίπτωση που η προβολή της ακυρότητας έλαβε χώρα με την αυτοτελή αίτηση και απερρίφθη με πα- ρεμπίπτον βούλευμα, το Συμβούλιο των Εφετών θα εξε- τάσει την ακυρότητα, ως λόγος εφέσεως, μόνο αν
συμπροσβληθεί με το επί της ουσίας βούλευμα και το πα- ρεμπίπτον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών.
Α.3. Υπόμνημα – αίτηση Έναν από τους τρόπους προβολής των ακυροτήτων θε-
ωρείται – και στην πράξη ακολουθείται – ότι αποτελεί η επίκληση της ακυρότητας με τα υπομνήματα ή τις αιτήσεις του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της προδικασίας10.
Η απλή γνωστοποίηση, ανάδειξη και επισήμανση της ακυρότητας, υποστηρίζεται, ότι δεν αποτελεί προβολή – επίκληση ακυρότητας, καθώς απαιτείται επιπροσθέτως,
το αίτημα για την κήρυξη της ακυρότητας να διατυπώ- νεται σαφώς και ορισμένως11. Η άποψη αυτή είναι εν μέρει ορθή, υπό την έννοια ότι απλή γνωστοποίηση και
επισήμανση ακυρότητας πράγματι δεν απευθύνεται ρητώς στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο και άρα, θα έλεγε κα- νείς, ότι δεν εγκαθιδρύει αρμοδιότητα αυτού να κρίνει αν η δικονομική πράξη είναι έγκυρη ή άκυρη. Από την άλλη πλευρά όμως, αν η ακυρότητα είναι απόλυτη, το συμβού- λιο αυτεπάγγελτα τη λαμβάνει υπόψη του, ασχέτως αν προτάθηκε, ακόμα δε και ενώπιον του Αρείου Πάγου. Αν δε είναι σχετική, κατ΄ άρθρο 176 παρ. 3 ΚΠΔ, ο δικαστής ή ο υπάλληλος που εκτελεί καθήκοντα στην ποινική διαδι- κασία, διαβάζοντας το υπόμνημα ή την αίτηση και αντι- λαμβανόμενος την άκυρη πράξη που τέλεσε, έχει την υπο- χρέωση να την επαναλάβει αμέσως. Τα δικαστικά συμ- βούλια, ακόμα και αν το αίτημα για κήρυξη της ακυρότητας πάσχει από κάποιου βαθμού αοριστία, καλό θα ήταν να αποφαίνονται σχετικώς, ή να λαμβάνουν υπόψη αυτεπάγγελτα την ακυρότητα, προκειμένου να προ- στατευθούν τα δικαιώματα του κατηγορουμένου από στεί- ρες τυπολατρίες. Σε κάθε περίπτωση πάντως, είναι προτιμότερο για τον κατηγορούμενο να προβάλει το αίτημά του απευθείας με αυτοτελή αίτηση, ώστε να αποφευχθούν τα παραπάνω εμπόδια και διατυπώσεις, αλλά και να προκαλέσει υπο- χρεωτικά την έκδοση παρεμπίπτοντος βουλεύματος, χωρίς να δύναται το συμβούλιο να απαντήσει επί του αιτήματος μαζί με τον οριστικό επί της ουσίας βούλευμα.
Α.4. Προσφυγή κατά κλητήριου θεσπίσματος Ο τρόπος αυτός προβολής της ακυρότητας της προδι- κασίας είχε προταθεί στη θεωρία12 και έγινε αποδεκτός και στη νομολογία με την ΟλΑΠ 1/200813. Η προσφυγή κατά κλητήριου θεσπίσματος αποτελεί «οιονεί ένδικο μέσο», που σκοπό έχει την ανατροπή της παραπομπής στο ακροατήριο. Με αυτή μπορεί να προβληθεί οποιοσδήποτε λόγος, όπως ακριβώς ισχύει και στα ένδικα μέσα. Ο ει- σαγγελέας εφετών που επιλαμβάνεται της προσφυγής του άρθρου 322 ΚΠΔ, ελέγχει σειρά ζητημάτων, όπως την πα- ραγραφή του αδικήματος, την τυχόν έλλειψη έγκλησης ή αίτησης ή άδειας της αρχής, την ύπαρξη λόγου άρσεως του αδίκου ή του καταλογισμού και γενικότερα οποιονδήποτε νομικό ή πραγματικό λόγο που αφορά όχι μόνο την ποιο- τική ή ποσοτική στάθμιση των ενδείξεων, αλλά και κάθε γεγονός το οποίο αναφέρεται στην ουσιαστική βασιμότητα και την τυπική εγκυρότητα της προδικασίας14. Βάσιμα, λοι- πόν, μπορεί να προβληθεί λόγος ακυρότητας της προδι- κασίας στην ασκούμενη κατ΄ άρθρον 322 προσφυγή κατά του κλητήριου θεσπίσματος. Η διαφορά σε σχέση με την αυτοτελή αίτηση του άρθρου 176 παρ. 1,2 ΚΠΔ είναι, ότι ο Εισαγγελέας Εφετών επιλαμβανόμενος, δεν μπορεί να κηρύξει άκυρη τη δικονομική πράξη της προδικασίας, αλλά διατάσσει την εισαγωγή της υπόθεσης στο Συμ- βούλιο Πλημμελειοδικών, καθώς μόνο αυτό είναι αρμόδιο προς τούτο15. Υποστηρίζεται δε, ότι ακόμα και αν στην
ασκηθείσα προσφυγή δεν περιελήφθη ο λόγος της ακυρό- τητας, ο Εισαγγελέας Εφετών, εφόσον δεχθεί τυπικά την προσφυγή, αντιλαμβανόμενος την απόλυτη ακυρότητα, διατάσσει την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστικό συμβούλιο16. Η λύση αυτή επιβάλλεται για την οικονομία της δίκης και αποτρέπονται δικονομικά παράδοξα. Αν για παρά- δειγμα, η προβολής της ακυρότητας δια της προσφυγής δεν επιτρεπόταν και ο κατηγορούμενος προέβαλλε την ακυ- ρότητα αυτοτελώς ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου, το οποίο κήρυττε άκυρη τη δικονομική πράξη και επέστρεφε τη δικογραφία για επανάληψη της άκυρης πράξης, ενώ ο
Εισαγγελέας Εφετών απέρριπτε την προσφυγή του άρ- θρου 322 ΚΠΔ, θα είχαμε το παράδοξο να έχει γίνει αμε- τάκλητη η παραπομπή του κατηγορουμένου, μετά την απόρριψη της προσφυγής, ενώ παράλληλα η προδικασία θα συνεχιζόταν, μετά τη κήρυξη της ακυρότητας από το δι- καστικό συμβούλιο17. Με την ΟλΑΠ 1/2008 έγινε δεκτό και νομολογιακά ότι
«….Ακυρότητες της προδικασίας δεν αποτελούν λόγο ακυ- ρότητας του κλητήριου θεσπίσματος, αφού δεν ορίζεται τούτο από το νόμο. Δύναται ακυρότητα πράξεως της προ- δικασίας, εφόσον δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου, να προταθεί με την κατ΄ άρθρο 322 ΚΠοινΔ προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών, εφόσον συνά- πτεται με τη βασιμότητα της παραπομπής του κατηγορου- μένου στο ακροατήριο (ΑΠ 539/1989). Στην περίπτωση αυτή ο Εισαγγελέας Εφετών δύναται εφόσον κρίνει ότι οι προτεινόμενοι λόγοι ακυρότητας είναι βάσιμοι, ενώ από τα λοιπά στοιχεία δεν δικαιολογείται η παραπομπή του κατη- γορουμένου στο ακροατήριο, να διατάξει τη συμπλήρωση της διενεργηθείσας προανακρίσεως. Αν οι ακυρότητες της προδικασίας δεν προεβλήθησαν δια της κατ΄ άρθρο 322 ΚΠοινΔ προσφυγής ή προβληθείσες απορρίφθηκαν από τον Εισαγγελέα Εφετών, δεν επιδρούν επί του κύρους της δια κλητήριου θεσπίσματος παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και συνεπώς δεν δύνανται να προβληθούν ενώπιον του δικαστηρίου ως λόγος ακυρότητας αυτής (ΑΠ 539/1989). Συνακόλουθα δεν έχει εξουσία το δικαστήριο να κηρύξει την ακυρότητα της δια κλητήριου θεσπίσματος παραπομπής και να παραπέμψει και πάλι την υπόθεση στην ανάκριση, προκειμένου να επαναληφθεί η ακύρως διενερ- γηθείσα ανακριτική πράξη…». Με την απόφαση του αυτή ο ΑΠ προσθέτει στους ήδη υπάρχοντες τρόπους προβολής ακυροτήτων της προδικασίας και την προσφυγή του άρθρου 322 ΚΠΔ. Απαιτείται επιπρόσθετα η ακυρότητα που προτείνεται, να συνάπτεται με τη βασιμότητα της παραπομπής στο ακροατήριο. Ο ΑΠ όμως, φαίνεται να έλαθε ως προς την αρχή που είναι αρμόδια στη συγκεκριμένη περίπτωση να κρίνει το αίτημα της ακυρότητας και να κηρύξει τη δικονομική πράξη άκυρη. Εφόσον, όπως θα δούμε παρακάτω, αρμόδιο όργανο, κατ΄ άρθρο 176 παρ.1 ΚΠΔ, για την κήρυξη των ακυροτήτων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, Εφετών ή Πλημμελειοδικών, ο Εισαγγελέας επιλαμβανόμενος της προσφυγής και αποδεχόμενος τον δια προσφυγής προβαλλόμενο λόγο, πρέπει κανονικά να διατάξει την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστικό συμβούλιο, προκειμένου να κηρύξει αυτό την ακυρότητα και όχι να διατάξει τη συμπλήρωση της προανάκρισης. Σε αυτήν την περίπτωση, βέβαια, υποστη- ρίζεται ότι την αρμοδιότητα να παραγγείλει ο Εισαγγε- λέας Εφετών συμπληρωματική ανάκριση την δίνει το άρθρο 176 παρ. 3 ΚΠΔ18.
Β. Ακροατήριο
Οι ακυρότητες, σχετικές και απόλυτες, του ακροατη- ρίου προτείνονται είτε με αυτοτελή αίτηση που απευθύνεται στο αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο επιλαμβάνεται της εκδίκασης της κατηγορίας, είτε με τη διαδικασία των ενδίκων μέσων, οπότε ο λόγος ακυρότητας καθίσταται λόγος άσκησης ενδίκου μέσου. Και εδώ επισημαίνεται ότι δεν πρέπει να συγχέουμε την αυτοτελή αίτηση του άρθρου 176 παρ. 1, 2 ΚΠΔ με τη διαδικασία των ενδίκων μέσων, με τα όσα πλεονεκτήματα διαθέτει ο πρώτος τρόπος προβολής19.
1. Βλ. αντίθ. εισ. πρόταση στη ΣυμβΕφΑθ 1716/2000, όπου ο εισαγγελέας παραβλέπων το άρθρο 176 παρ. 1, 2 θεώρησε υποχρεωτική την προβολή του λόγου ακυρότητας, μαζί με την άσκηση του ενδίκου μέσου κατά του πρωτόδικου βουλεύματος. Αν δεν περιέλαβε δηλαδή ο κατηγορούμενος το σχετικό λόγο στην έφεση, δεν μπορεί πλέον να προβάλει την ακυρότητα παραδεκτά.
2. Βλ. Α. Καρρά, «Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο» εκδ. 2008, σελ. 364.
3. ΠοινΔικ 2000, σελ. 838, με παρατηρήσεις Γ. Τσόλια. 4. Έτσι Καρράς, ό.π., Παπαδαμάκης, «Ποινική Δικονομία» 2008., σελ. 218-219, Πολ. Τσιρίδης, «Διαδικαστικά ζητήματα ακυροτήτων στην προδικασία – Προσφυγή κατά του κλητηρίου θεσπίσματος», ΠοινΛογ 2002, σελ. 1256. 5. Βλ. ΣυμβΕφΚερκυρ 8/2002 (Εισ. Πρότ. Φ. Μακρή), ΠοινΔικ 2003, σελ. 270, Παπαδαμάκη, ό.π., σελ. 219. 6. Βλ. Παπαδαμάκη, ό.π., σελ. 220, Μαργαρίτη – Ζαχαριάδη, «Εμβάθυνση στην Ποινική Δικονομία», εκδ. 1999, σελ. 175. 7. Βλ. Κονταξή, ό.π., σελ. 1203. 8. Βλ. ΕφΘεσ 174/2009, Νόμος, όπου αναφέρεται ότι: «…κατά των βουλευμάτων που δεν αποφαίνονται για την ουσιαστική βασιμότητα της κατηγορίας, αλλά για παρεμπίπτοντα ζητήματα (άρθρο 307 ΚΠΔ) δεν επιτρέπεται η άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως…» και «…κατά των παρεμπιπτόντων βουλευμάτων δεν χωρεί άσκηση ενδίκου μέσου….» 9. Αρμ. 1999, σελ. 1467, με περαιτέρω παραπομπές σε αποφάσεις της Νομολογίας. 10. Βλ. Τσιρίδη, ό.π., σελ. 1256. 11. Βλ. Τσιρίδη, ό.π., ΑΠ 1260/2000, ΠοινΔικ 2000,σελ. 248 (με σχόλια Γ. Τσόλια), στην εισαγγελική πρόταση της οποίας αναφέρεται ότι «…ο νόμος δεν αρκείται στην ύπαρξη μιας απόλυτης ακυρότητας, αλλά απαιτεί και την πρόταση αυτής. Η δε έννοια της προτάσεως είναι ότι εκείνος που νομιμοποιείται να προβάλει την απόλυτη ακυρότητα, πρέπει να ζητεί και τη θεραπεία της…». Μήπως όμως αγνοείται ότι οι απόλυτες ακυρότητες εξετάζονται αυτεπαγγέλτως; Αν δε υπονοείται ότι σε περίπτωση που δεν υπάρχει πρόταση ακυρότητας, εν είδει αυτοτελούς ισχυρισμού από τον κατηγορούμενο, η μη υποβολή πρότασης του προς το δικαστήριο, σημαίνει πως ο ίδιος θεωρεί ότι δεν υπάρχει ακυρότητα, η σιωπή αυτού και του δικαστηρίου, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σιωπηρή εξέταση και απόρριψη του ζητήματος της ακυρότητας. Ό, τι γράφεται στην απόφαση σημαίνει πως εξετάστηκε, αλλά όχι και ενδιάθετες σκέψεις του δικαστηρίου!!! 12. Βλ. Πολ. Τσιρίδη, ό.π., σελ. 1259. 13. Βλ. ΠοινΔικ. 2008, σελ. 305, σελ. 305, με σχόλια Νάντιας Λαγού. 14. Βλ. Γρ. Καλφέλη, Η προσφυγή κατά της απευθείας κλήσεως», εκδ. 1990, σελ. 70 επ. 15. Βλ. Πολ. Τσιρίδη, ό.π. 16. Βλ. Π. Μπρακουμάτσο, «Η δικονομική ακυρότητα και τα στάδια ίασης αυτής», ΠοινΔικ 2005., σελ. 735. 17. Βλ. ad hoc ΑΠ 1260/2000, όπου το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών έκανε δεκτό το αίτημα του κατηγορουμένου για κήρυξη ακυρότητας της προδικασίας, μετά την απόρριψη της προσφυγής του άρθρου 322 ΚΠΔ και αφού είχε αναβληθεί η υπόθεση κατ΄ άρθρον 349 ΚΠΔ !!! 18. Βλ. Πολ. Τσιρίδη, ό.π., σελ. 1259. 19. Σαφώς σε μικρότερο βαθμό από ό, τι ισχύει στην προδικασία.
http://www.paristamai.gr/%CF%84%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%82-%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%AE%CF%82-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B1%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%AE%CF%84%CF%89%CE%BD/