Απόφαση 1191 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1191/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα – Εισηγητή, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Απριλίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Όλγας Σμυρλή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων: 1)Β. Τ. του Λ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κακλαμάνη και 2)Ε. Μ. του Ι., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο – Χρυσοβαλάντη Καραβελάκη, για αναίρεση της υπ’αριθ.3012Α/2017, 91Α/2018, 735/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Π. Σ., κάτοικο …, 2)Λ. Μ., κάτοικο …, 3)Ι. Σ. κάτοικο …, 4)Σ. Κ., κάτοικο …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, 5)Ε. Σ., κάτοικο …, 6)Σ. Φ., κάτοικο …, οι οποίοι παρουσιάστηκαν αυτοπροσώπως χωρίς να έχουν την ιδιότητα του δικηγόρου και 7)Μ. Κ., κάτοικο …, ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και oι αναιρεσείοντες – κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται: α)στην από 8 Φεβρουαρίου 2019 αίτηση αναίρεσης του Β. Τ., που ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 08.02.2019 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 1789/08.02.2019 και στους από 22 Μαρτίου 2019 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, και β)στην από 11 Φεβρουαρίου 2019 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντα, Ε Μ., που ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 11.02.2019 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 1883/11.02.2019, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 272/2019.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και μόνον ως προς τη διάταξη της, για μετατροπή της ποινής του αναιρεσείοντα Β. Τ. του Λ. και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς αυτό το μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως και να απορριφθεί κατά τα λοιπά και β) να απορριφθούν οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 08-02-2019 (με αρ. πρωτ. 1789/08-02-2019) και 11-02-2019 (με αρ. πρωτ. 1883/11-02-2019) αιτήσεις των α) Β. Τ. του Λ. και της Ελένης, κατοίκου … και β) Ε Μ. του Ι. και της Δ., κατοίκου …, αντίστοιχα, καθώς και οι από 22-03-2019 πρόσθετοι λόγοι του πρώτου από αυτούς, για αναίρεση της υπ’ αριθμό 3012Α’/2017, 91Α’/2018, 735/2018, δευτεροβάθμιας, καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.
2. Ως προς την αίτηση αναίρεσης και τους επ’ αυτής πρόσθετους λόγους του πρώτου των ως άνω αναιρεσειόντων, Β. Τ., πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα:
2.1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., “όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων του παρελθόντος ή του παρόντος σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Ακόμη, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία και β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για να είναι η απάτη κακούργημα, πρέπει α) ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συγχρόνως το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία του παθόντος να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ ή β) το όφελος που επεδίωκε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Με τη διάταξη δε του άρθρου 25 παρ. 1 Ν. 4055/2012, του οποίου η ισχύς άρχισε, κατ’ άρθρο 113 αυτού, από 2-4-2012, ήτοι πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, το προβλεπόμενο στις διατάξεις της περ. α’ και β’ της παρ. 3 του άρθρου 386 Π.Κ. ποσό των 15.000 και 73.000 ευρώ, αντίστοιχα, αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των 30.000 και 120.000 ευρώ, αντίστοιχα. Δηλαδή, κατ’ εφαρμογή της τελευταίας ως άνω ηπιότερης ποινικής διάταξης (άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ.), η απάτη διώκεται πλέον σε βαθμό κακουργήματος α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ αντί των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ αντί των 73.000 ευρώ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ’ εδ. α Π.Κ., “κατ’ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ’ επάγγελμα τέλεσης της πράξης, αντικειμενικά μεν απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση αυτής, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή της χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το ίδιο έγκλημα. Το στοιχείο της επανειλημμένης τέλεσης ενυπάρχει (και) επί εγκλήματος κατ’ εξακολούθηση (άρθρ. 98 Π.Κ.), ενώ, εάν δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ’ επάγγελμα να διαπιστώνεται, ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή, που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Από το άρθρο 98 Π.Κ. προκύπτει, ότι κατ’ εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης (ενότητα δόλου). Με τη διάταξη δε της παραγράφου 2 του ανωτέρω άρθρου 98 Π.Κ., που προστέθηκε με το άρθρ. 14 παρ. 1 Ν. 2721/1999, ορίζεται, ότι η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ’ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
2.2 Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ’ αριθμό 3012 Α’/2017, 91 Α’/2018, 735/2018, απόφασής του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την πράξη της απάτης κατά συναυτουργία, κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια άνω των 15.000 € και ήδη άνω των 30.000 €, ως προς την οποία πλήττεται η απόφαση αυτή με την υπό κρίση από 8-2-2019 αίτηση αναίρεσης και τους επ’ αυτής από 22-3-2019 πρόσθετους λόγους του Β. Τ., πρώτου των τότε κατηγορουμένων: “Στην … κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 2001 ως και τις αρχές του έτους 2003 οι κατηγορούμενοι Β. Τ. και Ε. Μ. ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο ως άμεσοι αυτουργοί αλλά και ως έμμεσοι αυτουργοί δια μέσου καλόπιστων υπαλλήλων και συνεργατών της εταιρείας …, με ταυτόχρονες και διαδοχικές πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσουν για τον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένες περιουσίες, πείθοντας άλλους σε πράξη με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών περιστατικών ως αληθών και με συνολικό όφελος που υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ και ήδη τα 30.000 ευρώ. Αποδείχθηκε δε ότι οι κατηγορούμενοι διαπράττουν απάτες κατ’ επάγγελμα και συνήθεια όπως παρακάτω θα αναπτυχθεί. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι βρίσκονταν σε συνεννόηση με τρίτο άτομο κινεζικής καταγωγής και ήδη φυγόδικο το οποίο αποκαλούσαν “….”. Στον τελευταίο ανέθεσαν να συστήσει μια εταιρεία στην …. με έδρα τη … στην οποία δόθηκε η επωνυμία “… AE” (εν συντομία …). Η τελευταία φερόταν να δραστηριοποιείται στο … (παγκόσμια χρηματοοικονομική αγορά συναλλάγματος), να έχει δηλαδή ως κύριο αντικείμενο την αγοραπωλησία ξένου συναλλάγματος και την προσπόριση κέρδους από τη συγκεκριμένη επιχειρηματική δράση, απορρέουσα από τις εκάστοτε ισχύουσες ισοτιμίες των διαφόρων νομισμάτων (γιεν, δολλάρια κλπ) που αγοράζονταν και πωλούνταν ανά τον κόσμο. Η συγκεκριμένη δραστηριότητα κατά τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας ως εκ της φύσεως της απαιτεί την ανάπτυξη πλήθους θέσεων γραφείου με εξοπλισμό τελευταίας τεχνολογίας, ήτοι on line τηλεοπτικά συστήματα, συνδέσεις με τηλεοπτικούς δορυφόρους και μέσω του διαδικτύου λόγω της 24ωρης λειτουργίας του αντίστοιχου χρηματοοικονομικού τομέα με τις εταιρείες που παγκοσμίως δραστηριοποιούνται σ’ αυτόν, ώστε άμεσα (ταυτόχρονα) να πληροφορούνται την αξία των διαφόρων νομισμάτων διεθνώς στα διάφορα χρηματοοικονομικά κέντρα και αναλόγως του προσδοκώμενου οφέλους αμελλητί να αγοράζουν ή να πωλούν, καθώς και μεγάλο αριθμό εξειδικευμένων στο αντικείμενο υπαλλήλων και συνεργατών που, να απασχολούνται επί 24ωρου βάσεως. Ωστόσο ο ως άνω αποκαλούμενος εφεξής “Κ.” εκμεταλλευόμενος την έλλειψη κρατικής εποπτείας από τις ελβετικές αρχές (που διήρκεσε μέχρι το 2009) ίδρυσε εν γνώσει και σε συνεννόηση με τους εδώ κατηγορουμένους υπό την ανωτέρω επωνυμία μια εταιρεία (με εκπρόσωπο τον ίδιο) που δεν είχε βέβαια το αντικείμενο που παρουσίαζαν στους πελάτες τους στην Ελλάδα ότι είχε, αφού σύμφωνα με τη σχετική άδεια που εκδόθηκε (όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε) επρόκειτο για ένα απλό ανταλλακτήριο. Προς τούτο μίσθωσε ένα υποτυπώδες γραφείο σε ένα πολύ μικρό χώρο στη … με έναν υπολογιστή και χωρίς καθόλου προσωπικό άνοιξε δε με την παραπάνω ιδιότητά του και έναν λογαριασμό στο όνομα της παραπάνω εταιρείας στην ελβετική τράπεζα … όπως κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο είχε τη σχετική δυνατότητα να κάνει. Τη συγκεκριμένη εταιρεία οδήγησε σε πτώχευση αφού προηγουμένως συγκέντρωσε στον παραπάνω λογαριασμό και εν συνεχεία απέσυρε καρπούμενος ομού με τους εδώ κατηγορούμενους τα χρηματικά ποσά που συλλήβδην κατέθεταν σ’ αυτόν οι πελάτες θύματά τους, παραπλανώμενοι από τους τελευταίους που τους έπειθαν ότι τα επένδυαν στη … που δήθεν δραστηριοποιείτο στον τομέα της …. Η συσταθείσα λοιπόν ως ανωτέρω εταιρεία ιδρύθηκε μεν νομοτύπως, όχι όμως με σκοπό να λειτουργήσει πραγματικά, αλλά για να προσδώσει σοβαροφάνεια και κύρος στην εμφανιζόμενη από αυτήν δραστηριότητα, η οποία όμως ήταν εικονική και αποσκοπούσε όπως προαναφέρθηκε να παραπλανήσει τα υποψήφια θύματα (τους πελάτες που θα έπειθαν να επενδύσουν τα χρήματα τους) αποστέλλοντας μέσω εμβασμάτων τις οικονομίες τους στον προαναφερόμενο (ατομικό) της …, λογαριασμό στη …. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί και το πρωτοφανές για τα δεδομένα της … γεγονός ότι η συγκεκριμένη εταιρεία, μετέβαλε έδρα τρεις φορές εντός μικρού σχετικά χρονικού διαστήματος (6-7 ετών περίπου). Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, ως ιδρυτής και διαχειριστής της μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία “… ΕΠΕ” με έδρα την …. μαζί με τον δεύτερο κατηγορούμενο που εμφανιζόταν ως υψηλόβαθμο στέλεχος της και σύμβουλος επενδύσεων με πλούσια και πολυετή εμπειρία στην αγορά συναλλάγματος (αγγλιστί Foreign Exchange Market και εν συντομία …), δηλαδή στην παγκόσμια χρηματοοικονομική αγορά στην οποία συμμετέχουν όλα τα χρηματοοικονομικά κέντρα του κόσμου και στην οποία γίνεται αποκλειστικά μέσω διαδικτύου (λειτουργία εντελώς διακριτή εκείνης των χρηματιστηρίων) καθ’ όλο το 24ωρο (πλην Σαββατοκύριακων) η αγοραπωλησία όλων των εθνικών νομισμάτων (κατ’ εξοχήν συναλλαγές χρήματος, ήτοι καταθέσεων σε διαφορετικά νομίσματα) μεταξύ των μεγαλυτέρων εμπορικών και επενδυτικών τραπεζών (σε κλειστό διατραπεζικό κύκλο) αλλά και όλες οι άλλες αγοραπωλησίες συναλλάγματος μεταξύ μικρότερων τραπεζών, θεσμικών επενδυτών, πολυεθνικών επιχειρήσεων, hedge funds κ.ο.κ, μίσθωσαν ως “βιτρίνα” πολυτελή γραφεία εμβαδού 208 τ.μ στον 23ο όροφο του … επί της …, Τα γραφεία αυτά εφοδίασαν με πλούσιο εξοπλισμό και πλήθος monitors (οθόνες) που παρουσίαζαν εν εξελίξει (σε πραγματικό δήθεν χρόνο, προδήλως όμως ως εκ των μετέπειτα αποκαλύψεων μαγνητοσκοπημένα) διάφορα οικονομικά δεδομένα της ελβετικής εταιρείας (…) αλλά και της εδώ (ελληνικής εταιρείας …), ώστε να προκαλούν εντύπωση και θαυμασμό στους προσερχόμενους πελάτες (και υποψήφια θύματα τους). Παράλληλα απασχολούσαν αρκετούς υπαλλήλους στην τελευταία αυτή εταιρεία των οποίων η δραστηριότητα συνίστατο στην καλόπιστη εκ μέρους τους ανεύρεση πελατών και στη διεκπεραίωση διαφόρων γραφειοκρατικών διαδικασιών που γίνονταν όμως φαινομενικά, χωρίς δηλαδή να έχουν οποιαδήποτε “εν τοις πράγμασι” αξία, αλλά έπρεπε να λαμβάνουν χώρα, ώστε να εμφανίζεται η εταιρεία (…) και προς αυτούς ότι έχει σύννομη οικονομική δραστηριότητα, ενώ στην πραγματικότητα σκοπός των παραπάνω κατηγορουμένων ήταν, να παραπλανήσουν τα Θύματα τους (τα πρόσωπα που ως επενδυτές τους εμπιστεύθηκαν ως ειδικούς στον τομέα του …) και να καρπωθούν τα χρήματα τους. Μάλιστα για να ελαχιστοποιήσουν τις συνέπειες σε βάρος τους στην περίπτωση αποκάλυψης της απάτης (όπως και έγινε) και να αποφύγουν την προσωπική εμπλοκή τους, επικαλούμενοι “άγνοια” εκ μέρους τους και αποδίδοντας την τέλεση της απάτης αποκλειστικά στον φυγόδικο “Κ.” και στην εταιρεία “φάντασμα” …, σε ουδεμία ενέργεια λήψεως χρημάτων πελατών προέβαιναν, αλλά, εμφανίζονταν ότι για λογαριασμό της τελευταίας εξυπηρετούσαν και ενημέρωναν τους πελάτες της στην Ελλάδα, υποδεικνύοντάς τους, στα πλαίσια αυτά και την κατάθεση των “προς επένδυση” χρηματικών ποσών στο λογαριασμό της τελευταίας που είχε ανοίξει ο “Κ.” κατά τα προεκτεθέντα στην τράπεζα …. Πλην όμως αποδείχθηκε ότι η “…” είχε “τύποις” μόνον συσταθεί, δεν ανέπτυξε πραγματική επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά αποτελούσε το “προκάλυμμα” της …. Ο φυγόδικος “Κ.” διέμενε στη ….και κατά τακτά χρονικά διαστήματα μετέβαινε στη … απ’ όπου (από τον μοναδικό υπολογιστή εγκατεστημένο στο λιτό και χωρίς προσωπικό χώρο γραφείου της εταιρείας, φάντασμα …) έστελνε στα θύματά τους επιστολές περί της δήθεν πορείας των επενδύσεών τους, οι οποίες όμως ήσαν εικονικές, αφού ουδέποτε είχαν λάβει χώρα στην πραγματικότητα, καθόσον τα χρήματα τα είχαν καρπωθεί οι κατηγορούμενοι. Απλά οι συγκεκριμένες επιστολές στέλνονταν για να εμφανίζεται η άνω εταιρεία ότι δρούσε επιχειρηματικά και να καθησυχάζουν τους παραλήπτες των επιστολών θύματά τους. Μάλιστα, κάποιες (ελάχιστες) φορές οι κατηγορούμενοι χορηγούσαν και σε κάποιον ανήσυχο και “πιεστικό” πελάτη χρήματα δήθεν ως κέρδος της επένδυσής του, ώστε αφενός να τον καθησυχάσουν αφετέρου να τον πείσουν να συνεχίσει να “επενδύει” αλλά και να προσελκύει (διαφημίζοντάς τους) και νέους πελάτες. Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι στο πλαίσιο της άρνησης της κατηγορίας ισχυρίζονται ότι και οι ίδιοι υπήρξαν “θύματα” της απάτης του “Κ.υ” ο οποίος προέβη στην ανάληψη των καταθέσεων από τον προαναφερθέντα λογαριασμό της … το 2003, καθώς και ότι δεν “γνώριζαν” τι συνέβαινε πράγματι με την ανωτέρω εταιρεία. Ωστόσο ο ισχυρισμός τους αυτός δεν γίνεται πιστευτός. Και τούτο διότι, (πέραν των ως άνω αποδειχθέντων) η εταιρεία … δεν είχε λόγο ύπαρξης από μόνη της, χωρίς δηλαδή την εταιρεία του πρώτου κατηγορουμένου (… ΕΠΕ), καθόσον αποδείχθηκε ότι ουδεμία δραστηριότητα είχε αναπτύξει σε άλλα κράτη της Ευρώπης εκτός της Ελλάδος όπου διαφημιζόταν από τους κατηγορούμενους με όχημα τη … βάσει του οργανωμένου σχεδίου εξαπάτησης των πελατών επενδυτών ούτε βέβαια στην Αμερική παρά τους αντίθετους αβάσιμους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να δραστηριοποιηθεί διεθνώς ως ένα απλό ανταλλακτήριο που μάλιστα είχε τύποις μόνον ιδρυθεί. Όπως προαναφέρθηκε εκδίδονταν από τον “Κ.” (δήθεν από την διεθνούς εμβέλειας εταιρεία …) και αποστέλλονταν statements (Επιστολές) περί πράξεων …, ωστόσο αυτές ήταν εικονικές, καθόσον ουδόλως αποδείχθηκε ότι τα χρήματα που κατατέθηκαν από τους πελάτες των δύο εταιρειών (“συμβούλου …” και επενδύσεων …”) πράγματι επενδύθηκαν παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους κατηγορούμενους ότι οι πελάτες “έχασαν” τα χρήματά τους γιατί η αγορά συναλλάγματος ενέχει “ρίσκο” και κίνδυνο “απώλειας” των προς επένδυση κεφαλαίων, Ωστόσο ξεκινούν από την αναληθή προϋπόθεση ότι τα χρήματα επενδύθηκαν ενώ αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ως προελέχθη αφού τα ανέλαβε ο “Κ.” και τα καρπώθηκε ομού με τους κατηγορούμενους επί ζημία των παραπλανηθέντων πελατών. Οι κατηγορούμενοι, γνώστες του συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού τομέα άρα και των κανόνων που τον διέπουν αλλά και των ευκαιριών για πλουτισμό πού μπορούσαν να εκμεταλλευτούν με εργαλείο τη … καθώς και την επιθυμία του κοινού για κέρδη, παρακάμπτοντας τις ισχύουσες απαγορεύσεις, οργάνωσαν με τον φυγόδικο “Κ.” και υλοποίησαν το συγκεκριμένο σχέδιο, δηλαδή την ίδρυση των δύο εταιρειών, της … (της εταιρείας – φαντάσματος στην …) στην οποία τα θύματα – πελάτες δεν είχαν τη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης λόγω της απόστασης και της δήθεν – αντιπροσώπου της στην Ελλάδα (της πολυτελούς “βιτρίνας” …) που δεν είχε πραγματική δραστηριότητα στο … (αφού επρόκειτο για ΕΛΔΕ) η οποία είχε συσταθεί για να διαφημίζει (υποδεικνύει) ως διεθνούς φήμης και κατάλληλη για αντίστοιχες επενδύσεις την …, ώστε να διοχετεύει τα χρήματα των ανυποψίαστων θυμάτων πελατών στον επίμαχο μοναδικό λογαριασμό που είχε ανοίξει επ’ ονόματί της ο “Κ.” τροφοδοτώντας τον με όλο και περισσότερα κεφάλαια που στη συνέχεια οι ανωτέρω καρπώθηκαν. Περιστατικά που αδιάστικτα υποδεικνύουν την τέλεση της απάτης εκ μέρους των κατηγορουμένων είναι και τα ακόλουθα: Όπως προαναφέρθηκε η … ήταν ΕΛΔΕ και δεν είχε τη δυνατότητα να προβεί σε πράξεις πέραν του ΕΛ.Χ.Α.Α. πολλώ δε μάλλον να ασχοληθεί με την αγορά συναλλάγματος, γεγονός που γνώριζε ο πρώτος κατηγορούμενος ως ιδρυτής και διαχειριστής της, αλλά και ο δεύτερος ως υψηλόβαθμο στέλεχός της και σύμβουλος επενδύσεων. Υπόσχονταν υψηλό επίπεδο απόδοσης, απέτρεπαν τους πελάτες να αποσύρουν τα χρήματά τους και το κυριότερο που αδιαμφισβήτητα υποδεικνύει την απάτη τους και εντεύθεν την εικονικότητα των αποσταλέντων statements, δεν υπήρχε καταγραφή διαχωρισμένων λογαριασμών, ώστε τα άτομα να μπορούν να παρακολουθήσουν την ακριβή απόδοση της επένδυσής τους, αφού όλα τα χρηματικά ποσά των πελατών τους κατευθύνονταν με τις προτροπές συμβουλές των κατηγορουμένων και τροφοδοτούσαν το μοναδικό λογαριασμό της … στην ελβετική τράπεζα …. Έτσι, όμως επερχόταν ανάμειξη και σύγχυση του συνόλου των κεφαλαίων μεταξύ τους χωρίς του λοιπού να καθίσταται εφικτό να διακρίνεται ποιο ποσό ανήκε σε ένα έκαστο επενδυτή, αφού ο πραγματικός σκοπός των κατηγορουμένων δεν ήταν η επένδυση των πελατών αλλά η ενθυλάκωση των οικονομιών τους. Αποδείχθηκε λοιπόν ότι οι κατηγορούμενοι πρότειναν στους μηνυτές παθόντες Λ. Μ., Ι. Σ., Π. Σ., Σ. Κ., Μ. Κ., Μ. Κ. και Ε. Σ. να επενδύσουν τα χρήματα τους στην αγορά – συναλλάγματος … στην …. Προκειμένου να τους πείσουν τους διαβεβαίωσαν για τα ακόλουθα: α) ότι η σχετική επένδυση ήταν απολύτως ασφαλής από οικονομικής, νομικής και λειτουργικής απόψεως αλλά και συμφέρουσα, αφού σε καμμία περίπτωση δεν ήταν ζημιογόνος, αλλά αποκλειστικά κερδοφόρος, παρέχοντας εξασφαλισμένη απόδοση άνω του 10%, β) ότι η επένδυση με τη διεθνή ονομασία … επρόκειτο να γίνει μέσω του χρηματιστηρίου της ….με τη διαμεσολάβηση της …, την οποίαν τους παρουσίασαν ως διεθνώς αξιόπιστη και φερέγγυα εταιρεία υπό την αιγίδα (εγγύηση) της ελβετικής τράπεζας … με πολυετή εμπειρία (των στελεχών της) και πολλούς επενδυτές πελάτες απ’ όλον τον κόσμο, γ) ότι η μοναδική αντιπρόσωπος της εταιρείας … στην Ελλάδα και την Κύπρο ήταν η εταιρεία …, η οπoία ήταν οικονομικά εύρωστη. Πλην όμως όλα τα παραπάνω ήσαν ψευδή, οι δε παθόντες αν γνώριζαν ότι τα παραπάνω ήσαν αναληθή δεν θα προέβαιναν στην κατάθεση χρημάτων προς επένδυση. Με τον ως άνω τρόπο έπεισαν τους μηνυτές να καταθέσουν στην τράπεζα … στο λογαριασμό της … κατά το χρονικό διάστημα από 19-4-2001 ως 21-1-2003 τα εξής χρηματικά ποσά: Το ποσό των 20.000 δολλαρίων ΗΠΑ ο Μ., το ποσό των 58.000 δολλαρίων ο Σ., το ποσό των 20.000 δολλαρίων ο Σ.ς, το ποσό των 68.052 δολλαρίων ο Κ.ς, το ποσό των 20.000 δολλαρίων η Κ., το ποσό των 40.000 δολλαρίων ο Κ.ς και το ποσό των 40.000 δολλαρίων ο Σ.. Συνολικά οι παραπάνω κατέθεσαν καθ’ υπόδειξη και προτροπή των κατηγορουμένων στον επίμαχο λογαριασμό που είχε ανοίξει για τη … ο “Κ.” στην τράπεζα … … το ποσό των 266.052 δολλαρίων ΗΠΑ. Ακολούθως στις 14-7-2003 η εταιρεία … γνωστοποίησε στα ανωτέρω θύματα της απάτης, ότι περιήλθε σε παύση πληρωμών και ως εκ τούτου αυτοί απώλεσαν τα χρήματά τους. Σύμφωνα μάλιστα με τις καταθέσεις των παθόντων στο ακροατήριο πλήθος ανθρώπων (τους προσδιορίζουν σε 300 περίπου) απώλεσε τις οικονομίες του πιστεύοντας ότι επένδυσαν στην αγορά συναλλάγματος μέσω της … παραπλανηθέντες από τους κατηγορουμένους της …. Με τις προαναφερθείσες ψευδείς διαβεβαιώσεις των τελευταίων πείσθηκαν οι μηνυτές και κατέθεσαν τα χρήματά τους στον επίμαχο ως άνω λογαριασμό. Έτσι έβλαψαν την περιουσία τους κατά τα ανωτέρω χρηματικά ποσά που απώλεσαν, αντίστοιχα δε οι κατηγορούμενοι τα απεκόμισαν παρανόμως και τα ενσωμάτωσαν στην περιουσία τους με τη συνδρομή του συνεργού τους και φυγόδικου “Κ.υ”, ο οποίος προέβη στην ανάληψή τους. Ενόψει δε της υποδομής που είχαν διαμορφώσει οι κατηγορούμενοι (σύσταση νομοτύπως, λειτουργούσας στη …. εταιρείας, σύσταση στην Ελλάδα νομοτύπως λειτουργούσας εταιρείας, μίσθωση πολυτελών γραφείων στην …. με μεγάλη επιφάνεια, όπου εμφάνιζαν στα θύματα τη δήθεν οικονομική δραστηριότητα της εδώ εταιρείας του πρώτου κατηγορούμενου και της ελβετικής εταιρείας του φυγόδικου “Κ.υ”), από την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος της απάτης και την εξαπάτηση μεγάλου αριθμού προσώπων, αποδεικνύεται ότι οι κατηγορούμενοι κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση ενεργούν κατ’ επάγγελμα απάτες και καταδεικνύει το σκοπό τους προς εξασφάλιση σταθερού και μόνιμου εισοδήματος και δη για πολυτελή διαβίωση και τη σταθερή ροπή τους στη διάπραξη της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της απάτης, όπως και πρωτοδίκως, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας και με αναγνώριση του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου (άρθ. 84 παρ. 2 α’ ΠΚ) κατ’ εφαρμογή, του άρθρου 470 ΚΠΔ, εφόσον αποτελεί ευεργέτημα που αναγνωρίσθηκε πρωτοδίκως και δεν μπορεί να ανακληθεί στα πλαίσια της αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσεως του εκκαλούντος”.
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, που δίκασε, όπως προεκτέθηκε, σε δεύτερο βαθμό, αφού κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες για την πράξη της απάτης κατά συναυτουργία, κατά συρροή, κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια άνω των 15.000 € και ήδη άνω των 30.000 €, δεχόμενο ότι συντρέχει στο πρόσωπο αυτών η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α’ ΠΚ, επέβαλε σε καθένα από αυτούς κατά πλειοψηφία, ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς είκοσι (20) ευρώ ημερησίως, με το ακόλουθο διατακτικό: “Στην … κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 2001 έως και τις αρχές του έτους 2003 από κοινού ενεργώντας ως αυτουργοί άμεσοι και δη αυτοπροσώπως ή έμμεσοι ενεργώντας δια μέσου οργάνων καλόπιστων με ταυτόχρονες ή διαδοχικές πράξεις απευθείας ή έκαστος μέσω του άλλου και δη με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένες περιουσίες πείθοντας άλλους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και την απόκρυψη των αληθινών, το δε συνολικό τους όφελος και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και ήδη των 30.000 €, διαπράττουν δε απάτες κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, δηλ. έχοντας διαμορφώσει υποδομή για την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος της απάτης με σκοπό πορισμού εισοδήματος και με σταθερή ροπή προς την διάπραξη του εγκλήματος αυτού: Ειδικότερα ο πρώτος κατηγορούμενος, ως εκπρόσωπος και διευθυντής της εταιρείας με την επωνυμία “… ΕΠΕ” και εν συντομία “… ΕΠΕ” και με την φυσική του παρουσία, δήθεν νομίμως λειτουργούσης και εχούσης άδειας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς του Ελληνικού Χρηματιστηρίου Αξιών να λαμβάνει και να διαβιβάζει εντολές για χρηματιστηριακές πράξεις και νομίμως συνεργαζόμενης με την φερόμενη ως εδρεύουσα στην … (Ζυρίχη) εταιρεία, “… AE” (με νόμιμο εκπρόσωπο τον ήδη φυγόδικο κινεζικής καταγωγής συνεργό τους), της οποίας δήθεν η “… ΕΠΕ” ήταν αποκλειστικός αντιπρόσωπος στην Ελλάδα και Κύπρο, και ο δεύτερος ως υψηλόβαθμο – στέλεχος και δη ως marketing manager ή σύμβουλος επενδύσεων της ελληνικής εταιρείας “… ς ΕΠΕ”, εμφανιζόμενοι ως τεχνογνώστες, με πλούσια και πολυετή εμπειρία στις χρηματιστηριακές πράξεις και ιδίως στην αγορά ξένου συναλλάγματος σε επενδυτικό πρόγραμμα με την διεθνή ονομασία “…”, μέσω του χρηματιστηρίου της …, πρότειναν στους μηνυτές Λ. Μ. , Ι. Σ., Π. Σ., Σ. Κ., Μ. Κ., Μ. Κ. και Ε. Σ. να επενδύσουν τα χρήματά τους στην αγορά συναλλάγματος (…) στην …. Προκειμένου δε να τους πείσουν να αποδεχθούν την πρότασή τους αυτή, διέθεταν ως βιτρίνα πολυτελή γραφεία επιφάνειας τουλάχιστον 208 τετραγωνικών μέτρων στο 23° όροφο του … επί της …, εξοπλισμένα με ακριβό επαγγελματικό ηλεκτρονικό εξοπλισμό και πλούσιο εξοπλισμό γραφείων, όπου προσωπικό γραφείο είχαν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι και ο άνω συνεργός τους, καθώς και μεγάλο αριθμό υπαλλήλων και συνεργατών με δήθεν εξειδικευμένες οικονομικές γνώσεις. Επίσης τους ανέφεραν κατηγορηματικά: α) ότι η σχετική επένδυση είναι απολύτως εν τάξει από απόψεως οικονομικής, νομικής και λειτουργικής και συμφέρουσα, αφού σε καμία περίπτωση δεν είναι ζημιογόνος αλλά αποκλειστικά κερδοφόρος για όλους τους πελάτες, όπως δήθεν αυτό συνέβαινε μέχρι τότε, με εξασφαλισμένη απόδοση άνω του 10% ετησίως, β) ότι η επένδυση, με την διεθνή ονομασία “…”, επρόκειτο να γίνει μέσω του χρηματιστηρίου της … … μέσω της πιο πάνω ελβετικής εταιρείας “…” διαβεβαιώνοντάς τους ότι πρόκειται περί διεθνώς αξιόπιστης και φερέγγυας εταιρείας με πολυετή πείρα και πολλούς πελάτες – επενδυτές από όλο τον κόσμο, οι οποίοι είχαν επενδύσει μεγάλα κεφάλαια σε αυτή, με την εγγύηση μάλιστα και την συνεργασία μιας εκ των μεγαλυτέρων και πιο εύρωστων οικονομικά Τραπεζών της … με την επωνυμία “…D” και εν συντομία “…”, γ) ότι η μοναδική αντιπρόσωπος εταιρεία για την Ελλάδα και Κύπρο της πιο πάνω ελβετικής εταιρείας ήταν η Ελληνική εταιρεία “… ΕΠΕ”, η οποία επίσης ήταν εύρωστη οικονομικά. Κατ’ αυτόν το τρόπο έπεισαν τους μηνυτές και κατέθεσαν στην ανωτέρω ελβετική τράπεζα σε λογαριασμό της ελβετικής εταιρείας “…” κατά το χρονικό διάστημα από 19-4-2001 έως και 21-1-2003 τα κάτωθι χρηματικά ποσά: 1) O Λ.Μ. το ποσό των 20.000 δολλαρίων ΗΠΑ , 2) Ο Ι. Σ. το ποσό των 58,000 δολλαρίων ΗΠΑ, 3) Ο Π. Σ.ς το ποσό των 20.000 δολλαρίων ΗΠΑ, 4) Ο Σ.ς Κ.ς το ποσό των 68.052 δολλαρίων ΗΠΑ, 5) Η Μ. Κ. το ποσό των 20.000 δολλαρίων ΗΠΑ, 6) Ο Μ. Κ.ς το ποσό των 40.000 δολλαρίων ΗΠΑ και 7) Ο Ε.Σ. το ποσό των 40.000 δολλαρίων ΗΠΑ, ήτοι συνολικά κατέθεσαν το ποσό των 266.052 δολλαρίων ΗΠΑ στο λογαριασμό της ως άνω ελβετικής εταιρείας, ποσό ανώτερο των 15.000 ευρώ και ήδη 30.000 € με βάση τις κατ’ έτος ισχύουσες αναλογίες δραχμής και ευρώ προς το δολάριο ΗΠΑ. Ωστόσο οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι τα ανωτέρω αποτελούσαν ψευδή γεγονότα καθόσον γνώριζαν: α) ότι η επένδυση στην αγορά συναλλάγματος είναι υψηλού κινδύνου, ήτοι ότι ο επενδυτής διατρέχει κίνδυνο απώλειας χρημάτων σε μεγάλο ποσοστό και δεν είχε εξασφαλισμένη απόδοση των χρημάτων του, β) ότι η ελβετική εταιρεία “…” δεν ήταν φερέγγυα και διεθνώς αξιόπιστη, καθόσον είχε κεφάλαιο μόλις 150.000 ευρώ και προέβαινε σε συνεχείς αλλαγές έδρας, γ) ότι η εταιρεία αυτή δεν προέβη σε καμία επενδυτική κίνηση των χρημάτων των μηνυτών, ως άνω, στην αγορά συναλλάγματος, τα δε έντυπα κίνησης του λογαριασμού που απέστελλε ήταν εικονικά ήτοι εμφάνιζαν ανύπαρκτη επενδυτική κίνηση, δ) η ανωτέρω ελληνική εταιρεία “… ΕΠΕ” αποτελούσε προκάλυμμα της Ελβετικής εταιρείας, προκειμένου να πείθει τρίτα πρόσωπα να καταβάλλουν στην τελευταία (ελβετική εταιρεία) χρήματα δήθεν για να επενδυθούν από την τελευταία στην αγορά ξένου συναλλάγματος, όμως στην πραγματικότητα σκοπός τους δεν ήταν η επένδυση αυτών αλλά να αποκομίσουν έτσι οι κατηγορούμενοι παράνομο περιουσιακό όφελος. Τα προαναφερόμενα γεγονότα που παρέστησαν στους πιο πάνω παθόντες ήταν άπαντα ψευδή οι ίδιοι δε γνώριζαν την αναλήθεια αυτών, γεγονός που ενισχύεται και από τα εξής: 1) από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είχε επιβληθεί στην ελληνική εταιρεία “… ΕΠΕ” πρόστιμο ύψους 5 εκ. δραχμών, διότι παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες άνευ σχετικής αδείας για λήψη και διαβίβαση εντολών και ενώ στο καταστατικό της ως σκοπός αναγραφόταν η παροχή υπηρεσιών και συμβουλών χρηματοδοτικής φύσεως, η εκπόνηση μελετών, η σύνταξη μελετών και η συγκέντρωση πληροφοριών (σχετικά με αγορές και επενδύσεις στην Ελλάδα, γεγονός που αν και το γνώριζαν το απέκρυψαν από τους μηνυτές, 2) η ανωτέρω ελληνική εταιρεία όχι μόνον εύρωστη δεν ήταν αλλά όφειλε στην εκμισθώτρια των πολυτελέστατων γραφείων που διατηρούσε στον … το ποσό των 21.000 ευρώ, εκδοθείσας για την αιτία αυτή εξάλλου και της υπ’ αριθμό 7666/2002 διαταγής πληρωμής. Και τέλος 3) η ανωτέρω ελληνική εταιρεία είχε συσταθεί με μοναδικό εταίρο τον πρώτο των κατηγορουμένων Τ. Β., προκειμένου να διαδεχτεί στις δραστηριότητές της την εταιρεία με την επωνυμία “…”, της οποίας και πάλι ο τελευταίος ήταν εκπρόσωπος, που στεγαζόταν επίσης στον … και συνεργαζόταν με την ελβετική ως άνω εταιρεία, είχε όμως διακόψει ήδη την δραστηριότητά της με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς λόγω επανειλημμένων και σημαντικών παραβιάσεων της χρηματιστηριακής νομοθεσίας. Με τις ανωτέρω ψευδείς διαβεβαιώσεις από κοινού οι κατηγορούμενοι έπεισαν τους μηνυτές να καταθέσουν τα χρήματά τους σε λογαριασμό της ελβετικής εταιρείας “…”, στην ελβετική τράπεζα “…” και έβλαψαν έτσι την περιουσία τους κατά τα ανωτέρω ποσά, τα οποία απεκόμισαν παρανόμως και ενσωμάτωσαν στην περιουσία τους. Το γεγονός αυτό ενισχύεται από το ότι την 14-7-2003 οι μηνυτές έλαβαν επιστολή από την εταιρεία “…”, ότι αυτή περιήλθε σε παύση πληρωμών λόγω χρεοκοπίας της, όχι δόλιας, αλλά δήθεν οφειλομένης σε λανθασμένες ενέργειες της αντιπροσώπου της ελληνικής εταιρείας “… ΕΠΕ”, καθώς και ότι η ελβετική τράπεζα “…” διέκοψε την συνεργασία μαζί της. Τέλος, ούτε ο δεύτερος κατηγορούμενος Μ. Ε. είχε εξειδικευμένες οικονομικές γνώσεις, όπως ψευδώς διαβεβαίωνε τους πελάτες -επενδυτές, μεταξύ αυτών και τους παθόντες, αλλά αντίθετα εργαζόταν στο παρελθόν ως απλός υπάλληλος της τράπεζας … Η επανειλημμένη δε δράση αμφοτέρων των κατηγορουμένων σχετικά με την παραπάνω πράξη της απάτης, αφού με τον ίδιο τρόπο παραπλάνησαν μεγάλο αριθμό επενδυτών σε συνδυασμό και με την υποδομή που είχαν διαμορφώσει για να διευκολύνουν την δράση τους αυτή, όπως μίσθωσαν ιδιαιτέρως πολυτελή γραφεία στον …, με μεγάλη επιφάνεια εξοπλίζοντας τα με ακριβό τεχνικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό, όπου παρουσίαζαν τις διεθνείς δήθεν εργασίες της ελβετικής εταιρείας και τις δυνατότητες της, το εύρος των δραστηριοτήτων της κ.λπ., όλα στην αγγλική γλώσσα, κ.α., καταδεικνύει το σκοπό τους για εξασφάλιση σταθερού και μόνιμου εισοδήματος, και δη για πολυτελή διαβίωση, καθώς και σταθερή ροπή στην διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους”.
2.3. Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, της απάτης κατά συναυτουργία, κατ’ εξακολούθηση, από την οποία το παράνομο περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 30.000 €, διαπράχθηκε δε κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια από τον αναιρεσείοντα Β. Τ., που είχε διαμορφώσει υποδομή για την επανειλημμένη τέλεσή της με σκοπό πορισμού εισοδήματος και με σταθερή ροπή προς τη διάπραξη της εν λόγω εγκληματικής πράξης, οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 εδ. στ’, 14, 16, 17, 18, 19, 26 § 1 α, 27, 45, 52, 60, 63, 65, 79, 386 παρ. 1-3α’ ΠΚ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 και τα χρηματικά ποσά αναπροσαρμόστηκαν με το άρθρο 25 παρ. 1 περ. ιδ’ και 2 περ. δ’ Ν. 4055/2012, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος (Β. Τ.) είναι αβάσιμες, καθόσον διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, α) ο τρόπος, με τον οποίο ο κατηγορούμενος – αναιρεσείων έδρασε με τον συγκατηγορούμενό του (Ε Μ.) στην τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης, με την παράθεση πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν τις παραδοχές της απόφασης, β) ο σκοπός αυτού και του συγκατηγορουμένου του να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, γ) η γενόμενη από αυτούς, εν γνώσει τους, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ενώ προσδιορίζονται και εξειδικεύονται λεπτομερώς τα ψευδή γεγονότα και η απατηλή μεθόδευση, την οποία χρησιμοποίησε ο αναιρεσείων με τον συγκατηγορούμενό του, για να αποσπάσουν από καθένα από τα υποψήφια θύματά τους τα αναφερόμενα ως άνω χρηματικά ποσά, δ) η βλάβη ξένης περιουσίας και δη των εγκαλούντων: i) Λ. Μ.υ, ii) Ι. Σ., iii) Π. Σ.υ, iv) Σ. Κ.υ, v) Μ. Κ., vi) Μ. Κ., vii) Ε. Σ., η οποία, βλάβη, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις ως άνω παραπλανητικές ενέργειες του αναιρεσείοντος και ε) τα στοιχεία του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος και, ειδικότερα, η ταυτότητα των επιμέρους στρεφομένων κατά των παραπάνω προσώπων ομοειδών πράξεων απάτης, καθώς και η σύνδεση αυτών με ενότητα δόλου, που προκύπτουν από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου αναφέρεται, ότι “Αποδείχθηκε λοιπόν ότι οι κατηγορούμενοι πρότειναν στους μηνυτές παθόντες Λ. Μ., Ι. Σ., Π. Σ., Σ. Κ., Μ. Κ., Μ. Κ. και Ε. Σ. να επενδύσουν τα χρήματα τους στην αγορά – συναλλάγματος … στην …. Προκειμένου να τους πείσουν τους διαβεβαίωσαν για τα ακόλουθα: α) ότι η σχετική επένδυση ήταν απολύτως ασφαλής από οικονομικής, νομικής και λειτουργικής απόψεως αλλά και συμφέρουσα, αφού σε καμμία περίπτωση δεν ήταν ζημιογόνος, αλλά αποκλειστικά κερδοφόρος, παρέχοντας εξασφαλισμένη απόδοση άνω του 10%, β) ότι η επένδυση με τη διεθνή ονομασία … επρόκειτο να γίνει μέσω του χρηματιστηρίου της … με τη διαμεσολάβηση της …, την οποίαν τους παρουσίασαν ως διεθνώς αξιόπιστη και φερέγγυα εταιρεία υπό την αιγίδα (εγγύηση) της ελβετικής τράπεζας … με πολυετή εμπειρία (των στελεχών της) και πολλούς επενδυτές πελάτες απ’ όλον τον κόσμο, γ) ότι η μοναδική αντιπρόσωπος της εταιρείας … στην Ελλάδα και την Κύπρο ήταν η εταιρεία …, η οπoία ήταν οικονομικά εύρωστη. Πλην όμως όλα τα παραπάνω ήσαν ψευδή, οι δε παθόντες αν γνώριζαν ότι τα παραπάνω ήσαν αναληθή δεν θα προέβαιναν στην κατάθεση χρημάτων προς επένδυση. Με τον ως άνω τρόπο έπεισαν τους μηνυτές να καταθέσουν στην τράπεζα … στο λογαριασμό της … κατά το χρονικό διάστημα από 19-4-2001 ως 21-1-2003 τα εξής χρηματικά ποσά: …. Συνολικά οι παραπάνω κατέθεσαν καθ’ υπόδειξη και προτροπή των κατηγορουμένων στον επίμαχο λογαριασμό που είχε ανοίξει για τη … ο “Κ.” στην τράπεζα … … το ποσό των 266.052 δολλαρίων ΗΠΑ. Ακολούθως στις 14-7-2003 η εταιρεία … γνωστοποίησε στα ανωτέρω θύματα της απάτης, ότι περιήλθε σε παύση πληρωμών και ως εκ τούτου αυτοί απώλεσαν τα χρήματά τους. Σύμφωνα μάλιστα με τις καταθέσεις των παθόντων στο ακροατήριο πλήθος ανθρώπων (τους προσδιορίζουν σε 300 περίπου) απώλεσε τις οικονομίες του πιστεύοντας ότι επένδυσαν στην αγορά συναλλάγματος μέσω της … παραπλανηθέντες από τους κατηγορουμένους της …. Με τις προαναφερθείσες ψευδείς διαβεβαιώσεις των τελευταίων πείσθηκαν οι μηνυτές και κατέθεσαν τα χρήματά τους στον επίμαχο ως άνω λογαριασμό. Έτσι έβλαψαν την περιουσία τους κατά τα ανωτέρω χρηματικά ποσά που απώλεσαν, αντίστοιχα δε οι κατηγορούμενοι τα απεκόμισαν παρανόμως και τα ενσωμάτωσαν στην περιουσία τους με τη συνδρομή του συνεργού τους και φυγόδικου “Κ.υ”, ο οποίος προέβη στην ανάληψή τους”. Περαιτέρω, αιτιολογούνται επαρκώς οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της άνω πράξης, θεμελιούμενες, κατά τις παραδοχές της απόφασης, στα ακόλουθα επί λέξει: “Η επανειλημμένη δε δράση αμφοτέρων των κατηγορουμένων σχετικά με την παραπάνω πράξη της απάτης, αφού με τον ίδιο τρόπο παραπλάνησαν μεγάλο αριθμό επενδυτών σε συνδυασμό και με την υποδομή που είχαν διαμορφώσει για να διευκολύνουν τη δράση τους αυτή, όπως μίσθωσαν ιδιαιτέρως πολυτελή γραφεία στον …, με μεγάλη επιφάνεια εξοπλίζοντάς τα με ακριβό τεχνικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό, όπου παρουσίαζαν τις διεθνείς δήθεν εργασίες της ελβετικής εταιρείας και τις δυνατότητές της, το εύρος των δραστηριοτήτων της κλπ, όλα στην αγγλική γλώσσα, κ.α., καταδεικνύει το σκοπό τους για εξασφάλιση σταθερού και μόνιμου εισοδήματος, και δη για πολυτελή διαβίωση, καθώς και σταθερή ροπή στη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους”, ενώ, προσέτι, αναφέρεται ο σκοπός πορισμού εισοδήματος και το συνολικό όφελος, που πέτυχε ο αναιρεσείων μετά του συγκατηγορουμένου του, ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 166.052 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο είναι πασίδηλο, ότι υπερβαίνει το ποσό των 30.000,00 €, αφού, η διαφορά της ισοτιμίας των τελευταίων δύο νομισμάτων, στα οποία βασίζεται κατά κύριο λόγο η παγκόσμια οικονομία, είναι μικρή και δεν απαιτείτο να διαλάβει περαιτέρω αιτιολογία περί αυτού η προσβαλλόμενη απόφαση. Τέλος, η συμπλεκτική διατύπωση στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η εξαπάτηση έγινε με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη των αληθινών, δηλαδή με τους πρώτο και δεύτερο προβλεπόμενους νόμιμους τρόπους, με καθένα από τους οποίους μπορεί να τελεσθεί το υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα της απάτης (ο τρίτος τρόπος είναι η αθέμιτη παρασιώπηση των αληθινών γεγονότων), δεν δημιουργεί ασάφεια, ούτε αντίφαση ή σύγχυση σε ό,τι αφορά την παραδοχή της εν λόγω απόφασης για τον τρόπο πραγματοποίησης της εξαπάτησης. Και τούτο, διότι στο σκεπτικό της εξειδικεύεται με σαφήνεια, ότι η προκείμενη εξαπάτηση των εγκαλούντων – παθόντων έγινε από τον εν λόγω αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του μόνο με την εν γνώσει τους παράσταση προς εκείνους των ψευδών γεγονότων, που προαναφέρθηκαν, ως αληθινών (ήτοι με τον πρώτο προβλεπόμενο από το νόμο τρόπο), η δε συμπλεκτική διατύπωση με απλή αναφορά και του πιο πάνω δεύτερου τρόπου στο διατακτικό της απόφασης τέθηκε εκ περισσού και δεν έχει αντίκρυσμα στα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκαν για τη νομική και ουσιαστική θεμελίωση της απάτης, ούτε διαφοροποιεί τον τρόπο τέλεσης της πράξης, αλλά προσδιορίζει και συγκεκριμενοποιεί το δόλο των δραστών, τη γνώση τους, δηλαδή, ότι οι παραστάσεις ήταν ψευδείς. Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι, πέμπτος της πρώτης αίτησης αναίρεσης (Β. Τ.) και ο επ’ αυτής δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠοινΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρων 98 και 386 ΠΚ), είναι αβάσιμοι. Οι εκτιθέμενες λοιπές σχετικές αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, για το λόγο ότι εξ αυτών συνάγονται, κατά τον αναιρεσείοντα, αντίθετα συμπεράσματα από αυτά, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες, καθόσον αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, την οποία και επιχειρεί ανεπιτρέπτως να πλήξει με την επίφαση και το πρόσχημα της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
2.4. Μεταξύ των κυριότερων αποδεικτικών μέσων της ποινικής διαδικασίας περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ’ Κ.Ποιν.Δ., και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τους ανακριτικούς υπαλλήλους, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, η δικαστική πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης, ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως συμβαίνει όχι μόνο, όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης, ότι τα πορίσματά της λήφθηκαν υπόψη και έγιναν δεκτά από το δικαστήριο ή, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αντίθετα με αυτές. Ως εκ τούτου, δεν απαιτείται ειδική μνεία της πραγματογνωμοσύνης, όταν οι παραδοχές της απόφασης συμφωνούν απόλυτα ή δεν αντιφάσκουν με τα πορίσματα αυτής. Η δικαστική πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάχθηκε στα πλαίσια συγκεκριμένης υπόθεσης, αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσης του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης και εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο (ή το δικαστικό συμβούλιο), κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης, που καθιερώνεται από το άρθρο 177 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Οφείλει, όμως, το δικαστήριο, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Διαφορετικά, αν δεν προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα, ιδρύεται ο ανωτέρω μνημονευόμενος, λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ. Από αυτά συνάγεται, ότι η συνεκτίμηση και αξιολόγηση από το δικαστήριο, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, όταν δεν προκύπτει από τη ρητή μνεία στο οικείο μέρος των πρακτικών, όπου αναφέρονται τα ληφθέντα υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης αποδεικτικά μέσα, αρκεί να προκύπτει από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ή από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης.
Στην παρούσα περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα παραδεκτώς επισκοπούμενα, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει, ότι η αναγνωσθείσα (υπό τον αριθμό 2 του καταλόγου των αναγνωσθέντων στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης εγγράφων) στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της ουσίας από 31-7-2007 δικαστική πραγματογνωμοσύνη του Δ. Γ. ναι μεν δεν μνημονεύεται ειδικά στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, πλην όμως από τις ουσιαστικές παραδοχές που διαλαμβάνονται στο αιτιολογικό της τελευταίας συνάγεται αναμφίβολα, ότι το περιεχόμενό της έχει ληφθεί υπόψη από το δικάσαν ως άνω Δικαστήριο και έχει συνεκτιμηθεί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Σε κάθε περίπτωση, η διαμορφωθείσα αιτιολογία και η εκφερθείσα κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι αντίθετες προς αυτή και, όπως προειπώθηκε, για την πληρότητα της αιτιολογίας της δεν είναι απαραίτητη η ιδιαίτερη αναφορά στο αποδεικτικό μέσο της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, όταν το συμπέρασμά της δεν αντιτίθεται στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων Β.Τ. υποστηρίζει, ότι το άνω Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, την άνω έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, είναι αβάσιμος.
2.5. Η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, που είναι μεν διάδικος κατά την ποινική διαδικασία, είναι όμως και βασικός μάρτυρας κατηγορίας, δεν αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου και συνιστά μαρτυρία, χωρίς να είναι αναγκαίο, ως τέτοια, να μνημονεύεται ειδικά στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και μάλιστα, όταν προκύπτει με βεβαιότητα, από το όλο περιεχόμενό της, ότι λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο και η εν λόγω κατάθεσή του.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης και τις παραδοχές στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι αυτές συμπορεύονται με τις καταθέσεις των εξετασθέντων χωρίς όρκο, ως πολιτικώς εναγόντων, μαρτύρων κατηγορίας Ε. Σ. και Σ. Φ., οπότε δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθκαν από το Δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης και οι χωρίς όρκο καταθέσεις των εν λόγω μαρτύρων. Εξάλλου, με την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού “…από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά…” καταφανώς συνάγεται, ότι από προφανή παραδρομή αναφέρονται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων “και οι καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης”, αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της πληττόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει, ότι λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις εκείνων των μαρτύρων [κατηγορίας], που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο και αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, μεταξύ δε αυτών δεν περιλαμβάνονται και μάρτυρες υπεράσπισης. Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Δ’ του ΚΠοινΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τις αιτιάσεις, ότι δεν προκύπτει με βεβαιότητα, ότι λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των εξετασθέντων χωρίς όρκο, ως πολιτικώς εναγόντων, μαρτύρων κατηγορίας Ε. Σ. και Σ. Φ., αφού δεν μνημονεύονται ειδικά στο προοίμιο του σκεπτικού μεταξύ των αποδεικτικών μέσων και ότι, ακόμη, υπάρχει ασάφεια και αντίφαση ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη για την κατάφαση της ενοχής του εν λόγω αναιρεσείοντος (Β. Τ.), εφόσον αναφέρονται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων και οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, που δεν εξετάσθηκαν ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, είναι αβάσιμος.
2.6. Από τις διατάξεις του άρθρου 349 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ, όπως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο εκδίκασης της προκείμενης υπόθεσης, προκύπτει, ότι το δικαστήριο μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, μια μόνο φορά, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανωτέρας βίας. Η αναβολή που χορηγείται με αίτημα του διαδίκου, για λόγο που αφορά αυτόν ή το συνήγορο του, δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες και διατάσσεται μόνο για σοβαρούς λόγους υγείας, οι οποίοι αποδεικνύονται με έγγραφο νοσηλευτικού ιδρύματος. Οι λόγοι αυτοί προσδιορίζονται στην απόφαση, η οποία πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Η κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη, κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 του ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αίτησης έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή απαιτείται να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική κρίση του για την αίτηση αυτή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει. Επίσης, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ΝΔ 32/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη και στην παράγραφο 3 περ. γ’ του άρθρου αυτού προβλέπεται, ειδικότερα, ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να υπερασπίσει ο ίδιος τον εαυτό του ή να αναθέσει την υπεράσπισή του σε συνήγορο της επιλογής του. Από τις ανωτέρω διατάξεις της ΕΣΔΑ προκύπτει, κατ’ αρχήν, ότι το συστατικό της δίκαιης δίκης δικαίωμα δικαστικής ακρόασης του κατηγορουμένου, σε συνδυασμό με το δικαίωμά του να έχει συνήγορο υπεράσπισης, περιλαμβάνει και το δικαίωμά του να εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο ή δικηγόρους της επιλογής του. Όμως, ούτε ο κατηγορούμενος ούτε ο συνήγορός του μπορούν, όπως από τo σκοπό των εν λόγω διατάξεων σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται, να ασκούν καταχρηστικά τα δικαιώματά τους και ειδικότερα να παρελκύσουν τη συζήτηση της υπόθεσης με το να συνυποβάλλουν αιτήματα αναβολής, διότι έτσι παραβιάζεται, τόσο η αρχή της ταχείας διεξαγωγής της ποινικής δίκης, όσο και η αρχή της ανεύρεσης της ουσιαστικής αλήθειας. Η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέραν από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, εκτός εάν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναίρεσης, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ’ ΚΠοινΔ, όπως το στοιχ. δ’ της παρ. 1 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 11 του Ν. 3904/23.12.2010. Κατά τις διατάξεις του τελευταίου άρθρου [171 παρ. 1 περ. δ’ του ΚΠοινΔ] σε συνδυασμό με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ιδίου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Αρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται: 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν “α)… δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα”. Ακόμη, από τις άνω διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 1 δ’ ΚΠοινΔ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ προκύπτει, ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγουμένη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Τέτοιο δικαίωμα του κατηγορουμένου είναι και το παραδεκτώς υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής της δίκης για την εμφάνιση του συνηγόρου της επιλογής του. Το αίτημα όμως του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης πρέπει να υποβάλλεται παραδεκτώς και να είναι ορισμένο. Αν το δικαστήριο απορρίψει το αίτημα αυτό, παρ’ ότι υποβλήθηκε παραδεκτώς και είναι ορισμένο, χωρίς στην παρεμπίπτουσα απόφασή του να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στη συνέχεια δε προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, ιδρύονται λόγοι αναίρεσης τόσο για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω παραβίασης του δικαιώματος του κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη, το οποίο ρυθμίζεται από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, όσο και για έλλειψη αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και Δ’ του ΚΠοινΔ), καθώς και για αρνητική υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ ΚΠοινΔ) σε περίπτωση καταδίκης του κατηγορουμένου μετά από αναιτιολόγητη απόρριψη. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 1 του ΚΠοινΔ: “1. Ο κατηγορούμενος οφείλει να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση, μπορεί επίσης να διορίζει δικηγόρο ως συνήγορο για την υπεράσπισή του. Στα κακουργήματα, ο πρόεδρος του δικαστηρίου διορίζει υποχρεωτικά συνήγορο σε όσους κατηγορούμενους δεν έχουν από πίνακα που καταρτίζει τον Ιανουάριο κάθε έτους το διοικητικό συμβούλιο του οικείου δικηγορικού συλλόγου. …. Για το σκοπό αυτόν κατά την έναρξη της συνεδρίασης ο πρόεδρος του δικαστηρίου διακριβώνει για το σύνολο των υποθέσεων, εάν οι κατηγορούμενοι στερούνται συνηγόρου υπεράσπισης. Οι υποθέσεις στις οποίες διορίζεται συνήγορος κατά τα παραπάνω, εκδικάζονται υποχρεωτικά σε συνεδρίαση μετά από διακοπή, προκειμένου να προετοιμαστεί κατάλληλα ο διορισθείς συνήγορος. Η δικάσιμος μετά από τη διακοπή αυτή δεν μπορεί να απέχει περισσότερο από τριάντα (30) ημέρες. Ο συνήγορος μπορεί να διορίζεται και πριν από τη συνεδρίαση, αν το ζητήσει ο κατηγορούμενος, ακόμα και με απλή επιστολή προς τον εισαγγελέα. Αν κρατείται στις φυλακές, το αίτημά του διαβιβάζεται από τον διευθυντή του καταστήματος κράτησης. Ο εισαγγελέας διορίζει συνήγορο από τον πίνακα και θέτει στη διάθεσή του τη δικογραφία. Σε δίκες για κακούργημα, οι οποίες λόγω της σοβαρότητας και του αντικειμένου τους πρόκειται να έχουν μακρά διάρκεια, ο πρόεδρος του δικαστηρίου διορίζει με την ίδια διαδικασία στον κατηγορούμενο που δεν έχει συνήγορο δύο (2) ή τρεις (3) συνηγόρους από τον ίδιο πίνακα. Ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να αρνηθεί την υπεράσπισή του από τον συνήγορο ή τους συνηγόρους που διορίστηκαν από τον πρόεδρο, μπορεί όμως με αιτιολογημένη αίτησή του να ζητήσει από το δικαστήριο την ανάκληση του διορισμού ενός (1) μόνο συνηγόρου, οπότε η υπεράσπιση συνεχίζεται από τους λοιπούς, εφόσον είχαν διοριστεί περισσότεροι από ένας. Μη εμφάνιση ή μη παράσταση ή με οποιονδήποτε τρόπο μη εκπροσώπηση του κατηγορουμένου από πληρεξούσιο δικηγόρο στις επόμενες της εναρκτήριας συνεδριάσεις του δικαστηρίου δεν εμποδίζει την πρόοδο της δίκης. Στις ως άνω περιπτώσεις περιλαμβάνεται και η παραίτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου ή η ανάκληση της προς αυτόν εντολής από τον κατηγορούμενο.”.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προαναφέρθηκε, καταδίκασε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Β.Τ., κατά πλειοψηφία, σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία η προξενηθείσα ζημία και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ. Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών αυτής, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας κατά τη συνεδρίαση της 9ης Μαρτίου 2018, μετά από διακοπή από την 12η Ιανουαρίου 2018, λόγω κωλύματος στο πρόσωπο της αυτεπαγγέλτως διορισθείσας συνηγόρου του αναιρεσείοντος, ο τελευταίος υπέβαλε αίτημα αναβολής και πάλι στο πρόσωπο της άνω συνηγόρου του ως ακολούθως, σύμφωνα και με όσα είχαν προηγηθεί και εκτεθεί στα εν λόγω πρακτικά : “Στο σημείο αυτό της δίκης εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αθηνών, Δ. Β., ο οποίος, ως άγγελος, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, είπε τα εξής: “Η συνήγορος του 1ου κατηγορουμένου ζητεί την αναβολή ή την διακοπή της δίκης, διότι βρίσκεται στη Χίο και θα γεννήσει σήμερα ή αύριο. Γνωρίζω ότι βρίσκεστε στο στάδιο της πρότασης του Εισαγγελέα. Επίσης δύναται και σε 40 ημέρες λοχείας”. Προσκόμισε δε στο Δικαστήριο α) φωτοαντίγραφο της από 2-3-2018 επιστολής – αίτησης της Θεοδώρας Τομαρά και β) φωτοαντίγραφο της από 2-3-2018 ιατρικής βεβαίωσης του μαιευτήρα – χειρ. γυναικολόγου Χρυσοβαλάντη Κουμπή, τα οποία και αναγνώσθηκαν, χωρίς να υπάρχει αντίρρηση από κανένα παράγοντα της δίκης. Ο 1oς κατηγορούμενος, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, είπε τα εξής: “Η συνήγορος μου στην επιστολή της μιλάει για αναβολή, γιατί βρίσκεται στη Χίο. Με το αίτημα της αναβολής, έστω και σύντομης, τουλάχιστον να προχωρήσει η δίκη κανονικά. Εγώ μεταφέρω το αίτημά της και εμμένουμε στην αναβολή”. Στη συνέχεια ο δικηγόρος Αθηνών, Δ. Β., αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, συμπληρωματικά, είπε τα εξής: “Η συνάδελφος επιθυμεί την διακοπή της δίκης για σαράντα ημέρες τουλάχιστον. Η συνάδελφος μου ζητάει την διακοπή ή την αναβολή της δίκης. Δεν επιθυμούμε το άρθρο 340 παρ. 1 να εφαρμοστεί σε περίπτωση λοxείας”. Στο σημείο αυτό της δίκης εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αθηνών, Θ. Σ., ο οποίος, ως άγγελος, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, είπε τα εξής: “Σήμερα ήρθαμε γιατί κληθήκαμε και οφείλουμε να παραστούμε. Μπορείτε να διορίσετε κι άλλον συνήγορο αυτεπαγγέλτως και να διακόψετε, οπότε μετά από σαράντα ημέρες να ασκήσει τα καθήκοντα του ο 2ος συνήγορος”. Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα για εφαρμογή του άρθρου 340 παρ. 1 ΚΠοινΔ, απέρριψε ως αβάσιμα τα αιτήματα διακοπής και αναβολής της δίκης και διέταξε την πρόοδο αυτής με την ακόλουθη, επί λέξει, αιτιολογία: “…
Εν προκειμένω από τα πρακτικά της παρούσας δίκης σε συνδυασμό με τα έγγραφα της δικογραφίας στο σύνολό τους, την με αρ. πρωτ, 3349/5-3-2018 επιστολή – αίτηση της συνηγόρου του πρώτου κατηγορούμενου Θ. Τ. και το από 2-3-2018 ιατρικό σημείωμα του μαιευτήρα γυναικολόγου Κ. Χ., αφού, το δικαστήριο άκουσε τους προσελθόντες ως “αγγέλους” Δ. Β. και Θ. Σ., δικηγόρους Αθηνών, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η δικηγόρος Αθηνών Θεοδώρα Τομαρά διορίσθηκε αυτεπαγγέλτως με την 2862/2016 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου ως συνήγορος υπεράσπισης του πρώτου κατηγορουμένου Β. Τ.. Ο τελευταίος μαζί με τον συγκατηγορούμενό του Ε Μ. που υπερασπίζεται ο παρών δικηγόρος Σπ. Σπηλιάκος έχουν καταδικασθεί πρωτοδίκως με την 2456/2009 απόφαση (εκκαλουμένη) για κακουργηματική απάτη σε κάθειρξη 5 ετών έκαστος. Η εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (δευτεροβαθμίου) ξεκίνησε στις 11 Οκτωβρίου 2017. Η αποδεικτική διαδικασία ολοκληρώθηκε στις 6 Νοεμβρίου 2017 οπότε το δικαστήριο λόγω παρέλευσης της ώρας (3μμ) και μη παραμονής περαιτέρω του γραμματέως της έδρας διέκοψε τη δίκη για τη δικάσιμο της 12 Ιανουαρίου 2018 προκειμένου να προτείνει ο Εισαγγελέας της έδρας επί της ενοχής ή μη των κατηγορουμένων και να αγορεύσουν οι συνήγοροι τους. Κατά τη δικάσιμο της 12ης Ιανουαρίου 2018 η ως άνω συνήγορος απέστειλε με “άγγελο” τον συνήγορο του δεύτερου κατηγορούμενου το από 10-1-2018 σημείωμα του μαιευτήρα στρατιωτικού ιατρού Κ. Χ., ανακοινώνοντας στο δικαστήριο το πρώτον (παρά τις προηγηθείσες άνευ οιασδήποτε δηλώσεως παραστάσεις της) ότι βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης, η οποία κατέστη “προβληματική” όταν μετέβη στη … όπου υπηρετεί ως στρατιωτικός ο σύζυγός της ζητώντας τη διακοπή της δίκης. Το δικαστήριο με την 91Α/2018 παρεμπίπτουσα απόφασή του δέχθηκε το σχετικό αίτημα και (λαμβάνοντας υπόψη τα περί “συστάσεως 20ημερου κλινοστατισμού” όρισε δικάσιμο για την αποπεράτωση της δίκης την 9η Μαρτίου 2018. Επισήμανε ωστόσο στον πρώτο κατηγορούμενο ότι η αποδεικτική διαδικασία έχει ολοκληρωθεί καθώς και ότι το άρθρο 340 ΚΠΔ έχει τροποποιηθεί από την 22-12-2017, όπως ανωτέρω αναπτύχθηκε , ώστε να επιμεληθεί τα της υπεράσπισής του σε συνεννόηση με τη συνήγορό του αναφορικά με την αγόρευση επί της ενοχής ή μη κ.λπ. Στην τελευταία αυτή δικάσιμο (9-3-2018) η συνήγορος του πρώτου κατηγορούμενου και πάλι δεν εμφανίστηκε. (Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο τελευταίος εξ υπαρχής την είχε “εν τοις πράγμασι” καταργήσει χωρίς αντίδραση εκ μέρους της και εντεύθεν με αποδοχή της, παρεμποδίζοντας την να ασκήσει τα καθήκοντα της και να υποβάλει ερωτήσεις στους μάρτυρες, διακόπτοντάς την και υποβάλλοντας ο ίδιος ερωτήσεις παρά τις σχετικές επισημάνσεις της Προέδρου, βλ. και σελίδες 5, 7, 10, 12 των πρακτικών της παρούσας). Η ανωτέρω λοιπόν έστειλε την από 2-3-2018 επιστολή με το ακόλουθο περιεχόμενο και αίτημα: Ότι διανύει την 37η εβδομάδα της κυήσεώς της, ότι ο προαναφερόμενος ιατρός δεν της επιτρέπει να μετακινηθεί, ότι προτίθεται να γεννήσει στη …όπου υπηρετεί ο σύζυγός της, ότι ο τοκετός της αναμένεται μέχρι 23-3-2018 και ότι “για κάποιους μήνες μετά τον τοκετό δεν θα μπορεί να ταξιδέψει στην …. για να ασκήσει το λειτούργημα της”. Για το λόγο αυτό ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης. Συνημμένα προς την ανωτέρω επιστολή υποβλήθηκε και το από 2-3-2018 σημείωμα του αυτού ως άνω μαιευτήρα ιατρού με περιεχόμενο “ότι η Θ. Τ. διανύουσα την 37η εβδομάδα της κύησης δεν μπορεί να ταξιδέψει λόγω ανεπάρκειας τραχήλου”. Οι δικηγόροι εξ άλλου Δ Β. και Θ. Σ. που εξετάσθηκαν ως “άγγελοι” από το δικαστήριο υπέβαλαν αίτημα διακοπής της δίκης επί 40ημερο τουλάχιστον, υπέδειξαν στο δικαστήριο να διορίσει άλλον συνήγορο αυτεπαγγέλτως και να διακόψει οπότε μετά 40 ημέρες να ασκήσει καθήκοντα υπερασπιστή ο δεύτερος συνήγορος, ενώ δηλώθηκε η “επιθυμία” να μην εφαρμοστεί το άρθρο 340 ΚΠΔ παρ. 1 σε περίπτωση “λοχείας”. Επί των ανωτέρω επισημαίνονται τα ακόλουθα: Προεχόντως το άρθρο 340 παρ. 1 ΚΠΔ (όπως τούτο ισχύει), αδιάστικτα προβλέπει ότι η πρόοδος της δίκης στις επόμενες της εναρκτήριας συνεδριάσεις του δικαστηρίου, δεν εμποδίζεται από τη μη εμφάνιση, μη παράσταση ή την με οποιονδήποτε τρόπο μη εκπροσώπηση του κατηγορούμενου από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος ορίζεται από τον Πρόεδρο κατά την έναρξη της συνεδρίασης. Διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου συνεπώς περί εφαρμογής ή μη της ανωτέρω διατάξεως αναλόγως των εκάστοτε περιστάσεων δεν προβλέπεται. Στην υπό κρίση υπόθεση μάλιστα δεν συνέτρεχε περίπτωση δίκης που επρόκειτο να διαρκέσει επί μακρόν (η αποδεικτική διαδικασία περατώθηκε σε δυο συνεδριάσεις) ούτε και τέθηκε τέτοιο θέμα κατά την έναρξη της διαδικασίας, ούτε δηλώθηκε πιθανότητα κωλύματος της διορισθείσας συνηγόρου λόγω της προβλέψιμης κατάστασης της εγκυμοσύνης της ώστε να ερευνηθεί αν απαιτείται ο διορισμός και δεύτερου δικηγόρου. Επομένως το αίτημα των μελών του Δ.Σ του δικηγορικού συλλόγου Αθηνών να μην εφαρμοστεί η παραπάνω διάταξη ερείδεται επί εσφαλμένης νομικής προϋποθέσεως, όπως άλλωστε και τα αιτήματα περί διακοπής της δίκης ή περί αναβολής της, πέραν του ότι είναι άνευ αντικειμένου εφόσον η αποδεικτική διαδικασία έχει προ πολλού ολοκληρωθεί Επιπροσθέτως επισημαίνονται και τα εξής: Το αίτημα των παραπάνω δικηγόρων στο ακροατήριο περί διακοπής της δίκης έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το εγγράφως υποβληθέν ως ανωτέρω αίτημα της συνηγόρου του πρώτου κατηγορούμενου η οποία ζήτησε αποκλειστικά την αναβολή της δίκης χωρίς μάλιστα το σχετικό αίτημα να συνάδει με τις προϋποθέσεις του άρθρου 349 ΚΠΔ καθόσον το επικαλούμενο ιατρικό σημείωμα εκπορεύεται από στρατιωτικό μεν ιατρό ασκούντα όμως ιδιωτικώς το επάγγελμα και όχι από νοσηλευτικό ίδρυμα όπως απαιτεί η παρ. 2 του άνω άρθρου. Εξ άλλου η παραπάνω συνήγορος (όπως προαναφέρθηκε) δεν επικαλείται συγκεκριμένο χρόνο επιστροφής στα καθήκοντα της ώστε να αγορεύσει ως υπερασπιστής του πρώτου κατηγορούμενου. Αντίθετα ισχυρίζεται ότι το κώλυμά της θα διαρκέσει (αορίστως) “για κάποιους μήνες μετά τον τοκετό”. Επομένως και το αίτημα για συνέχιση μετά την πάροδο του 40ημέρου της λοχείας της που υπέβαλαν οι συνάδελφοι της είναι άνευ αντικειμένου, καθόσον όπως η ίδια διαβεβαιώνει στην επιστολή της δεν θα μπορεί να ανταποκριθεί στα καθήκοντα της επί μακρόν. Περαιτέρω τα προβλήματα που η ανωτέρω δικηγόρος επικαλέσθηκε (χαμηλή πρόσφυση πλακούντα στις 10-1-2018 και ανεπάρκεια τραχήλου στις 2-3-2018) αποτελούν ως εκ της φύσεως τους κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής προβλήματα που υπάρχουν πάντοτε από την έναρξη της κύησης, επιβεβαιώνονται με τις ενδεδειγμένες εξετάσεις (κλινική, υπερήχων) από τους ιατρούς αντίστοιχης ειδικότητας που παρακολουθούν τις εγκύους ανελλιπώς κατά μήνα καθ’ όλο το 9μηνο, οπότε λαμβάνονται καθ’ υπόδειξη του θεράποντος ιατρού και τα αντίστοιχα προληπτικά μέτρα (συνήθως αποφυγή μετακίνησης, κλινοστατισμός κατ’ εξοχήν κατά τους πρώτους μήνες) προς αποφυγή αποβολής (συνέπεια προβλεπτή και αναμενόμενη επί μη συμμόρφωσης με τις ιατρικές συστάσεις). Εντεύθεν συνιστούν περιστατικά γνωστά και προβλέψιμα στην ανωτέρω συνήγορο, η οποία κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εφόσον είναι κάτοικος ….. (…, βλ. και σχετική δήλωσή της στην από 2-3-2018 επιστολή προς το δικαστήριο) και ασκεί τα καθήκοντα της ως μέλος του ΔΣΑ βρισκόταν προδήλως από την αρχή της εγκυμοσύνης της υπό την παρακολούθηση ιατρού μαιευτήρος των …, είχε δε φυσική παρουσία στο ακροατήριο κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας (ανεξαρτήτως του ότι συστηματικά παρεμποδίστηκε από τον κατηγορούμενο κατά τα προεκτεθέντα να ασκήσει τα καθήκοντά της), χωρίς ωστόσο να προβάλλει οποιοδήποτε κώλυμα συνεπεία της κύησης η οποία σημειωτέον δεν ήταν εμφανής και ουδόλως έγινε αντιληπτή από το δικαστήριο. Παρά την υπάρχουσα εκκρεμότητα λοιπόν ως προς την ολοκλήρωση της άσκησης των καθηκόντων της στην παρούσα δίκη, (αγόρευση της ως υπερασπιστή του πρώτου κατηγορούμενου) και τους ενδεχόμενους κινδύνους από τη μετακίνησή της στην κατάστασή της, δυόμισι μόλις μήνες πριν τον τοκετό, επέλεξε για τους δικούς της λόγους να μεταβεί στο νησί της … γνωρίζοντας ότι ήταν προσβάσιμο μόνον αεροπορικώς η ακτοπλοϊκώς, να αλλάξει (οψίμως προς το τέλος της εγκυμοσύνης) μαιευτήρα προσφεύγοντας σε εκεί ασκούντα τη μαιευτική συνάδελφο του συζύγου της στρατιωτικό ιατρό), ο οποίος το πρώτον βεβαιώνει και μάλιστα σε διαφορετικούς χρόνους τη συνδρομή δύο προβλημάτων που προδήλως προϋπήρχαν χωρίς προηγουμένως να επικαλεσθεί αδυναμία στην άσκηση των καθηκόντων της. Τέλος παρά το γεγονός ότι κατά τη δικάσιμο της 12-1-2018 επικαλέσθηκε πρόβλημα σε σχέση με την εγκυμοσύνη της και γνωστοποιήθηκε στον κατηγορούμενο η επικείμενη εφαρμογή που όρθρου 340 ΚΠΔ, χορηγήθηκε διακοπή αυτεπαγγέλτως (εν όψει του ότι υπήρχαν και άλλες υποθέσεις στο πινάκιο οι οποίες εκδικάστηκαν) και με τον ορισμό της δικασίμου της 9-3-2018 δόθηκε επαρκής χρόνος προς αντιμετώπιση του προβλήματος με ανάλογες ενέργειες που όφειλε να επιλέξει ο άνω κατηγορούμενος σε συνεννόηση με τη συνήγορό του. Πλην όμως ουδέν έπραξε ο τελευταίος, παρά επανήλθε παρελκυστικώς με αιτήματα αναβολής σε υπόθεση που είχε αναβληθεί προηγουμένως στον παρόντα βαθμό ένδεκα (11) φορές, με αποδεικτική διαδικασία που είχε ήδη προ πολλού περατωθεί, σε δικάσιμο που δεν υπήρχαν πλέον άλλες υποθέσεις στο πινάκιο προς εκδίκαση ώστε να συνεχίσει το δικαστήριο τις συνεδριάσεις του και με σημείωμα από ιδιώτη γιατρό όχι από νοσηλευτικό ίδρυμα (κατά παράβαση του άρθρου 349 ΚΠΔ ως προελέχθη), πέραν της επικείμενης αποχωρήσεως του Εισαγγελέως της έδρας από την υπηρεσία με το πέρας του δικαστικού έτους. Kατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω τα υποβληθέντα αιτήματα πρέπει ως αβάσιμα να απορριφθούν και να εφαρμοσθεί το άρθρο 340 παρ. 1 ΚΠΔ όπως τούτο ήδη ισχύει”. Με βάση της παραδοχές αυτές, οι οποίες είναι σαφείς και πλήρεις, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την, κατά την ανωτέρω έννοια, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής -διακοπής της δίκης, αφού εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις στο ακροατήριο και με βάση τις οποίες κατέληξε σε απορριπτική κρίση, εκτιμώντας, ανελέγκτως, με ειδική σκέψη και σύμφωνα με τις παραδοχές της, ενόψει του ότι η συζήτηση της υπόθεσης στο δεύτερο βαθμό είχε αναβληθεί 11 φορές μετά από αίτημα και του κατηγορουμένου – αναιρεσείοντος και, ήδη, είχε διακοπεί από 12-1-2018 για τον ίδιο λόγο στο πρόσωπο της συνηγόρου του, ότι το εν λόγω αίτημα αναβολής ήταν καταχρηστικό και κατέτεινε στην παρέλκυση της συζήτησης της υπόθεσης και ότι με την ικανοποίησή του θα παραβιάζονταν οι αρχές της ταχείας διεξαγωγής της ποινικής δίκης και της ανεύρεσης της ουσιαστικής αλήθειας, ορθώς δε στη συνέχεια προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης, χωρίς να διορίσει άλλο δικηγόρο στον αναιρεσείοντα, αφού δεν υποβλήθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών, σχετικό αίτημα από τον τελευταίο, δεν υπερέβη την εξουσία του το Δικαστήριο και δεν παραβιάσθηκαν τα δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορουμένου κατ’ άρθρο 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 στοιχ. Δ’ του Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Επομένως, ουδεμία ακυρότητα προκλήθηκε, καθόσον εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου να αναβάλει ή όχι τη δίκη, μη υποχρεουμένου να αναβάλει, εφόσον δεν πείστηκε περί της βασιμότητας του ως άνω αιτήματος, το οποίο απορρίφθηκε, όπως προεκτέθηκε, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Κατ’ ακολουθία, οι προβαλλόμενοι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’, Δ’ και Η’ του ΚΠοινΔ, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας, που προκλήθηκαν, κατά τον αναιρεσείοντα Β.Τ., με την παρεμπίπτουσα απορριπτική των αιτημάτων διακοπής – αναβολής της δίκης και προόδου αυτής απόφαση του Εφετείου, είναι αβάσιμοι.
2.7 Κατά τη διάταξη του άρθρου 100 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 3 του Ν. 3904/2010 και το άρθρο 67 παρ. 3 του Ν. 3994/2011, “Αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη από τρία έτη και μέχρι πέντε έτη και συντρέχει στο πρόσωπό του η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ. 1, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της απόφασης στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων”. Από τη διάταξη αυτή, όπως διαμορφώθηκε μετά τις επελθούσες τροποποιήσεις της, προκύπτει, ότι το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αποφασίσει σχετικά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς να αποφασίσει προηγουμένως επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, από τη οποία ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι μετά την κήρυξη του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος Β.Τ., καθώς και του συγκατηγορουμένου του, Ε. Μ., ως ενόχων και την επιβολή στον καθένα από αυτούς ποινής φυλάκισης πέντε (5) ετών, το Εφετείο αποφάνθηκε περί της μετατροπής αυτής με την παρακάτω αιτιολογία: “Επειδή, από την έρευνα του χαρακτήρα των κατηγορουμένων, που κηρύχθηκαν ένοχοι και τις άλλες περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η χρηματική ποινή αρκεί για να τους αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων (άρθρο 82 ΠΚ όπως τελικώς αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1419/1984). Συντρέχει επομένως νόμιμη περίπτωση να μετατραπεί η παραπάνω ποινή σε χρηματική….” Έτσι, όμως, κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας και παραλείποντας να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την αναστολή εκτέλεσης της ποινής, υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, που θεμελιώνει τον κατ’ άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης. Κατ’ ακολουθία τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού, έκτου λόγου αναίρεσης του Β.Τ., ως βασίμου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον, όμως ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, κατά το εν λόγω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠοινΔ 519), ωφειλουμένου και του συγκατηγορουμένου του, Ε Μ., συναυτουργού στην προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη, λόγω επεκτατικού αποτελέσματος του παραπάνω αναιρετικού λόγου, εφόσον δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του Β.Τ. (αρθρ. 469 εδ.α’ΚΠοινΔ). Πρέπει να σημειωθεί, ότι ο έβδομος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων Β.Τ. μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τον καθορισμό του ποσού της μετατροπής της ποινής σε χρηματική, καθίσταται πλέον χωρίς αντικείμενο, καθόσον καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του προαναφερθέντος, κριθέντος βασίμου, αναιρετικού λόγου περί υπέρβασης εξουσίας από την παράλειψη αυτεπάγγελτης διερεύνησης της συνδρομής των προϋποθέσεων για την αναστολή εκτέλεσης της ποινής (άρθρο 100 ΠΚ). 2.8 Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ. 2 και 369 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικών στοιχείων, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ’ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά τους, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί, ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό τους και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά τους, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠοινΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Περίπτωση μη ανάγνωσης εγγράφων, υπάρχει και όταν τα έγγραφα ήσαν συντεταγμένα σε ξένη γλώσσα και αναγνώσθηκαν χωρίς να βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενό τους. Στην περίπτωση όμως αυτή, για να επέλθει η απόλυτη ακυρότητα, πρέπει να αναφέρεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι τα αναγνωσθέντα έγγραφα είχαν συνταχθεί σε συγκεκριμένη ξένη γλώσσα και ότι αναγνώσθηκαν αυτούσια και όχι σε ελληνική μετάφραση. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται, αφενός μεν ότι δεν είναι απαραίτητο στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης να καταχωρείται το περιεχόμενο των αναγνωσθέντων εγγράφων, αρκούσης της αναγραφής σ’ αυτά των στοιχείων που προσδιορίζουν την ταυτότητά τους, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί σε ποια έγγραφα στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου και εάν αυτά έχουν πραγματικά αναγνωσθεί και ως εκ του περιεχομένου τους ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση περί της ενοχής του κατηγορουμένου ή περί της βασιμότητας κάποιου αυτοτελούς ισχυρισμού, αφετέρου δε ότι η ανάγνωση των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη μπορεί να προκύπτει όχι μόνο από την ειδική μνεία τους στο οικείο μέρος των πρακτικών της δίκης στο οποίο καταχωρούνται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά και από την σχετική διαβεβαίωση του δικαστηρίου περί της ανάγνωσης των εγγράφων που διαλαμβάνονται στις αιτιολογίες.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων Β.Τ. αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της, διαμόρφωσε την καταδικαστική γι’ αυτόν κρίση της λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των αναγνωσθέντων και αναφερόμενων στα πρακτικά εγγράφων, μεταξύ των οποίων υπήρξαν έγγραφα συντεταγμένα σε ξένη γλώσσα και συγκεκριμένα περιλαμβάνονταν τα εξής: (α) επιστολή της τράπεζας … για τη σχέση της με την … … με α/α 55, (β) αντίγραφο της κίνησης του λογαριασμού της … … με α/α 57, (γ) αναλήψεις σε δολάριο με α/α 62 έως 108, (δ) σήμα … για την εταιρεία … … με α/α 61, (ε) εξουσιοδότηση … … (6-8-2003) με α/α 113. Επιπροσθέτως, προβάλλεται η αιτίαση, ότι στα πρακτικά της ίδιας ως άνω απόφασης δεν αναφέρεται, ότι τα παραπάνω ξενόγλωσσα έγγραφα είχαν μεταφρασθεί νόμιμα στην ελληνική γλώσσα, όπως, αντίθετα, έχει αναφερθεί ρητά για άλλα ξενόγλωσσα έγγραφα, που αναγνώστηκαν, όπως το με α/α 49-50, α/α 7, καθώς και το σύνολο των ξενόγλωσσων εγγράφων που προσκομίστηκαν από τους κατηγορουμένους, καθώς και ότι δεν βεβαιώνεται, ότι ο αναιρεσείων ή ο συνήγορός του μπορούσε να αντιληφθεί την έννοια των αναγραφόμενων στα προαναφερθέντα έγγραφα που είχαν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα. Όμως, από την επισκόπηση των, μη προσβαλλόμενων ως πλαστών, πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία αποδεικνύουν πλήρως όσα αναγράφονται σ’αυτά (αρθρ.141 παρ.3 ΚΠοινΔ), στη θέση των αναγνωστέων εγγράφων, προκύπτει, ότι καταχωρήθηκαν τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα των παραπάνω αναγνωσθέντων εγγράφων, χωρίς να γίνεται αναφορά, ότι αυτά είχαν συνταχθεί σε συγκεκριμένη ξένη γλώσσα και ότι αναγνώστηκαν αυτούσια σε ξένη γλώσσα και όχι σε ελληνική μετάφραση, πράγμα αναγκαίο, για να επέλθει η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα απόλυτη ακυρότητα. Επιπροσθέτως, όλα τα παραπάνω έγγραφα αναγνώστηκαν τόσον πρωτοβαθμίως, όσον και δευτεροβαθμίως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των σχετικών πρακτικών, χωρίς να προβληθεί οποιαδήποτε αντίρρηση στην ανάγνωσή τους, από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ή τη συνήγορό του, λόγω προσβολής των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων.
Συνεπώς, ο υποστηρίζων τα αντίθετα, από το άρθρο 510 παρ. 1 Α’, σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 δ’ του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων της αίτησης αναίρεσης του Β.Τ. είναι αβάσιμος.
3. Ως προς την αίτηση αναίρεσης του δευτέρου των ως άνω αναιρεσειόντων, Ε Μ., πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα:
3.1. Σύμφωνα με τo άρθρο 79 παρ. 4 του Π.Κ., “στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε”. Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι “κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεσθεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία”. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει, ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στη σχετική με την ποινή απόφασή του άλλη ειδικότερη αιτιολογία για τα στοιχεία αυτά. Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, κατά δε το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β’ του Συντάγματος, όπως το άρθρο αυτό ισχύει από 18.4.2001, μετά την αναθεώρηση από τη Ζ’ Αναθεωρητική βουλή των Ελλήνων, αναγνωρίζεται, ήδη, ότι οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν, κατά το Σύνταγμα, να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση σε συνδυασμό, αναφορά και συνάρτηση με το ύψος της επιβληθείσας ποινής και το μέγεθος της απαξίας της αξιόποινης πράξης, εφόσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια, των οποίων η συνεκτίμηση διαμορφώνει τη κρίση του δικαστηρίου για την υπέρβαση ή μη της αρχής της αναλογικότητας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 παρ. 3 του Ν. 4239/2014 “Δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης, στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια και στο Ελεγκτικό Συνέδριο και άλλες διατάξεις”, “Κατά την επιμέτρηση της ποινής το αρμόδιο δικαστήριο λαμβάνει υπ’ όψιν την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορούμενου. Στη δικαστική απόφαση γίνεται ρητή μνεία με συνοπτική αιτιολογία, ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του την κατά τα άνω υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, γεγονός το οποίο μπορεί να συνιστά, εν όλω ή εν μέρει, δίκαιη ικανοποίηση για την καθυστέρηση της ποινικής διαδικασίας.”. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ως άνω νόμου, “Η αρμοδιότητα προς εκδίκαση της αίτησης για δίκαιη ικανοποίηση, όταν αφορά καθυστέρηση εκδίκασης υπόθεσης ενώπιον: (α) του Αρείου Πάγου, ανατίθεται σε Αρεοπαγίτη, (β) του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ανατίθεται σε Σύμβουλο ή Πάρεδρο, (γ) του εφετείου, ανατίθεται σε Πρόεδρο Εφετών του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, (δ) του πρωτοδικείου, ανατίθεται σε Πρόεδρο Πρωτοδικών του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, (ε) του ειρηνοδικείου, ανατίθεται στον Ειρηνοδίκη που διευθύνει το ειρηνοδικείο που εξέδωσε την απόφαση…”. Ακόμη, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου, “1. Το δικαστήριο αποφαίνεται για το αν συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης συνεκτιμώντας ιδίως: α) την καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης για τη διάρκεια της οποίας διατυπώνεται παράπονο ότι υπερέβη την εύλογη διάρκεια, β) την πολυπλοκότητα των τιθέμενων πραγματικών και νομικών ζητημάτων, γ) τη στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και δ) το διακύβευμα της υπόθεσης για τον αιτούντα. 2. Όταν διαπιστώνεται ότι συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης και επομένως υπάρχει παραβίαση του δικαιώματος σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, το δικαστήριο αποφαίνεται για το αν πρέπει να καταβληθεί χρηματικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση και σε καταφατική περίπτωση ορίζει το ύψος αυτής, λαμβάνοντας υπόψη και την περίοδο που υπερέβη τον εύλογο χρόνο για την εκδίκαση της υπόθεσης, κατά συνεκτίμηση των κριτηρίων της προηγούμενης παραγράφου, καθώς και την ικανοποίηση του αιτούντος από άλλα μέτρα που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία για την αποκατάσταση της βλάβης του, μεταξύ των οποίων και την επιδίκαση υπέρ αυτού αυξημένης δικαστικής δαπάνης, κατά τα οριζόμενα στις οικείες διατάξεις”. Τέλος, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 του αυτού ως άνω νόμου, “Τα οριζόμενα στα προηγούμενα άρθρα εφαρμόζονται αναλόγως και στις διαδικασίες ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των επομένων παραγράφων”, όπως και η παράγραφος 3 του άρθρου τούτου, που παρατέθηκε στην αρχή της παρούσας νομικής σκέψης, σύμφωνα με την οποία κατά την επιμέτρηση της ποινής το αρμόδιο δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επέβαλε στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Ε.Μ. ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της, με ειδική σκέψη του, για την επιβολή της άνω ποινής έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα της πράξης και την προσωπικότητα του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου και για την εκτίμηση των στοιχείων αυτών χρησιμοποίησε και τα ειδικώς μνημονευόμενα στην απόφαση κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, ενώ δεν ήταν υποχρεωμένο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να διαλάβει στην απόφαση αυτή άλλη ειδικότερη αιτιολογία. Αναφορικά με την επιβληθείσα στον καταδικασθέντα κατηγορούμενο πενταετή ποινή φυλάκισης, που κυμάνθηκε εντός των ορίων του πλαισίου της προβλεπόμενης ποινής (1 έως 6 έτη ενόψει της αναγνώρισης ελαφρυντικού) και είναι κατώτερη του δυναμένου να επιβληθεί ορίου αυτής, λαμβάνοντας υπόψη και τις προβλέψεις του άρθρου 79 ΠΚ για την επιμέτρηση της ποινής, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, με τις ανωτέρω παραδοχές, την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 του Π.Κ., την οποίαν ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, η δε επιβληθείσα ποινή, ενόψει της βαρύτητας και της απαξίας της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο άνω αναιρεσείων, δεν κρίνεται δυσανάλογη. Η μη αναφορά, ότι λήφθηκε υπόψη η τυχόν υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, με βάση τις προπαρατεθείσες διατάξεις, δεν συνεπάγεται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν. 4239/2014, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων Ε.Μ.ς, ούτε έλλειψη αιτιολογίας, αφού η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι πράγματι έχει διαγνωσθεί η υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης, κάτι που δεν συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση. Άλλωστε, κριτήριο για την κατάφαση της υπέρβασης αυτής δεν είναι μόνο η παρέλευση δυσανάλογα μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση του εγκλήματος αλλά, κατά το νόμο (άρθρο 5 παρ. 1 Ν. 4239/2014), συνεκτιμώνται η καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης, η πολυπλοκότητα των πραγματικών και νομικών ζητημάτων, η στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και το διακύβευμα της υπόθεσης για τον κατηγορούμενο, όπως δε συνάγεται από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του Ν. 4239/2014, το ποινικό Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής υποχρεούται να λάβει υπόψη του και να μνημονεύσει με συνοπτική αιτιολογία την κατά άνω υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, εφόσον θετικά διαπιστώσει τη συνδρομή τέτοιας περίπτωσης, ενώ δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει αρνητικά, ότι δεν συντρέχει η περίπτωση αυτή, όταν, μάλιστα, δεν έχει υποβληθεί συναφής ισχυρισμός από τον κατηγορούμενο, δοθέντος και του ότι αυτός (κατηγορούμενος διατηρεί το δικαίωμα να προσφύγει συναφώς στα αρμόδια όργανα, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του άνω νόμου, για τη δίκαιη ικανοποίησή του λόγω της καθυστέρησης της ποινικής διαδικασίας. Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠοινΔ, προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα, Ε Μ. λόγοι αναίρεσης, προς θεμελίωση των οποίων ο τελευταίος πρόβαλε, ότι η πληττόμενη απόφαση, κατά την επιμέτρηση της επιβληθείσας ποινής, δεν έλαβε υπόψη την υπέρβαση του εύλογου χρόνου της διαδικασίας, που αποτελεί αυτοτελή λόγο μείωσης της ποινής, κατά το ΕΔΔΑ και κατά την παρ. 3 του άρθρου 7 του Ν. 4239/2014, την οποία παραβίασε, εφαρμόζοντας εσφαλμένως την εν λόγω διάταξη αλλά και αυτή του άρθρου 79 του Π.Κ. και χωρίς να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία περί αυτού, είναι αβάσιμοι.
4. Σημειώνεται, ότι οι πολιτικώς ενάγοντες, α) Π. Σ.ς, β) Λ. Μ., γ) Ι. Σ., δ) Σ.ς Κ.ς και ζ) Μ. Κ.ς, δεν παραστάθηκαν στην αναιρετική δίκη, καίτοι είχαν κληθεί νόμιμα προς τούτο στην αρχική δικάσιμο της 20-03-2019, όπως προκύπτει από τα από 01-03-2019, 27-02-2019, 27-02-2019, 28-02-2019 και 01-03-2019 αποδεικτικά επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, Α. Σ., που υπάρχουν στο φάκελο της Δικογραφίας και όφειλαν να εμφανιστούν χωρίς νέα κλήτευση κατά τη σημερινή μετ’ αναβολή δικάσιμο (άρθρο 515 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠοινΔ), ενώ οι πολιτικώς ενάγοντες, α) Ε. Σ. και β) Σ. Φ., οι οποίοι είχαν κληθεί, ομοίως, με τα από 27-02-2019 και 28-02-2019 αποδεικτικά επίδοσης της ίδιας ως άνω Δικαστικής Επιμελήτριας, εμφανίστηκαν μεν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, χωρίς όμως να εκπροσωπηθούν από πληρεξούσιους δικηγόρους, όπως τούτο επιβάλλεται, κατά το νόμο, για τη νομότυπη παράστασή τους. 5. Κατ’ ακολουθία, πρέπει : α) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη μόνο ως προς τη διάταξή της για τη μετατροπή της ποινής του αναιρεσείοντος Β. Τ. του Λ., λόγω δε επεκτατικού αποτελέσματος και ως προς τον συγκατηγορούμενο του Ε Μ. του Ιωάννη, σχετικά με την ίδια διάταξη, β) να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αμέσως παραπάνω αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), απορριπτόμενων κατά τα λοιπά 1)της από 08-02-2019 (με αρ. πρωτ. 1789/08-02-2019) αίτησης αναίρεσης του Β. Τ., καθώς και των επ’ αυτής από 22-03-2019 πρόσθετων λόγων και 2)της από 11-02-2019 (με αρ. πρωτ. 1883/11-02-2019) αίτησης αναίρεσης του Ε Μ..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ –
Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθμό 3012Α’/2017, 91Α’/2018, 735/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και δη μόνο ως προς τη διάταξή της για τη μετατροπή της ποινής του αναιρεσείοντος Β. Τ. του Λ., κατοίκου …, λόγω δε επεκτατικού αποτελέσματος και ως προς τον συγκατηγορούμενό του, Ε Μ., σχετικά με την ίδια διάταξη.
-Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αμέσως παραπάνω αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
-Απορρίπτει κατά τα λοιπά: α) την από 08-02-2019 (με αρ. πρωτ. 1789/08-02-2019) αίτηση του αναιρεσείοντος, Β. Τ. του Λ., κατοίκου …, καθώς και τους επ’ αυτής από 22-03-2019 πρόσθετους λόγους του ιδίου και β) την από 11-02-2019 (με αρ. πρωτ. 1883/11-02-2019) αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος, Ε. Μ. του Ι., κατοίκου …, για αναίρεση της παραπάνω απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
areiospagos.gr
