ΚΠοινΔ 173 § 2, 322.- Οι απόλυτες ακυρότητες της ποινικής προδικασίας ως αναιρετικός λόγος
Οι απόλυτες ακυρότητες της ποινικής προδικασίας προτείνονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτονται, με αποτέλεσμα να μήν μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μή κήρυξή των είναι το δικαστικό συμβούλιο.
Άν οι απόλυτες ακυρότητες της ποινικής προδικασίας προτάθηκαν και απορρίφθηκαν απο το δικαστικό συμβούλιο, απαραδέκτως επαναφέρονται ενώπιον του δικαστηρίου, το οποίο δέν έχει εξουσία ούτε να αναπέμψει την υπόθεση προς περαιτέρω ανακριτικές πράξεις.
Ακυρότητες της προδικασίας δέν συγκροτούν λόγο ακυρότητας του κλητήριου θεσπίσματος. Όμως αυτές οι ακυρότητες νομίμως προτείνονται με προσφυγή ενώπιον του εισαγγελέα εφετών, ο οποίος στη συνέχεια έχει εξουσία να διατάξει συμπληρωματική προανάκριση (ΚΠοινΔ 322), διαφορετικά αυτές οι ακυρότητες δέν επιδρούν στο κύρος του κλητήριου θεσπίσματος για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, έτσι που απαραδέκτως να προτείνονται ενώπιον του δικαστηρίου ως ακυρωτικός λόγο.
Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (ποιν) 1/2008 [Β. Κουρκάκης]
(Σύνθεση: Β. Νικόπουλος, Γ. Φώσκολος, Α.Φ. Περίδης, Η. Κωνσταντινίδης, Γ. Καλαμίδας, Ι. Παπανικολάου, Μ. Δέτσης, Ε. Μουγάκου – Μπρίλλη, Ρ. Ασημακοπούλου, Η. Γιαννακάκης, Γ. Μάμαλης, Γ. Καπερώνης, Ε. Καλούδης, Α. Θεμέλης, Γ. Πετράκης, Χ. Αλεξόπουλος, Ειρ. Αθανασίου, Ι.Σ. Τέντες, Μ. Γραμματικούδης, Λ. Ζερβομπεάκος, Σ. Ζιάκας, Α. Νικάκης, Δ. Πατινίδης, Χ. Παπαηλιού, Χ. Δημάδης, Α. Κουτρομάνος, Μ. Θεοχαρίδης, Θ. Γκοΐνης, Β. Λυκούδης, Ε. Νικολόπουλος, Α. Λιανός, Γ. Γιαννούλης, Α. Τσόλιας, Ι. Παπουτσής, Α. Πολυζωγόπουλος, Γ. Χρυσικός, Ν. Ζαΐρης, Δ. Παπαντωνοπούλου, Ν. Λεοντής, Β. Κυτέα, Β. Κριτσώτακη, Ε. Σπίτσα, Ε. Μάλλιος, Γ. Λαλούση· εισαγγελέας: Γ. Σανιδάς)
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση (…) για να δικάσει την αίτηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση υπέρ του νόμου της 1730/2005 αποφάσεως του τριμελούς εφετείου Πατρών, με κατηγορούμενο τον Π.Ο. (…) που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αφού δεν κλητεύθηκε από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, επειδή πρόκειται για αναίρεση υπέρ του νόμου, η οποία δεν επιδρά στα έννομα συμφέροντά του, σύμφωνα με το άρθρο 505 § 2 ΚΠοινΔ.
Το τριμελές εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην (…) έκθεση αναιρέσεως (…).
Αφού άκουσε τον εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, σκέφθηκε σύμφωνα με τον νόμο:
Ι. Νόμιμα εισάγεται στο δικαστήριο της πλήρους ποινικής ολομέλειας του Αρείου Πάγου η (…) αίτηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση υπέρ του νόμου της (…) αμετάκλητης απόφασης του τριμελούς εφετείου Πατρών, με την οποία κηρύχθηκε άκυρη η παραπομπή του κατηγορουμένου (…) στο ακροατήριο για την πράξη της διακεκριμένης περίπτωσης λαθρεμπορίας, και έπαυσε οριστικώς η εναντίον του ποινική δίωξη για την εν λόγω πράξη, λόγω παραγραφής.
Η αναίρεση ζητείται για εσφαλμένη ερμηνεία των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 173 § 2, 176 § 1, 320, 321 και 322 ΚΠοινΔ και αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα, άρα είναι παραδεκτή, νόμιμη (άρθρα 505 § 2, 510 § 1 στοιχ. Η’, 498 εδ. α’ και 474 § 2 ΚΠοινΔ) και πρέπει να ερευνηθείς την ουσία της.
II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η’ ΚΠοινΔ, υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία, που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 173 § 2 ΚΠοινΔ, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο. Κατά δε το άρθρο 176 § 1 του ίδιου κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι οι απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας προτείνονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτονται, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη αυτών είναι το δικαστικό συμβούλιο.
Αν οι ακυρότητες αυτές προτάθηκαν και απορρίφθηκαν από το δικαστικό συμβούλιο, δεν μπορούν να επαναφερθούν και να προταθούν και πάλι ενώπιον του δικαστηρίου που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας, αφού τούτο δεν έχει αρμοδιότητα να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας. Ούτε έχει την εξουσία το δικαστήριο να παραπέμψει πάλι την υπόθεση στην ανάκριση προκειμένου να επαναληφθεί η ακύρως διενεργηθείσα ανακριτική πράξη.
Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 321 § § 1 και 4 ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι το κλητήριο θέσπισμα πρέπει επί ποινή ακυρότητας να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο και, αν παρίσταται ανάγκη και άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, β) τον προσδιορισμό του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου αυτός καλείται, γ) την χρονολογία, ημέρα της εβδομάδας και ώρα της εμφανίσεως αυτού, δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξεως, για την οποία κατηγορείται και μνεία του προβλέποντος αυτήν άρθρου του ποινικού νόμου και ε) τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα ή του δημόσιου κατηγόρου ή του πταισματοδίκη κατά το άρθρο 27 § 2.
Τα ανωτέρω στοιχεία, που πρέπει, επί ποινή ακυρότητας να περιέχει το κλητήριο θέσπισμα, ορίζονται περιοριστικώς. Ακυρότητες της προδικασίας δεν αποτελούν λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού δεν ορίζεται τούτο από το νόμο. Δύναται όμως ακυρότητα πράξεως της προδικασίας, εφόσον δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου, να προταθεί με την κατ’ άρθρο 322 ΚΠοινΔ προσφυγή ενώπιον του εισαγγελέα εφετών, εφόσον συνάπτεται με τη βασιμότητα της παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (ΑΠ 539/1989). Στην περίπτωση αυτή ο εισαγγελέας εφετών δύναται, εφόσον κρίνει ότι οι προτεινόμενοι λόγοι ακυρότητας της προδικασίας είναι βάσιμοι, ενώ από τα λοιπά στοιχεία δεν δικαιολογείται η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, να διατάξει τη συμπλήρωση της διενεργηθείσας προανακρίσεως.
Αν οι ακυρότητες της προδικασίας δεν προεβλήθησαν δια της κατ’ άρθρο 322 ΚΠοινΔ προσφυγής ή προβληθείσες απορρίφθηκαν από τον εισαγγελέα εφετών, δεν επιδρούν επί του κύρους της δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και συνεπώς δεν δύνανται να προβληθούν ενώπιον του δικαστηρίου ως λόγος ακυρότητας αυτής (ΑΠ 539/1989). Συνακόλουθα δεν έχει εξουσία το δικαστήριο να κηρύξει την ακυρότητα της δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής και να παραπέμψει και πάλι την υπόθεση στην ανάκριση, προκειμένου να επαναληφθεί η ακύρως διενεργηθείσα ανακριτική πράξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης 1730/2005 απόφασης του τριμελούς εφετείου Πατρών (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο) κατά του κατηγορουμένου Π.Ο. ασκήθηκε από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών Πατρών ποινική δίωξη για διακεκριμένη περίπτωση λαθρεμπορίας και παραγγέλθηκε η διενέργεια κυρίας ανακρίσεως. Ο κατηγορούμενος στις 28.9.2004 προσήλθε προς απολογία ενώπιον του ανακριτή του β’ τμήματος του πρωτοδικείου Πατρών. Κατά την εμφάνισή του ζήτησε παρ’ αυτού κατά το άρθρο 102 § 1 ΚΠοινΔ προθεσμία 48 ωρών για να ετοιμάσει την υπεράσπιση του και να απολογηθεί. Ο ανακριτής όμως χορήγησε σ’ αυτόν προθεσμία 24 ωρών, αρνηθείς τη χορήγηση της αιτηθείσας προθεσμίας των 48 ωρών. Κατά της αρνήσεως αυτής του ανακριτή ο κατηγορούμενος προσέφυγε στο συμβούλιο πλημμελειοδικών Πατρών, το οποίο με το 380/2004 βούλευμά του απέρριψε την προσφυγή. Ακολούθως δε την 12η ώρα της 29.9.2004, οπότε έληγε η χορηγηθείσα προθεσμία των 24 ωρών, ο κατηγορούμενος εμφανίσθηκε ενώπιον του ίδιου ανακριτή και, αφού απαγγέλθηκε σ’ αυτόν η ανωτέρω κατηγορία ,αρνήθηκε να απαντήσει επ’ αυτής, εμμένων στο αίτημα της χορηγήσεως 48 ωρών προθεσμίας, η οποία δεν του χορηγήθηκε. Μετά ταύτα, την ίδια ημέρα, ήτοι την 29.9.2004, επιδόθηκε σ’ αυτόν κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο καλούνταν για να δικαστεί για την προαναφερθείσα πράξη ενώπιον του τριμελούς πλημμελειοδικείου Πατρών.
Ο κατηγορούμενος κατά την εμφάνισή του ενώπιον του πιο πάνω δικαστηρίου, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, προέβαλε, ότι η μη χορήγηση από τον ανακριτή της 48ώρου προθεσμίας προς απολογία ήταν μη νόμιμη και συνεπέφερε την ακυρότητα της απολογίας του και της παραπομπής του στο ακροατήριο. Πλην το δικαστήριο τούτο με την 714/2004 απόφασή του απέρριψε τη σχετική ένστασή του, την οποία αυτός επανέφερε ως λόγο εφέσεως με το ένδικο αυτό μέσο που άσκησε κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης.
Το τριμελές εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε ότι είχε αρμοδιότητα, κήρυξε την ακυρότητα της προαναφερθείσας απολογίας του κατηγορουμένου, της επακολουθήσασας δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής του στο ακροατήριο και της εκδοθείσας πρωτόδικης απόφασης. Ακολούθως έκρινε, ότι ναι μεν έπρεπε η υπόθεση να παραπεμφθεί και πάλι στον ανακριτή προκειμένου κατ’ άρθρο 176 § 2 ΚΠοινΔ να επαναληφθεί η άκυρη απολογία του κατηγορουμένου, πλην επειδή τούτο δεν ήταν εφικτό, λόγω του ότι η ανωτέρω αξιόποινη πράξη είχε υποκύψει ήδη στην παραγραφή λόγω παρελεύσεως πενταετίας από της τελέσεως της, που δεν είχε ανασταλεί ένεκα της ακυρότητας της δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής, έπαυσε οριστικώς την κατ’ αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη.
Με αυτόν τον τρόπο όμως το παραπάνω δικαστήριο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 173 § 2, 176 § 1, 320, 321 και 322 ΚΠοινΔ έκρινε, ότι είχε αρμοδιότητα να κηρύξει την ακυρότητα της απολογίας του κατηγορουμένου ενώπιον του πιο πάνω ανακριτή, περί της οποίας είχε αποφανθεί αμετακλήτως το συμβούλιο πλημμελειοδικών Πατρών με το 380/2004 βούλευμά του, που ήταν και αποκλειστικά αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα αυτής, για το λόγο δε αυτόν και ο κατηγορούμενος δεν προσέφυγε κατ’ άρθρο 322 ΚΠοινΔ ενώπιον του εισαγγελέως εφετών Πατρών.
Ακολούθως, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία των αυτών διατάξεων, έκρινε, ότι η προαναφερθείσα ακυρότητα της προδικασίας συνεπέφερε την ακυρότητα της δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Επομένως, με την παύση οριστικώς της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής, ένεκα παρελεύσεως πενταετίας από της τελέσεως της προαναφερθείσας πράξεως, που όμως δεν είχε παραγραφεί, αφού δεν είχε επέλθει ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, και τούτο είχε επιδοθεί στον κατηγορούμενο πριν την παρέλευση της πενταετίας, με συνέπεια να επέλθει αναστολή της παραγραφής, το δικαστήριο υπέπεσε στην υπό του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η’ ΚΠοινΔ πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας.
Συνεπώς είναι βάσιμοι οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως και πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
Αντί παρατηρήσεων η αναιρετική αίτηση του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου
Έκθεσις αιτήσεως αναιρέσεως υπέρ του νόμου. Εν Αθήναις και εις το κατάστημα του Αρείου Πάγου σήμερον την 22αν Μαΐου 2007 ημέραν της εβδομάδος Τρίτην και περί ώραν 09:00 ενεφανίσθη ενώπιον εμού της γραμματέως του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου Α.Α. ο αντεισαγγελεύς Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας και μοι εδήλωσεν, ότι αιτείται ενώπιον της ολομελείας του Αρείου Πάγου την υπέρ του νόμου αναίρεσιν, συμφώνως προς τα άρθρα 505 § 2 και 513 § 1 ΚΠοινΔ, της υπ’αριθμ. 1730/2005 αμετακλήτου αποφάσεως του τριμελούς εφετείου Πατρών, δι’ εσφαλμένην ερμηνείαν των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 173 § 2, 176 § 1, 320, 321 και 322 ΚΠοινΔ και αρνητικήν υπέρβασιν εξουσίας κατ’ άρθρον 510 § 1 στοιχ. Η¢ ΚΠοινΔ.
Κατά την διάταξιν του άρθρου 173 § 2 ΚΠοινΔ, εκ των εν άρθρω 171 αναφερομένων απολύτων ακυροτήτων, αι αφορώσαι εις πράξεις της προδικασίας, δύνανται να προτείνωνται μέχρις ότου η εις το ακροατήριον παραπομπή καταστή αμετάκλητος. Περαιτέρω, κατά την διάταξιν του άρθρου 176 § 1 ιδίου Κώδικος, αρμόδιον να κηρύξη την ακυρότητα, των μεν πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικόν συμβούλιον, των δε πράξεων της επ’ακροατηρίω διαδικασίας, κυρίας και προπαρασκευαστικής, το επιλαμβανόμενον της εκδικάσεως της κατηγορίας δικαστήριον. Εκ των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι αι απόλυτοι ακυρότητες της προδικασίας προτείνονται μέχρι της αμετακλήτου παραπομπής του κατηγορουμένου εις το ακροατήριον (Α.Π. 1709/2006, 613/2006 ΠοινΔικ 2007 σελ. 391, 2006 σελ. 1090 αντιστ. κ.ά.). Αρμόδιον δε δια την κήρυξιν αυτών τυγχάνει το δικαστικόν συμβούλιον (Α.Π. 1665/2003 ΠΛογ 2003 σελ.1881 κ.ά.). Εάν αι ακυρότητες αυταί προετάθησαν και απερρίφθησαν υπό του δικαστικού συμβουλίου, δεν δύνανται να επαναφερθούν και να προταθούν και πάλιν ενώπιον του δικαστηρίου, αφού τούτο δεν έχει αρμοδιότητα να κηρύξη την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας. Ούτε έχει την εξουσίαν το δικαστήριον να παραπέμψη πάλιν την υπόθεσιν εις την ανάκρισιν, προκειμένου να επαναληφθή η ακύρως διενεργηθείσα ανακριτική πράξις. Όπως λ.χ. προκειμένου να ληφθή η απολογία του κατηγορουμένου, όταν αυτός δεν εκλήθη νομίμως υπό του ανακριτού προς απολογίαν, ή να διενεργηθή εκ νέου η ακύρως διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη, εις την περίπτωσιν κατά την οποίαν δεν εγνωστοποιήθησαν εις τον κατηγορούμενον οι διορισθέντες υπό του ανακριτού πραγματογνώμονες. Αποτελεί δε διαφορετικόν θέμα, εάν και κατά πόσον θα ληφθή υπ’όψιν υπό του δικαστηρίου η ακύρως διενεργηθείσα ανακριτική πράξις. Όπως π.χ. δεν δύναται, κατά τας διατάξεις των άρθρων 6 § 1 ΕΣΔΑ, 14 § 3 εδ. ζ¢ ΔΣΑΠ, 31 § 2, 105 § 2 και 223 § 4 ΚΠοινΔ, να αξιοποιηθή αποδεικτικώς εις βάρος του κατηγορουμένου και συνεπώς να ληφθή υπ’όψιν υπό του δικαστηρίου η ένορκος ή ανώμοτος μαρτυρική κατάθεσις, που αυτός έδωσε κατα το στάδιον της προκαταρκτικής εξετάσεως ή αυτεπαγγέλτου προανακρίσεως, διότι παραβιάζεται η θεμελιώδης αρχή της μη αυτοενoχοποιήσεως τούτου και του δικαιώματός του δια δικαίαν δίκην (Α.Π. 186/2006, 90/2006 ΠοινΔικ 2006 σελ. 820 και 805 αντιστ. κ.ά.).
Περαιτέρω εκ των διατάξεων του άρθρου 321 § 1 και 4 ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι το κλητήριον θέσπισμα πρέπει επί ποινή ακυρότητος να περιέχη: α) το oνοματεπώνυμον και, εάν παρίσταται ανάγκη και έτερα στοιχεία καθορίζοντα την ταυτότητα του κατηγορουμένου, β) τον προσδιορισμόν του δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου αυτός καλείται, γ) την χρονολογίαν, ημέραν της εβδομάδος και ώραν της εμφανίσεως αυτού, δ) τον ακριβή καθορισμόν της πράξεως, δια την οποίαν κατηγορείται και μνείαν του προβλέποντος αυτήν άρθρου του ποινικού νόμου και ε) τον αριθμόν του, την επίσημον σφραγίδα και την υπογραφήν του εισαγγελέως ή του δημοσίου κατηγόρου ή του πταισματοδίκου κατά το άρθρον 27 § 2 (Α.Π. 461/2004 Πραξ Λογ ΠΔ 2004 σελ. 238 κ.ά.). Τα ανωτέρω στοιχεία που πρέπει, επί ποινή ακυρότητος, να περιέχη το κλητήριον θέσπισμα ορίζονται περιοριστικώς. Ακυρότητες της προδικασίας δεν αποτελούν λόγον ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού δεν ορίζεται τούτο υπό του νόμου. Δύναται όμως ακυρότης πράξεως της προδικασίας, εάν δεν επροτάθη ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου, να προταθή δια της κατ’άρθρον 322 ΚΠοινΔ προσφυγής ενώπιον του εισαγγελέως εφετών, εφ’όσον συνάπτεται με την βασιμότητα της παραπομπής του κατηγορουμένου εις το ακροατήριον (Α.Π. 539/1989 ΠοινΧρ Μ¢ σελ. 27 κ.ά., διατΕισΕφΠειρ 15/2000, ΝοΒ 48 σελ. 863, Γρ. Καλφέλη, Η προσφυγή κατά της απ’ευθείας κλήσεως σελ. 71, Π. Τσιρίδη, Διαδικαστικά ζητήματα ακυροτήτων εις την προδικασίαν – Προσφυγή κατά του κλητηρίου θεσπίσματος ΠΛογ 2002 σελ. 1255). Όπως π.χ. εάν ο κατηγορούμενος δεν εκλήθη προς απολογίαν, εάν η πραγματογνωμοσύνη διενηργήθη ακύρως, ήτοι χωρίς να γνωστοποιηθούν εις τον κατηγορούμενον οι διορισθέντες πραγματογνώμονες κ.λ.π. Εις την περίπτωσιν αυτήν ο εισαγγελεύς εφετών δύναται, εφ’όσον κρίνει ότι οι προτεινόμενοι λόγοι ακυρότητος της προδικασίας είναι βάσιμοι, ενώ εκ των λοιπών στοιχείων δεν δικαιολογείται η παραπομπή αυτού εις το ακροατήριον, να διατάξη την συμπλήρωσιν της διενεργηθείσης προανακρίσεως, προκειμένου λ.χ. να κληθή ο κατηγορούμενος προς απολογίαν ή να διενεργηθή εκ νέου η ακύρως διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη. Εάν αι ακυρότητες της προδικασίας δεν προεβλήθησαν δια της κατ’άρθρον 322 Κ.Π.Δ προσφυγής, ή προβληθείσαι απερρίφθησαν υπό του εισαγγελέως εφετών, δεν επιδρούν επί του κύρους της δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής του κατηγορουμένου εις το ακροατήριον και συνεπώς δεν δύνανται να προβληθούν ενώπιον του δικαστηρίου ως λόγος ακυρότητος αυτής (Α.Π. 539/1989 ενθ’ανωτ., πρβλ. και ολ. Α.Π. 2/1996 Ποιν Χρ ΜΣΤ¢ σελ. 1570). Κατ’ακολουθίαν δεν έχει εξουσίαν το δικαστήριον να κηρύξη την ακυρότητα της δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής και να παραπέμψη και πάλιν την υπόθεσιν εις την ανάκρισιν, προκειμένου να επαναληφθή η ακύρως διενεργηθείσα ανακριτική πράξις.
Εις την προκειμένην περίπτωσιν κατά τας παραδοχάς της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά του κατηγορουμένου (…) ησκήθη υπό του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πατρών ποινική δίωξις επί λαθρεμπορία και παρηγγέλθη η διενέργεια κυρίας ανακρίσεως. Ο κατηγορούμενος την 28/9/2004 προσήλθε προς απολογίαν ενώπιον του Ανακριτού του Β¢ Τμήματος του Πλημ/κείου Πατρών. Κατά την εμφάνισίν του εζήτησε παρ’αυτού κατά το άρθρον 102 § 1 Κ.Π.Δ προθεσμίαν 48 ωρών δια να ετοιμάση την υπεράσπισίν του. Ο Ανακριτής όμως εχορήγησεν εις αυτόν προθεσμίαν 24 ωρών, αρνηθείς την χορήγησιν της αιτηθείσης προθεσμίας των 48 ωρών. Κατά της αρνήσεως αυτής του Ανακριτού ο κατηγορούμενος προσέφυγεν εις το Συμβούλιον Πλημμελειοδικών Πατρών, το οποίον δια του υπ’αριθμ. 380/2004 βουλεύματός του απέρριψε την προσφυγήν. Ακολούθως δε την 12.00 ώραν της 29/9/2004, οπότε έληγε η χορηγηθείσα προθεσμία των 24 ωρών, ο κατηγορούμενος ενεφανίσθη ενώπιον του ιδίου Ανακριτού και αφού απηγγέλθη εις αυτόν η ανωτέρω κατηγορία ηρνήθη να απαντήση επ’αυτής, εμμένων εις το αίτημα της χορηγήσεως 48 ωρών προθεσμίας, η οποία δεν εχορηγήθη εις τούτον. Μετά ταύτα την ιδίαν ημέραν, ήτοι την 29/9/2004, επεδόθη εις αυτόν κλητήριον θέσπισμα δια του οποίου εκαλείτο δια να δικασθή δια την προαναφερθείσαν πράξιν ενώπιον του τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Ο κατηγορούμενος κατά την εμφάνισίν του ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου, προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας προέβαλεν, ότι η μη χορήγησις υπό του Ανακριτού της 48ώρου προθεσμίας προς απολογίαν ήτο μη νόμιμος και συνεπέφερε την ακυρότητα της απολογίας του και της παραπομπής του εις το ακροατήριον. Πλην το δικαστήριον τούτο δια της υπ’αριθμ. 714/2004 αποφάσεώς του απέρριψε την σχετικήν ένστασίν του, την οποίαν αυτός επανέφερεν ως λόγον εφέσεως δια του ενδίκου αυτού μέσου, που ήσκησε κατά της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως. Το τριμελές εφετείον Πατρών, δια της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, κρίναν ότι είχεν αρμοδιότητα, εκήρυξε την ακυρότητα της προαναφερθείσης απολογίας του κατηγορουμένου, της επακολουθησάσης δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής του εις το ακροατήριον και της εκδοθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως. Ακολούθως έκρινεν, ότι ναι μεν έπρεπε η υπόθεσις να παραπεμφθή και πάλιν εις τον Ανακριτήν προκειμένου κατ’άρθρον 176 § 2 ΚΠοινΔ να επαναληφθή η άκυρος απολογία του κατηγορουμένου !!, πλην επειδή τούτο δεν ήτο εφικτόν, λόγω του ότι η ανωτέρω αξιόποινος πράξις είχεν υποκύψει ήδη εις την παραγραφήν λόγω παρελεύσεως πενταετίας από της τελέσεώς της, που δεν είχε ανασταλή ένεκεν της ακυρότητος της δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής, έπαυσεν οριστικώς την κατ’αυτού ασκηθείσαν ποινικήν δίωξιν.
Τοιουτοτρόπως όμως το ανωτέρω Δικαστήριον κατ’ εσφαλμένην ερμηνείαν των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 173 § 2, 176 § 1, 320, 321 και 322 ΚΠοινΔ έκρινεν, ότι είχεν αρμοδιότητα να κηρύξη την ακυρότητα της απολογίας του κατηγορουμένου ενώπιον του ανωτέρω Ανακριτού, περί της οποίας είχεν αποφανθή αμετακλήτως το Συμβούλιον Πλημμελειοδικών Πατρών δια του υπ’αριθμ. 380/2004 βουλεύματός του, που ήτο και αποκλειστικώς αρμόδιον να κηρύξη την ακυρότητα αυτής, δια τον λόγον δε αυτόν και ο κατηγορούμενος δεν προσέφυγε κατ’άρθρον 322 ΚΠοινΔ ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Πατρών. Ακολούθως κατ’εσφαλμένην ερμηνείαν των αυτών διατάξεων έκρινεν, ότι η προαναφερθείσα ακυρότης της προδικασίας συνεπέφερε την ακυρότητα της δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής του κατηγορουμένου εις το ακροατήριον. Επομένως δια της παύσεως οριστικώς της ποινικής διώξεως λόγω παραγραφής, ένεκεν παρελεύσεως πενταετίας από της τελέσεως της διαληφθείσης πράξεως, που όμως δεν είχε παραγραφή, αφού δεν είχεν επέλθει ακυρότης του κλητηρίου θεσπίσματος και τούτο είχεν επιδοθή εις τον κατηγορούμενον προ της παρελεύσεως της πενταετίας, με συνέπειαν να επέλθη αναστολή της παραγραφής, το Δικαστήριον υπέπεσεν εις την υπό του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η¢ ΚΠοινΔ πλημμέλειαν της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας.
Εν όψει αυτών αιτούμεθα ενώπιον της Ολομελείας του Αρείου Πάγου την υπέρ του νόμου αναίρεσιν της υπ’ αριθμ. 1730/2005 αμετακλήτου αποφάσεως του τριμελούς εφετείου Πατρών, δι’ εσφαλμένην ερμηνείαν των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 173 § 2, 176 § 1, 320, 321 και 322 ΚΠοινΔ και αρνητικήν υπέρβασιν εξουσίας κατ’άρθρον 510 § 1 στοιχ. Η¢ ΚΠοινΔ
Ανδρέας Ι. Ζύγουρας
Αντεισαγγελεύς Αρείου Πάγου
http://kostasbeys.gr/articles.php?s=4&mid=1479&mnu=3&id=24818
