Η διατροφή του ενάγοντος ενηλίκου τέκνου περιλαμβάνει ποσά: για την τροφή, την ένδυση, την υπόδηση, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη (την πέραν της καλυπτόμενης από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα), την προσωπική υγιεινή και καθαριότητα, την αγορά εκπαιδευτικού υλικού (ξενόγλωσσα βιβλία, γραφική ύλη, πανεπιστημιακά συγγράμματα, φωτοτυπίες κλπ.), τις μετακινήσεις, τη δαπάνη κινητής τηλεφωνίας, την ψυχαγωγία, την κοινωνική παράσταση και τον παραθερισμό, ενώ στις ανάγκες της λειτουργίας της κατοικίας περιλαμβάνονται: ο φωτισμός, η ύδρευση, η θέρμανση, η συντήρηση και η καθαριότητα της κατοικίας, η αγορά οικιακών συσκευών, η πληρωμή των λογαριασμών τηλεπικοινωνίας και των κοινοχρήστων δαπανών (1493 εδ. β` Α.Κ.), οι οποίες υπολογίζονται συνολικά και επιμερίζονται ανά μήνα (Μ. Πρ. Θεσσαλ. 14209/2022 ΝΟΜΟΣ).
Από την διάταξη του άρθρου 1486 § 1 ΑΚ συνάγεται ότι δικαίωμα διατροφής έχει (εκτός από το ανήλικο) και το ενήλικο τέκνο, εφόσον το τελευταίο δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαιδεύσεώς του. Η διατροφή αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 1493 ΑΚ, περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του δικαιούχου και επί πλέον τα έξοδα για την ανατροφή, καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευσή του. Έτσι, στην ανάλογη διατροφή ενήλικου τέκνου, που στερείται επαρκών περιουσιακών στοιχείων και δεν έχει ακόμα υποχρέωση να εργασθεί, γιατί σπουδάζει ή έχει την πρόθεση να σπουδάσει, περιλαμβάνεται όχι μόνον η δαπάνη για τροφή, στέγαση και κάθε άλλο απαραίτητο για την επιβίωσή του, αλλά και η δαπάνη για την επαγγελματική του εκπαίδευση, θεωρητική ή τεχνική, οποιασδήποτε βαθμίδας, περιλαμβανομένης και της πανεπιστημιακής (βλ. ΑΠ 433/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1486/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 828/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 212/1999 ΕλλΔνη 1999.1043, Μ.Πρ.Αθ. 1792/2022 ΝΟΜΟΣ).
Προϋπόθεση να αξιώσει διατροφή από τους γονείς του το ενήλικο τέκνο είναι η απορία του και συγκεκριμένα η έλλειψη επαρκών περιουσιακών στοιχείων ή η αδυναμία του να μετέλθει κατάλληλη εργασία, που να επιτρέπει την απρόσκοπτη συνέχιση των σπουδών του (βλ. ΑΠ 828/2015 ΝΟΜΟΣ). Πράγματι, η ιδιότητα του τέκνου ως σπουδαστή συνεπάγεται συνήθως ότι αυτό δεν είναι σε θέση να ασκήσει παράλληλα οποιοδήποτε επάγγελμα ή εργασία χωρίς βλάβη της υγείας του και της επιτυχούς αντιμετώπισης των σπουδών του (βλ. ΜΕφΠειρ 447/2020 ΝΟΜΟΣ, ΜΕφΘεσ 2725/2018 Αρμεν 2018.1485, ΕφΑθ 3454/2008 ΕλλΔνη 2008.1490). Βέβαια, οι ανάγκες της εκπαιδεύσεως εξαρτώνται από τις λοιπές βιοτικές συνθήκες του δικαιούχου, ενώ παράλληλα λαμβάνονται υπόψη οι επιδόσεις του, η προθυμία και η ικανότητά του να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ορισμένου βαθμού και επιπέδου σπουδών (βλ. ΑΠ 953/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 117/2008 ΕλλΔνη 2009.717, ΜΕφΠειρ 447/2020 ό.π., ΜΕφΑθ 1277/2018 ΝΟΜΟΣ, Μ.Πρ.Αθ. 1792/2022 ΝΟΜΟΣ).
Επειδή οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν και το ενήλικο τέκνο τους, η δε αντίστοιχη έναντι αυτού υποχρέωση αυτών, η οποία προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1389, 1390, 1485, 1486, 1489 εδ. β” και 1493 του Α.Κ., υφίσταται με την συνδρομή των προϋποθέσεων της Α.Κ. 1486 παρ. 1, η οποία προβλέπει ότι: «δικαίωμα διατροφής έχει μόνο όποιος δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες ενόψει και των τυχών αναγκών της εκπαίδευσής του» (Β. Βαθρακοκοίλης, ΕΡΜΝΟΜΑΚ, άρθρο 1486 Α.Κ., σελ. 742 – 743). Για την κάλυψη των δαπανών διατροφής του τέκνου με την ανωτέρω έννοια επιβαρύνονται και οι δύο γονείς του, κάθε ένας από τους οποίους είναι υποχρεωμένος να καλύψει ένα ποσοστό από τις ανάγκες του τέκνου του, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του, που πηγάζουν από τα εισοδήματα ή τους πόρους του ή την περιουσία του υπόχρεου, που λαμβάνεται υπόψη, εφόσον οι πρόσοδοι απ’ αυτήν είναι επαρκείς (ΑΠ 212/1999 ΝοΒ 48.640). Με σαφήνεια δηλαδή συνάγεται από τις ανωτέρω διατάξεις ότι και το ενήλικο τέκνο έχει διατροφική αξίωση, εφόσον αδυνατεί να αυτοδιατραφεί από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες και τις ανάγκες της εκπαίδευσής του (ΑΠ 1060/93 ΕλλΔνη 35, σελ. 1292, ΕφΠειρ 267/98 ΕλλΔνη 39 σελ. 896, Γεωργιάδη – Σταθόπουλου ΑΚ, υπ’ άρθρο 1486, αριθ. 94 επ. και ΜονΠρΘεσ 16713/2010, Αρμ 2011, σελ. 1504).
Άλλωστε, ο νόμος δεν εξαρτά το δικαίωμα διατροφής του τέκνου από κάποιο όριο ηλικίας και δη αυτό της ενηλικίωσής του, με συνέπεια και το ενήλικο τέκνο να μπορεί να αξιώσει την παροχή διατροφής από τους γονείς του (ΜΕφΠειρ 23/2017, Νόμος, Μ.Πρ.Θεσσαλ. 14209/2022, ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, καθιερώνεται υποχρέωση των γονέων για διατροφή του τέκνου τους, η οποία δεν διαρκεί μόνο μέχρι την ενηλικίωση του, αλλά αυτοί υποχρεούνται να διατρέφουν και το ενήλικο τέκνο τους, εάν αυτό δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βασικές του συνθήκες, ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαιδεύσεώς του (ΑΠ 1060/1993, Δνη 35/1251, ΕφΑθ 977/1986, Δνη 27/516, ΕφΑθ 6133/1983 Δνη 25/475, ΕφΘεσ 2510/2000/ Αρμ. 5548, ΕφΑθ 4299/ 1993/ Δνη 35, σ. 451).
Η διατροφή του ενηλίκου περιλαμβάνει, σύμφωνα με το άρθρο 1493 Α.Κ., όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του δικαιούχου και επιπλέον τα έξοδα για την ανατροφή, καθώς και για την επαγγελματική του εκπαίδευση, θεωρητική ή τεχνική, οποιασδήποτε βαθμίδας, περιλαμβανομένης και της πανεπιστημιακής (ΑΠ 1486/2018, Νόμος). Η ιδιότητα του τέκνου ως σπουδαστή συνεπάγεται συνήθως ότι αυτό δεν είναι σε θέση να ασκήσει παραλλήλως οιονδήποτε επάγγελμα ή εργασία χωρίς βλάβη της υγείας του και της επιτυχούς αντιμετώπισης των σπουδών του (ΜΕφΠατρ 527/2021, Νόμος). Ως εκπαίδευση νοείται όχι μόνο η κατώτερη, αλλά και η μέση γενικά εκπαίδευση, καθώς και η ανώτερη ή ανώτατη (ΜΕφΠειρ 379/2021, Νόμος), ιδίως δε επί ενήλικου τέκνου, αυτή που απο-σκοπεί στην απόκτηση ειδίκευσης σε επιστημονικό ή επαγγελματικό κλάδο και διαρκεί για εύλογο χρονικό διάστημα, το οποίο κρίνεται και με βάση τη δυσκολία του επιστημο¬νικού ή επαγγελματικού κλάδου που ακολουθεί ο δικαι¬ούχος (Μ.Εφ.Θεσ/νίκης 2725/2018, Νόμος). Διατροφική αξίωση του ενηλίκου τέκνου πρέπει να αναγνωριστεί και μετά το πέρας των σπουδών του, εφόσον καθίσταται αδύνατη η εξεύρεση κατάλληλης εργασίας, γι’ αυτό και συνεχίζεται η περαιτέρω επιμόρφωσή του (π.χ. μεταπτυχιακές σπουδές στην ημεδαπή ή την αλλοδαπή, απόκτηση διδακτορικού διπλώματος, απόκτηση δεύτερου πτυχίου), αν αυτή δικαιολογείται από τις προηγούμενες επιδόσεις του και τις κρατούσες συνθήκες και αντιλήψεις γενικότερα στον κλάδο της επιστήμης που ακολουθεί (ΜΕφΠειρ 379/2021, Νόμος). Προϋπόθεση για να αξιώσει διατροφή από τους γονείς του το ενήλικο τέκνο είναι η απορία του και συγκεκριμένα η έλλειψη επαρκών περιουσιακών στοιχείων ή η αδυναμία του να μετέλθει κατάλληλης εργασίας που να επιτρέπει την απρόσκοπτη συνέχιση των σπουδών του. Η διαφοροποίηση των προϋποθέσεων δια¬τροφής του ανηλίκου προς το ενήλικο τέκνο συνίσταται στην υποχρέωση του ενηλίκου τέκνου να αναλώσει και την περιουσία του, πριν στραφεί κατά των γονέων του (ΜΕφΠειρ 145/2020, Νόμος).
Αν ο ενήλικος επιθυμεί να συνεχίσει τις σπουδές του στην τριτοβάθμια ή την επαγγελματική εκπαίδευση, τότε δικαιούται διατροφής από τα πρόσωπα που ορίζει το άρθρο 1485 Α.Κ., αν δεν έχει περιουσία, στην περίπτωση όμως αυτή συνεκτιμώνται οι μέχρι τώρα σπουδές του ενήλικου τέκνου σε σχέση με τη δυνατότητά του να εργασθεί. Η ιδιότητα του τέκνου ως σπουδαστή συνεπάγεται συνήθως ότι αυτό δεν είναι σε θέση να ασκήσει παραλλήλως οιονδήποτε επάγγελμα ή εργασία χωρίς βλάβη της υγείας του και της επιτυχούς αντιμετωπίσεως των σπουδών του (Μον.Εφ.Θεσσαλ. 379/2021, Μ.Εφ.Πειρ. 447/2020, ΕφΘεσ 510/2000, ΕφΑθ 3689/1985, Δνη 261169). Η διατροφή του ενηλίκου περιλαμβάνει, σύμφωνα με το άρθρο 1493 Α.Κ., όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του δικαιούχου και επιπλέον τα έξοδα για την ανατροφή, καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευσή του. Ως εκπαίδευση νοείται όχι μόνο η κατώτερη, αλλά και η μέση γενικά εκπαίδευση, καθώς και η ανώτερη ή ανώτατη. Λαμβάνονται δε προς τούτο υπόψη οι επιδόσεις του δικαιούχου, δηλαδή η ικανότητά του να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ορισμένου βαθμού και επιπέδου σπουδών. Προϋπόθεση για να αξιώσει διατροφή από τους γονείς του το ενήλικο τέκνο είναι η απορία του και συγκεκριμένα η έλλειψη επαρκών περιουσιακών στοιχείων ή η αδυναμία του να μετέλθει κατάλληλης εργασίας. Η ευπορία του υποχρέου δεν αποτελεί προϋπόθεση της υποχρέωσης διατροφής. Συνεπώς, δεν λαμβάνεται υπόψη αν ο υπόχρεος είναι εύπορος ή άπορος, αφού και η απορία, συντρεχόντων των κρινόμενων όρων, γεννά υποχρέωση διατροφής (Μ.Εφ.Πειρ. 379/2021, ΝΟΜΟΣ, Μ.Εφ.Πειρ. 23/2017, ΝΟΜΟΣ, ΜονΠρΗρακλ. 880/2007, Αρμ 2007/ σελ. 1928). Δικαιούχος διατροφής είναι και εκείνος που, ενόψει των αναγκών της εκπαίδευσής του, δεν μπορεί να μετέλθει κατάλληλη εργασία, που να επιτρέπει την απρόσκοπτη συνέχιση των σπουδών του. Οι ανάγκες της εκπαίδευσης εξαρτώνται από τις λοιπές βιοτικές συνθήκες του δικαιούχου (ΑΠ 212/1999 ΕλλΔνη 40, σελ. 2043. ΕφΘεσ 2943/2005 ΝΟΜΟΣ, ΜονΠρωτΑρτ 46/2010, ΝΟΜΟΣ). Δηλαδή το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για την εν γένει συντήρηση του έξοδα. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβιώσεως, που ποικίλλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη εκπαιδεύσεως και την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου. Το ζήτημα επίσης του αν το ενήλικο τέκνο πρέπει να εργαστεί ή αντιθέτως να σπουδάσει κρίνεται σε πρώτη φάση από τα πρόσωπα που ασκούν την επιμέλειά του, ενώ έχει κριθεί νομολογιακά ότι η προοπτική εκπαίδευσης του τέκνου προέχει προκειμένου αυτό να αποκτήσει τα αναγκαία τυπικά προσόντα που απαιτούνται για την διεκδίκησης μίας θέσης στην αγορά εργασίας, έστω και ανάλογης με την οικονομική και κοινωνική θέση των γονέων του, ώστε να μην είναι εν τέλει υποχρεωμένο να εργαστεί, στο μέτρο που η εργασία θα αποτελέσει πρόσκομμα στη συνέχιση των σπουδών του (ΜονΠρωτΘεσ 14225/2008, Αρμ 2008, σελ. 1674). Επομένως, υποχρέωση για εργασία δεν υπάρχει, εφόσον το ενήλικο τέκνο έχει την πρόθεση να σπουδάσει (Κωνσταντίνου Α. Παπαδόπουλου, «Αγωγές Οικογενειακού Δικαίου», Θεωρία – Νομολογία – Πράξη, Τόμος Β’, 2003, σελ. 154). Η ιδιότητα του τέκνου ως σπουδαστή συνήθως αποκλείει τη δυνατότητα να ασκήσει τούτο παράλληλα εργασία, γιατί αυτό θα έχει δυσμενή επίδραση στις σπουδές του. Σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορεί να αξιώσει το Δικαστήριο από τους μαθητευόμενους προς εκμάθηση τέχνης ή φοιτητές να εγκαταλείψουν τις σπουδές τους, προκειμένου να εργαστούν (Κ. Παπαδόπουλος, ό.π., σελ. 154). Η διατροφή που δικαιούται να λαμβάνει το ενήλικο τέκνο που στερείται περιουσιακών στοιχείων, είναι εν προκειμένω, όπως και στην περίπτωση του ανηλίκου, ανάλογη, υπό την έννοια ότι οριοθετείται, όπως ελέχθη ανωτέρω, από τις ανάγκες του και συνίσταται στην παροχή όλων των απαραίτητων μέσων για τη συντήρησή του και των αναγκαίων δαπανών για την εκπαίδευσή του. Ειδικότερα, περιλαμβάνεται η δαπάνη για τροφή, στέγαση και εν γένει συντήρηση του, επιπλέον δε και η δαπάνη για την επαγγελματική του εκπαίδευση, θεωρητική ή τεχνική, οποιασδήποτε εκπαιδευτικής βαθμίδος, περιλαμβανομένης και της πανεπιστημιακής και των μεταπτυχιακών σπουδών (βλ. ΑΠ 884/2003, ΕλλΔνη 45, σελ. 117, ΑΠ 212/1999, ΕλλΔνη 40 σελ. 1043). Περαιτέρω, για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής, αξιολογούνται κατ` αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου, καθοριστικό δε στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβιώσεώς του, χωρίς όμως να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις. Είναι χαρακτηριστικό, όπως έχει κριθεί νομολογιακά, ότι η διατροφή περιλαμβάνει ακόμη και την δαπάνη εκμάθησης ξένης γλώσσας με σκοπό την εγγραφή και παρακολούθηση μαθημάτων σε αλλοδαπό πανεπιστήμιο από το τέκνο, το οποίο έλαβε μέρος σε πανελλαδικές εξετάσεις για την εισαγωγή σε ανώτατη πανεπιστημιακή σχολή στην Ελλάδα και απέτυχε, εκτός εάν η αποτυχία αυτή οφείλεται σε έλλειψη εργατικότητας και επιμέλειας του τέκνου ή σε πρόδηλη πνευματική ανικανότητά του (ΑΠ 1060/1993, ΝΟΜΟΣ, Δνη 1994, σελ. 1292). Εκείνος από τους γονείς με τον οποίο διαμένει το ενήλικο τέκνο μπορεί να συνυπολογίσει οτιδήποτε συνδέεται με την πραγματική διάθεση χρημάτων για τις ανάγκες του, καθώς και την προσφορά προσωπικών υπηρεσιών για τη περιποίηση και φροντίδα του, που είναι αποτιμητές σε χρήμα και άλλες παροχές σε είδος, που συνδέονται με τη συνοίκηση, η αποτίμηση των οποίων μπορεί να συνυπολογισθεί στην υποχρέωση του για τη διατροφή του τέκνου. Αν το ενήλικο τέκνο που δικαιούται διατροφή στραφεί μόνον κατά του ενός γονέα, αφού δεν υποχρεούται να στραφεί και κατά των δύο γονέων του, δικαιούται ο εναγόμενος γονέας να επικαλεστεί, κατ’ ένσταση, ότι και ο άλλος γονέας έχει την οικονομική δυνατότητα, σε σχέση με τη δική του και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποχρεώσεις του, να καλύψει μέρος της ανάλογης διατροφής του ενηλίκου, οπότε με την απόδειξη της ένστασης αυτής περιορίζεται η υποχρέωση του εναγομένου γονέα για τη διατροφή του τέκνου του, κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στη με βάση αυτήν υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα (βλ. ΑΠ 884/2003). Αν όμως το ενήλικο τέκνο ζητά όχι ολόκληρο το ποσό της απαιτούμενης διατροφής, αλλά μόνον το ποσό που αντιστοιχεί στην υποχρέωση συμμετοχής του εναγομένου γονέα στη διατροφή αυτή, τότε η ένσταση συνεισφοράς είναι μη νόμιμη και εκλαμβάνεται ως άρνηση της αγωγής. Τέλος, επί αγωγής διατροφής ενηλίκου τέκνου, στρεφόμενης κατά του γονέα του, αρκεί, για τη νομική θεμελίωση της, να διαλαμβάνει τη συγγένεια του ενάγοντος ενηλίκου προς τον εναγόμενο, την αδυναμία του να αυτοδιατραφεί και το απαιτούμενο για την κάλυψη των εν γένει βιοτικών αναγκών του συνολικό χρηματικό ποσό, χωρίς να απαιτείται να προσδιορίζεται στο δικόγραφο με ακρίβεια και το απαραίτητο για την κάλυψη κάθε επιμέρους ανάγκης του ενάγοντος ενηλίκου δικαιούχου κονδύλιο (βλ. ΑΠ 67/1999 ΕλλΔνη 40.592 και ΜονΠρωτΘεσ 14225/2008 Αρμ 2008, σελ. 1674).
Είναι χαρακτηριστικό, όπως έχει κριθεί νομολογιακά, ότι η διατροφή περιλαμβάνει ακόμη και την δαπάνη εκμάθησης ξένης γλώσσας με σκοπό την εγγραφή και παρακολούθηση μαθημάτων σε αλλοδαπό πανεπιστήμιο από το τέκνο, το οποίο έλαβε μέρος σε πανελλαδικές εξετάσεις για την εισαγωγή σε ανώτατη πανεπιστημιακή σχολή στην Ελλάδα και απέτυχε, εκτός εάν η αποτυχία αυτή οφείλεται σε έλλειψη εργατικότητας και επιμέλειας του τέκνου ή σε πρόδηλη πνευματική ανικανότητά του (ΜΕφΠειρ 23/2017, Νόμος). Οι δυνάμεις του κάθε γονέα λειτουργούν αφενός ως κριτήριο προσδιοριστικό του ύψους της συνεισφοράς που οφείλει και αφετέρου ως μέσο εκπλήρωσης της οφειλομένης συνεισφοράς. Η υποχρέωση και το ύψος της συνεισφοράς του κάθε γονέα καθορίζεται κατά τον λόγο των δικών του δυνάμεων προς το άθροισμα των δυνάμεων και των δύο (ΕφΠατρ 195/2020, ΕφΔωδ 154/2005, Νόμος). Για την αποτίμηση των δυνάμεων των γονέων λαμβάνονται υπ’ όψη εκτός των εισοδημάτων και της περιουσίας εκάστου γονέα και οι δυνατότητες για προσωπική εργασία αυτών. Υπό την έννοια αυτή, ως δυνάμεις λογίζονται οι εν γένει οικονομικές δυνατότητες, τις οποίες, κατά τις αρχές της καλής πίστης (άρθρο 288 Α.Κ.), διαθέτει ή είναι σε θέση να αναπτύξει ή να ποριστεί ο κάθε γονέας, με την κατάλληλη αξιοποίηση όχι μόνο του κεφαλαίου της περιουσίας του, αλλά και της εκάστοτε δυνατότητάς του για εργασία, που είναι πρόσφορη για την εκπλήρωση της σχετικής υποχρέωσης διατροφής (ΜΕφΠειρ 180/2021, Νόμος).

Νομολογιακή Έρευνα
Σοφία Σιώμου