8274/2016 ΜΠΡ ΘΕΣΣΑΛ ( 704402)
(Α΄ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Σήμα. Αποζημιωτικές αξιώσεις λόγω προσβολής δικαιώματος στο σήμα. Σύμφωνη με τις προβλέψεις της Οδηγίας 2004/48/ΕΚ ερμηνεία της διάταξης του άρ. 150 του ν. 4072/2012. Επί υπαίτιων προσβολών του σήματος, θεμελιώνεται αδικοπρακτικής φύσης, αποζημιωτική αξίωση. Σύστημα τριπλού υπολογισμού της οφειλόμενης αποζημίωσης, ήτοι α) βάσει του συγκεκριμένου υπολογισμού της ζημίας ή β) βάσει του τιμήματος, που ο δικαιούχος θα εισέπραττε στην υποθετική περίπτωση παραχώρησης άδειας χρήσης του σήματος ή γ) βάσει του οφέλους του προσβολέα από την πράξη της προσβολής. Οι αποζημιωτικές αξιώσεις συντρέχουν σωρευτικά με την αξίωση για άρση και παράλειψη της προσβολής, ενώ μεταξύ τους τελούν σε σχέση διαζευκτικής ή εκλεκτικής συρροής δικαιωμάτων, στην οποία εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί διαζευκτικής ενοχής (άρθρα 306-307 ΑΚ). Σωρευτική άσκηση αξίωσης του σηματούχου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επί επιλογής του συγκεκριμένου υπολογισμού της ζημίας, δυνατή η σωρευτική απόληψη και του κέρδους του προσβολέα, μόνο στην περίπτωση που η προσβολή οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια. Επί άσκησης αξίωσης για το συνηθισμένο ή εύλογο αντάλλαγμα επί υποθετικής άδειας χρήσης αρκεί ο δικαιούχος να επικαλεστεί και να αποδείξει την πράξη της προσβολής και το ύψος του συνηθισμένου ή εύλογου ανταλλάγματος. Στοιχεία ορισμένου αγωγής. Ιδιόρρυθμη αποζημιωτική αξίωση. Αδιάφορο το αν ο δικαιούχος θα χορηγούσε πράγματι άδεια χρήσης. Δεν αποκαθίσταται μία συγκεκριμένη ζημία, αλλά μία μέση – αφηρημένη ζημία. Κρίσιμο στοιχείο είναι το ποιο αντάλλαγμα θα συνομολογούσε ο μέσος συνετός δικαιούχος με το μέσο συνετό αδειούχο, αν είχαν έλθει σε διαπραγματεύσεις εν γνώσει όλων των κρίσιμων σχετικώς περιστάσεων. Κριτήρια προσδιορισμού. Εύλογο αντάλλαγμα θεωρείται κατ’ αρχάς το αντιστοιχούν σε απλή, μη αποκλειστική άδεια χρήσης. Δυνατή η αναλογική εφαρμογή επί διακριτικών γνωρισμάτων του ουσιαστικού συστήματος. Λεκτικό εμπορικό σήμα για διάκριση ειδών ζαχαροπλαστείου. Άσκηση αξίωσης σηματούχου επί του αντιτίμου υποθετικής άδειας χρήσης σήματος και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Προσδιορισμός εύλογου ανταλλάγματος σε πάγιο ποσό για τη χρήση του σήματος κατά την κρίσιμη περίοδο. Εν μέρει δεκτή η αγωγή.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Αριθμός Απόφασης : 8274/2016
Αριθμός κατάθεσης αγωγής : 19.441/2015
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης
Συγκροτήθηκε από τον Δικαστή Γεώργιο Λαζαρίδη, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και από τη Γραμματέα Αναστασία Γανίτου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, για να δικάσει υπόθεση με αντικείμενο αδικοπρακτικές αξιώσεις από προσβολή σήματος μεταξύ :
Του ενάγοντος : ………. (ΑΦΜ ………..), κατοίκου Νεάπολης Θεσσαλονίκης (οδός ………., αρ. ..), ο οποίος παραστάθηκε στο Δικαστήριο μετά του πληρεξουσίου Δικηγόρου του, Ευσταθίου Κουτσοχήνα (ΑΜ ΔΣΘ 5415).
Της εναγομένης : Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «……… ………..» (ΑΦΜ ……….), η οποία εδρεύει στη Νεάπολη Θεσσαλονίκης (οδός .. ………. αρ. .. και …….. , αρ. ..) και εκπροσωπείται νόμιμα, και η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο διά του πληρεξουσίου Δικηγόρου της Ευάγγελου Γραμμένου (ΑΜ ΔΣΘ 4248)
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 09-10-2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 19.441/2015 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου στις 12-10- 2015 και αρχικώς προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 15-12-2015, μετά από πρώτη αναβολή για τη δικάσιμο της 07-06-2016 και μετά από δεύτερη αναβολή για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε και γράφηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 150 παρ. 1, 5, 6, 7, 8 και 9 του ν. 4072/2012 «1. Όποιος κατά παράβαση του άρθρου 125 χρησιμοποιεί ή κατά οποιονδήποτε άλλο τρόπο προσβάλλει σήμα που ανήκει σε άλλον, μπορεί να εναχθεί για άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και να υποχρεωθεί σε αποζημίωση … 5. Όποιος υπαιτίως προσβάλλει ξένο σήμα, υποχρεούται σε αποζημίωση και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης. 6. Η αποζημίωση μπορεί να υπολογισθεί και με βάση το ποσόν το οποίο θα είχε καταβάλει ο προσβάλλων για δικαιώματα ή λοιπές αμοιβές, αν είχε ζητήσει την άδεια χρήσης από τον δικαιούχο. 7. Το δικαστήριο κατά τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνει υπόψη του, μεταξύ άλλων, τις αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις, καθώς και την απώλεια κερδών που υφίσταται ο δικαιούχος και τα τυχόν οφέλη που αποκόμισε ο προσβάλλων το σήμα. 8. Αν δεν υπάρχει υπαιτιότητα του υπόχρεου, ο δικαιούχος μπορεί να αξιώσει είτε το ποσό, κατά το οποίο ο υπόχρεος ωφελήθηκε από την εκμετάλλευση του σήματος χωρίς τη συγκατάθεσή του, είτε την απόδοση του κέρδους, που ο υπόχρεος απεκόμισε από την εκμετάλλευση αυτή. 9. Η αγωγή εγείρεται ενώπιον του αρμόδιου μονομελούς πρωτοδικείου, ανεξαρτήτως ποσού και δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία. Η αξίωση για αποζημίωση παραγράφεται μετά πενταετία από το τέλος του έτους κατά το οποίο έγινε το πρώτον η προσβολή. Επί διακοπής της παραγραφής νέα παραγραφή αρχίζει από τη λήξη του έτους στο οποίο συνέπεσε το πέρας της διακοπής». Με τις εν λόγω ρυθμίσεις το ελληνικό δίκαιο των σημάτων εναρμονίστηκε με τις προβλέψεις της Οδηγίας 2004/48/ΕΚ, υιοθετώντας ρυθμίσεις, που κατατείνουν, μεταξύ άλλων, στην πλήρη και αποτελεσματική προάσπιση των δικαιωμάτων του σηματούχου επί προσβολής του απολύτου δικαιώματός του στο σήμα (βλ. σχετικώς Μαρίνο, Δίκαιο διακριτικών γνωρισμάτων, 2016, σελ. 334, στον αρ. περ. 9.31, του ιδίου, Ζητήματα αποζημιώσεως λόγω προσβολής δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας κατά την Οδηγία 2004/48 – Συμβολή στην ερμηνεία του άρθρου 13 της Οδηγίας και συγχρόνως του άρθρου 65 παρ. 2 του ν. 2121/1993 ΧρΙΔ 2010. 599 επ., Καραγκουνίδη, Αποζημίωση λόγω προσβολής δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, 2014, passim). Με τις προβλέψεις αυτές λαμβάνονται πλέον υπόψη κρίσιμες παράμετροι, όπως ενδεικτικά οι ιδιαιτερότητες των άυλων αγαθών και εν προκειμένω του δικαιώματος στο σήμα, σε σχέση με τις λοιπές περιπτώσεις απολύτων δικαιωμάτων (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 10-12, στους αρ. περ. 2.01 επ.), οι εγγενείς δυσχέρειες στην ακριβή οριοθέτηση και εν τέλει τον υπολογισμό του ύψους της αποζημιωτικής αξίωσης του σηματούχου επί προσβολής του οικείου δικαιώματός του (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 17-23, στους αρ. περ. 3.01 επ., καθώς και τα αναφερόμενα από τον ίδιο παραδείγματα στις σελίδες 3-10), καθώς και η σε ορισμένες περιπτώσεις επιτακτική ανάγκη λειτουργίας του αποζημιωτικού μηχανισμού εν είδει θεσμού «γενικής πρόληψης» στο πεδίο της προσβολής του άυλου δικαιώματος στο σήμα, προς το σκοπό αποτροπής ανάλογων προσβολών στο μέλλον (βλ. σχετικώς Μαρίνο, Αξιώσεις αποζημιώσεως λόγω προσβολής δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας κατά την Οδηγία 2004/48 – Προς ένα ειδικό, «προληπτικώς δρων» δίκαιο αδικοπρακτικής ευθύνης ; ΝοΒ 2009. 2020 επ., Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 191-195). Στις ανωτέρω ρυθμίσεις δεν αποκαλύπτεται ευθέως η ακριβής τους σχέση με τις λοιπές υφιστάμενες ρυθμίσεις της εσωτερικής νομοθεσίας, καταλείποντας ευρύ ερμηνευτικό πεδίο στην επιστήμη και τη μέλλουσα να παραχθεί νομολογία. Και αυτές ακόμα οι προβλέψεις της Οδηγίας, άλλωστε, δεν πρέπει να παροραθεί ότι οφείλουν την τελική τους μορφή σε μία ιδιότυπη μέθοδο νομικού ερανισμού, με την εισφορά ετερόκλιτων θεσμών και ρυθμίσεων από πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους έννομες τάξεις, ο συγκερασμός των οποίων αποτυπώθηκε στο τελικό κείμενο. Σε κάθε περίπτωση, η ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 150 του ν. 4072/2012 πρέπει να είναι σύμφωνη με τις προβλέψεις της Οδηγίας 2004/48/ΕΚ, οι ρυθμίσεις της οποίας δεν είναι δυνατόν να αγνοηθούν κατά την εφαρμογή του οικείου νομοθετικού πλέγματος (βλ. σχετικώς, ήδη προ της θέσπισης του ν. 4072/2012, ΠΠρΑθ 585/2010 ΕπισκΕμπΔ 2010. 239, ΠΠρΑθ 5610/2010 ΕΕμπΔ 2010. 978, ΜΠρΑθ 2528/2009 ΧρΙΔ 2010. 371 υπέρ της αναλογικής εφαρμογής των άρθρων 63Α και 66Γ του ν. 2121/1993 στο δίκαιο των σημάτων κατόπιν σύμφωνης προς την Οδηγία 2004/48/ΕΚ ερμηνεία των τότε ισχυουσών διατάξεων, καθώς και ΠΠρΑθ 6915/2010 ΕπισκΕμπΔ 2011. 261, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, που με σύμφωνη προς την ως άνω Οδηγία ερμηνεία των προϊσχυσασών διατάξεων προέκρινε την εφαρμογή των κανόνων του άρθρου 17 παρ. 2 του ν. 1733/1987 και 17 παρ. 2 του π.δ/τος 45/1991 στην περίπτωση των σημάτων). Το δικαίωμα στο σήμα αποτελεί δικαίωμα σε άυλο αγαθό, πλήρως διακρινόμενο από τον υλικό φορέα του δικαιώματος αυτού (βλ. αντί άλλων Λιακόπουλο, Βιομηχανική Ιδιοκτησία, σελ. 28 και 91-92). Στο εν λόγω δικαίωμα ενσωματώνεται η άυλη αξία της θετικής (ή μη) αξιολόγησης του καταναλωτικού κοινού στα σημαινόμενα προϊόντα ή υπηρεσίες, αλλά και το αποτέλεσμα της διαφημιστικής δαπάνης, στην οποία προβαίνει ο σηματούχος, τούτο δε το άυλο αγαθό πλήρως διακρίνεται από τον υλικό φορέα, στον οποίο αποτυπώνεται η γραφική παράσταση του σήματος ή ο καταχωρημένος ως σήμα διασχηματισμός ή η οικεία μουσική φράση, που αποτελεί το σχετικό ηχητικό σήμα κοκ. Σε αντίθεση, όμως, με τα δικαιώματα σε ενσώματα αντικείμενα, όπου η προσβολή δύναται να αφορά τόσο στο ίδιο το ενσώματο αντικείμενο (π.χ. φθορά κινητού), όσο και το ίδιο το δικαίωμα (π.χ. πώληση κινητού σε καλόπιστο τρίτο από μη κύριο, οπότε η υλική υπόσταση του κινητού ουδόλως βλάπτεται, το δικαίωμα, όμως, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1036 ΑΚ, απόλλυται δια παντός για τον προηγούμενο κύριο, ο οποίος απλώς πιθανώς αποκτά αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού σε βάρος του προσβαλόντος), η προσβολή του άυλου δικαιώματος στο σήμα αφορά κατ’ εξοχήν στο δικαίωμα και στις ιδιότητες, που αυτό ενσωματώνει επ’ ωφελεία του δικαιούχου του (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 13-14, στους αρ. περ. 2.06-2.10, Μαρίνο, Αξιώσεις αποζημιώσεως λόγω προσβολής δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας κατά την Οδηγία 2004/48 – Προς ένα ειδικό, «προληπτικώς δρων» δίκαιο αδικοπρακτικής ευθύνης ; ΝοΒ 2009. 2020 επ. και ιδία 2042). Σε αφηρημένο επίπεδο, εξάλλου, ο σηματούχος με δύο τρόπους δύναται να αντλήσει ωφέλεια από το δικαίωμά του στο σήμα και δη είτε μέσω της επ’ ανταλλάγματι παραχώρησης άδειας χρήσης αυτού σε τρίτους, είτε μέσω της ενσωμάτωσης του σήματος στη δική του εμπορική δομή, προσβλέποντας στον πορισμό κερδών από τη θέση σε κυκλοφορία προϊόντων ή υπηρεσιών, σημαινομένων από το οικείο διακριτικό γνώρισμα (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 16, στους αρ. περ. 2.12-2.14). Ο προσβολέας, συνεπώς, θίγει κατ’ αρχάς τις ανωτέρω δύο προοπτικές πορισμού οφέλους του δικαιούχου, βλάπτοντας εν τέλει την προοπτική οικονομικής εκμετάλλευσης του σήματος. Χωρίς τη θέσπιση των ειδικών διατάξεων του ν. 4072/2012 και στο μέτρο, που δεν θα λάμβανε (αναλογική) εφαρμογή άλλων διατάξεων σχετικών με την προσβολή έτερων δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, η επανόρθωση της «ζημίας» του σηματούχου με τα μέσα του κοινού δικαίου θα μπορούσε να στηριχθεί είτε στις διατάξεις περί αδικοπραξίας (βλ. σχετικώς Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 17 επ., στους αρ. περ. 3.01 επ.), είτε στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 23 επ., στους αρ. περ. 3.13 επ.), είτε στις περί τη μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων διατάξεις (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 27 επ., στους αρ. περ. 3.20 επ.). Και οι τρείς λύσεις βαρύνονται με σημαντικά μειονεκτήματα (βλ. και Πάνου, Η επιδίκαση ποσού ανάλογου προς το τίμημα άδειας εκμετάλλευσης ως αποζημίωση για την προσβολή άυλου αγαθού, ΔΕΕ 1999. 1109 επ.). Στην περίπτωση προσβολής απολύτων δικαιωμάτων επί ενσωμάτων αντικειμένων το αδικοπρακτικό δίκαιο είναι αμιγώς προσανατολισμένο προς τη ζημία του δικαιούχου, προς εξεύρεση δε του ύψους αυτής λαμβάνει χώρα σύγκριση της περιουσίας του δικαιούχου του δικαιώματος σε δύο χρονικά σημεία, ήτοι προ της επέλευσης της αιτιωδώς προκληθείσας από την παράνομη πράξη ζημίας και μετά την επέλευση αυτής (βλ. σχετικώς Σταθόπουλο, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, σελ. 433 επ., Κορνηλάκη, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, Τ. Ι, σελ. 519 επ., Περάκη σε ΣΕΑΚ. Τ. Ι, επιμ. Απ. Γεωργιάδη, υπό το άρθρο 297, στον αρ. περ. 16, σελ. 579, Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 13, στον αρ. περ. 2.06 ως προς τη θεωρία της διαφοράς και ενδεικτικά από τη νομολογία ΑΠ 919/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 904/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 107/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4841/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση του σήματος, ωστόσο, σημαντική παράμετρο αποτελεί και το όφελος του προσβολέα (βλ. σχετικώς Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 21, στον αρ. περ. 3.09). Ειδικότερα, στην περίπτωση προσβολής του δικαιώματος στο σήμα, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις προσβολής δικαιώματος σε ενσώματα αντικείμενα, ο προσβολέας αρύεται κέρδος από την πράξη της προσβολής, το κέρδος δε αυτό συνίσταται είτε στην αποφυγή καταβολής αντιτίμου για άδεια χρήσης, είτε στην αποκόμιση πρόσθετου οικονομικού οφέλους από τη χρήση του σήματος στα προϊόντα ή τις παρεχόμενες από τον προσβολέα υπηρεσίες. Υπό την κλασική θεώρηση της αδικοπρακτικής αξίωσης η παράμετρος της ωφέλειας του προσβολέα παραμένει αδιάφορη. Σημασία, αντιθέτως, έχει η εξεύρεση της θετικής ζημίας και του τυχόν διαφυγόντος κέρδους του δικαιούχου. Ωστόσο, ο δικαιούχος ενδέχεται να μην έχει οιονδήποτε σκοπό να παράσχει άδεια χρήσης του σήματός του ή να μην έχει προβεί σε οιαδήποτε προπαρασκευαστική πράξη για την αξιοποίηση του δικαιώματός του, ώστε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να προσδοκά ωφέλεια από τη χρήση του σήματός του. Στις περιπτώσεις αυτές, ο σηματούχος, ο οποίος κατά την τέλεση της παράνομης πράξης του προσβολέα πιθανώς να μην επιθυμεί ή να μην έχει τη δυνατότητα ή ικανότητα να πορισθεί οικονομικό όφελος από το δικαίωμά του στο σήμα, δεν θα μπορούσε να λάβει και αποζημίωση, ακόμα και αν ο προσβολέας με αξιοποίηση του σήματος πορισθεί τεράστια οικονομικά οφέλη (βλ. δι’ άπαντα τα ανωτέρω αναλυτικά Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 17 επ. στους αρ. περ. 3.01 επ. και σελ. 178 επ., στους αρ. περ. 13.04 επ.). Μία τέτοια εξέλιξη, όμως, δυσχερώς συμβιβάζεται με το αίτημα επανόρθωσης της επενεχθείσας αδικίας και πάντως ουδόλως αποθαρρύνει τους υποψήφιους προσβολείς από τη διάπραξη νέων τέτοιων πράξεων στο μέλλον, καίτοι ο σκοπός αυτός ρητά διακηρύσσεται στους σκοπούς της οικείας Οδηγίας (βλ. άρθρο 3 παρ. 2 της Οδηγίας 2004/48/ΕΚ – καθώς και Μαρίνο, Αξιώσεις αποζημιώσεως λόγω προσβολής δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας κατά την Οδηγία 2004/48 – Προς ένα ειδικό, «προληπτικώς δρων» δίκαιο αδικοπρακτικής ευθύνης ; ΝοΒ 2009. 2020 επ., του ιδίου, Δίκαιο διακριτικών γνωρισμάτων, 2016, σελ. 337, στον αρ. περ. 9.35). Πέραν αυτού, σημαντικά προβλήματα εμφανίζονται και σε επίπεδο υπολογισμού του ακριβούς ύψους της ζημίας με τα μέσα του κοινού, αδικοπρακτικού δικαίου. Η αρχή του συγκεκριμένου προσδιορισμού του αντικειμένου της δίκης (άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ) θέτει αυστηρές προϋποθέσεις σε επίπεδο προσδιορισμού τόσο του ακριβούς ύψους της ζημίας, όσο και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της επενεχθείσας ζημίας (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 18-21, στους αρ. περ. 3.03 επ., σελ. 165 επ., στους αρ περ. 12.02 επ. και σελ. 171 επ., στους αρ. περ. 12.18 επ.). Ωστόσο, ο υπολογισμός των διαφυγόντων ιδίως κερδών στο εμπορικό πεδίο είναι εξόχως δυσχερής, αφού η διακύμανση της αγοράς οφείλεται εν τέλει σε πλήθος αστάθμητων και απρόβλεπτων παραγόντων, με αποτέλεσμα να είναι δυσχερώς εντοπίσιμη η ακριβής συμβολή του προσβολέα στην έκταση της ζημίας του δικαιούχου, ιδία σε περιπτώσεις αγορών, που οι ανταγωνιστές δεν είναι μόνον δύο, ώστε οι καταναλωτές να απευθύνονται στον έτερο ανταγωνιστή μετά την πράξη της προσβολής, αλλά πολλοί περισσότεροι (βλ. ενδεικτικά ΕφΠειρ 913/2008 ΔΕΕ 2009. 931 ως προς το δυσαπόδεικτο της ζημίας). Επιπλέον, η ωφέλεια από την πράξη της προσβολής ενδέχεται να αυξάνεται και από έτερους παράγοντες, όπως την ικανότητα εμπορικής προώθησης του προσβολέα, η οποία, όμως, δεν είναι δυνατό κατ’ αρχάς να ληφθεί υπόψη με βάση τις κοινές διατάξεις του δικαίου της αδικοπραξίας και της οποίας η ποσοστιαία συμβολή είναι ούτως ή άλλως σχεδόν αδύνατο να προσδιορισθεί. Εξάλλου, η προσφυγή στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. ΑΚ για την ικανοποίηση του δικαιούχου, του οποίου το δικαίωμα στο σήμα προσβάλλεται, εμφανίζει μεν το πλεονέκτημα ότι είναι προσανατολισμένη στην ωφέλεια του πλουτίσαντος και την περιουσιακή μετακίνηση από την περιουσία του δικαιούχου στην περιουσία του προσβολέα, ανεξάρτητα από την πρόκληση ή μη ζημίας στον δικαιούχο, από την άλλη, ωστόσο, πλευρά βαρύνεται με σημαντικά μειονεκτήματα, όπως αυτό της ουσιαστικής επικουρικότητας της αξίωσης, όταν βασίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με αυτά, που στηρίζουν την αδικοπρακτική αξίωση, όπως συνήθως θα συμβαίνει (ΑΠ 2122/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 28/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1493/2009 ΧρΙΔ 2010. 568, ΑΠ 923/2007 ΧρΙΔ 2008. 121, ΑΠ 632/2006 ΧρΙΔ 2006. 701, ΕφΘεσ 2165/2011 ΔΕΕ 2012. 656, ΕφΑθ 2889/2010 ΔΕΕ 2010. 1291), αλλά και τη δυνατότητα προβολής της ένστασης του μη σωζόμενου πλουτισμού (άρθρο 909 ΑΚ – βλ. σχετικώς Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 25 επ., στους αρ. περ. 3.18 επ.). Περαιτέρω, οι διατάξεις περί τη μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων (βλ. ιδία άρθρο 739 ΑΚ) εμφανίζουν μεν το πλεονέκτημα ότι επιτρέπουν την απόδοση στον σηματούχο και εκείνων των ωφελημάτων του προσβολέα, που οφείλονται στις ιδιαίτερες ικανότητές του (βλ. υπέρ αυτής της άποψης Απ. Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, Τ. ΙΙ, σελ. 892, στους αρ. περ. 66-67), από την άλλη, ωστόσο, πλευρά, προϋποθέτουν εννοιολογικώς γνώση του προσβολέα περί το ξένο της υπόθεσης (βλ. σχετικώς Απ. Γεωργιάδη, ο.π., σελ. 871, στον αρ. περ. 18 και σελ. 890-892, στους αρ. περ. 63 επ.), καταλείποντας εκτός πεδίου σημαντικό τμήμα αποκαταστατέων αξιώσεων για προσβολές οφειλόμενες σε βαριά ή και ελαφρά ακόμα αμέλεια (βλ. εκτενέστερα Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 28-30, στους αρ. περ. 3.23 επ.). Τελώντας σε γνώση των ανωτέρω δυσχερειών (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 31-32, στους αρ. περ. 3.31-3.32) ο νομοθέτης, τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο (βλ. τις ρυθμίσεις της υπ’ αριθμ. 2004/48/ΕΚ Οδηγίας), όσο και σε επίπεδο εσωτερικού δικαίου (βλ. ήδη ν. 4072/2012), κατέστρωσε ένα σύστημα κυρώσεων, στο πλαίσιο του οποίου διακρίνονται κατ’ αρχάς οι υπαίτιες από τις ανυπαίτιες προσβολές του δικαιώματος του σηματούχου, στην περίπτωση δε των υπαίτιων προσβολών υιοθετείται κατά τα κατωτέρω ειδικώς αναφερόμενα η λύση της αδικοπρακτικής αξίωσης, τις οποίες οι προβλέψεις εμπλουτίζονται με την υιοθέτηση του ούτω καλουμένου συστήματος του τριπλού υπολογισμού της οφειλόμενης αποζημίωσης, ήτοι α) βάσει του συγκεκριμένου υπολογισμού της ζημίας, β) βάσει του τιμήματος, που ο δικαιούχος θα εισέπραττε στην υποθετική περίπτωση παραχώρησης άδειας χρήσης του σήματος και γ) βάσει του οφέλους του προσβολέα από την πράξη της προσβολής, με αμφισβήτηση απλώς ως προς το αν οι ανωτέρω προβλέψεις αντιστοιχούν σε αυτοτελείς αξιώσεις ή απλώς σε τρόπους υπολογισμού μίας ενιαίας αδικοπρακτικής αξίωσης (βλ. αναλυτικά για το σύστημα του τριπλού υπολογισμού της ζημίας, που υιοθετείται σε όλο το φάσμα των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας ΕφΠειρ 476/2008 ΧρΙΔ 2009. 361 με παρατ. Μαρίνου, ΠΠρΑθ 3613/2010 ΧρΙΔ 2011. 218 επ., ΜΠρΑθ 1726/2013 ΕΕμπΔ 2014. 198, Μαρίνο, Δίκαιο διακριτικών γνωρισμάτων, 2016, σελ. 335 επ., στους αρ. περ. 9.33 επ., Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 39 επ., στους αρ. περ. 5.05 επ. και 165 επ., στους αρ. περ. 12.01 επ., Μαρίνο, Αξιώσεις αποζημιώσεως λόγω προσβολής δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας κατά την Οδηγία 2004/48 – Προς ένα ειδικό, «προληπτικώς δρων» δίκαιο αδικοπρακτικής ευθύνης ; ΝοΒ 2009. 2020 επ. και ιδία 2034 επ. και 2040, Πάνου, Η επιδίκαση ποσού ανάλογου προς το τίμημα άδειας εκμετάλλευσης ως αποζημίωση για την προσβολή άυλου αγαθού, ΔΕΕ 1999. 1109 επ.). Κατά τον τρόπο αυτό ο νομοθέτης στοχεύει στη διευκόλυνση της άσκησης της αποζημιωτικής αξίωσης, προς το σκοπό το μεν πλήρους αποζημίωσης του σηματούχου, το δε αποτροπής στο μέλλον πιθανών προσβολέων από ανάλογες πράξεις. Το ανωτέρω σύνολο διατάξεων συμπληρώνεται από τη διάταξη του άρθρου 150 παρ. 8 του ν. 4072/2012, που στην περίπτωση ανυπαίτιων προσβολών του δικαιώματος στο σήμα προβλέπει τη δυνατότητα του δικαιούχου να αξιώσει εναλλακτικά είτε το ποσό, που ο προσβολέας ωφελήθηκε από την εκμετάλλευση του σήματος, χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του, ήτοι το ποσό, που θα αντιστοιχούσε στο τίμημα για την παραχώρηση μίας υποθετικής άδειας χρήσης του σήματος από τον δικαιούχο στον υπόχρεο, είτε την απόδοση του κέρδους, που ο υπόχρεος πορίσθηκε από την εκμετάλλευση του σήματος. Οι τελευταίες αυτές αξιώσεις, αποδεσμευμένες πλήρως από την προϋπόθεση της υπαιτιότητας, αποτελούν κατ’ ουσίαν ειδικές αξιώσεις αδικαιολογήτου πλουτισμού, στο πλαίσιο της άσκησης των οποίων δεν αποδίδονται και τα τυχόν πρόσθετα οφέλη του υποχρέου, που συνδέονται με τις προσωπικές ιδιότητες και ικανότητές του (δίκτυο διανομής κλπ.) στην αποκόμιση των κερδών, αφού αυτά δεν αποκτώνται «από την περιουσία» του δότη του πλουτισμού και δικαιούχου του δικαιώματος στο σήμα (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 107-109, στους αρ. περ. 8.14-8.16, σελ. 223-228, στους αρ. περ. 13.109- 13.120 και σελ. 277-281, στους αρ. περ. 14.95-14.104, Μαρίνο, Δίκαιο διακριτικών γνωρισμάτων, 2016, σελ. 338, στον αρ. περ. 9.37). Στην περίπτωση υπαίτιας προσβολής του δικαιώματος στο σήμα, η πρώτη αξίωση του δικαιούχου αφορά στην αποκατάσταση της συγκεκριμένης ζημίας του (150 παρ. 5 του ν. 4072/2012). Η εν λόγω αξίωση αποτελεί κατ’ αρχάς αδικοπρακτική αξίωση, στο πλαίσιο της οποίας το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του προεχόντως τις αρνητικές οικονομικές συνέπειες από την προσβολή του δικαιώματος του δικαιούχου στο σήμα (άρθρο 150 παρ. 7 α΄ εδ. του ν. 4072/2012). Εφόσον, ο δικαιούχος είναι σε θέση να επικαλεστεί με ορισμένο τρόπο και να αποδείξει είτε ότι επρόκειτο να παράσχει σε τρίτο πρόσωπο (ή στον προσβολέα) άδεια χρήσης του σήματός του έναντι συγκεκριμένου τιμήματος, η οποία ματαιώθηκε λόγω της προσβολής ή επετεύχθη μεν έναντι, όμως, χαμηλότερου αντιτίμου λόγω της επισυμβάσας προσβολής, είτε ότι είχε προβεί σε προπαρασκευαστικές ενέργειες για την οικονομική αξιοποίηση του σήματος με ένταξή του στην υφιστάμενη εμπορική υποδομή του, οπότε και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων πιθανολογείται ότι θα πραγματοποιούσε συγκεκριμένου ύψους πωλήσεις, οι οποίες τελικώς δεν επετεύχθησαν ή ματαιώθηκαν εξαιτίας της πράξης της προσβολής, ο δε δικαιούχος αναγκάστηκε να προβεί π.χ. σε αναγκαστικές εκπτώσεις, υφιστάμενος συγκεκριμένου ύψους ζημία λόγω διαφυγόντος κέρδους, που άλλως πιθανολογείται υπό του όρους του άρθρου 298 εδ. β΄ ΑΚ ότι θα επετύγχανε, ο δικαιούχος μπορεί πράγματι να ασκήσει την αξίωσή του για την αποκατάσταση της συγκεκριμένης θετικής (πχ δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε για την αναζήτηση και εντοπισμό του προσβολέα, για πραγματοποίηση δημοσιεύσεων και ανακοινώσεων προς αποτροπή του κινδύνου σύγχυσης ή προς αποκατάσταση της τρωθείσας φήμης της επιχείρησης κοκ) και αποθετικής του ζημίας (ΕφΑθ 454/1990 ΕΕμπΔ 1991. 528, ΠΠρΑθ 6915/2010 ΕπισκΕμπΔ 2011. 261, ΠΠρΘεσ 33912/2010 ΔΕΕ 2011. 187, ΠΠρΑθ 7099/2009 ΕλλΔνη 2011. 587, Καραγκουνίδης, ο.π., σελ. 167 επ. στους αρ. περ. 12.05 επ.). Στο πεδίο αναζήτησης διαφυγόντων κερδών, βέβαια, η αξίωση αποκατάστασης της συγκεκριμένης ζημίας προσκρούει στις ήδη επισημανθείσες δυσχέρειες. Αν π.χ. ο δικαιούχος δεν είχε σκοπό να παραχωρήσει άδεια χρήσης, αν δεν είχε τη δυνατότητα ή την ικανότητα να προβεί σε εκμετάλλευση του δικαιώματός του, αν δεν είχε προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες, βάσει των οποίων θα μπορεί να πιθανολογηθεί το διαφυγόν κέρδος του, η αποζημιωτική αξίωση δεν θα είναι δυνατό να ευδοκιμήσει (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 17, στον αρ. περ. 3.01). Πρόσθετες δυσχέρειες ανακύπτουν, άλλωστε, και στον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους. Αν στην οικεία αγορά συμμετέχουν πλείονες ανταγωνιστές, εμπορευόμενοι πλείονα και διάφορα μεταξύ τους προϊόντα, η αρνητική επίδραση της ενέργειας του προσβολέα στη διαμόρφωση της ζημίας του δικαιούχου δυσχερώς μπορεί να ποσοτικοποιηθεί. Περισσότερες πιθανότητες ευδοκίμησης της αξίωσης υφίστανται, όταν ο προσβολέας και ο δικαιούχος ευρίσκονται μεταξύ τους σε ευθεία σχέση ανταγωνισμού, διαθέτουν στην οικεία αγορά τα ίδια προϊόντα ή υπηρεσίες και κατά βάση με την ίδια διαμόρφωση και υπό συγκρίσιμους όρους, στη δε σχετική αγορά δεν συμμετέχουν άλλοι ανταγωνιστές (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 172-173, στους αρ. περ. 12.21 επ.). Στη σπάνια, δηλαδή, περίπτωση που η οικεία αγορά αποτελείται από δύο μόνο προμηθευτές, το ύψος των πωλήσεων του προσβολέα μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως ένδειξη για τις διαφυγούσες πωλήσεις του δικαιούχου του σήματος, ιδία όταν το προϊόν του εναγομένου έχει περίπου την ίδια θέση στην αγορά και την ίδια τιμή με εκείνο του ενάγοντος. Στο πεδίο των σημάτων, μάλιστα, και δη σε αντίθεση με την περίπτωση των ευρεσιτεχνιών, τα προβλήματα στον προσδιορισμό των διαφυγόντων κερδών είναι πολύ πιο σημαντικά, διότι στην δεύτερη μεν περίπτωση, χωρίς την αυθαίρετη οικειοποίηση του οικείου τεχνικού κανόνα από τον προσβολέα δεν υπάρχει καν προϊόν, ενώ στην περίπτωση των σημάτων, στην αγορά υπάρχουν ούτως ή άλλως πλείονες ανταγωνιστές – προμηθευτές ταυτόσημων ή λειτουργικά εναλλάξιμων προϊόντων με αντίστοιχα χαρακτηριστικά, τιμή και χρήση, για τον δε προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους στην τελευταία περίπτωση, θα πρέπει να οριοθετηθεί το ύψος των πωλήσεων, που υποθετικά θα είχε πραγματοποιήσει ο προσβολέας του σήματος, εφόσον είχε διαθέσει το προϊόν του στην αγορά, χωρίς να επιθέσει σε αυτό ή στη συσκευασία του το σήμα του δικαιούχου, όπερ εξαιρετικά δυσχερές (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π. σελ. 172-173, στους αρ. περ. 12.21 επ.). Σωρευτικά με την ως άνω αποζημιωτική αξίωση, ο σηματούχος μπορεί να ασκήσει την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (βλ. Απ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 176, στον αρ. περ. 12.35), ενώ ερμηνευτικά πρέπει να γίνει δεκτό ότι είναι δυνατή η σωρευτική απόληψη και του κέρδους του προσβολέα, στην περίπτωση, όμως, που η προσβολή οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια και όχι σε ελαφρότερης μορφής υπαιτιότητα σύμφωνα με τα κατωτέρω αναφερόμενα. Η ως άνω αξίωση αποτελεί κοινή αξίωση αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, για τον λόγο δε αυτό απαιτείται τόσο η συνδρομή επιζήμιας μεταβολής – ζημίας στην περιουσία του δικαιούχου, όσο και η απόδειξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης προσβολής και της ζημίας (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 176, στους αρ. περ. 12.31-12.35). Ως δεύτερη αυτοτελής δυνατότητα για τον δικαιούχο του σήματος, επί προσβολής του δικαιώματός του, προς αποκατάσταση της ζημίας του, παρέχεται η αξίωση στα κέρδη του προσβολέα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 150 παρ. 7 του ν. 4072/2012 (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 177 επ.). Η διατύπωση του άρθρου 150 παρ. 7 καταλείπει αρχικώς την εντύπωση ότι δεν αποτελεί αυτοτελή αξίωση ή έστω αυτοτελή μορφή υπολογισμού της ενιαίας αξίωσης προς αποζημίωση, αφού φέρει τη διατύπωση ότι «Το δικαστήριο κατά τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνει υπόψη του, μεταξύ άλλων, τις αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις, καθώς και την απώλεια κερδών που υφίσταται ο δικαιούχος και τα τυχόν οφέλη που αποκόμισε ο προσβάλλων το σήμα». Στην ίδια, δηλαδή, διάταξη, φέρονται να αναφέρονται ως συμπροσδιοριστικά στοιχεία της συγκεκριμένης ζημίας του δικαιούχου τόσο η απώλεια των κερδών του δικαιούχου, όσο και τα κέρδη του προσβολέα, που απλώς λαμβάνονται υπόψη. Εγγύτερη θεώρηση του ζητήματος, ωστόσο, υπό το πρίσμα των προβλέψεων της Οδηγίας 2004/48/ΕΚ αποκαλύπτει ότι η αξίωση επί των κερδών του προσβολέα αποτελεί ίδια και αυτοτελή αξίωση, η οποία μπορεί να ασκηθεί είτε αυτοτελώς, τελώντας σε διαζευκτική σχέση με την αξίωση επί της συγκεκριμένης ζημίας ή την αξίωση επί του ανταλλάγματος υποθετικής άδειας χρήσης, είτε και σωρευτικά με την αξίωση στη συγκεκριμένη ζημία, στην περίπτωση, που στο πρόσωπο του προσβολέα συντρέχει το στοιχείο του δόλου ή της βαρείας αμέλειας (βλ. σχετικώς Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 203-205, στους αρ. περ. 13.67-13.70 και σελ. 195, στον αρ. περ. 13.44 ως προς το ότι η φρασεολογία της διάταξης του άρθρου 150 παρ. 7 του ν. 4172/2012 σε συνδυασμό με τη μητρική διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 περ. α΄ της Οδηγίας 2004/48/ΕΚ επιτρέπει τη συναγωγή ενός επιχειρήματος, βάσει του οποίου η αποζημιωτική αξίωση επί των κερδών του προσβολέα συνιστά αυτοτελή αξίωση, η οποία, όμως, μπορεί να ασκηθεί και σωρευτικά με την αξίωση αποζημίωσης επί συγκεκριμένης ζημίας, όταν στο πρόσωπο του προσβολέα συντρέχει δόλος ή βαρεία αμέλεια). Στην περίπτωση της διάταξης του άρθρου 150 παρ. 7 του ν. 4072/2012 πρόκειται περί αδικοπρακτικής αξίωσης (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 194-195, στους αρ. περ. 13.42 επ.). Η ιδιομορφία της έγκειται κατ’ αρχάς στο ότι δεν αποσκοπεί στην αποκατάσταση μίας συγκεκριμένης ζημίας, όπως κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου, αλλά στην παροχή ενός δίκαιου αντισταθμίσματος για την προσβολή, όπως αυτό αποτυπώνεται στα κέρδη του προσβολέα (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 199 επ. στους αρ. περ. 13.59 επ., σελ. 203- 205, στους αρ. περ. 13.67 επ.). Επιπλέον, επιτρέπει τη σωρευτική απόληψη των κερδών του προσβολέα και τη διεκδίκηση αποζημίωσης για τη συγκεκριμένη ζημία του δικαιούχου από τον τελευταίο, όταν η προσβολή οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια του προσβολέα, σύμφωνα με την απολύτως κρατούσα ερμηνεία της διάταξης. Φυσικά, κατά τον τρόπο αυτό επέρχεται βαθιά ρωγμή στον αποκαταστατικό χαρακτήρα της αποζημίωσης (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 195, στον αρ. περ. 13.44, ). Όμως, ο αποκαταστατικός αυτός χαρακτήρας δεν έχει υπερνομοθετική και δη συνταγματική ισχύ, δεν είναι καινοφανής εν γένει στο δίκαιο, ενώ ενδεικνύει και τη μετατόπιση της αποζημίωσης από το πεδίο της επανόρθωσης σε ένα πεδίο συλλογικού ενδιαφέροντος, που πανηγυρικά διατυπώνεται και στο άρθρο 3 παρ. 2 της Οδηγίας 2004/48/ΕΚ (βλ. σχετικώς Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 191, στον αρ. περ. 13.35 και 13.61 Πάνου, Η επιδίκαση ποσού ανάλογου προς το τίμημα άδειας εκμετάλλευσης ως αποζημίωση για την προσβολή άυλου αγαθού, ΔΕΕ 1999. 1109 επ.). Απομένει, συνεπώς, η εξέταση της τρίτης αυτοτελούς αξίωσης (βλ. σχετικώς ΜΠρΑθ 2512/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) ή κατ’ άλλη άποψη του τρίτου τρόπου υπολογισμού της ζημίας της ενιαίας κατά τα λοιπά αδικοπρακτικής αξίωσης, που προβλέπεται στο άρθρο 150 παρ. 6 του ν. 4072/2012 (βλ. ως προς την άποψη αυτή Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 288 επ., στους αρ. περ. 15.21 επ.) και αφορά στην καταβολή ποσού ανάλογου προς το αντίτιμο υποθετικής άδειας χρήσης του δικαιώματος. Όπως ήδη ανωτέρω επισημάνθηκε, οι τρόποι περιουσιακής αξιοποίησης του δικαιώματος στο σήμα είναι η συμβατική παραχώρηση σε τρίτα πρόσωπα άδειας χρήσης του σήματος, προκειμένου αυτά να χρησιμοποιούν και να εκμεταλλεύονται για λογαριασμό τους το άυλο αγαθό, η χρήση του σήματος από τον ίδιο τον δικαιούχο, με ενσωμάτωση του σήματος στην εμπορική του υποδομή και δη με τη διάθεση προϊόντων και υπηρεσιών, που ενσωματώνουν το σχετικό άυλο αγαθό, καθώς και η αξιοποίηση αμφοτέρων των ανωτέρω δύο μεθόδων (βλ. σχετικώς Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 236, στους αρ. περ. 14.01 επ.). Η προσβολή του δικαιώματος στο σήμα, εξάλλου, το μεν χορηγεί ένα αδικαιολόγητο ανταγωνιστικό προβάδισμα στον προσβολέα έναντι των λοιπών επιμελών αδειούχων του σήματος, το δε στερεί τον δικαιούχο από το συνηθισμένο σε ανάλογες περιπτώσεις αντάλλαγμα για την παροχή άδειας σε τρίτα πρόσωπα να προβούν σε εκμετάλλευση του δικαιώματος (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 236-237, στον αρ. περ. 14.02). Όπως ήδη ανωτέρω εξετέθη, ο δικαιούχος δύναται ούτως ή άλλως να αιτηθεί αποζημίωση για το διαφυγόν του κέρδος, το οποίο, μεταξύ άλλων, μπορεί να εντοπίζεται και στη στέρηση του ανωτέρω από τη μη καταβολή ανταλλάγματος για χορήγηση άδειας χρήσης στον προσβολέα, στο πλαίσιο άσκησης αποζημιωτικής αξίωσης για την αποκατάσταση της συγκεκριμένης ζημίας του δικαιούχου. Με τη διάταξη του άρθρου 150 παρ. 7 του ν. 4072/2012 ο νομοθέτης επιθυμεί τη χορήγηση μίας πρόσθετης διευκόλυνσης στον δικαιούχο για την αναζήτηση του ανωτέρω χρηματικού ποσού. Θωρακίζοντας τον τελευταίο από τις δυσχέρειες, που αναφύονται κατά τη διεκδίκηση αποκατάστασης της συγκεκριμένης ζημίας και σχετίζονται με την απόδειξη ότι ο δικαιούχος σκόπευε να παράσχει άδεια στον προσβολέα ή τρίτο, ότι δεν υφίστατο πραγματικό ή νομικό εμπόδιο για τη χορήγηση τέτοιας άδειας, ότι ο προσβολέας θα έπαιρνε άδεια από τον δικαιούχο και όχι από τρίτο σηματούχο κοκ (βλ. εν γένει ως προ τα στοιχεία του άρθρου 298 εδ. β΄ ΑΚ, που πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή, ώστε να καταστεί βάσιμη η πιθανολόγηση του διαφυγόντος κέρδους και να καταφαθεί ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και ζημίας ΑΠ 220/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΛαρ 73/2010 ΕπισκΕμπΔ 2010. 230, Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 237, στον αρ. περ. 14.03), ο νομοθέτης χορηγεί αξίωση στον δικαιούχο για τη διεκδίκηση του αντιτίμου, που ο προσβολέας θα είχε καταβάλει για δικαιώματα ή λοιπές αμοιβές, αν είχε ζητήσει άδεια χρήσης από τον δικαιούχο. Στην περίπτωση αυτή, ο δικαιούχος αρκεί να επικαλεστεί και να αποδείξει την πράξη της προσβολής και το ύψος του συνηθισμένου ή εύλογου ανταλλάγματος, που αντιστοιχεί στην επιχειρηθείσα αυθαίρετη χρήση (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 238, στον αρ. περ. 14.05, σελ. 257, στους αρ. 14.43 επ. και σελ. 259, στους αρ. περ. 14.47 επ.). Η αξίωση, ως ήδη ανωτέρω σημειώθηκε, χορηγείται τόσο στην περίπτωση ανυπαίτιας προσβολής (άρθρο 150 παρ. 8 του ν. 4072/2012), οπότε και φέρει χαρακτήρα sui generis αξίωσης αδικαιολογήτου πλουτισμού, όσο και στην περίπτωση υπαίτιας προσβολής (βλ. /, Βιομηχανική Ιδιοκτησία, σελ. 138-139, Καραγκουνίδη, σελ. 240-241, στον αρ. περ. 14.11). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν πρόκειται περί τη θέσπιση μιας αποδεικτικής απλώς διευκόλυνσης για τον δικαιούχο (πχ μέσω της θέσπισης ενός μαχητού τεκμηρίου), αλλά περί μίας ιδιόρρυθμης αποζημιωτικής αξίωσης, ο κύριος σκοπός της οποίας παραμένει αποκαταστατικός, ταυτόχρονα, όμως, και απλουστευτικός στον υπολογισμό της ζημίας, προκειμένου να καταστήσει την αποζημιωτική αξίωση πράγματι αποτελεσματική και δυνάμενη να ευδοκιμήσει (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 241-243, στους αρ. περ. 14.12 επ.). Για τη λειτουργία της ανωτέρω αξίωσης, κατά νομικό πλάσμα, στο επίκεντρο τίθεται μία υποθετική άδεια χρήσης, ήτοι αυτή που θα είχε χορηγηθεί, αν ο προσβολέας την είχε ζητήσει από τον δικαιούχο (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 253, στους αρ. περ. 14.33 επ.). Το νομικό αυτό πλάσμα εξυπηρετεί απλώς τον τρόπο υπολογισμού της ζημίας. Συνεπώς, είναι αδιάφορο το αν ο δικαιούχος θα χορηγούσε πράγματι άδεια χρήσης, το αν ο ανωτέρω είχε χορηγήσει στο παρελθόν άδεια χρήσης ή αν σκόπευε να παράσχει τέτοια άδεια στο μέλλον, ενώ ουδόλως είναι αναγκαία η διαπίστωση αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης προσβολής και της συγκεκριμένης ζημίας (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 254 επ., στους αρ. περ. 14.37 επ.). Στην εν λόγω περίπτωση, άλλωστε, δεν αποκαθίσταται μία συγκεκριμένη ζημία, αλλά μία μέση – αφηρημένη ζημία (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 241-242, στους αρ. περ. 14.12 με περαιτέρω παραπομπές στην αλλοδαπή ιδίως βιβλιογραφία), ακόμα και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επήλθε οιαδήποτε ζημία ή η θέση του δικαιούχου του σήματος ενδυναμώθηκε (πχ λόγω της πραγματοποίησης σημαντικών διαφημιστικών δαπανών από τον προσβολέα, που κατέστησαν το σήμα ιδιαιτέρως γνωστό). Σε τέτοιες, βέβαια, ακραίες περιπτώσεις, ως λύση διαφυγής θα μπορούσε να χρησιμεύσει η εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 256, στον αρ. περ. 14.41). Αρκεί, συνεπώς, στην περίπτωση της διάταξης του άρθρου 250 παρ. 6 του ν. 4072/2012 ότι η παραχώρηση αδειών χρήσης έναντι ανταλλάγματος στην επίδικη περίπτωση είναι επιτρεπτή και σύμφωνη με τις συνήθειες των συναλλαγών. Το αν η καταβολή ανταλλάγματος επιβάλλεται από τις συναλλακτικές συνήθειες, που επικρατούν στον συγκεκριμένο κλάδο, που δραστηριοποιούνται οι διάδικοι, δεν είναι κρίσιμο, αρκούντος του γεγονότος ότι η σχετική παραχώρηση είναι γενικά και αφηρημένα συμβατή με τις συνήθειες του εμπορίου σε σχέση με τον συγκεκριμένο τύπο δικαιώματος (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 255, στον αρ. περ. 14.38). Η χρήση του προμνησθέντος νομικού πλάσματος δεν τρέπει την εγειρόμενη αξίωση σε οιονεί συμβατική αξίωση, δεν παρέχει εξουσίες στον προσβολέα, δεν συνιστά συναίνεση του δικαιούχου στην πράξη της προσβολής ούτε παραίτηση του τελευταίου από την άσκηση των δικαιωμάτων του. Η αξίωση παραμένει αποζημιωτική και τίθεται στη νομική φαρέτρα του δικαιούχου ως εναλλακτική μέθοδος προς αποκατάσταση της εν ευρεία εννοία ζημίας του. Κρίσιμο στοιχείο είναι το ποιο αντάλλαγμα θα συνομολογούσε ο μέσος συνετός δικαιούχος με το μέσο συνετό αδειούχο, αν είχαν έλθει σε διαπραγματεύσεις και δη εν γνώσει όλων των κρίσιμων σχετικώς περιστάσεων, ήτοι η αντικειμενική αξία του προσβληθέντος δικαιώματος (πρβλ. ΠΠρΑθ 541/2010 ΧρΙΔ 2010. 718, Πάνου, Η επιδίκαση ποσού ανάλογου προς το τίμημα άδειας εκμετάλλευσης ως αποζημίωση για την προσβολή άυλου αγαθού, ΔΕΕ 1999. 1109 επ., στον εκθ. 45). Ο προσδιορισμός αυτός δεν είναι πάντοτε ευχερής. Ως αφετηρία χρησιμεύει η τυχόν χορήγηση αδειών χρήσης στο παρελθόν και σε καταφατική περίπτωση το ύψος του συνομολογηθέντος σε αυτές ανταλλάγματος. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι δυνατό να συναχθεί ευχερώς και με σχετική ασφάλεια το καθιερωμένο ή συνηθισμένο αντάλλαγμα (established royalty), ήτοι αυτό, το οποίο α) συνομολογήθηκε ή αποδεδειγμένα πληρώθηκε στον δικαιούχο σε εύλογο χρόνο πριν την επίδικη προσβολή, β) συναντάται σε ικανό αριθμό προγενεστέρων αδειών, γεγονός που ενδεικνύει και τον εύλογο χαρακτήρα του, γ) παρουσιάζει σχετική ομοιομορφία στον τόπο ή τον κλάδο αγοράς, όπου εμφανίζεται, δ) οφείλεται σε ελεύθερη διαπραγμάτευση των μερών και όχι σε δικαστική διαταγή ή συμβιβασμό και ε) αφορά δικαίωμα συγκρίσιμο προς το επίδικο (βλ. αναλυτικά Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 27-258, στον αρ. περ. 14.43, πρβλ. και ΠΠρΘεσ 1210/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ σε περίπτωση καθιερωμένου ανταλλάγματος στο πλαίσιο συμβάσεων franchising). Αν, όμως, δεν υφίσταται ικανός αριθμός προγενέστερων αδειών χρήσης, ο υπολογισμός του αντικειμενικού – εύλογου ανταλλάγματος για την επιχειρηθείσα από τον προσβολέα χρήση (reasonable royalty) θα γίνει από το Δικαστήριο επί τη βάσει της προπεριγραφείσας υποθετικής διαπραγμάτευσης με κρίσιμο χρόνο (υποτιθέμενης) διεξαγωγής αυτής τον χρόνο, κατά τον οποίο έλαβε χώρα η προσβολή του δικαιώματος στο σήμα (βλ. Πάνου, Η επιδίκαση ποσού ανάλογου προς το τίμημα άδειας εκμετάλλευσης ως αποζημίωση για την προσβολή άυλου αγαθού, ΔΕΕ 1999. 1109 επ. και ιδία 1114), συνεκτιμωμένων, ωστόσο, και των τυχόν μεταγενέστερων της προσβολής εξελίξεων, καθόσον ο προσδιορισμός του εύλογου ανταλλάγματος διέρχεται αναγκαίως από τη συνεκτίμηση όλων των στοιχείων, που προσδιορίζουν την εύλογη και δίκαιη αξία του δικαιώματος, έστω και αν αυτά δεν ήταν εμφανή κατά τον χρόνο της υποθετικής διαπραγμάτευσης (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 260, στον αρ. περ. 14.48). Η τυχόν απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών, στη βάση των οποίων υπολογίστηκε το υποθετικό αντάλλαγμα, άλλωστε, δεν δύναται να ωφελήσει τον προσβολέα, διότι τούτο επιτάσσει η γενικοπροληπτική λειτουργία του οικείου θεσμού, προκειμένου ο τελευταίος να αναπτύξει την πλήρη και αποτρεπτική αποτελεσματικότητά του (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 260, στον αρ. περ. 14.49). Για τον προσδιορισμό του ύψους του αντικειμενικού ανταλλάγματος, το Δικαστήριο συνεκτιμά την οικονομική αξία του άυλου αγαθού εν γένει στο πλαίσιο της πραγματοποιηθείσας χρήσης (πρβλ. την από 06-02-2003 απόφαση ΔΕΚ επί της υπ’ αριθμ. C-245/00 υπόθεσης SENA, στη σκέψη 37, ΕφΘεσ 843/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΘεσ 41003/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΘεσ 10947/2009 Αρμ. 2008. 1494), την ύπαρξη τυχόν διαθέσιμων υποκατάστατων λύσεων (βλ. Πάνου, Η επιδίκαση ποσού ανάλογου προς το τίμημα άδειας εκμετάλλευσης ως αποζημίωση για την προσβολή άυλου αγαθού, ΔΕΕ 1999. 1109 επ., στον εκθ. .. ως προς το ότι η ύπαρξη άλλων παροχών που βρίσκονται εναλλακτικά στη διάθεση του προσβολέα αποτελεί στοιχείο που δύναται να οδηγήσει το δικαστήριο στην επιδίκαση χαμηλότερου ποσού), την ιδιαιτερότητα, τη φήμη και την εν γένει αναγνωρισιμότητα του σήματος στην οικεία αγορά, την προσδοκία του ίδιου του προσβολέα όσον αφορά στα κέρδη (anticipated profits), με συνεκτίμηση και των πράγματι επιτευχθέντων κερδών, την πράγματι γενόμενη χρήση, τη διάρκεια, τον τόπο, τη φύση και την ένταση της προσβολής, καθώς και την υπολειπόμενη διάρκεια προστασίας του επίδικου δικαιώματος (βλ. αναλυτικά Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 261-262, στους αρ. περ. 14.52 επ., Πάνου, Η επιδίκαση ποσού ανάλογου προς το τίμημα άδειας εκμετάλλευσης ως αποζημίωση για την προσβολή άυλου αγαθού, ΔΕΕ 1999. 1109 επ., στους εκθ. 52-56). Το αντάλλαγμα συνομολογείται, εξάλλου, είτε σε πάγιο ποσό, είτε σε αναλογική ποσοστιαία βάση επί του εκάστοτε συμφωνούμενου μεγέθους (πχ επί του κύκλου εργασιών), είτε με συνδυασμό των ανωτέρω μεθόδων (βλ. και ΠΠρΘεσ 10636/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, που έκρινε ως νόμω βάσιμο σχετικό αποζημιωτικό αίτημα, υπολογιζόμενο κατά το κύριο αίτημα βάσει παγίου ανταλλάγματος για την υποθετική παραχώρηση της άδειας χρήσης των ενδίκων σημάτων και επικουρικώς βάσει αναλογικού ανταλλάγματος σε ποσοστό 5% επί του ετήσιου τζίρου της εναγομένης, απέρριψε, όμως, την αγωγή κατ’ ουσία και ΠΠρΘεσ 12276/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ με αντίστοιχα αιτήματα, η οποία έγινε και κατ’ ουσία δεκτή αναφορικά με το κύριο αίτημα προσδιορισμού της αποζημίωσης βάσει παγίου ανταλλάγματος παραχώρησης υποθετικής άδειας χρήσης ενόψει, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου ερημοδικίας) είτε και ως ελάχιστο εγγυημένο σε συνδυασμό με αναλογικό αντάλλαγμα για τις πέραν ενός ορίου πραγματοποιούμενες πωλήσεις (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 263-264, στους αρ. περ. 14.56 επ.). Ως εύλογο αντάλλαγμα πρέπει να θεωρηθεί το αντιστοιχούν σε απλή, μη αποκλειστική άδεια χρήσης, λαμβανομένου υπόψη ότι στις αποκλειστικές άδειες το τίμημα είναι σαφώς υπέρτερο του εύλογου ενόψει των αυξημένων δικαιωμάτων και εν γένει πλεονεκτημάτων, που παρέχει στον δικαιούχο (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 265, στους αρ. περ. 14.59 επ.). Κατά κανόνα, άλλωστε, η συνομολόγηση αναλογικού ανταλλάγματος εμφανίζει μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα στις εκάστοτε συνθήκες και υπό την έννοια αυτή το εύλογο αντάλλαγμα είναι συνήθως αναλογικό, χωρίς, όμως, να αποκλείεται ο προσδιορισμός παγίου ανταλλάγματος ως ευλόγου, αναλόγως των ιδιαίτερων συνθηκών εκάστης περίπτωσης. Για την περίπτωση που ως εύλογο κριθεί από τον ενάγοντα και εν τέλει το Δικαστήριο, το αναλογικό αντάλλαγμα (επί τη βάσει του κύκλου εργασιών της επιχείρησης του προσβολέα, των κερδών του προσβολέα, της τιμής των πωλουμένων υπό το σήμα του δικαιούχου ή της εφαρμοζομένης από τον δικαιούχο τιμής για τα πωλούμενα υπό το ίδιο σήμα αντίστοιχα προϊόντα), αναγκαία θα καθίσταται συνήθως η προσφυγή στις αποδεικτικές διευκολύνσεις του οικείου νομοθετήματος και ιδίως η άσκηση των ευρέος περιεχομένου δικαιωμάτων πληροφόρησης, ασκουμένων υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, καθώς ο ενάγων σπανίως θα διαθέτει πρόσβαση στα οικονομικά δεδομένα της επιχείρησης του προσβολέα. Σε κάθε περίπτωση, η κρίση του Δικαστηρίου έχει αξιολογικά χαρακτηριστικά και λαμβάνει χώρα με ελεύθερη εκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, χωρίς να αποκλείεται και η προσφυγή στο αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 266, στους αρ. περ. 14.63-14.64). Το κατά τα ως άνω εύλογο αντάλλαγμα δύναται κατά μία άποψη να επαυξηθεί έτι περαιτέρω με τη συνδρομή ειδικότερων περιστάσεων. Στο άρθρο 13 παρ. 1 περ. β΄ της Οδηγίας 2004/48/ΕΚ ορίζεται ότι «Όταν οι δικαστικές αρχές καθορίζουν την αποζημίωση … β) εναλλακτικώς προς το στοιχείο α΄, δύνανται, εφόσον ενδείκνυται, να καθορίζουν την αποζημίωση ως κατ’ αποκοπή ποσό βάσει στοιχείων, όπως τουλάχιστον το ύψος των δικαιωμάτων ή λοιπών αμοιβών που θα οφείλονταν, αν ο παραβάτης είχε ζητήσει την άδεια να χρησιμοποιεί το επίμαχο δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας». Από την ανωτέρω διάταξη και ιδίως από τη χρήση της λέξης «τουλάχιστον» συνάγεται ότι το αντάλλαγμα για την υποθετική άδεια χρήσης αποτελεί το ελάχιστο καταβλητέο ποσό, το οποίο δύναται να επαυξηθεί. Στην περίπτωση των ευρεσιτεχνιών το άρθρο 17Δ παρ. 1 του ν. 1733/1987 επαναλαμβάνει την ανωτέρω διατύπωση, γεγονός το οποίο, ωστόσο, δεν συμβαίνει στον ν. 4072/2012. Η σύμφωνη με την Οδηγία ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 150 παρ. 6 του ν. 4072/2012, ωστόσο, επιτάσσει να εκληφθεί το ποσό του ευλόγου ανταλλάγματος ως το ελάχιστο επιδικαστέο ποσό, που δύναται υπό προϋποθέσεις να επαυξηθεί, ως ιδία στην περίπτωση που βλάπτεται η αίγλη και η αναγνωρισιμότητα του άυλου αγαθού του δικαιώματος στο σήμα (βλ. αναλυτικά Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 269 επ., στους αρ. περ. 14.73 επ.). Εν προκειμένω πρέπει να τονιστεί ότι η πρόκληση σύγχυσης δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη και βλάβη της υπόστασης του σήματος, αφού κάλλιστα δύναται η πρώτη να συντρέχει χωρίς τη συνδρομή της δεύτερης (πχ όταν τα κυκλοφορούντα από τον προσβολέα, αλλά υπό το σήμα του δικαιούχου προϊόντα είναι εξαιρετικής ποιότητας). Αντιθέτως, βλάβη της υπόστασης του σήματος συντρέχει στην περίπτωση συρρίκνωσης των μελλοντικών εσόδων του δικαιούχου λόγω π.χ. της χαμηλής ποιότητας των παρανόμως σημανθέντων με το σήμα του τελευταίου προϊόντων που κυκλοφόρησαν στην αγορά (ΠΠρΑθ 5610/2010 ΕΕμπΔ 2010. 978, ΜΠρΑθ 3756/2009 ΕΕμπΔ 2009. 899). Η βλάβη αυτή στη φήμη του σήματος δύναται να ληφθεί υπόψη ως πρόσθετο στοιχείο στην κατεύθυνση επαύξησης του ύψους του ευλόγου ανταλλάγματος. Το αυτό ισχύει και στην περίπτωση συνδρομής δόλου στο πρόσωπο του υπαιτίου, ιδία στην περίπτωση που ο τελευταίος έχει προβεί σε διάθεση προϊόντων σε εμπορική κλίμακα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη 17η αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 2004/48/ΕΚ «Τα μέτρα, οι διαδικασίες και τα μέτρα αποκατάστασης που προβλέπει η παρούσα οδηγία θα πρέπει να προσδιορίζονται σε κάθε περίπτωση κατά τρόπον, ώστε να λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περίπτωσης, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών χαρακτηριστικών κάθε δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας και, κατά περίπτωση, του εσκεμμένου ή μη εσκεμμένου χαρακτήρα της προσβολής». Η συνδρομή δόλου στο πρόσωπο του υπαιτίου ταυτίζεται με τον εσκεμμένο χαρακτήρα της προσβολής (βλ. Κραγκουνίδη, ο.π., σελ. 276, στους αρ. περ. 14.93 επ.). Ως αυξητικό του ύψους του ανταλλάγματος στοιχείο, τέλος, δύνανται να ληφθούν υπόψη και οι αντιστοιχούντες στο αντάλλαγμα της υποτιθέμενης άδειας τόκοι υπερημερίας, που σε άλλη περίπτωση θα καταβάλλονταν και θα τύγχαναν οικονομικής αξιοποίησης από το δικαιούχο του σήματος. Τούτο αποκτά ιδιαίτερη σημασία ιδίως στις περιπτώσεις που η προσβολή αποκαλύπτεται μετά από αρκετό χρόνο από την τέλεσή της (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 277, στον αρ. περ. 14.94). Σε κάθε περίπτωση και η αξίωση προς καταβολή ποσού ανάλογου με το αντίτιμο υποτιθέμενης άδειας χρήσης επί υπαίτιας προσβολής του σήματος αποτελεί αποζημιωτική αξίωση λόγω αδικοπραξίας εν ευρεία εννοία και για τον λόγο αυτό δικαιολογείται και η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στην περίπτωση αυτή, εφόσον συντρέχουν οι οικείες προς τούτο προϋποθέσεις (βλ. Κραγκουνίδη, ο.π., σελ. 286, στους αρ. περ. 15.13-15.14). Οι αποζημιωτικές αξιώσεις συντρέχουν σωρευτικά με την αξίωση για άρση και παράλειψη της προσβολής, ενώ μεταξύ τους τελούν κατά την κρατούσα άποψη σε σχέση διαζευκτικής ή εκλεκτικής συρροής δικαιωμάτων (πρβλ. ΜΠρΑθ 2512/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Πάνου, Η επιδίκαση ποσού ανάλογου προς το τίμημα άδειας εκμετάλλευσης ως αποζημίωση για την προσβολή άυλου αγαθού, ΔΕΕ 1999. 1109 επ. και ιδίως 1110), στην οποία εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί διαζευκτικής ενοχής (άρθρα 306-307 ΑΚ), με αποτέλεσμα η επιλογή μίας εξ αυτών είτε με εξώδικη δήλωση, είτε με την άσκηση αγωγής να οδηγεί σε απλοποίηση της ενοχής και εν τέλει σε απώλεια δικαιώματος για την άσκηση άλλου δικαιώματος μετά την επιλογή (βλ. Απ. Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, σελ. 100 επ.). Κατ’ άλλη άποψη, ωστόσο, οι τρείς δυνατότητες αποζημίωσης αποτελούν απλώς διαφορετικούς τρόπους υπολογισμού της μίας και ενιαίας αξίωσης προς αποζημίωση με αποτέλεσμα να επιτρέπεται κατ’ αρχάς η μεταξύ τους εναλλαγή και μετά την εκκρεμοδικία (βλ. Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 290 επ., στους αρ. περ. 15.26 επ.). Οι ανωτέρω ρυθμίσεις είναι κρίσιμες όχι μόνο στην περίπτωση προσβολών του δικαιώματος στο σήμα, οπότε και οι διατάξεις του άρθρου 150 του ν. 4072/2012 ευρίσκουν ευθεία εφαρμογή, αλλά και στην περίπτωση διακριτικών γνωρισμάτων του ουσιαστικού συστήματος, δεδομένου ότι στη μεν διάταξη του άρθρου 13 του ν. 146/1914 καταλείπεται γνήσιο ρυθμιστικό κενό, η δε περίπτωση των ως άνω διακριτικών γνωρισμάτων εμφανίζει έντονες ομοιότητες με την περίπτωση του δικαιώματος στο σήμα (βλ. σχετικώς και Πάνου, Η επιδίκαση ποσού ανάλογου προς το τίμημα άδειας εκμετάλλευσης ως αποζημίωση για την προσβολή άυλου αγαθού, ΔΕΕ 1999. 1109 επ. και ιδίως 1110). Και στις περιπτώσεις των διακριτικών γνωρισμάτων του ουσιαστικού συστήματος, δηλαδή, πρόκειται για περιπτώσεις άυλων αγαθών με περιουσιακό πρωτίστως χαρακτήρα και περιεχόμενο, που παρέχουν θετικές και αρνητικές εξουσίες στον δικαιούχο ως φορέα απολύτου δικαιώματος, επιτελούν κατά βάση την ίδια λειτουργία προέλευσης, ανεξαρτήτως της μη απόκτησής τους κατά το τυπικό σύστημα, ενώ συχνά αυτονομούνται και από την ύπαρξη και αξία της επιχείρησης, επιτελώντας και διαφημιστική λειτουργία. Η μέθοδος του τριπλού υπολογισμού της αποζημίωσης σε περίπτωση υπαίτιας προσβολής (άρθρα 150 παρ. 5 – 8 του ν. 4072/2012), όπως και η διάταξη του άρθρου 150 παρ. 8 του ν. 4072/2012, μπορούν, συνεπώς, να εφαρμοστούν και σε αυτές τις περιπτώσεις. Η αυτή λύση, άλλωστε, προσήκει και στην περίπτωση διακριτικών γνωρισμάτων, που παρουσιάζουν αναλογία με τα γνήσια άυλα αγαθά του δικαίου της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, όπως οι περιπτώσεις γνωρισμάτων, που πληρούν μεν τους όρους υπαγωγής τους στην ειδική νομοθεσία για τα άυλα αγαθά, αλλά ο δικαιούχος τους δεν έχει εισέτι προσφύγει στη σχετική διαδικασία ή έχει μεν προσφύγει, πλην η οικεία διοικητική διαδικασία δεν έχει εισέτι περατωθεί (πχ δικαίωμα προσδοκίας για απόκτηση δικαιώματος στο σήμα), οπότε και προστασία παρέχεται κατ’ αρχάς με εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 του ν. 146/1914, ή οι περιπτώσεις άυλων αγαθών του τυπικού συστήματος, των οποίων η διάρκεια προστασίας έληξε χωρίς προηγούμενη ανανέωση, οπότε και τα οικεία δικαιώματα προστατεύονται υπό τους όρους των άρθρων 13 ή 1 ή 3 του ν. 146/1914 (βλ. σχετικώς και 13η αιτιολογική σκέψη Προοιμίου Οδηγίας 2004/48/ΕΚ, η οποία παροτρύνει τα Κράτη μέλη να επεκτείνουν τις διατάξεις της και σε «πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού συμπεριλαμβανομένων των παρασιτικών αντιγράφων, ή σε παρόμοιες δραστηριότητες»), εξαιρουμένων πάντως των περιπτώσεων παρεμποδιστικού ανταγωνισμού, που δεν εμφανίζουν οιαδήποτε αναλογία με το δικαίωμα στο σήμα, αφού η διατάραξη του συμφέροντος ενός ανταγωνιστή για ελεύθερη πρόσβαση στην αγορά με προσφυγή σε αθέμιτες μεθοδεύσεις (πχ μποϋκοτάζ, υποτίμηση κλπ.) δεν επάγεται κατ’ ανάγκη αποκόμιση κέρδους για τον προσβολέα σε βάρος του θιγομένου ούτε μπορεί να «εξαγορασθεί» με την παραχώρηση άδειας χρήσης (βλ. αναλυτικά Καραγκουνίδη, ο.π., σελ. 119-122, στους αρ. περ. 9.15 επ., σελ. 132, στον αρ. περ. 9.37 και σελ. 135-136, στους αρ. περ. 9.41 επ.). Τέλος, από την φύση της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 932 ΑΚ), προκύπτει ότι η τελευταία αφορά προεχόντως σε φυσικά πρόσωπα, χωρίς, όμως, να αποκλείεται, σύμφωνα προς την κρατούσα νομολογιακώς άποψη, να είναι δικαιούχοι χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, δεδομένου ότι και αυτά είναι φορείς εννόμων αγαθών. Ως εκ τούτου, αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης δύνανται να ζητήσουν και οι εταιρίες, αν με την αδικοπραξία προσεβλήθη η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικώς το εμπορικό τους μέλλον (ΑΠ 2030/2014 ΧρΙΔ 2015. 382 επ., ΑΠ 864/2014 ΔΕΕ 2014. 1079, ΑΠ 450/2014 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, Γεροντίδης, Η «υλική υπόσταση» της ηθικής βλάβης των εμπορικών εταιριών, ΕλλΔνη 2016. 1024 επ.). Καθώς, όμως, η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο αίτημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, αλλά σε μια συγκεκριμένη βλάβη, που έχει υλική υπόσταση, το αιτούμενο τη χρηματική ικανοποίηση νομικό πρόσωπο πρέπει να την επικαλεστεί με ορισμένο τρόπο και να την αποδείξει (ΑΠ 382/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 488/1983 ΝοΒ 1984. 268, ΜΕφΘεσ 626/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 220/2013 ΔιΜΜΕ 2014. 198 επ., ΕφΑθ 6197/2011 ΔΕΕ 2012. 319 επ., ΕφΑθ 2692/2009 ΔΕΕ 2009. 929, ΕφΘεσ 443/2009 ΕπισκΕμπΔ 2009. 517, ΕφΑθ 4556/2005 ΕλλΔνη 2007. 868, ΠΠρΑθ 1738/2012 Αρμ. 2013. 1071, πρβλ., ωστόσο, και Γεροντίδη, ο.π., σελ. 1025 επ.). Τούτο το τελευταίο ασφαλώς δεν ισχύει, όταν την καταβολή της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης αιτείται το προσβληθέν φυσικό πρόσωπο. Η ποιότητα και ποσότητα των προσδιοριστικών της ηθικής βλάβης στοιχείων είναι μεν αναγκαίο να προκύπτει από τις αποδείξεις, κατά τα λοιπά, όμως, για το ορισμένο του σχετικού κονδυλίου υφίστανται μειωμένες αξιώσεις πληρότητας (πρβλ. ΑΠ 1502/2001 ΕΕργΔ 2003.810, Αθ. Κρητικό, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, δ΄ έκδ., σελ. 425), δεδομένου ότι αρκεί να εκτίθενται με ακρίβεια στην αγωγή η τέλεση της αδικοπραξίας από τον υπόχρεο στην καταβολή της χρηματικής ικανοποίησης, καθώς και η πρόκληση ηθικής βλάβης στο αιτούμενο τη χρηματική ικανοποίηση φυσικό πρόσωπο, καθώς και να ζητείται ορισμένο χρηματικό ποσό, καθόσον ο ενάγων δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση διατύπωσης ορισμένου αιτήματος (βλ. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, υπό το άρθρο 932, σελ. 1278, Γεωργιάδη σε Γεωργιάδη/Σταθόπουλου ΑΚ, υπό το άρθρο 932, σελ. 815 επ.), χωρίς να είναι αναγκαίο κατά τα λοιπά να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής τα προσδιοριστικά εκείνα στοιχεία, βάσει των οποίων θα καθορισθεί το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης (ΕφΑθ 8981/1998 ΕλλΔνη 2001. 750, ΜΠρΧαλκ 575/2002 ΑρχΝ 2004. 374). Από τη διάταξη του άρθρου 322 ΚΠολΔ, ωστόσο, προκύπτει ότι το δεδικασμένο εκτείνεται και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε, ως τέτοιο δε νοείται (συνηθέστατα επί απόρριψης της αγωγής ως απαράδεκτης) το σχετικό με διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης (πχ ικανότητα διαδίκου ή ικανότητα δικαστικής παράστασης), αλλά και το αναφερόμενο στο δικαστήριο (πχ αρμοδιότητα), στο αντικείμενο της δίκης (πχ εκκρεμοδικία ή δεδικασμένο) ή στο εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, καθώς και το ορισμένο του αιτήματος ζήτημα. Η απόφαση, που απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, δεν επιλύει το ζήτημα της ύπαρξης ή μη του καταχθέντος προς κρίση ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο εξακολουθεί εντεύθεν αμφισβητούμενο, καθώς η δέσμευση από το δεδικασμένο στην περίπτωση αυτή καταλαμβάνει τον συγκεκριμένο μόνο λόγο απόρριψης της αγωγής. Σε περίπτωση, συνεπώς, άσκησης νέας, όμοιου περιεχομένου με την προηγούμενη, αγωγής, η νέα αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου περί την έλλειψη της εν λόγω διαδικαστικής προϋπόθεσης, ανεξαρτήτως του ορθού ή εσφαλμένου χαρακτήρα της απόρριψης (ΑΠ 487/2010 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 190/2008 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, Μ. Μαργαρίτης, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Τ. Ι, υπό το άρθρο 322, στον αρ. παρ. 17). Αντιθέτως, αν με τη νέα αγωγή συμπληρωθεί η έλλειψη της οικείας διαδικαστικής προϋπόθεσης, το δεδικασμένο πλέον δεν ισχύει και είναι επιτρεπτή η άσκηση εκ νέου της αγωγής. Στην περίπτωση απόρριψης, συνεπώς, της αγωγής ως αόριστης, το δεδικασμένο περιορίζεται στην καταγνωσθείσα έννομη συνέπεια της απόρριψης λόγω της αοριστίας, με συνέπεια την απόρριψη της νέας, όμοιας αγωγής ως απαράδεκτης λόγω δεδικασμένου, εκτός και αν το νέο αίτημα υποβληθεί πλέον χωρίς τις προηγουμένως διαγνωσθείσες ελλείψεις, οπότε και η συμπληρωμένη νέα, ιστορική αιτία είναι διαφορετική (ΑΠ 487/2010 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 211/2007 ΧρΙΔ 2007. 624, ΑΠ 463/2007 ΝοΒ 2007. 2090, Μ. Μαργαρίτης, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Τ. Ι, υπό το άρθρο 322, στον αρ. παρ. 19).
Με την υπό κρίση αγωγή του ο ενάγων ισχυρίζεται ότι διατηρεί ατομική επιχείρηση και δη ζαχαροπλαστείο επί της οδού ……. , αρ. .. στη …. Θεσσαλονίκης με τον διακριτικό τίτλο «……», ότι ο εν λόγω διακριτικό τίτλος χρησιμοποιείται από το ως άνω κατάστημα επί σαράντα και πλέον έτη, κατά τα οποία ασκείται σε αυτό η προμνησθείσα επιχειρηματική δραστηριότητα, ότι λόγω της ποιότητας των παραγόμενων και πωλούμενων σε αυτό προϊόντων ζαχαροπλαστικής και λοιπών συναφών ειδών το κατάστημα χαίρει εκτίμησης και εξαιρετικής φήμης στο καταναλωτικό κοινό της δυτικής Θεσσαλονίκης, ότι από τις 16-10-2013 ο ίδιος είναι και δικαιούχος του λεκτικού, εμπορικού σήματος «……………………..» σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 6334/2013 απρόσβλητη απόφαση του αρμοδίου εξεταστή της Υπηρεσίας Σημάτων για τη διάκριση των παραγόμενων από την επιχείρηση προϊόντων της οικείας κλάσης .. (είδη ζαχαροπλαστικής), επιθέτοντας αυτό στις αναφερόμενες στην αγωγή συσκευασίες, πέραν της χρήσης του εν είδει διακριτικού τίτλου κατά τα προεκτεθέντα, ότι από τον Δεκέμβριο του 2013 η εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «……………………….» προέβη σε ίδρυση και λειτουργία καταστήματος ζαχαροπλαστείου σε απόσταση τριάντα μέτρων από το κατάστημά του, προβαίνοντας σε χρήση της ένδειξης «…», στην οποία η μεν λέξη «…» αναγράφεται με ευμεγέθη γραμματοσειρά, ενώ η λέξη «…» με πολύ μικρότερα γράμματα, ότι η εναγομένη χρησιμοποιεί την εν λόγω ένδειξη τόσο στον διακριτικό τίτλο του καταστήματός της, όσο και για τη σήμανση των παραγομένων και εμπορευομένων από αυτή προϊόντων, επιθέτοντας αυτή σε υλικά συσκευασίας και περιτυλίγματος και μνημονεύοντάς την ως ένδειξη της επιχείρησής της σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης και διαφημιστικές καταχωρήσεις στο διαδίκτυο, ότι κατά τον τρόπο αυτό η εναγομένη εκμεταλλεύθηκε την καλή φήμη των προμνησθέντων διακριτικών γνωρισμάτων της επιχείρησης και των προϊόντων της επιχείρησης του ενάγοντος και προκάλεσε σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό, στο οποίο δημιουργείτο η εντύπωση ότι η επιχείρηση της εναγομένης αποτελεί συνέχεια της ατομικής του επιχείρησης, αποτελώντας υποκατάστημα της τελευταίας ή τελώντας σε οικονομικό ή άλλου είδους σύνδεσμο με αυτή ενόψει και της ηχητικής, οπτικής και εννοιολογικής ταυτότητας των οικείων διακριτικών γνωρισμάτων, ότι ενόψει των ανωτέρω ο ενάγων απέστειλε εξώδικη όχληση προς την εναγομένη στις 16-05-2014, με την οποία ζήτησε την άρση και την παράλειψη της προσβολής των προαναφερθέντων διακριτικών γνωρισμάτων, ότι ενόψει της εξακολούθησης της προσβολής από μέρους της εναγομένης ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ’ αριθμ. ../03-06-2014 αίτησή του προς λήψη ασφαλιστικών μέτρων, η οποία εγένετο δεκτή με την υπ’ αριθμ. 16.693/2014 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία απαγορεύθηκε προσωρινά στην εναγομένη να χρησιμοποιεί την ένδειξη «….» ως προσδιοριστικό στοιχείο της επιχείρησης και των προϊόντων της και την οποία ο ενάγων επέδωσε στην εναγομένη στις 10-10-
2014, ότι μετά την επίδοση της προαναφερθείσας απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων η εναγομένη προέβη σε επουσιώδη μεταβολή των χρησιμοποιούμενων από αυτή διακριτικών γνωρισμάτων στο κατάστημά της και κατ’ ουσίαν σε νέα προσβολή των προαναφερθέντων δικαιωμάτων του ενάγοντος, αφού ως διακριτικό γνώρισμα ήρξατο να χρησιμοποιεί την ένδειξη «….», η οποία δημιουργούσε ομοίως σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό, ότι εν τω μεταξύ εξεδόθη και η υπ’ αριθμ. 6092/2015, οριστική και ήδη καταστάσα τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στο οποίο ο ενάγων είχε ασκήσει σχετική τακτική αγωγή του, με την οποία η εναγομένη υποχρεώθηκε να παύσει να χρησιμοποιεί τη λεκτική ένδειξη «….» στις συναλλαγές και να παραλείπει τη χρήση της στο μέλλον, ότι ο ενάγων επέδωσε και την εν λόγω απόφαση στην εναγομένη στις 17-07-2015, ότι εν τω μεταξύ η εναγομένη χρησιμοποιεί πλέον στην πρόσοψη του καταστήματός της και στα είδη συσκευασίας των προϊόντων της τον διακριτικό τίτλο «……….», ο οποίος αποτελεί παραλλαγή του προηγούμενου διακριτικού γνωρίσματος και δημιουργεί για τους ίδιους λόγους σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό, ότι πέραν των ανωτέρω η εναγομένη εξακολουθεί και χρησιμοποιεί την ένδειξη «…..» στις διαφημιστικές της καταχωρήσεις στο διαδίκτυο, καθώς και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ότι με την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της ο ενάγων έχει υποστεί ζημία λόγω της απεύθυνσης μερίδας του καταναλωτικού κοινού στην επιχείρηση της εναγομένης, που είναι απότοκη της προκληθείσας σύγχυσης, αλλά και της μείωσης της φήμης της επιχείρησης του ενάγοντος από τη χρήση των διακριτικών της γνωρισμάτων από την εναγομένη, ότι ο κύκλος εργασιών της επιχείρησης του ενάγοντος έχει μειωθεί κατά το ποσό των 100,00 ευρώ ημερησίως, κατά το οποίο έχει αυξηθεί ο κύκλος εργασιών της επιχείρησης της εναγομένης, ότι εξαιτίας της ως άνω υπαίτιας και παράνομης πράξης της εναγομένης υπέστη ψυχική στενοχώρια και ταλαιπωρία και δοκίμασε αισθήματα λύπης, καθώς και ότι εξαιτίας της προκληθείσας σε αυτόν ζημίας άσκησε αρχικώς την υπ’ αριθμ. ../2014 αγωγή του με την οποία το μεν επιφυλάχθηκε για τη διεκδίκηση αποζημίωσης για την προκληθείσα σε αυτόν ζημία, το δε αιτήθηκε την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κονδύλι, το οποίο, όμως, απορρίφθηκε ως αόριστο με την ίδια ως άνω, ήδη καταστάσα τελεσίδικη, υπ’ αριθμ. 6092/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης «…επειδή ο ενάγων (αρκέστηκε) σε γενική και αφηρημένη επίκληση βλάβης του, χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένα, έχοντα υλική υπόσταση, περιστατικά…». Ζητεί δε βάσει των ως άνω, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει α) το ποσό των 30.000,00 ευρώ ως αποζημίωση εξαιτίας της παράνομης προσβολής του σήματός του, διότι στο ως άνω πάγιο ποσό θα ανερχόταν το αντίτιμο για την παραχώρηση άδειας χρήσης στην εναγομένη εταιρία κατά τον χρόνο της προσβολής και για το διάστημα, που διήρκεσε αυτή, λαμβανομένων υπόψη όλων των προμνησθεισών ειδικότερων συνθηκών, εφόσον η εναγομένη (υποθετικώς) ζητούσε τέτοια άδεια από τον ενάγοντα, καθώς και β) το ποσό των 20.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη εξαιτίας της προσβολής του προμνησθέντος απολύτου δικαιώματός του, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Επιπλέον, ζητεί να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή, καθώς και να καταδικασθεί η εναγομένη στα δικαστικά του έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή αρμοδίως και εν γένει παραδεκτώς φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία (άρθρα 150 παρ. 9 εδ. α΄ του ν. 4072/2012 και 25 παρ. 2 ΚΠολΔ). Είναι ορισμένη, καθώς περιέχει άπαντα τα αξιούμενα από τους καλούμενους σε εφαρμογή κανόνες δικαίου αναγκαία στοιχεία. Ειδικότερα, ο ενάγων, επικαλούμενος παράνομη και υπαίτια προσβολή του απολύτου δικαιώματός του στο σήμα από την εναγομένη, υπό τις ειδικότερα εκτιθέμενες στην αγωγή του συνθήκες, εκθέτει περαιτέρω τις δυσμενείς συνέπειες της εν λόγω προσβολής στην οικονομική κατάσταση της επιχείρησής του. Ο ενάγων, ωστόσο, δεν επιλέγει να διεκδικήσει συγκεκριμένη θετική του ζημία ή πολύ περισσότερο συγκεκριμένο διαφυγόν του κέρδος από την κατά τα επικαλούμενα παράνομη ενέργεια της εναγομένης. Για τον λόγο αυτό δεν ήταν αναγκαίο να εκθέσει στην αγωγή του ότι κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε με βάση συγκεκριμένες προπαρασκευαστικές του ενέργειες συγκεκριμένα κέρδη, τα οποία στερήθηκε λόγω της αιτιωδώς συνδεόμενης με τη ζημία αυτή ενέργειας της εναγομένης. Ο ενάγων, δηλαδή, ως έχει δικαίωμα εκ του νόμου, δεν επέλεξε να ασκήσει την αξίωσή του για την αποκατάσταση συγκεκριμένης ζημίας, ώστε η αξίωσή του να πρέπει να κριθεί υπό το πρίσμα των γενικών διατάξεων, η εφαρμογή των οποίων συνδέεται με τις επισημανθείσες στην προπαρατεθείσα μείζονα πρόταση δυσχέρειες. Ούτε, άλλωστε, επέλεξε ο ενάγων να ασκήσει την έτερη αυτοτελή αξίωσή του στα κέρδη της εναγομένης, ως είχε ομοίως δικαίωμα και δη σωρευτικά με την αξίωσή του για αποκατάσταση της συγκεκριμένης ζημίας του ενόψει της επικαλούμενης συνδρομής δόλου στο πρόσωπο των εκπροσώπων της εναγομένης. Αντιθέτως, επέλεξε την τρίτη από τις προσφερόμενες σε αυτόν επιλογές, στο πλαίσιο της υιοθετούμενης από τον ν. 4072/2012 και την Οδηγία 2004/48/ΕΚ μεθόδου του τριπλού υπολογισμού της ζημίας, ήτοι αυτή της αξίωσης ποσού ανάλογου προς το αντίτιμο υποθετικής άδειας χρήσης του ενδίκου δικαιώματος στο σήμα. Η εν λόγω αξίωση δεν αποτελεί αξίωση για την αποκατάσταση συγκεκριμένης ζημίας, καθώς ο νομοθέτης προέκρινε η ειδική αυτή μορφή αδικοπρακτικής αξίωσης να κατατείνει στην καταβολή μιας αποζημίωσης αποσυνδεδεμένης από συγκεκριμένη ζημία και προσανατολισμένης προς μία αφηρημένη – μέση ζημία, στο πλαίσιο μιας προσέγγισης απλοποίησης του τρόπου υπολογισμού της αποζημίωσης με σκοπό αποκαταστατικό μεν, πλην ολιγότερο απαιτητικό στις επιμέρους παραμέτρους του. Στο πλαίσιο αυτό αρκεί ο ενάγων να επικαλεστεί για το ορισμένο του αιτήματός του ότι έλαβε χώρα παράνομη και υπαίτια προσβολή του δικαιώματός του στο σήμα, καθώς και ότι το ύψος του συνηθισμένου ή ευλόγου ανταλλάγματος για την παραχώρηση αδείας χρήσης του σήματος από τον ίδιον τον ενάγοντα στον εναγόμενο θα ανερχόταν σε ορισμένο στην αγωγή ύψος βάσει των επιμέρους κρατουσών συνθηκών στον χρόνο προεχόντως της προσβολής. Εν προκειμένω η αγωγή περιέχει άπαντα τα ως άνω στοιχεία, καθόσον το μεν περιγράφει εν πλήρει λεπτομερεία τα στοιχεία της παράνομης και υπαίτιας πράξης της εναγομένης, το δε αναφέρει συγκεκριμένο ύψος παγίου (και όχι αναλογικού ή ελάχιστου εγγυημένου) αντιτίμου, το οποίο θεωρεί ως εύλογο για την παραχώρηση άδειας χρήσης του σήματος στην εναγομένη, υπό τις συνθήκες που κρατούσαν στην οικεία αγορά και πλήρως περιγράφονται στην αγωγή, αλλά και υπό τις εν γένει συνθήκες, που συνόδευαν την προσβολή και ομοίως περιγράφονται (εσκεμμένος χαρακτήρας της προσβολής και συνδρομή δόλου στο πρόσωπο των εκπροσώπων της εναγομένης – παλαιών συνεργατών ή υπαλλήλων του ενάγοντος στο κατάστημά του, βλάβη της υπόστασης του σήματος, συγκεκριμένου ύψους μείωση κύκλου εργασιών μετά την προσβολή και αντίστοιχη αύξηση κύκλου εργασιών της εναγομένης, έκταση της προσβολής με αναφορά στις επιμέρους χρονικές περιόδους και στις επιμέρους πράξεις προσβολής, χρονική διάρκεια της προσβολής από τον Δεκέμβριο του 2014 έως τουλάχιστον τον Οκτώβριο του 2015, με εξαίρεση τη χρήση του σήματος του ενάγοντος στις διαδικτυακές καταχωρήσεις της εναγομένης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε άλλους διαδικτυακούς τόπους, όπου η προσβολή φέρεται να διαρκεί έως σήμερα, χρόνος καταχώρησης σήματος και χρόνος υποβολής της οικείας δήλωσης, με συναγωγή εντεύθεν και του υπολειπόμενου χρόνου διάρκειας του δικαιώματος κοκ). Η παραχώρηση άδειας χρήσης στην περίπτωση λεκτικών σημάτων για τη διάκριση προϊόντων ζαχαροπλαστικής, άλλωστε, είναι επιτρεπτή και συμβατή με τις συνήθειες των συναλλαγών, γενικά και αφηρημένα για τον συγκεκριμένο τύπο δικαιώματος, ανεξάρτητα από το αν λάμβανε χώρα στο παρελθόν τέτοια παραχώρηση άδειας χρήσης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το αν ο ενάγων σκόπευε ή όχι να παραχωρήσει τέτοια άδεια χρήσης είναι νομικώς αδιάφορο σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα πρόταση της παρούσας, γεγονός που επιβεβαιώνει, άλλωστε, και σε αυτή την περίπτωση τη μετατόπιση της ως άνω sui generis αποζημιωτικής αξίωσης από τον αμιγώς αποκαταστατικό – επανορθωτικό σκοπό προς το πεδίο του ευρύτερου συλλογικού ενδιαφέροντος της γενικής πρόληψης και αποτροπής των επίδοξων προσβολέων στο μέλλον. Εν προκειμένω η εκτιθέμενη από τον ενάγοντα αποζημιωτική αξίωση δεν αφορά σε πραγματική άδεια χρήσης ούτε και αποτελεί η ίδια συμβατική ή οιονεί συμβατική αξίωση, αφού κατά νομικό πλάσμα ο νομοθέτης προκρίνει την αναγωγή σε ένα υποθετικό μεν, πλην δυνάμενο να ποσοτικοποιηθεί οικονομικό μέγεθος, βάσει των επιμέρους συνθηκών, ήτοι αυτό της υποθετικής άδειας χρήσης, που προσανατολίζεται στο τίμημα που θα συνομολογούσε για την παραχώρηση μιας άδειας χρήσης ο μέσος συνετός δικαιούχος σήματος με το μέσο συνετό αδειούχο, αν έρχονταν σε διαπραγματεύσεις. Συνεπώς, το οικείο αγωγικό κονδύλι είναι πλήρως ορισμένο. Το αυτό, εξάλλου, ισχύει και ως προς το έτερο κονδύλι της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, παρά τα αντιθέτως, πλην αβασίμως, υποστηριζόμενα από την εναγομένη. Ειδικότερα, στην προκείμενη περίπτωση του ενάγοντος – φυσικού προσώπου, έχει ήδη ασκηθεί στο παρελθόν η υπ’ αριθμ. …/2014 αγωγή του ιδίου, με αίτημα, μεταξύ άλλων, και την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της περιγραφόμενης και στην ένδικη αγωγή αδικοπραξίας. Με την υπ’ αριθμ. 6092/2015, ήδη καταστάσα τελεσίδικη απόφασή του, το Δικαστήριο έκρινε ότι για το ορισμένο του αιτήματος ήταν αναγκαία και η επίκληση μίας βλάβης με υλική υπόσταση και απέρριψε την αγωγή κατά το σκέλος αυτό ως αόριστη, επειδή δεν εγένετο επίκληση τέτοιας βλάβης κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην απόφαση. Ανεξαρτήτως της ορθότητάς της, εκ της ως άνω κρίσης παράγεται ήδη δεδικασμένο για το οικείο δικονομικό ζήτημα, το δε δεδικασμένο καταλαμβάνει τον συγκεκριμένο λόγο απόρριψης της αγωγής. Με τη νέα, υπό κρίση αγωγή, όμως, η κατά τα τελεσιδίκως κρισιολογηθέντα έλλειψη της οικείας διαδικαστικής προϋπόθεσης, έχει συμπληρωθεί, και το νέο πλέον αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης υποβάλλεται χωρίς τις προηγουμένως διαγνωσθείσες ελλείψεις, με αποτέλεσμα η συμπληρωμένη νέα, ιστορική αιτία να είναι διαφορετική. Ειδικότερα, ο ενάγων αναφέρεται σε συγκεκριμένη υλική υπόσταση της ζημίας του (100,00 ευρώ ημερησίως από απώλεια πελατείας, πέραν των ειδικώς αναφερομένων στην αγωγή λοιπών περιστάσεων), όπως κρίθηκε ότι ήταν αναγκαίο με την προμνησθείσα τελεσίδικη απόφαση. Κατά το σκέλος, άλλωστε, που η περιγραφόμενη στην ένδικη αγωγή αδικοπραξία δεν καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο (χρήση διακριτικού γνωρίσματος «……», για την οποία δεν εγένετο λόγος στην προηγούμενη αγωγή, επειδή η εν λόγω μορφή προσβολής δεν είχε εισέτι εκδηλωθεί), το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι αναγκαία η αναφορά σε μία τέτοια υλική ζημία, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εναγομένη, αφού ο ενάγων αποτελεί φυσικό πρόσωπο και η ηθική βλάβη αναφέρεται σε ενδιάθετο αίτημά του, αναγόμενο στον εσωτερικό του κόσμο και κρινόμενο με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, και όχι σε μια συγκεκριμένη βλάβη, που έχει υλική υπόσταση, ως είναι αναγκαίο επί νομικών προσώπων. Η ποιότητα και ποσότητα των προσδιοριστικών της ηθικής βλάβης στοιχείων είναι, εξάλλου, αναγκαίο να προκύπτει από τις αποδείξεις, κατά τα λοιπά, όμως, για το ορισμένο του σχετικού κονδυλίου υφίστανται μειωμένες αξιώσεις πληρότητας, δεδομένου ότι αρκεί να εκτίθενται με ακρίβεια στην αγωγή η τέλεση της αδικοπραξίας από τον υπόχρεο στην καταβολή της χρηματικής ικανοποίησης, καθώς και η πρόκληση ηθικής βλάβης στο αιτούμενο τη χρηματική ικανοποίηση φυσικό πρόσωπο, καθώς και να ζητείται ορισμένο χρηματικό ποσό, ως εν προκειμένω συμβαίνει, χωρίς να είναι αναγκαίο κατά τα λοιπά να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής άπαντα τα προσδιοριστικά εκείνα στοιχεία, βάσει των οποίων θα καθορισθεί το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης. Στην προκείμενη περίπτωση, στο αγωγικό δικόγραφο διαλαμβάνονται άπαντα τα ανωτέρω στοιχεία, πλέον δε αυτών και ως εκ περισσού αναφέρονται και πλείστα προσδιοριστικά στοιχεία της ηθικής βλάβης του ενάγοντος (π.χ. δικαστικοί αγώνες στους οποίους κατέφυγε για την αντιμετώπιση της προσβολής, στενοχώρια, που δοκίμασε από το γεγονός της πτώσης των κερδών της επιχείρησής του, αλλά και από το γεγονός ότι στην πράξη της προσβολής προέβησαν πρώην συνεργάτες του, οι οποίοι επιχείρησαν τη διαγραφή του σήματός του στο πλαίσιο της σχετικής διοικητικής διαδικασίας, παρά το γεγονός ότι γνώριζαν ότι η κατοχυρωθείσα ως σήμα λεκτική ένδειξη χρησιμοποιείτο επί σαράντα έτη από την ίδια επιχείρηση κ.α.), για τους λόγους δε αυτούς, το οικείο αίτημα τυγχάνει ορισμένο. Περαιτέρω, η αγωγή τυγχάνει νόμω βάσιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 121, 122, 125 παρ. 1 -3, 147 παρ. 2, 148 παρ. 1, 150 παρ. 5 και 6, 152 του ν. 4072/2012, 914, 932, 71, 297, 298, 299, 330, 340, 345, 346 ΑΚ, 907, 908 παρ. 1 περ. δ΄, 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή ο ενάγων φέρεται κατ’ αρχάς ως δικαιούχος καταχωρημένου σήματος για τη διάκριση των παραγομένων από την ατομική του επιχείρηση προϊόντων ζαχαροπλαστικής. Στο πλαίσιο αυτό φέρεται να χρησιμοποιεί την οικεία ένδειξη στα υλικά συσκευασίας, σε χαρτιά, κόλλες περιτυλίγματος, σακούλες κοκ. Τούτη η χρήση από τον φερόμενο δικαιούχο του σήματος αποτελεί, κατά τα εκτιθέμενα, χρήση εν είδει σήματος. Η χρησιμοποίηση της ίδιας ή παρόμοιας ένδειξης από την εναγομένη στις επιχειρηματικές της συναλλαγές εν γένει, ήτοι τόσο σε σακούλες, σε πακέτα, κουτιά, έγγραφα κοκ, όσο και στον διακριτικό τίτλο του καταστήματός της, αποτελεί χρήση εν είδει σήματος (βλ. σχετικώς ήδη και άρθρο 10 παρ. 3 στ. δ΄ της Οδηγίας 2015/2436/ΕΕ, την από 11-09-2007 απόφαση του ΔΕΚ στην υπ’ αριθμ. C-17/2006, …., στις σκέψεις 21 επ., καθώς και ., Δίκαιο διακριτικών γνωρισμάτων, σελ. 181, στον αρ. περ. 5.35, πρβλ. και τις επί του θέματος σκέψεις των ΠΠρΑθ 3613/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 6915/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και ΜΠρΑθ 2988/2012 ΕλλΔνη 2013. 212 σύμφωνα με τις οποίες η εμπορική επωνυμία επιχείρησης εξατομικεύει και διακρίνει τον φορέα της, ο δε διακριτικός τίτλος της επιχείρησης εξατομικεύει και διακρίνει ονομαστικά αυτήν στις συναλλαγές και τα προαναφερόμενα διακριτικά γνωρίσματα δεν αποσκοπούν στη διάκριση των προϊόντων ή υπηρεσιών της επιχειρήσεως, εφόσον δε η χρήση τους περιορίζεται στην ως άνω εξατομίκευση, δεν υφίσταται χρήση «για προϊόντα ή υπηρεσίες» ούτε σύγκρουση με προγενέστερο καταχωρισθέν σήμα, εκτός και αν η επωνυμία και ο διακριτικός τίτλος χρησιμοποιούνται στη συγκεκριμένη περίπτωση «για προϊόντα ή υπηρεσίες», ήτοι όταν επιτίθενται στα προϊόντα που η εταιρία εμπορεύεται, καθώς και όταν συσχετίζονται με αυτά ή τις υπηρεσίες που εκείνη παρέχει, ή συντρέχει χρησιμοποίηση αυτών σε επαγγελματικό έντυπο υλικό και στη διαφήμιση, οπότε πρόκειται για «γνήσια» σύγκρουση μεταξύ σήματος και διακριτικού γνωρίσματος του ουσιαστικού συστήματος), η οποία δεν αναφέρεται μεν ρητά πια στο νόμο ως αυτοτελής προϋπόθεση για την κατάφαση προσβολής (βλ., ωστόσο, υπ’ αριθμ. 2008/95/ΕΚ Οδηγία και ήδη 2015/2436/ΕΕ Οδηγία, όπου και η σχετική προϋπόθεση μνημονεύεται ρητά, την από 19-06-2014 απόφαση ΔΕΕ σε υποθ. C-217/2013 και C-218/2013 …., στη σκέψη 40, καθώς και …, Δίκαιο διακριτικών γνωρισμάτων, 2016. 177, στους αρ. περ. 5.28 επ.), εξακολουθεί, όμως, να αποτελεί αναμφισβήτητη τέτοια προϋπόθεση, όπως προκύπτει από το σύνολο των σχετικών διατάξεων (βλ. την από 12-11-2002 απόφαση του ΔΕΚ στην υπ’ αριθμ. C-206/2001 απόφαση, …, στη σκέψη 56 ως προς το ότι για την εν είδει σήματος χρήση αρκεί να είναι δυνατό να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι το σηματοδοτημένο εμπόρευμα συνδέεται με το σηματούχο, καθώς και εν γένει …., Δίκαιο διακριτικών γνωρισμάτων, 2016, σελ. 178, στους αρ. περ. 5.29 επ.), τουλάχιστον, όταν δεν πρόκειται περί σήματος φήμης (βλ. και Μαρίνο, ο.π., σελ. 179-180, στους αρ. περ. 5.30 και 5.32). Ωστόσο, ο ενάγων ισχυρίζεται με την αγωγή του ότι το εν λόγω σήμα αποτελεί και ταυτόσημη ένδειξη με τον χρησιμοποιούμενο διακριτικό τίτλο του καταστήματός του. Η από τον δικαιούχο του σήματος χρήση αυτού στην επιγραφή του καταστήματός του αποτελεί χρήση εν είδει διακριτικού τίτλου και ως τέτοια υπόκειται στους διακριτούς κανόνες του οικείου διακριτικού γνωρίσματος (άρθρο 13 του ν. 146/1914 – βλ. έτσι ΜΠρΑθ 23942/1995 ΕΕμπΔ 1996. 172, Μαρίνο, Δίκαιο διακριτικών γνωρισμάτων, 2016, σελ. 181, στον αρ. περ. 5.35), μεταξύ των οποίων, ειρήσθω εν παρόδω τυγχάνουν αναλογικά εφαρμοστέοι και οι περιεχόμενοι στο άρθρο 150 του ν. 4072/2012 κανόνες δικαίου, αναφορικά με τα ζητήματα τυχόν αποζημιωτικών αξιώσεων. Παρά τη σχετική διηγηματική αναφορά, ωστόσο, ο ενάγων επιλέγει να ασκήσει την προπεριγραφείσα αξίωσή του από την προσβολή του δικαιώματός του στο σήμα από την εναγομένη, η οποία φέρεται ότι έλαβε και λαμβάνει χώρα κατά τους εκτιθέμενους στην αγωγή τρόπους, οι οποίοι συγκροτούν την έννοια της χρήσης εν είδει σήματος σύμφωνα με τα προαναφερθέντα. Προγενέστερη άσκηση έτερης αυτοτελούς αποζημιωτικής αξίωσης από τον ενάγοντα για την αποκατάσταση συγκεκριμένης ζημίας του από την ένδικη δικαιοπραξία ή την απόδοση των κερδών της εναγομένης λόγω της ένδικης αδικοπραξίας δεν προκύπτει από τα εκτιθέμενα στην αγωγή και ως εκ τούτου δεν προκύπτει προηγούμενη απλοποίηση της οικείας ενοχής και εν τέλει απώλεια του δικαιώματος του ενάγοντος για την άσκηση του ενδίκου δικαιώματός του (άρθρα 307-308 ΑΚ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω η αγωγή και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι ο ενάγων κατέβαλε το αναλογούν προς την απαίτηση τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το υπ’ αριθμ. …………. διπλότυπο είσπραξης της Α΄ ΔΟΥ …….. και τις υπ’ αριθμ. …………/17-02-2015 και …./17-02-2015 αποδείξεις είσπραξης της ..) και δη ήδη από την κατάθεση της προηγούμενης, με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ……/2014 αγωγής του σε βάρος της εναγομένης, που απευθυνόταν στο παρόν Δικαστήριο και περιείχε αιτήματα τόσο άρσης και παράλειψης της προσβολής, όσο και καταβολής χρηματικού ποσού 50.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο με την υπ’ αριθμ. …/2015, καταστάσα ήδη τελεσίδικη απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου απορρίφθηκε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, χωρίς για τον λόγο αυτό το τότε καταβληθέν δικαστικό ένσημο να έχει αναλωθεί (ΑΠ 273/1985 ΕλλΔνη 1985. 466, ΕφΑθ 680/1990 ΑρχΝ 1992. 348, ΠΠρΑθ 4133/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΘεσ 28883/2003 Αρμ. 2003. 1744, ΜΠρΘεσπρ 210/2007 Αρμ. 2008. 235, ΜΠρΑθ 725/2006 ΝοΒ 2006. 1317).
Από τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων ενώπιον του ακροατηρίου του παρόντος Δικαστηρίου μαρτύρων, ………………… και ………….., οι καταθέσεις των οποίων περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και από όλα τα έγγραφα, τα οποία νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και α) η προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα υπ’ αριθμ. …./2014 ένορκη βεβαίωση του ………….. και της …………………. , η οποία λήφθηκε νομότυπα ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης στο πλαίσιο προηγηθείσας διαδικασίας ενώπιον της διοικητικής επιτροπής σημάτων, η οποία διεξήχθη επ’ αφορμή της υπ’ αριθμ. ../2014 αίτησης διαγραφής σήματος, που υπέβαλε η νυν εναγομένη σε βάρος του ενάγοντος, και όχι, για να προσκομισθεί στην παρούσα δίκη, και η οποία λαμβάνεται υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (βλ. σχετικώς.., Οι ένορκες βεβαιώσεις ως αποδεικτικό μέσο στην πολιτική δίκη, σελ. 76-
79 ως προς το επιτρεπτό προσκόμισης τέτοιων «εξωδίκων» ενόρκων βεβαιώσεων, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια και εν γένει ΑΠ 800/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 621/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 833/2007 ΝοΒ 2008. 903, ΑΠ 218/2007 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 722/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 211/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 591/2002 ΔΕΕ 2003. 187), καθώς και β) οι νομίμως προσκομισθείσες φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 443 παρ. 1 περ. γ΄, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης : Ο ενάγων διατηρεί ζαχαροπλαστείο επί της οδού …….. αρ. .. στη ……………. Θεσσαλονίκης, το οποίο φέρει τον διακριτικό τίτλο «…………………» και λειτουργεί υπό τη μορφή ατομικής επιχείρησης. Το εν λόγω ζαχαροπλαστείο ήρξατο τη λειτουργία του το έτος 1972 και λειτουργεί στην ίδια διεύθυνση και με τον ίδιο διακριτικό τίτλο επί σαράντα και πλέον έτη, με επιμέρους αλλαγές μόνο ως προς τους φορείς της επιχείρησης στη διάρκεια του χρόνου σύμφωνα με τα κατωτέρω ειδικότερα αναφερόμενα. Συγκεκριμένα, η εν λόγω επιχείρηση ήρξατο λειτουργούσα ως ατομική επιχείρηση της μητέρας του ενάγοντος ………… το έτος 1972. Το έτος 1988, δυνάμει του από 16-06-1988, νομίμως δημοσιευθέντος στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ιδιωτικού συμφωνητικού (με α.α. …/1988), ιδρύθηκε ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «……….. ……………….. ……..», στην οποία και εισφέρθηκε η επιχείρηση, η οποία έκτοτε μετέβαλε φορέα. Στην εν λόγω εταιρία έκαστος των ομορρύθμων εταίρων συμμετείχε σε ποσοστό 50 %. Το έτος 2005, δυνάμει του από 18-03-
2005, νομίμως δημοσιευθέντος στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ιδιωτικού συμφωνητικού (με α.α. …./2005), ο εκ των ομορρύθμων εταίρων ………….. μεταβίβασε το εταιρικό του μερίδιο στον υιό του ……….. , συναινούσας και της έτερης ομορρύθμου εταίρου, ενώ το έτος 2009, δυνάμει του από 26-06-2009, νομίμως δημοσιευθέντος στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ιδιωτικού συμφωνητικού (με α.α. …./2009), η μητέρα του ενάγοντος, ……. …………, αποχώρησε ομοίως από την εταιρία, μεταβιβάζοντας το εταιρικό της μερίδιο στον νυν ενάγοντα υιό της, συναινούντος του έτερου ομορρύθμου εταίρου, ……. και τροποποιηθείσας της επωνυμίας της ως άνω ομορρύθμου εταιρίας σε «…………….. ………………». Με την από 01-10-
2013 δήλωση εκούσιας αποχώρησής του, η οποία επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 02-10-2013 και καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ στις 08-10-2013 με Κ.Α.Κ. ………/08-10-2013, ο ………………… εξήλθε της εταιρίας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 261 του ν. 4072/2012. Μετά την έξοδο του ως άνω εταίρου, η προμνησθείσα ομόρρυθμη εταιρία κατέστη μονοπρόσωπη και κατά το άρθρο 267 του ν. 4072/2012, ως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο 27 του ν. 4403/2016 (ΦΕΚ Α 125/07-07-2016), επειδή ουδείς εισήλθε στην εταιρία σε διάστημα δύο μηνών από την προαναφερθείσα έξοδο του ……. και δη με δημοσίευση της εισόδου αυτής στο ΓΕΜΗ εντός της ίδιας ως άνω προθεσμίας η εταιρία λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση. Στο πλαίσιο της εκκαθάρισης αυτής η επιχείρηση και δη εν έκαστο των ενσωμάτων αντικειμένων της, αλλά και των άυλων αγαθών της μεταβιβάστηκαν στον ενάγοντα, ο οποίος κατέστη πλέον φορέας ατομικής επιχείρησης, υπό τη μορφή της οποίας λειτουργεί έκτοτε το προπεριγραφέν ζαχαροπλαστείο, υπό τον διακριτικό τίτλο «…….». Συγκεκριμένα, ο ενάγων, δυνάμει της υπ’ αριθμ. πρωτοκ. ……/2013 αίτησής του προς το Δήμο ………, αιτήθηκε ήδη από τις 28-11-2013 την έκδοση άδειας λειτουργίας της προμνησθείσας επιχείρησης στο όνομά του λόγω μεταβίβασης της τελευταίας στον ίδιο, η δε αίτησή του εγένετο δεκτή την 01-04-2014 χορηγηθείσας έκτοτε και της οικείας άδειας. Εν τω μεταξύ, ο ενάγων τυγχάνει ήδη από τις 16-10-2013 δικαιούχος του λεκτικού εμπορικού σήματος, που αποτελείται από τις λέξεις «…………………….», δεν φέρει οιαδήποτε απεικόνιση και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα της κλάσης 30 (είδη ζαχαροπλαστικής – ζαχαροπλαστείου). Το δικαίωμα στο εν λόγω σήμα θεμελιώνεται στην υπ’ αριθμ. …/02-12-2013 απρόσβλητη απόφαση του Εξεταστή της Υπηρεσίας Σημάτων, με την οποία εγένετο δεκτή η υπ’ αριθμ. ……../16-10-2013 σχετική δήλωση του ενάγοντος. Η εν λόγω απόφαση αναρτήθηκε στον διαδικτυακό τόπο της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Καταναλωτή στις 02-12-2013 και καταχωρήθηκε στις 05-03-2014, ενόψει και της μη άσκησης ανακοπής κατ’ άρθρο 140 παρ. 1 του ν. 4072/2012 (βλ. και άρθρο 147 παρ. 1 του ν. 4072/2012). Συνεπώς, το σήμα, που εγένετο δεκτό κατά τα ως άνω, θεωρείται ότι καταχωρήθηκε από την ημέρα υποβολής της δήλωσης, ήτοι από τις 16-10-2013, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 147 παρ. 2 του ν. 4072/2012. Ο ενάγων χρησιμοποιεί την προμνησθείσα ένδειξη τόσο ως διακριτικό τίτλο της επιχείρησής του, διατηρώντας στην πρόσοψη του καταστήματος σχετική, ευμεγέθη πινακίδα, όσο και ως σήμα, επιθέτοντας αυτό στα προϊόντα και ιδίως τις συσκευασίες τους, ήτοι στις σακούλες, στα χρησιμοποιούμενα κουτιά και στα σχετικά περιτυλίγματα. Με το εν λόγω σήμα σημαίνονται εν τέλει τα παραγόμενα και εμπορευόμενα από την ατομική πλέον επιχείρηση του ενάγοντος προϊόντα, το δε σήμα επιτελεί λειτουργία προέλευσης, προσδιορίζοντας ουσιαστικά την επιχείρηση του ενάγοντος. Η επιχείρηση του ενάγοντος, εξάλλου, όπως και η προηγούμενη επιχείρηση, της οποίας αποτελεί διάδοχο κατά τα προεκτεθέντα, κατέστησαν γνωστές στην περιοχή της Νεαπόλεως λόγω και της ιδιαίτερης ποιότητας των παραγόμενων σε αυτήν προϊόντων και ιδίως του προϊόντος της τυρόπιτας, για την οποία στις παραστάσεις των καταναλωτών στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, αλλά και ευρύτερα στη δυτική Θεσσαλονίκη υφίστανται ιδιαιτέρως θετικές παραστάσεις. Εν τω μεταξύ, ο ……………….. , ο οποίος εργαζόταν στην πάλαι ποτέ ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «……………………» από τις 10-07-2006, αλλά και η ……………….. , η οποία απασχολείτο στην ίδια επιχείρηση ήδη από τις 08-03-2004 και τυγχάνει σύζυγος του πάλαι ποτέ ομορρύθμου εταίρου …………. , αφού έπαυσαν να απασχολούνται στην προμνησθείσα επιχείρηση τον Φεβρουάριο του 2013, στις 03-10-2013 συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «…………..», ήτοι τη νυν εναγομένη, η οποία από τις αρχές Δεκεμβρίου του 2013 ήρξατο να λειτουργεί ζαχαροπλαστείο στη συμβολή των οδών ………… αρ. .. και ……… , αρ. .., στη … Θεσσαλονίκης, σε απόσταση 100 περίπου μέτρων από το ζαχαροπλαστείο του ενάγοντος. Η εναγομένη επιχείρηση χρησιμοποίησε ως διακριτικό τίτλο της επιχείρησής της την ένδειξη «……………», αποτυπωμένη με λατινικούς χαρακτήρες, εκ των οποίων η μεν λέξη «….» αποτυπώνεται με ευμεγέθη γραμματοσειρά και έντονη γραφή, η δε ένδειξη ….. είναι αποτυπωμένη σε πολύ μικρότερη κλίμακα, χωρίς έντονη γραφή και τίθεται κάτω δεξιά της ένδειξης ……….», αριστερά της οποίας υπάρχει η απεικόνιση μίας μικρής τούρτας. Ειδικότερα, η εναγομένη ανάρτησε σχετική πινακίδα στην πρόσοψη του καταστήματός της, ενώ ήρξατο να χρησιμοποιεί την ίδια ένδειξη και σε όλες τις εμπορικές της συναλλαγές, καθώς και στα προϊόντα, τις συσκευασίες, τα κουτιά και τα περιτυλίγματα των προϊόντων της. Άπασες οι ανωτέρω εκδηλώσεις συνιστούν χρήση του οικείου διακριτικού γνωρίσματος εν είδει σήματος (βλ. Μαρίνο, Δίκαιο διακριτικών γνωρισμάτων, σελ. 181, στον αρ. περ. 5.35). Στο προπεριγραφέν λεκτικό σήμα του ενάγοντος, δεσπόζουσα και κυρίαρχη θέση κατέχει η ένδειξη «….», λαμβανομένου υπόψη ότι η ένδειξη «…………» είναι περιγραφική των παρασκευαζόμενων και εμπορευόμενων από την εν λόγω επιχείρηση προϊόντων και στερείται αυτοτελώς διακριτικής δύναμης (βλ. και την από 24-05-2012 απόφαση ΔΕΕ σε υπόθ. C-196/11 P, ………….. και εν γένει Μαρίνο, ο.π., σελ. 192 επ. Ως προς το ότι ένα περιγραφικό στοιχείο, που αποτελεί τμήμα ενός σύνθετου σήματος δεν δύναται να θεωρηθεί το κυρίαρχο στοιχείο και δεν ασκεί επιρροή στη δημιουργία της γενικής εντύπωσης βλ. την από 05-04-2006 απόφαση ΠΕΚ στην υπόθεση T-202/04, …, στη σκέψη 54 και την από 06-10-2004 απόφαση του ΠΕΚ στην υπόθεση Τ-
356/02, ….). Η λεκτική ένδειξη «…..», την οποία χρησιμοποίησε η εναγομένη ως διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησής της, ταυτίζεται ηχητικά με την κυρίαρχη ένδειξη «…..», που κατοχύρωσε ως σήμα ο ενάγων για τα προϊόντα της επιχείρησής του (βλ. και την από 23-06-2006 απόφαση ΔΕΚ στην υπ’ αριθμ. C- 206/04, ….. , στις σκέψεις 21,22), πέραν δε της ηχητικής ταυτότητας (βλ. ΔΕφΑθ 234/2009 ΕΕμπΔ 2010. 996 ως προς το ότι στα λεκτικά σήματα πρωτεύουσας σημασίας είναι η ηχητική εντύπωση και δευτερευόντως αξιολογείται και η οπτική ή εννοιολογική εντύπωση) υφίσταται και εμφανής οπτική ομοιότητα μεταξύ των δύο ενδείξεων, χωρίς να ασκεί επιρροή στην εν λόγω οπτική ομοιότητα η χρήση από την μεν εναγομένη λατινικών χαρακτήρων (βλ. ως προς τούτο και ΜΠρΑθ 2393/1992 ΕΕμπΔ 1993. 313), σε μικρή (με εξαίρεση το γράμμα «.»), αλλά έντονη γραφή, από δε τον ενάγοντα η χρήση ελληνικών χαρακτήρων με κεφαλαία γράμματα (βλ. και Μαρίνο, Δίκαιο διακριτικών γνωρισμάτων, σελ. 195 ως προς το ότι στα λεκτικά σήματα δεν αποκλείεται ο οπτικός κίνδυνος σύγχυσης παρά τη διαφορά γραφής και προφοράς, διότι το κοινό παραβλέπει μικρές αλλαγές στα παρεμφερή λεκτικά γνωρίσματα, όπως και στη περίπτωση τυπογραφικών λαθών). Πέραν, μάλιστα, της ηχητικής και οπτικής ομοιότητας, πρόδηλη είναι και η εννοιολογική ταύτιση των δύο ενδείξεων, που ευθέως παραπέμπουν σε γνωστή πόλη της βόρειας Ιταλίας, χωρίς πάντως η εν λόγω γεωγραφική περιοχή να συνδέεται με την παραγωγή ειδών ζαχαροπλαστικής. Η έντονη οπτική, ηχητική και εννοιολογική ομοιότητα ανάμεσα στο σήμα του ενάγοντος και το χρησιμοποιούμενο από την εναγομένη διακριτικό γνώρισμα, ήτοι η συνολική εντύπωση από την ομοιότητα των δύο γνωρισμάτων (βλ. την από 24-
11-2011 απόφαση ΔΕΚ στην υπόθεση C- 552/09, στις σκέψεις 85 επ. ως προς την ούτω καλούμενη σφαιρική θεώρηση και εν γένει ως προς το κριτήριο της συνολικής εντύπωσης ενδεικτικά την από 06-09-2012 στην υπόθεση C-327/11, …, στη σκέψη 45, ΑΠ 371/2012 ΧρΙΔ 2012. 533, ΑΠ 338/2012 ΕΕμπΔ 2012. 941, Μαρίνο, Δίκαιο διακριτικών γνωρισμάτων, 2016, σελ. 194 επ. και 197 επ.), ήταν ικανή να προκαλέσει άμεσο κίνδυνο σύγχυσης στο μέσο καταναλωτή της περιοχής της Νεάπολης Θεσσαλονίκης ως προς την προέλευση των διακρινομένων από αυτά προϊόντων, του τελευταίου νοουμένου ως του καταναλωτή εκείνου, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος (βλ. ενδεικτικά την από 12-01-
2006 απόφαση ΔΕΚ στην υπόθεση C-361/04, ….., στις σκέψεις 37 επ., την από 20-03-2003 απόφαση ΔΕΚ στην υπόθεση C-291/00, … ….., στη σκέψη 52, την από 06-05-2003 απόφαση ΔΕΚ στην υπόθεση C-104/01, …. ….., στη σκέψη 63, ΑΠ 338/2012 ΕΕμπΔ 2013. 940). Ο κίνδυνος αυτός επιτεινόταν από το γεγονός ότι οι δύο επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στον ίδιο εμπορικό κλάδο (παραγωγή και εμπορία ειδών ζαχαροπλαστικής) και στην ίδια γεωγραφική περιοχή, απευθυνόμενες στον ίδιο κύκλο καταναλωτών. Ο κίνδυνος σύγχυσης ήταν το μεν άμεσος και δη αναφερόμενος τόσο στην προέλευση των προϊόντων από συγκεκριμένη επιχείρηση, όσο και στην ταυτότητα των φορέων των δύο επιχειρήσεων (ΑΠ 1123/2002 ΔΕΕ 2003. 632), όσο και έμμεσος, λαμβανομένου υπόψη ότι στον μέσο καταναλωτή, όπως η έννοια αυτού οριοθετήθηκε ανωτέρω, υφίστατο κίνδυνος σύγχυσης ως προς την ύπαρξη οικονομικής συνεργασίας ή οργανωτικής σχέσης μεταξύ των δύο επιχειρήσεων (βλ. την από 29-09-1998 απόφαση ΔΕΚ στην υπόθεση C-39/1997, …, στη σκέψη 29). Ο ως άνω κίνδυνος σύγχυσης, μάλιστα, και ιδίως ο έμμεσος τέτοιος κίνδυνος, όχι μόνο δεν ήταν δυνατό να αποτραπεί με τη χρήση της ένδειξης «….» από την επιχείρηση της εναγομένης, που έθεσε την εν λόγω ένδειξη με μικρά γράμματα κάτωθι της κυρίαρχης λεκτικής ένδειξης «……», αλλά αντιθέτως επιτάθηκε, αφού η αγγλική λέξη «….» σημαίνει ελληνιστί «φρέσκο – νέο» και εννοιολογικώς παραπέμπει ευθέως σε νεότερο δημιούργημα, καταλείποντας την εντύπωση εν προκειμένω της δημιουργίας ενός νέου υποκαταστήματος της επιχείρησης του ενάγοντος ή της ύπαρξης σχέσεως δικαιόχρησης μεταξύ τους, λαμβανομένου υπόψη του ομοειδούς αντικειμένου εμπορικής δραστηριότητας των δύο επιχειρήσεων και της κατά τα λοιπά έντονης ομοιότητας τόσο των δύο διακριτικών γνωρισμάτων, όσο και των παραγομένων και εμπορευομένων από τις δύο επιχειρήσεις προϊόντων. Το διακριτικό γνώρισμα, που χρησιμοποίησε η εναγομένη, δηλαδή, δεν ταυτιζόταν μεν με το καταχωρημένο σήμα του ενάγοντος, ωστόσο, η συνολική εντύπωση που κατέλειπε στον μέσο καταναλωτή η ηχητική, οπτική και εννοιολογική ομοιότητά τους προκαλούσε σύγχυση σε αυτόν, την οποία δεν ήταν δυνατό να ανατρέψουν επουσιώδεις και μικρές διαφοροποιήσεις, όπως η προσθήκη της λέξης «……», κάτωθι της λέξης «….», ή η απεικόνιση τούρτας αριστερά της τελευταίας αυτής ένδειξης, που εν τέλει παρέμεναν απαρατήρητες. Το διαφορετικό χρώμα και οι διαφορετικές απεικονίσεις στα χάρτινα περιτυλίγματα ή κουτιά των προϊόντων των διαδίκων δεν είναι δυνατό να οδηγήσουν σε αντίθετη κρίση. Ειδικότερα, το χρησιμοποιούμενο από τον ενάγοντα περιτύλιγμα είναι καφέ και κίτρινου χρώματος και στο κάτω μέρος αυτού εντός κύκλου απεικονίζονται οι μορφές τεσσάρων παιδιών, εκ των οποίων τα δύο μεταφέρουν μία γαμήλια τούρτα, κάτωθι του οποίου είναι γραμμένες οι λέξεις ……… (με έντονα, μεγάλα, κεφαλαία γράμματα) ………….. (με μικρότερα κεφαλαία κίτρινα γράμματα), που αποτελούν το λεκτικό σήμα του ενάγοντος, ενώ το περιτύλιγμα, που χρησιμοποιούσε σε εκείνο τον χρόνο η εναγομένη είχε ως κυρίαρχο χρώμα το λευκό, στο οποίο απεικονίζονταν τέσσερις κάθετες γραμμές σκούρου καφέ χρώματος, στο κάτω μέρος των οποίων ήταν γραμμένες οι λέξεις «……………….». Ωστόσο, ο κίνδυνος σύγχυσης ήταν υπαρκτός και προέκυπτε από τη συνολική οπτική και ηχητική ιδίως ομοιότητα μεταξύ των διακριτικών γνωρισμάτων της εναγομένης αφενός και του νομίμου λεκτικού σήματος του ενάγοντος αφετέρου. Πρέπει, μάλιστα, να σημειωθεί ότι ο ούτως ή άλλος υπαρκτός (και επαρκής αντικειμενικά για την κατάφαση της προσβολής του δικαιώματος του σηματούχου) κίνδυνος σύγχυσης εν προκειμένω έλαβε και υπόσταση με εκτεταμένες εκδηλώσεις καταναλωτών, που επί μακρόν εισέρχονταν στο κατάστημα του ενάγοντος δίδοντας συγχαρητήρια σε αυτόν για τη λειτουργία του νέου καταστήματος, υπολαμβάνοντας ότι η επιχείρηση της εναγομένης αποτελούσε υποκατάστημα της επιχείρησης του ενάγοντος, αλλά και με προσέλευση πελατών στο κατάστημα του ενάγοντος για παραλαβή προϊόντων, που είχαν τηλεφωνικώς παραγγελθεί στο κατάστημα της εναγομένης. Σημειώθηκαν, άλλωστε, και περιπτώσεις διατύπωσης παραπόνων από πελάτες προς τον ίδιο τον ενάγοντα για την επί τα χείρω αλλοίωση της γεύσης και ποιότητας της παραγόμενης «από την επιχείρησή του» τυρόπιτας, ήτοι του πλέον γνωστού γα τη γεύση του είδους, που παρήγαγε η επιχείρηση του ενάγοντος, ενώ οι πελάτες αναφέρονταν σε τυρόπιτες, που είχαν προμηθευθεί από το κατάστημα της εναγομένης, γεγονός που δηλοί και αρνητική επίδραση και στην ίδια τη διαφημιστική λειτουργία του εν λόγω σήματος στην οικεία αγορά της …. . Η εναγομένη διατηρούσε τις ανωτέρω ενδείξεις και διακριτικά γνωρίσματα από τον Δεκέμβριο του 2013, οπότε και ήρξατο τη λειτουργία της επιχείρησής της, στην οποία ειρήσθω εν παρόδω βασικός τεχνίτης και παρασκευαστής τυγχάνει ο ……………… , σύζυγος της ομορρύθμου εταίρου της εναγομένης, ………………. και τέως συνεργάτης του ενάγοντος και ομόρρυθμος εταίρος στην πάλαι ποτέ ομόρρυθμη εταιρία, που αποτελούσε φορέα της νυν μεταβιβασθείσας στον ενάγοντα επιχείρησης. Χρήση του εν λόγω σήματος, μάλιστα, ποιείτο η εναγομένη και στις διαδικτυακές καταχωρήσεις της. Ειδικότερα, δημιούργησε με ευθύνη των εκπροσώπων της λογαριασμό στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης.., ευχερώς προσβάσιμο σε οιονδήποτε τρίτο, όπου ως φωτογραφία «profile» είχε τεθεί η προπεριγραφείσα ένδειξη «………», ενώ η επιχείρηση είχε κατοχυρωθεί με πρωτοβουλία της υπό τα ίδια διακριτικά γνωρίσματα και σε άλλους διαδικτυακούς τόπους αναζήτησης επαγγελματιών και επιχειρήσεων, όπως στην ιστοσελίδα ..» ή ….». Ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε ευθύς εξ αρχής στους εκπροσώπους της εναγομένης για την κατά τα ως άνω γενόμενη προσβολή του δικαιώματός του στο σήμα, ενώ με την από 16-05- 2014 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 16-05-2014 (βλ. την υπ’ αριθμ. ……/16-05-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …………………) όχλησε και εγγράφως την ενάγουσα για την προσβολή του δικαιώματός του στο σήμα και το διακριτικό τίτλο της επιχείρησής του, αιτούμενος από αυτήν την άρση της προσβολής και δη την αφαίρεση της πινακίδας από την πρόσοψη του καταστήματος, την παύση χρήσης του σήματος στις συσκευασίες, τα έγγραφα, τα προϊόντα, τα διαφημιστικά φυλλάδια και εν γένει σε οιαδήποτε επιχειρηματική, ομοειδή δραστηριότητά της, καθώς και την παράλειψή της στο μέλλον. Η εναγομένη πλήρως αδιαφόρησε στο αίτημα αυτό του ενάγοντος, παρά το γεγονός ότι στο μεταξύ εξακολουθούσε να καρπούται οφέλη από την προκαλούμενη σύγχυση στο οικείο καταναλωτικό κοινό στη σχετική αγορά, επιτυγχάνοντας, μάλιστα, να δημιουργήσει σε ελάχιστο χρονικό διάστημα εκτεταμένο πελατολόγιο (βλ. σχετικώς την ήδη εκκρεμή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …../10-06-2015 αίτηση του …………………. σε βάρος του νυν ενάγοντος, περί της οποίας γίνεται λόγος κατωτέρω), παρά το γεγονός ότι δεν είχε προβεί σε κάποια ιδιαίτερη διαφημιστική δαπάνη. Για τον λόγο αυτό ο ενάγων αναγκάστηκε να καταφύγει στην άσκηση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και τακτικής αγωγής, προς το σκοπό προσωρινής αρχικά και εν συνεχεία οριστικής παύσης της προσβολής του δικαιώματός του στο σήμα και παράλειψής της στο μέλλον. Στο πλαίσιο αυτό άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, την από 30-05-2014 και με αρ. εκθ καταθ. ……/03-06-2014 αίτησή του, με την οποία αιτήθηκε, μεταξύ άλλων, την άρση της προσβολής. Ωστόσο, ήδη πριν την εκδίκαση της αίτησης ενώπιον του ακροατηρίου του αρμοδίου δικαστηρίου, η εναγομένη προσέφυγε στις 08-07-2014 ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων αιτούμενη τη διαγραφή του σήματος του ενάγοντος, ισχυριζόμενη ότι το σήμα συγκροτείτο αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούσαν να χρησιμεύσουν στο εμπόριο για τη δήλωση του είδους και της γεωγραφικής προέλευσης των προϊόντων της επιχείρησης της εναγομένης, καθώς και ότι τούτο είχε κατατεθεί κακόπιστα, επειδή ο ενάγων προέβη σε σχετική δήλωση για την καταχώριση του σήματός του δεκαέξι μόλις ημέρες μετά τη σύσταση της εναγομένης και δη παρά το γεγονός ότι χρήση του εν λόγω διακριτικού γνωρίσματος εγένετο επί σειρά ετών από την δικαιοπάροχο επιχείρηση του ενάγοντος, χωρίς να έχει γίνει κατοχύρωση της ένδειξης ως σήματος. Ωστόσο, το μεν Δικαστήριο, που δίκασε την αίτηση αντιμωλία των διαδίκων στις 09-09-2014, απαγόρευσε προσωρινά στην εναγομένη, με την υπ’ αριθμ. …./06-10-2014 απόφασή του, να χρησιμοποιεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ένδειξη «….», η δε Διοικητική Επιτροπή Σημάτων, που δίκασε τη σχετική αίτηση διαγραφής στις 13-10-2014, απέρριψε την αίτηση διαγραφής της εναγομένης με την υπ’ αριθμ. 87/01-09-2015 απόφασή του, αποφαινόμενη, μεταξύ άλλων, ότι δεν συνέτρεχε αιτία διαγραφής του σήματος κατ’ άρθρο 123 παρ. 1 στ. γ΄ του ν. 4072/2012, καθώς και ότι η κατάθεση του σήματος από τον ενάγοντα δεν έγινε κακόπιστα (άρθρο 123 παρ. 3 στ. β΄ του ν. 4072/2012) «εν αντιθέσει με την αιτούσα». Μετά την έκδοση της προαναφερθείσας απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων και μετά από 10 και πλέον μήνες παράνομης χρήσης του σήματος του ενάγοντος (αρχές Δεκεμβρίου του 2013 μέχρι μέσα Οκτωβρίου του έτους 2014), η εναγομένη αποφάσισε μεν να μεταβάλει τον διακριτικό τίτλο του καταστήματός της και τα λοιπά εν είδει σήματος χρησιμοποιούμενα ως τότε διακριτικά γνωρίσματά της, προς το σκοπό (τυπικής) συμμόρφωσης με την εκδοθείσα απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, εντούτοις η επιχειρηθείσα από αυτή μεταβολή ήταν τέτοια, που δεν ήρε την προσβολή και αντιθέτως ήταν απολύτως ενδεικτική της επιμονής της εναγομένης στη χρήση ενός διακριτικού γνωρίσματος, που θα ομοίαζε κατ’ ανάγκη προς το σήμα του ενάγοντος. Ειδικότερα, η εναγομένη περί τα μέσα του Οκτωβρίου του 2014 έτρεψε τον διακριτικό τίτλο του καταστήματός της από «…………..» σε «…………..», ήτοι σε ένδειξη που αποτελεί αναγραμματισμό της προηγούμενης, με χρήση ως κεφαλαίου μόνο του γράμματος «.» εν τω μέσω της οικείας λεκτικής ένδειξης. Και η εν λόγω ένδειξη έφερε πρόδηλη οπτική ομοιότητα με το σήμα του ενάγοντος, παρά την εννοιολογική της αποστασιοποίηση και την εν μέρει ηχητική απάμβλυνση της ομοιότητας, η οποία, ωστόσο, ήταν και πάλι υπαρκτή, με τη συνολική εντύπωση που κατέλειπε και αυτό το γνώρισμα, να κατατείνει στην κατάφαση κινδύνου σύγχυσης και στην περίπτωση αυτή. Μετά από μία εβδομάδα χρήσης της εν λόγω ένδειξης τελικά, και κατόπιν σχετικής διαμαρτυρίας του ενάγοντος διά του νομικού του παραστάτη, η εναγομένη διαφοροποίησε εκ νέου τη χρησιμοποιούμενη από αυτήν ένδειξη στην επιγραφή του καταστήματός της και στα παρασκευαζόμενα από αυτήν προϊόντα και χρησιμοποιούμενα από την ίδια υλικά συσκευασίας, κουτιά, χαρτιά περιτυλίγματος κλπ., τρέποντάς τη σε «………….», διατηρώντας, ωστόσο, την ένδειξη «……..» στον τηρούμενο από την εναγομένη λογαριασμό μέχρι τη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης και μέχρι τις 17-02-2015, ημέρα συζήτησης της από 19-
09-2014 και με αρ. εκθ. καταθ. ../2014 προγενέστερης αγωγής του ενάγοντος, στις λοιπές ιστοσελίδες αναζήτησης επαγγελματιών και επιχειρήσεων ……….. και ….. Καθόσον αφορά στην πρώτη περίπτωση, ήτοι στη χρήση του σήματος του ενάγοντος στον λογαριασμό της εναγομένης στο ..(βλ. ανάλογη περίπτωση και σε ΠΠρΘεσ 12276/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), η κρίση του Δικαστηρίου βασίζεται τόσο στην κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, όσο και στις προσκομισθείσες από τον ενάγοντα εκτυπώσεις του οικείου λογαριασμού της εναγομένης με ημερομηνίες 12-09-2015, 07-
10-2015, 07-01-2016 και 21-05- 2016. Ο εν λόγω λογαριασμός τηρείται με ευθύνη του κατόχου του, παρά τα περί του αντιθέτου ισχυριζόμενα από την εναγομένη, ενώ καθόσον αφορά στις λοιπές ιστοσελίδες αναζήτησης επαγγελματιών και επιχειρήσεων, ο ενάγων δεν προσκομίζει μεταγενέστερες της συζήτησης της με αρ. εκθ. καταθ. ../2014 προγενέστερης αγωγής του ενάγοντος εκτυπώσεις. Επί της τελευταίας αυτής αγωγής, εξάλλου, εξεδόθη και η υπ’ αριθμ. 6092/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού διαγνώστηκε η προσβολή του δικαιώματος του ενάγοντος στο σήμα από την εναγομένη, απαγορεύτηκε στην τελευταία να χρησιμοποιεί τη λεκτική ένδειξη «….» ως προσδιοριστικό στοιχείο τόσο της επιχείρησής της, όσο και των προϊόντων, που αυτή παράγει, και υποχρεώθηκε η εναγομένη αφενός μεν να αφαιρέσει τη λεκτική ένδειξη «…» από την πινακίδα του καταστήματός της, τα προϊόντα, τις συσκευασίες, τα έγγραφα, τα διαφημιστικά φυλλάδια, τα μέσα προβολής στο διαδίκτυο και κάθε δραστηριότητα της επιχείρησής της, αφετέρου δε να παραλείπει τις ανωτέρω ενέργειες στο μέλλον. Η εν λόγω απόφαση κατέστη ήδη αμετάκλητη, καθόσον μέχρι τις 19-09-
2016 δεν ασκήθηκε τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο (βλ. το υπ’ αρ. …/19-19-2016 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), παρότι επιδόθηκε στην εναγομένη στις 17-07-
2015 (βλ. την υπ’ αριθμ. …../17-07-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ……………….), εκλύεται δε εξ αυτής δεδικασμένο για το δικαίωμα άρσης και παράλειψης της προσβολής, αλλά και για τις προκείμενες του δικανικού συλλογισμού, επί των οποίων στηρίζεται το προμνησθέν δικανικό πόρισμα (πρβλ. ΑΠ 96/2010 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 128/2008 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 714/2008 Δ. 2008. 943, ΑΠ 529/1995 ΕλλΔνη 1996. 326 επ., ΑΠ 1019/1993 ΕλλΔνη 1994. 1522, Κουσούλη σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Τ. Ι, υπό το άρθρο 322, στον αρ. παρ. 4 ως προς την κάλυψη από το δεδικασμένο και της ως άνω ιστορικής αιτίας είτε με ευθεία εφαρμογή του άρθρου 322 παρ. 1 του ΚΠολΔ και στο πλαίσιο της θεωρίας του σχετικού δεδικασμένου, είτε, κατ’ άλλη άποψη, με εφαρμογή του άρθρου 331 ΚΠολΔ), όπως τα ανωτέρω οριοθετήθηκαν από το αντικείμενο της δίκης εκείνης (προσβολή λεκτικού σήματος «…………….», δικαιούχος του οποίου είναι ο ενάγων, λόγω χρήσης ένδειξης «…………» εν είδει σήματος από την εναγομένη και εξ αυτού του λόγου δικαίωμα άρσης και παράλειψης της προσβολής). Πρόσθετη προσβολή από την χρήση του διακριτικού γνωρίσματος «………….» πάντως δεν αποδεικνύεται. Η οπτική ομοιότητα μεταξύ του σήματος «…………..» και του διακριτικού γνωρίσματος «………….», που κυριαρχεί στην χρησιμοποιούμενη από την εναγομένη ένδειξη, εξαντλείται στη χρήση των φθόγγων «.», «.» και «.», σε διαφορετική, όμως, διάταξη, με χρήση λατινικών, αντί ελληνικών χαρακτήρων και με μικρά αντί για κεφαλαία γράμματα, χωρίς η διαφοροποίηση μεταξύ των δύο ενδείξεων να δημιουργεί σε οπτικό επίπεδο συνειρμούς συσχέτισης των δύο γνωρισμάτων. Ηχητικά, άλλωστε, η χρησιμοποιούμενη πλέον από την εναγομένη ένδειξη διαφέρει σημαντικά της χρησιμοποιούμενης από τον ενάγοντα ένδειξης, ενώ και εννοιολογικά το μεν σήμα του ενάγοντος παραπέμπει στην γνωστή πόλη της Βόρειας Ιταλίας, ενώ το χρησιμοποιούμενο από την εναγομένη διακριτικό γνώρισμα στο ομώνυμο λουλούδι (………….. ή ελληνιστί μανόλια). Δεν υφίσταται, δηλαδή, κίνδυνος σύγχυσης από τη χρήση του νεότερου αυτού διακριτικού γνωρίσματος από μέρους της εναγομένης, λαμβανομένου υπόψη ότι ο καταναλωτής εκείνος, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, ήτοι ο μέσος καταναλωτής, ασφαλώς και είναι δυνατό ευχερώς να διακρίνει τις δύο επιχειρήσεις, παρά το ομοειδές του αντικειμένου τους και τον γειτνιάζοντα χαρακτήρα της εγκατάστασής τους, αφού η συνολική εντύπωση του σήματος του ενάγοντος και του χρησιμοποιούμενου από την εναγομένη διακριτικού γνωρίσματος δεν καταλείπουν την εντύπωση ότι οι επιχειρήσεις ή τα προϊόντα τους ταυτίζονται ή έστω ότι μεταξύ τους οι επιχειρήσεις συνδέονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Αποδεικνύεται, συνεπώς, ότι έλαβε χώρα πράξη προσβολής του σήματος του ενάγοντος, συνιστάμενη στη χρήση της ένδειξης «……….. ……….» στην επιγραφή του καταστήματος και τα υλικά συσκευασίας και λοιπά προϊόντα από τις αρχές Δεκεμβρίου του 2013 έως τα μέσα Οκτωβρίου του 2014, στη χρήση της ένδειξης «……… ……….» κατά τον ίδιο ως άνω τρόπο επί μία εβδομάδα στα μέσα Οκτωβρίου του έτους 2014, καθώς και στη χρήση της ένδειξης «………….» από την εναγομένη στο μεν λογαριασμό της στη σελίδα κοινωνικής δικτύωσης «.» από τη δημιουργία της τον Δεκέμβριο του 2013 μέχρι και τη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής, στις δε λοιπές ιστοσελίδες αναζήτησης επαγγελματιών και επιχειρήσεων, όπως αυτές των «……….» και «….» από τον ίδιο ως άνω χρόνο μέχρι τις 17-02-2015. Οι ανωτέρω πράξεις εγένοντο εν είδει σήματος, διότι ως ήδη ανωτέρω εξετέθη η χρήση του σήματος του ενάγοντος τόσο στην επιγραφή του καταστήματος της εναγομένης, όσο και στα προϊόντα και λοιπά υλικά και κουτιά συσκευασίας αυτής, καθώς και στις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης και καταλόγους εύρεσης επαγγελματιών αποτελούν χρήση του διακριτικού γνωρίσματος στις συναλλαγές και στις επιχειρήσεις εν γένει και εξ αυτού του λόγου συνιστούν χρήση εν είδει σήματος για τον προσβολέα και εν προκειμένω για την εναγομένη. Η προεκτεθείσα πράξη ήταν υπαίτια και δη δόλια, με την ένταση του δόλου των εκπροσώπων της εναγομένης να παρίσταται ως ιδιαιτέρως αυξημένη, αφού από την ακολουθία των προεκτεθέντων γεγονότων με ενάργεια αποδεικνύεται ότι οι εκπρόσωποι της εναγομένης, από της συστάσεώς της, γνωρίζοντας την επί μακρόν χρονική παρουσία της δραστηριοποιούμενης επιχείρησης του ενάγοντος στην περιοχή, αλλά και τις θετικές παραστάσεις του καταναλωτικού κοινού της Νεαπόλεως και της ευρύτερης περιοχής στα παραγόμενα από την επιχείρηση του ενάγοντος προϊόντα επέλεξαν να εγκαταστήσουν την εναγομένη επιχείρηση σε απόσταση μόλις 100 μέτρων από την επιχείρηση του ενάγοντος προς το σκοπό άσκησης απολύτως ομοειδούς εμπορικής δραστηριότητας και ακολούθως, αντί χρήσης οιουδήποτε ετέρου διακριτικού γνωρίσματος, επέδειξαν επίμονη διάθεση χρήσης σχεδόν ταυτόσημου ή απολύτως ομοιάζοντος διακριτικού γνωρίσματος με το σήμα του ενάγοντος, παρότι εξ αρχής γνώριζαν ότι τούτο χρησιμοποιείτο επί δεκαετίες από την επιχείρηση, φορέας της οποίας είχε ήδη καταστεί ο ενάγων, ότι τούτο είχε ήδη κατοχυρωθεί από τον τελευταίο ως σήμα και ότι στη χρήση του εν λόγω σήματος ο ενάγων απολύτως αντιτίθετο. Το γνωστικό στοιχείο των εκπροσώπων της εναγομένης αποδεικνύεται από το γεγονός ότι αμφότεροι οι ομόρρυθμοι εταίροι της εναγομένης ήταν από ετών υπάλληλοι της επιχείρησης, της οποίας φορέας έχει ήδη καταστεί ο ενάγων, αλλά και από το ότι ο ενάγων ευθύς εξ αρχής όχλησε τους ανωτέρω να παύσουν τη χρήση του εν λόγω διακριτικού γνωρίσματος, επιδίδοντάς τους και σχετική έγγραφη όχληση, αναφορικά με την οποία αδιαφόρησαν. Πέραν, όμως, του γνωστικού στοιχείου, πληρούται και το βουλητικό στοιχείο του δόλου και δη σε βαθμό επιδιώξεως, όπως αποδεικνύεται όχι μόνο από τα προαναφερθέντα γεγονότα, αλλά και από το γεγονός ότι η ομόρρυθμη εταίρος της εναγομένης, ………………… , τυγχάνει και σύζυγος του …………… , ο οποίος ήταν συνέταιρος του ενάγοντος μέχρι τις 03-10-
2013, οπότε και εξήλθε της οικείας ομόρρυθμης εταιρίας, ήτοι στον ίδιο χρόνο, κατά τον οποίο ιδρύθηκε η εναγομένη και ο …………… κατέστη ο βασικός τεχνίτης στο παρακευαστήριό της, από το γεγονός ότι οι εκπρόσωποι της εναγομένης άσκησαν μία προδήλως κακόπιστη αίτηση διαγραφής του σήματος του ενάγοντος, όπως διαπιστώθηκε από την ίδια τη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων, κατά την απόφανσή της επί της ως άνω αιτήσεως, από το γεγονός ότι και μετά την εις βάρος της εναγομένης έκδοση της υπ’ αριθμ. 16.693/2014 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η εναγομένη επεχείρησε να παρακάμψει το διατακτικό της τρέποντας το διακριτικό της γνώρισμα από «………….» σε «…», παρά το γεγονός ότι η εν λόγω τυπική συμμόρφωση ήταν πρόδηλο ότι παραβίαζε το ουσιαστικό περιεχόμενο της αποφάσεως, αλλά και από το γεγονός ότι η εναγομένη εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί το διακριτικό γνώρισμα «…………» στo λογαριασμό της στο facebook, καθώς και στις προμνησθείσες ιστοσελίδες εύρεσης επιχειρήσεων και επαγγελματιών με τις ανωτέρω γενόμενες χρονικές διακρίσεις. Από άπασες τις ανωτέρω ενέργειες της εναγομένης αποδεικνύεται ότι η τελευταία επεδίωκε την προσβολή του δικαιώματος του ενάγοντος στο σήμα, την πρόκληση σύγχυσης στο μέσο καταναλωτή της οικείας αγοράς, όπως η έννοια αυτή οριοθετήθηκε ανωτέρω, και εν τέλει τη σε αρχικό στάδιο μετακίνηση μέρους της πελατείας της επιχείρησης του ενάγοντος προς την επιχείρησή της, αλλά και την κάρπωση της φήμης και της εν γένει άυλης αξίας, η οποία συνόδευε το σήμα του ενάγοντος. Είναι χαρακτηριστικό ότι και ο ενόρκως εξετασθείς μάρτυρας της εναναγομένης, ….. , πατέρας του εκ των ομορρύθμων εταίρων της εναγομένης ………… , ερωτηθείς σχετικώς από το Δικαστήριο, δεν παρέσχε οιαδήποτε πειστική εξήγηση ως προς την επιλογή των ομορρύθμων εταίρων της εναγομένης να χρησιμοποιήσουν το συγκεκριμένο και όχι άλλο διακριτικό γνώρισμα, παρά το πλήθος των διαθέσιμων σχετικώς επιλογών. Για την ευδοκίμηση της ένδικης αποζημιωτικής αξίωσης, εξάλλου, προσαπαιτείται, αλλά και αρκεί η απόδειξη του ύψους του συνηθισμένου ή εύλογου ανταλλάγματος, που αντιστοιχεί στην επιχειρηθείσα αυθαίρετη χρήση του σήματος του ενάγοντος, δεδομένου ότι εν προκειμένω δεν ασκείται αξίωση σε αποκατάσταση συγκεκριμένης ζημίας, ώστε να τυγχάνουν περαιτέρω διευρευνητέα α) το ακριβές ύψος της θετικής ζημίας ή του διαφυγόντος κέρδους του ενάγοντος, καθώς και β) ο αιτιώδης σύνδεσμος της ζημίας αυτής με την παράνομη και υπαίτια πράξη της προσβολής ούτε ασκείται κατ’ άρθρο 150 παρ. 7 του ν. 4072/2012 η ειδική αξίωση του σηματούχου στην ωφέλεια του προσβολέα, ώστε να τυγχάνει αντικείμενο απόδειξης το ύψος των κερδών που αποκόμισε ο τελευταίος. Όπως ήδη εκτέθηκε στην προπαρατεθείσα μείζονα πρόταση, άλλωστε, η ένδικη αξίωση αποτελεί ιδιόρρυθμη αποζημιωτική αξίωση, ο κύριος σκοπός της οποίας παραμένει αποκαταστατικός, ταυτόχρονα, όμως, και απλουστευτικός στον υπολογισμό της ζημίας, προκειμένου να καταστήσει την αποζημιωτική αξίωση πράγματι αποτελεσματική και δυνάμενη να ευδοκιμήσει. Το κρίσιμο μέγεθος για την αξιολόγηση της εν λόγω αξίωσης είναι η κατά νομικό πλάσμα υποθετική άδεια χρήσης, ήτοι αυτή που θα είχε χορηγηθεί, αν η εναγομένη την είχε ζητήσει από τον ενάγοντα. Το ότι ο ενάγων δεν ενδιαφερόταν πράγματι για την χορήγηση μίας τέτοιας άδειας, όπως πολλάκις επιβεβαίωσε ο ενόρκως εξετασθείς στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου μάρτυρας, ……….. , ο οποίος τυγχάνει φίλος και κουμπάρος του ενάγοντος, είναι αδιάφορο, δεδομένου ότι εν προκειμένω αποκαθίσταται μία μέση – αφηρημένη απλώς ζημία, ακόμα και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επήλθε οιαδήποτε ζημία ή η θέση του δικαιούχου του σήματος ενδυναμώθηκε (πχ λόγω της πραγματοποίησης σημαντικών διαφημιστικών δαπανών από τον προσβολέα, που κατέστησαν το σήμα ιδιαιτέρως γνωστό), οπότε και ως λύση διαφυγής θα μπορούσε να χρησιμεύσει η εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση, η οποία εν προκειμένω ούτε προτάθηκε ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της. Στην προκείμενη περίπτωση, που αφορά σε δικαίωμα σε σήμα για τη διάκριση προϊόντων ζαχαροπλαστείου, η παραχώρηση αδειών χρήσης έναντι ανταλλάγματος είναι επιτρεπτή και σύμφωνη με τις συνήθειες των συναλλαγών, πολλάκις δε και στο πλαίσιο σύναψης συμβάσεων franchising. Κρίσιμο, άλλωστε, δεν είναι καν το αν η καταβολή ανταλλάγματος επιβάλλεται από τις συναλλακτικές συνήθειες, που επικρατούν στον συγκεκριμένο κλάδο της ζαχαροπλαστικής, όπου και δραστηριοποιούνται οι διάδικοι, αρκούντος το ότι η σχετική παραχώρηση είναι γενικά και αφηρημένα συμβατή με τις συνήθειες του εμπορίου σε σχέση με τον συγκεκριμένο τύπο δικαιώματος. Αναφορικά με το δικαίωμα στο σήμα, η παραχώρηση αδειών χρήσης αυτού και δη είτε απλών, είτε αποκλειστικών είναι όχι μόνο γενικά και αφηρημένα συμβατή με τις συνήθειες του εμπορίου, αλλά και εξαιρετικά διαδεδομένη και συνήθης στις συναλλαγές. Για τον προσδιορισμό του ανταλλάγματος, που θα συνομολογούσε ο μέσος συνετός δικαιούχος με το μέσο συνετό αδειούχο, αν είχαν έλθει σε διαπραγματεύσεις και δη εν γνώσει όλων των κρίσιμων σχετικώς περιστάσεων, ήτοι για τον προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας του προσβληθέντος δικαιώματος, δεν είναι δυνατό να ληφθεί εν προκειμένω υπόψη το καθιερωμένο ή συνηθισμένο αντάλλαγμα (established royalty), ήτοι αυτό, το οποίο α) συνομολογήθηκε ή αποδεδειγμένα πληρώθηκε στον δικαιούχο σε εύλογο χρόνο πριν την επίδικη προσβολή, β) συναντάται σε ικανό αριθμό προγενεστέρων αδειών, γ) παρουσιάζει σχετική ομοιομορφία στον τόπο ή τον κλάδο αγοράς, όπου εμφανίζεται, δ) οφείλεται σε ελεύθερη διαπραγμάτευση των μερών και ε) αφορά δικαίωμα συγκρίσιμο προς το επίδικο, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων είχε χορηγήσει οιαδήποτε τέτοια άδεια χρήσης του σήματός του στο παρελθόν ή ότι είχε εισπράξει καθ’ οιονδήποτε χρόνο αντάλλαγμα για τον ίδιο λόγο. Συνεπώς, δεν υφίσταται συγκρίσιμο μέγεθος καθιερωμένου ή συνηθισμένου ανταλλάγματος, ικανό να αποτελέσει ασφαλή βάση για τη στήριξη του προσδιορισμού της αξίας της άδειας χρήσης στην ένδικη περίπτωση. Για τον λόγο αυτό, ο υπολογισμός του αντικειμενικού – εύλογου ανταλλάγματος για την επιχειρηθείσα από την προσβολέα χρήση (reasonable royalty) θα γίνει από το Δικαστήριο επί τη βάσει της προπεριγραφείσας υποθετικής διαπραγμάτευσης με κρίσιμο χρόνο (υποτιθέμενης) διεξαγωγής αυτής τον χρόνο, κατά τον οποίο έλαβε χώρα η προσβολή του δικαιώματος στο σήμα, ήτοι το πρώτον τον Δεκέμβριο του 2013, συνεκτιμωμένων, ωστόσο, και των μεταγενέστερων της προσβολής εξελίξεων, καθόσον ο προσδιορισμός του εύλογου ανταλλάγματος διέρχεται αναγκαίως από τη συνεκτίμηση όλων των στοιχείων, που προσδιορίζουν την εύλογη και δίκαιη αξία του δικαιώματος, έστω και αν αυτά δεν ήταν εμφανή κατά τον χρόνο της υποθετικής διαπραγμάτευσης. Για τον προσδιορισμό του ύψους του αντικειμενικού ανταλλάγματος κατά τα ως άνω, ιδιαίτερης σημασίας τυγχάνει η συνεκτίμηση της οικονομικής αξίας του άυλου αγαθού του δικαιώματος του ενάγοντος στο σήμα στο πλαίσιο της πραγματοποιηθείσας χρήσης. Ο ενάγων θα μπορούσε να αξιοποιήσει οικονομικά το δικαίωμά του είτε προβαίνοντας σε ίδρυση υποκαταστήματος, όπως είχε ήδη προβλεφθεί από τη δικαιοπάροχό του ομόρρυθμη εταιρία ήδη από το 1991 με ειδική τροποποίηση στο καταστατικό δυνάμει του από 13-09-1991 νομίμως δημοσιευθέντος στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (με α.α. 5464/1991) ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο προβλέφθηκε ότι η εταιρία δύναται να ιδρύει υποκαταστήματα σε όλη την επικράτεια, είτε με την πραγματοποίηση (διαφημιστικών ιδίως) επενδύσεων προς το σκοπό αξιοποίησης του δικαιώματος μέσω δικτύου franchising, το οποίο, ωστόσο, θα έπρεπε να αναπτυχθεί από μηδενική βάση ενόψει του γεγονότος ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί τέτοιου είδους οικονομική αξιοποίηση στο παρελθόν. Η εναγομένη από την άλλη πλευρά ως υποκατάστατες λύσεις διέθετε είτε την υιοθέτηση ενός νέου διακριτικού γνωρίσματος, η προβολή του οποίου στην τοπική έστω αγορά της Νεαπόλεως Θεσσαλονίκης ή ευρύτερα στην περιοχή της Δυτικής Θεσσαλονίκης θα προϋπέθετε την πραγματοποίηση διαφημιστικών δαπανών και τη σε βάθος χρόνου παρασκευή και πώληση προϊόντων ζαχαροπλαστικής υψηλής ποιότητας ή υψηλού βαθμού πρωτοτυπίας ή καλής σχέσης ποιότητας – τιμής, είτε την ένταξη του καταστήματος σε ένα δίκτυο δικαιόχρησης με πληρωμή ενός κόστους εισόδου (entrance fee) και καταβολή περιοδικώς πάγιων ή αναλογικών βάσει των πωλήσεων ποσών στον δικαιοπάροχο, ή την απόκτηση απλής άδειας χρήσης ενός σήματος μέσης ή υψηλής αναγνωρισιμότητας στην οικεία αγορά. Η ιδιαιτερότητα του ενδίκου δικαιώματος στο σήμα του ενάγοντος έγκειται ασφαλώς στην ιδιαίτερη φήμη του και την εν γένει αναγνωρισιμότητά του στην οικεία αγορά της Νεαπόλεως. Τούτη αποδεικνύεται από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, αλλά και από την άλλως δυσεξήγητη επιμονή της εναγομένης να χρησιμοποιήσει το σήμα του ενάγοντος σχεδόν αυτούσιο ή πάντως ελαφρώς μόνο και επουσιωδώς παραλλαγμένο. Επιπλέον, αποδεικνύεται και από την ήδη εκκρεμή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας), με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …./10-06- 2015 αίτηση του ………………. σε βάρος του νυν ενάγοντος, με την οποία ο άλλοτε ομόρρυθμος εταίρος της ήδη λυθείσας εταιρίας με την επωνυμία «………… ………….», ………… , σύζυγος της ομορρύθμου εταίρου της εναγομένης …….. και βασικός τεχνίτης ζαχαροπλαστικής και παρασκευαστής στην επιχείρηση της εναγομένης, αιτείται τον προσδιορισμό και την καταβολή της αξίας της συμμετοχής του στην προμνησθείσα εταιρία μετά την έξοδό του από αυτή, κατ’ άρθρο 264 του ν. 4072/2012. Στην εν λόγω αίτηση, ο ……… αμφισβητεί την τελική εκκαθάριση, στην οποία προέβη ο ενάγων, και προκειμένου να εξαγάγει την αληθή αξία της συμμετοχής του αυτής αποτιμά την αξία όχι μόνο των πάγιων στοιχείων και εμπορευμάτων της λυθείσας εταιρίας, τα οποία φέρονται να μην συνυπολογίστηκαν κατά τον προσδιορισμό της αξίας της συμμετοχής του στην εταιρία από τον νυν ενάγοντα, αλλά και των άυλων στοιχείων της επιχείρησης αυτής. Στο πλαίσιο αυτό ο ανωτέρω αναφέρει σχετικώς ότι «…το «………………..» λειτουργεί στην ίδια διεύθυνση στη …. Θεσσαλονίκης εδώ και σαράντα και πλέον έτη και έχει αποκτήσει μεγάλη φήμη σε όλο το καταναλωτικό κοινό της Δυτικής Θεσσαλονίκης, αλλά και ολόκληρης της πόλης. Το ζαχαροπλαστείο έχει σταθερή πελατεία όλα τα έτη της λειτουργίας του, η οποία συνεχώς αυξάνεται. Είναι το πλέον “γνωστό” ζαχαροπλαστείο της περιοχής και πλήθος πελατών το εμπιστεύεται για τη σταθερή του ποιότητα, την άψογη εξυπηρέτηση και τις προσιτές του τιμές. Η οικονομική κρίση ελάχιστα επηρέασε την πορεία των εσόδων της επιχείρησης, καθότι προσπαθούσαμε να διατηρούμε πάντοτε ανταγωνιστικές και προσιτές τιμές, στα προϊόντα, που εμείς παράγαμε … Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η φήμη και η πελατεία ως άυλα αγαθά της εταιρίας θα πρέπει, λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, να προσδιοριστεί στο ποσό των 50.000,00 ευρώ». Η προέλευση της εν λόγω δήλωσης από τον επί έτη βασικό συνεργάτη του ενάγοντος, αλλά και εν ταυτώ σύζυγο της ομορρύθμου εταίρου της εναγομένης ασκεί καταλυτική επίδραση και φέρει ιδιαίτερο αποδεικτικό βάρος, επιρρωνύει δε, τα ήδη αποδεικνυόμενα κατά τα προεκτεθέντα στοιχεία, αναφορικά με τη φήμη και την πελατεία της επιχείρησης του ενάγοντος στη Νεάπολη και τη Δυτική Θεσσαλονίκη εν γένει. Δεν πρέπει να παροραθεί, άλλωστε, ότι το ένδικο σήμα έχει μεν καταχωρηθεί πρόσφατα και δη την 01-04-2014, με έναρξη της οικείας προστασίας από την 16-10-2013, εντούτοις σε αυτό ενσωματώνονται οι ήδη επί έτη θετικές παραστάσεις του οικείου καταναλωτικού κοινού για τον ομώνυμο διακριτικό τίτλο του καταστήματος της επιχείρησης του ενάγοντος και της δικαιοπαρόχου αυτού, ήδη λυθείσας ομορρύθμου εταιρίας. Η επί σαράντα έτη διαρκής παρουσία του εν λόγω καταστήματος στην αυτή διεύθυνση, η δι’ αυτού άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας όχι από διαρκώς εναλλασσόμενους φορείς, αλλά από πρόσωπα του αυτού οικογενειακού κύκλου και στενούς συνεργάτες αυτών, η σταθερότητα της πελατείας του καταστήματος, η οικονομική επιβίωση της επιχείρησης σε ένα οικονομικό περιβάλλον εξαιρετικά αρνητικό λόγω της ενσκήψασας από το έτος 2009 οικονομικής κρίσης, αλλά και η πιστοποιούμενη και από τον ίδιο τον ……………. φήμη της επιχείρησης στην οικεία αγορά, αποτελούν στοιχεία που ανακλώνται στην αξία του άυλου δικαιώματος στο σήμα και εντεύθεν στο εύλογο αντάλλαγμα για την παραχώρηση άδειας χρήσης του. Για τον προσδιορισμό της ανωτέρω αξίας, άλλωστε, πρέπει να ληφθεί υπόψη και η προσδοκία της ίδιας της εναγομένης στην πραγματοποίηση κερδών (anticipated profits) μέσω της προσβολής του δικαιώματος στο σήμα του ενάγοντος, με συνεκτίμηση και των πράγματι επιτευχθέντων κερδών. Τέτοια προσδοκία ασφαλώς και υφίστατο στην προκείμενη περίπτωση, προσέτι δε και επετεύχθη, αφού εντός ελάχιστου χρονικού διαστήματος και χωρίς να αποδεικνύεται ότι πραγματοποιήθηκαν ιδιαίτερες διαφημιστικές δαπάνες, η εναγομένη απέκτησε σημαντικό πελατολόγιο, όπως κατέθεσε ο ενόρκως εξετασθείς στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου μάρτυρας της εναγομένης, ……… ………….. . Η προσβολή του δικαιώματος στο σήμα του ενάγοντος, εξάλλου, διήρκεσε από τον Δεκέμβριο του 2013 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2014, ήτοι επί 10 και πλέον μήνες, καθόσον αφορά στην τοποθέτηση πινακίδας στο κατάστημα και τη χρήση του σήματος στις συσκευασίες, τα κουτιά και τα λοιπά έγγραφα της εναγομένης, ενώ ειδικά καθόσον αφορά στη χρήση της ένδειξης στο διαδίκτυο, όπου υφίσταται άμεση, ευχερής και σε απροσδιόριστο αριθμό ατόμων πρόσβαση στις οικείες πληροφορίες, η διάρκεια της προσβολής εκτείνεται σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, αφού η διατήρηση της ένδειξης «…………» στις ιστοσελίδες εύρεσης επιχειρήσεων και επαγγελματιών διήρκεσε μέχρι τον Φεβρουάριο του 2015 και στον λογαριασμό της εναγομένης στο facebook μέχρι και τη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής. Ο τόπος, που εκδηλώθηκε η προσβολή, εξάλλου, είναι αυτός της Νεάπολης Θεσσαλονίκης και δη ως έγγιστα στο σημείο εγκατάστασης της επιχείρησης του ενάγοντος, πέραν της διαδικτυακώς εκδηλωθείσας προσβολής, ενώ η υπολειπόμενη διάρκεια προστασίας του ενδίκου δικαιώματος είναι σημαντική, αφού εκτείνεται μέχρι τις 16-10-2023. Ο εσκεμμένος και δη δόλιος χαρακτήρας της προσβολής σύμφωνα με τα προεκτεθέντα είναι ειδικότερο στοιχείο, που τυγχάνει ομοίως συναξιολογητέο (βλ. και άρθρο 13 παρ. 1 περ. β΄ της Οδηγίας 2004/48/ΕΚ), όπως και η εν μέρει βλάβη της αίγλης και της αναγνωρισιμότητας του άυλου αγαθού του δικαιώματος στο σήμα από τη βλάβη της υπόστασής του, που οφείλεται στην διαφοροποίηση και την επί τα χείρω μεταβολή του τελικού γευστικού αποτελέσματος, καθόσον αφορά στο πλέον γνωστό προϊόν, που παρασκευάζεται και πωλείται από την επιχείρηση του ενάγοντος, ήτοι την τυρόπιτα, στοιχείο που εν μέρει προεξοφλεί συρρίκνωση των μελλοντικών εσόδων του δικαιούχου στην οικεία αγορά. Ήδη, άλλωστε, τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης του ενάγοντος, τα οποία και εντός περιόδου οικονομικής κρίσης παρέμεναν σταθερά και ανεπηρέαστα ανερχόμενα στο ποσό των 156.243,12 ευρώ για το έτος 2011 (οικονομικό έτος 2012) και στο ποσό των 157.714,12 ευρώ για το έτος 2012 (οικονομικό έτος 2013), το έτος 2014 ανήλθαν στο ποσό των 138.668,53 ευρώ, μειωμένα σε ποσοστό 12 % περίπου. Το ποσοστό αυτό μερικώς μόνο πρέπει να αποδοθεί στην καθ’ όλα επιτρεπόμενη και εμπορικά θεμιτή είσοδο ενός νέου ανταγωνιστή στην αγορά, ενώ κατά μέγα μέρος είναι απότοκη και της προσβολής του σήματος του ενάγοντος, χωρίς η εν λόγω ακριβέστερη αποτύπωση να είναι αναγκαία ενόψει της μη ασκήσεως στην ένδικη περίπτωση αξίωσης επί συγκεκριμένης ζημίας. Επί του τυχόν ανταλλάγματος για τη χορήγηση της υποτιθέμενης άδειας χρήσης θα οφείλονταν, μάλιστα, ήδη και τόκοι υπερημερίας. Το εν προκειμένω εύλογο αντάλλαγμα, εξάλλου, πρέπει να υπολογιστεί σε πάγιο ποσό και ως αντιστοιχούν σε απλή, μη αποκλειστική άδεια χρήσης. Το αντάλλαγμα για τη χορήγηση μίας αποκλειστικής άδειας χρήσης θα ήταν σαφώς υπέρτερο του εύλογου ενόψει των αυξημένων δικαιωμάτων και εν γένει πλεονεκτημάτων, που παρέχει στον δικαιούχο, ενώ η διαμόρφωση των ειδικών συνθηκών της ένδικης περίπτωσης (προσβολή συγκεκριμένης διάρκειας, που σε επίπεδο διακριτικού τίτλου στο κατάστημα της εναγομένης και χρήσης του σήματος στα υλικά συσκευασίας της τελευταίας έλαβε χώρα για δέκα περίπου μήνες, αδυναμία ελέγχου των πωλήσεων της εναγομένης ενόψει της χορήγησης υποτιθέμενης άδειας χρήσης, χωρίς ταυτόχρονη κατάρτιση σύμβασης δικαιόχρησης, που θα επέτρεπε ευχερέστερη πρόσβαση στα στοιχεία της επιχείρησης της εναγομένης) ενδεικνύει ότι ως αντάλλαγμα για την παραχώρηση άδειας χρήσης θα συμφωνείτο πάγιο ποσό για την περίοδο της προσβολής, με δυνατότητα ανανέωσης. Βάσει των ως άνω, ήτοι της διάρκειας της προσβολής, του τόπου και τρόπου εκδήλωσής της, της έντασης του δόλου των εκπροσώπων της εναγομένης, των διαθέσιμων στην εναγομένη υποκατάστατων λύσεων, την ιδιαιτερότητα και φήμη του σήματος του ενάγοντος στην τοπική αγορά, την υπολειπόμενη διάρκειας προστασίας του σήματος, την ενσωμάτωση σε αυτό των θετικών παραστάσεων του καταναλωτικού κοινού στην οικεία αγορά για τον επί σαράντα έτη διακριτικό τίτλο της δικαιοπαρόχου επιχειρήσεως, των προσδοκιών επί των κερδών της ίδιας της εναγομένης μέσω της χρήσης του σήματος του ενάγοντος, όπως αυτές επιβεβαιώθηκαν και στην άνευ πραγματοποίησης αξιόλογων διαφημιστικών δαπανών άμεση απόκτηση αξιόλογου πελατολογίου, της πτώσης του κύκλου εργασιών του ενάγοντος, αλλά και της ιδιαιτερότητας της οικείας αγοράς, που αποτελεί αγορά καταστημάτων ζαχαροπλαστικής στη δυτική Θεσσαλονίκη και ιδιαίτερα στην περιοχή της Νεαπόλεως και είναι εντεύθεν περιορισμένης γεωγραφικής εμβέλειας, το Δικαστήριο κρίνει ότι το εύλογο αντάλλαγμα για την παραχώρηση (υποθετικής) απλής άδειας χρήσης του σήματος του ενάγοντος στην εναγομένη θα ανερχόταν στο πάγιο ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000,00) ευρώ για το σύνολο της χρονικής περιόδου της προσβολής (χρήση της ένδειξης «………….» στην επιγραφή του καταστήματος και τα υλικά συσκευασίας και λοιπά προϊόντα από τις αρχές Δεκεμβρίου του 2013 έως τα μέσα Οκτωβρίου του 2014, χρήση της ένδειξης «………..» κατά τον ίδιο ως άνω τρόπο επί μία εβδομάδα στα μέσα Οκτωβρίου του έτους 2014, καθώς και χρήση της ένδειξης «………..» από την εναγομένη στο μεν λογαριασμό της στη σελίδα κοινωνικής δικτύωσης «facebook» από τη δημιουργία της τον Δεκέμβριο του 2013 μέχρι και τη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής, στις δε λοιπές ιστοσελίδες αναζήτησης επαγγελματιών και επιχειρήσεων, όπως αυτές των «…..» και «………..» από τον ίδιο ως άνω χρόνο μέχρι τις 17-02-2015). Από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, εξάλλου, ο ενάγων υπέστη ψυχική ταλαιπωρία, στενοχώρια και εν τέλει ηθική βλάβη. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη του το είδος και την έκταση της ψυχικής ταλαιπωρίας και στενοχώριας του ενάγοντος, το γεγονός ότι ο ανωτέρω αποδύθηκε σε σειρά δικαστικών αγώνων προς το σκοπό αντιμετώπισης της προσβολής, το γεγονός ότι η προσβολή προήλθε από πρώην συνεργάτη και υπαλλήλους του, ότι μερικώς τρώθηκε η φήμη της επιχείρησής του, την ψυχολογική επιβάρυνσή του ενόψει των ανωτέρω, την έκταση της διακινδύνευσης των οικονομικών του συμφερόντων, τις προαναφερθείσες συνθήκες πρόκλησης της προπεριγραφείσας ηθικής βλάβης, την ένταση του δόλου των εκπροσώπων της εναγομένης και την αποκλειστική τους υπαιτιότητα στην πρόκληση της ως άνω ηθικής βλάβης, την επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων (επιχειρηματίας ο πρώτος εξ αυτών, εμπορική εταιρία με ομοειδές αντικείμενο η δεύτερη εξ αυτών), κρίνει με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής ότι ο ενάγων δικαιούται ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000,00) ευρώ, το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει λόγω της αδικοπραξίας της. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των (5.000,00 + 4.000,00 =) εννέα χιλιάδων (9.000,00) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής, ήτοι από τις 14-10-2015 (βλ. την υπ’ αριθμ. …../13-10-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ……………….), και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Επιπλέον, η παρούσα απόφαση πρέπει να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή και δη ως προς το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ, καθώς η επιβράδυνση της εκτελέσεως είναι δυνατό να προκαλέσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα. Τέλος, η εναγομένη, που εν μέρει ηττάται, πρέπει να καταδικαστεί στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, κατά παραδοχή του σχετικού, νόμω βασίμου αιτήματός του (άρθρα 176, 178 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 63 παρ. 1, στ. i, περ. α΄ και 68 παρ. 1 του ν. 4194/2013), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των εννέα χιλιάδων (9.000,00) ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη επίδοσης της αγωγής, ήτοι από τις 14-10-2015, και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την αμέσως ως άνω καταψηφιστική διάταξη της παρούσας απόφασης εν μέρει προσωρινά εκτελεστή ως προς το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στη Θεσσαλονίκη στις 25-10-2016, χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι ή οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, και θεωρήθηκε αυθημερόν
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
nomos.gr
