Αριθμός 405/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα – Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου I. (ον.) Z. (επ.) του L. κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Τσόλια, για αναίρεση της υπ’αριθ. 1111/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 19 Σεπτεμβρίου 2018, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου …31/19-9-2018, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1239/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της ως προς τον αναιρεσείοντα και α)ως προς την πράξη της χρήσης πλαστού πιστοποιητικού, να παραπεμφθεί η υπόθεση στον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών Αθηνών για τις δικές του κατά νόμο ενέργειες ως προς τη θέση της στο αρχείο, β)κατά τα λοιπά να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και γ)να επεκταθεί το αναιρετικό αποτέλεσμα και στον συναυτουργό και συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντα, ο οποίος δεν άσκησε αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1111/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης επτά (7) ετών και πέντε (5) μηνών και σε συνολική χρηματική ποινή επτά χιλιάδων (7000) ευρώ για τις αξιόποινες πράξεις της απο κοινού α)αγοράς κατ’εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών, β)πώλησης κατ’εξακολούθηση ναρκωτικών, γ)κατοχής ναρκωτικών και χρήσης πλαστού πιστοποιητικού. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε παραδεκτά ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντα με δήλωση (κατ’αρθρ. 473 παρ.2 ΚΠοινΔ) που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 19-9-2018, την κρινόμενη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή από 18-9-2018 αίτηση αναίρεσης, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ την 1-8-2018, ενόψει του ότι, κατ’αρθρο 473 παρ.4 ΚΠΔ, οι προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων και αποφάσεων αναστέλλονται κατά το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου.
Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ’ του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο Νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση ή διαμαρτυρία του κατηγορουμένου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 366 παρ. 2 του ΚΠΔ, “αν όσα εκθέτει στην απολογία του ο κατηγορούμενος είναι στο σύνολο τους ή εν μέρει διαφορετικά από όσα ο ίδιος εξέθεσε στην προδικασία, είναι δυνατό να του διαβαστούν οι αντίθετες περικοπές της απολογίας του κατά την ανάκριση”. . Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η ανάγνωση περικοπών και μόνον της έγγραφης απολογίας του κατηγορουμένου στην προδικασία είναι επιτρεπτή, μόνο στην περίπτωση που στο ακροατήριο απαντά ο κατηγορούμενος κάτι διαφορετικό από εκείνο που έχει καταθέσει στην προδικασία και όχι όταν απλώς αρνείται να απαντήσει σε κάποια ερώτηση χάριν της πληρέστερης προστασίας του καθιερωμένου, κατά τα κατωτέρω δικαιώματος σιωπής αυτού. Δυνατότητα ανάγνωσης της απολογίας προς υποβοήθηση της μνήμης του κατηγορουμένου δεν προβλέπεται από την άνω διάταξη. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται, ότι δεν επιτρέπεται η ανάγνωση και, ειδικότερα, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά έγγραφα της κατά την προδικασία ληφθείσας απολογίας του κατηγορουμένου και μάλιστα ολόκληρης, ανεξάρτητα από την τυχόν προβολή ή μη αντιρρήσεων για την ανάγνωσή της, εκ μέρους του κατηγορουμένου, διότι παραβιάζεται το δικαίωμα σιωπής και η αρχή της αμεσότητας που πρέπει να διέπει την ποινική διαδικασία. Ήτοι, η ανάγνωση, η λήψη υπόψη και η αξιοποίηση αποδεικτικά εκ μέρους του δικαστηρίου της απολογίας του κατηγορουμένου, η οποία δόθηκε στην προδικασία, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ’ Κ.Π.Δ. η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος του για “δίκαιη δίκη”, που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το δικαίωμά του, από το άρθρο 223 παρ. 4 ΚΠΔ, να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεως, διακηρύσσεται ήδη και από το άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ’ του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ΣΔΑΠΔ), που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει, σε πλήρη ισότητα, μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Τέλος δε, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχεία, για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο παραβιάζει την αρχή της προφορικότητας και δημοσιότητας της δίκης και την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (αρθρ. 171 παρ.1 στοιχ.δ’ ΚΠοινΔ), η οποία ιδρύει τον προαναφερόμενο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α’ του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που επισκοπούνται παραδεκτά για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του Εφετείου, τόσο η προανακριτική απολογία του αναιρεσείοντος, όσο και η προανακριτική απολογία του συγκατηγορουμένου του, D. C., ούτε και στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης βεβαιώνεται ότι οι προανακριτικές αυτές απολογίες αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του Εφετείου. Πρέπει να σημειωθεί, ότι κατά την κατ’έφεση δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως κατά την εκδίκαση της υπόθεσης αλλά εκπροσωπήθηκε από δύο πληρεξουσίους δικηγόρους, ο δε ως άνω συγκατηγορούμενός του επίσης δεν εμφανίστηκε, αλλά δικάστηκε σαν να ήταν παρών. Επιπλέον δε απο την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας απόφασης (4429/2011 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών) προκύπτει ότι πρωτοδίκως δεν είχαν αναγνωσθεί ούτε η προανακριτική απολογία του αναιρεσείοντος, ούτε και του συγκατηγορουμένου του. Όμως, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και αξιοποίησε αποδεικτικά όσα επιβαρυντικά γι’αυτους κατέθεσαν ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του στις ανωτέρω προανακριτικές απολογίες τους. Ειδικότερα, στις αιτιολογίες αυτής αναφέρεται: “ο πρώτος κατηγορούμενος I. Z. τελούσε σε γνώση οτι στο πορτ – παγκάζ του Ι.Χ.Ε. Αυτ/του, που οδηγούσε, υπήρχαν ναρκωτικές ουσίες. Αυτός προανακριτικά δέχθηκε ότι με το δεύτερο κατ/νο πήραν μία νάϊλον τσάντα με τρείς συσκευασίες με ινδική κάνναβη και κατά τον έλεγχο από την Αστυνομία επέδειξε πλαστό δελτίο ομογενούς, με σκοπό να διαφύγει τη σύλληψη, σε περίπτωση εντοπισμού του…” Για δε τον συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος εκτίθεται στο ίδιο αιτιολογικό, ότι “προανακριτικά αναφέρει ότι μαζί με τον πρώτο κατ/νο πήγαν στο … και πήραν ναρκωτικά από κάποιο αθίγγανο και ο πρώτος κατ/νος τα έβαλε στο πόρτ-μπαγκάζ του Ι.Χ.Ε. που οδηγούσε και πήγαιναν στο …. για να τα παραδώσουν σε κάποιον με το όνομα T…..”. Όμως, η κατ’αυτό τον τρόπο αποδεικτική αξιοποίηση των εγγράφων καταθέσεων (απολογιών) του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του, οι οποίες λήφθηκαν κατά την προδικασία χωρίς να έχουν αναγνωσθεί στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, προσβάλλει το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης του αναιρεσείοντος, παραβιάζει δε την αρχή της αμεσότητας της διαδικασίας, της προφορικότητας και δημοσιότητας της δίκης, καθώς και την άσκηση του δικαιώματος του ιδίου ως κατηγορουμένου, από το άρθρο 358 ΚΠΔ, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν σε βάρος του και έτσι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατ’αρθρον 171 παρ.1 στοιχ.δ’ΚΠοινΔ, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Συνεπώς ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α’ΚΠΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και, κατά παραδοχή αυτού, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της ως προς τον αναιρεσείοντα παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου, ως αλυσιτελών και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (αρθρ.519 ΚΠΔ), όπως στο διατακτικό.
Κατά το άρθρο 469 ΚΠοινΔ, αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνον σε αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπολοίπους κατηγορουμένους. Για την εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος της αιτήσεως αναιρέσεως, την οποία άσκησε κάποιος κατηγορούμενος, υπέρ συγκατηγορουμένου του, ο οποίος δεν είχε ζητήσει την αναίρεση ή την είχε ζητήσει μεν αλλά δεν συμπεριέλαβε το λόγο που ευδοκίμησε κατά την έρευνα της αιτήσεως του πρώτου, πρέπει να υφίσταται απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, δυσμενής για τον δυνάμενο να ωφεληθεί από την ευδοκίμηση της αιτήσεως αναιρέσεως του πρώτου, με την αυτονόητη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων της ωφελείας αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι, τόσο ο αναιρεσείων, όσο και ο συγκατηγορούμενός του, D. C., κηρύχθηκαν ένοχοι του ότι από κοινού και με κοινό δόλο αγόρασαν κατ’εξακολούθηση από άγνωστο πρόσωπο ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, την οποία επίσης από κοινού κατείχαν με σκοπό την εμπορία και, τέλος, ότι από κοινού και με κοινό δόλο με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, πώλησαν σε άγνωστα άτομα μη εξακριβωθείσες ποσότητες κάνναβης, εισπράττοντας δύο χιλιάδες τριακόσια σαράντα πέντε (2345) ευρώ.
Εν προκειμένω και ο άνω συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) ετών και σε συνολική χρηματική ποινή 7.000 ευρώ, ο προαναφερθείς δε λόγος αναιρέσεως, που δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, ωφελεί και τον εν λόγω συγκατηγορούμενό του, που και αυτός καταδικάσθηκε για συναυτουργία στις ίδιες πράξεις. Επομένως, επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δυσμενής, ως καταδικαστική, για τον συγκατηγορούμενο D. C. πρέπει, εφόσον, κατά τ’ανωτέρω, ευδοκιμεί η αίτηση αναιρέσεως, να επεκταθεί το αποτέλεσμά της και στον τελευταίο, καίτοι δεν άσκησε αίτηση αναίρεσης, ως ωφελούμενο από αυτήν, όπως στο διατακτικό.
Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδ.β’, 370 εδ.β’ και 511 εδ.γ’ ΚΠΔ, προκύπτει οτι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται, εφόσον εμφανιστεί ο αναιρεσείων να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ’αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 7/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη αναιρεθείσα κατά τα άνω, απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα και για την αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστού πιστοποιητικού, κατ’αρθρο 217 παρ.1 ΠΚ που φέρει την μορφή πλημμελήματος, η οποία φέρεται ότι τελέσθηκε στην Αθήνα στις 26-5-2010 και, επομένως, έως το χρόνο συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου (21-11-2018) παρήλθε έκτοτε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας. Κατ’ακολουθία, αφού ο αναιρεσείων παρέστη κατά την παρούσα συζήτηση της υποθέσεως και η ένδικη αίτηση περιέχει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, ο οποίος κρίθηκε και βάσιμος και καταλαμβάνει και την ως άνω πράξη, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντα – κατηγορουμένου για την πράξη αυτή, λόγω παραγραφής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.
Αναιρεί την με αριθμό 1111/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τον αναιρεσείοντα I. Z. του L., κάτοικο ….
Επεκτείνει το αναιρετικό αποτέλεσμα της παρούσας αποφάσεως και στον καταδικασθέντα συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντα, D. C. του V., κάτοικο Ζωγράφου.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου, I. Z. του L., κατοίκου …, για το ότι “Στην Αθήνα, την 26-5-2010, με σκοπό να διευκολύνει την κίνησή του, εν γνώσει του χρησιμοποίησε πλαστό πιστοποιητικό και συγκεκριμένα κατά τον ως άνω χρόνο και περί ώρα 17.00 στον ως άνω τόπο και δη επί της συμβολής των οδών …, όταν ελέγχθηκε από αρμόδια Αστυνομικά όργανα, με σκοπό να αποφύγει τη σύλληψή τους, τους επέδειξε το υπ’αριθμ.Α7….43 ΕΔΤ Ομογενούς, που φέρετο, ότι είχε εκδοθεί από το τμήμα αλλοδαπών Β.Αττικής, το οποίο, όμως, ήταν πλαστό και δεν είχε εκδοθεί ποτέ από την εν λόγω υπηρεσία”.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα λοιπά, για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω, Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιανουαρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Φεβρουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
http://www.areiospagos.gr/
