`Εβγαλα άκρη με το δικαστικό ένσημο (ή έτσι νομίζω..)
Ι. Ο ν. 4093/2012 («`Εγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 – Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016», ΦΕΚ 222Α`/12.11.2012) τροποποίησε τις διατάξεις για το ύψος του δικαστικού ενσήμου, το ύψος των προσαυξήσεών του και την κατανομή τους ως κοινωνικού πόρου σε διάφορα ταμεία, με την εξής διατύπωση «Η παράγραφος 1 του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 (Α`3) αντικαθίσταται ως εξής: “1. Το δικαστικό ένσημο καθορίζεται σε ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8 %ο) επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής ή άλλου δικογράφου που υποβάλλεται σε οποιοδήποτε δικαστήριο του Κράτους και υπόκειται σε δικαστικό ένσημο κατά τις οικείες διατάξεις, εφόσον το αιτούμενο ποσό είναι ανώτερο των διακοσίων (200) ευρώ. Επί πλέον αυτού, καταβάλλεται ποσοστό 0,8 %ο υπέρ του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Τομέας Ασφάλισης Νομικών), ποσοστό 0,8 %ο υπέρ του οικείου Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων και χαρτόσημο ποσοστού 2,4% επί του ως άνω ποσοστού (0,8 %ο) του δικαστικού ενσήμου. Από την ισχύ της παρούσας διάταξης, παύει να ισχύει κάθε άλλη που αφορά καθορισμό του δικαστικού ενσήμου, κατά τα ανωτέρω ποσοστά εκτός της παραγράφου 1Α περίπτωση η` του άρθρου 10 του ν.δ. 1017/1971”»(`Αρθρο Πρώτο, Παράγραφος ΙΓ, ΙΓ.1, 6). ΙΙ. Η νέα διάταξη επιφέρει τις ακόλουθες αλλαγές: 1. Το δικαστικό ένσημο διπλασιάζεται από 4 ο/οο σε 8 ο/οο επί του κεφαλαίου της απαίτησης. 2. Ο κοινωνικός πόρος υπέρ του Τομέα Ασφάλισης Νομικών (ΤΑΝ, πρώην Ταμείο Νομικών) του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ) προσδιορίζεται σε 0,8 ο/οο επί του κεφαλαίου της απαίτησης (ή αλλιώς σε 10% επί του δικαστικού ενσήμου). Ο πόρος αυτός ενισχύει τις συνταξιοδοτικές παροχές του ΤΑΝ. 3. Καθιερώνεται ρητά κοινωνικός πόρος υπέρ του «οικείου» Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων ύψους 0,8 ο/οο επί του κεφαλαίου της απαίτησης (ή αλλιώς σε 10% επί του δικαστικού ενσήμου). Μόνο που εδώ και καιρό δεν υπάρχουν «Ταμεία Προνοίας Δικηγόρων», αφού τα τρία που υπήρχαν (Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης) καταργήθηκαν με το ν. 3655/2008 (γνωστό ως «ασφαλιστικός νόμος Πετραλιά») και εντάχθηκαν ως «Τομείς Προνοίας Δικηγόρων» στο ΕΤΑΑ. Και πάλι όμως, επειδή έχουν καταργηθεί και οι Τομείς Πρόνοιας Πειραιώς και Θεσσαλονίκης (μετατράπηκαν στα ιδιωτικού δικαίου σωματεία «Τ.Α.Π.Δ.» και «Τ.Α.ΔΙ.Θ.» αντίστοιχα), ο πόρος αυτός εισπράττεται μόνο όταν το δικαστικό ένσημο καταβάλλεται από Δικηγόρο Αθηνών και αποδίδεται στον «Τομέα Πρόνοιας Δικηγόρων Αθηνών» του ΕΤΑΑ. Ο πόρος αυτός ενισχύει κυρίως την παροχή εφάπαξ των Δικηγόρων Αθηνών. 4. Επί του δικαστικού ενσήμου (δηλαδή του 8 ο/οο του κεφαλαίου) καταβάλλεται χαρτόσημο ύψους 2,4% (η επιβάρυνση αυτή ανέρχεται σε 0,192 ο/οο επί του κεφαλαίου). Σε αυτό το 2,4% του χαρτοσήμου εμπεριέχεται η κλασική επιβάρυνση του 20% υπέρ ΟΓΑ. 5. Παραμένει η επιβάρυνση 20% επί του δικαστικού ενσήμου (δηλαδή του 8 ο/οο του κεφαλαίου) υπέρ ΤΑΧΔΙΚ (η επιβάρυνση αυτή ανέρχεται πλέον σε 1,6 ο/οο επί του κεφαλαίου) του νδ 1017/1971. Αθροιστικά, επομένως, η επιβάρυνση επί του κεφαλαίου της απαίτησης ανέρχεται σε 11,392 ο/οο (ή 1,1392%) για τους δικηγόρους Αθηνών και σε 10,592 ο/οο (1,0592%) για τους λοιπούς δικηγόρους. ΙΙΙ. Πρακτικά, από τα παραπάνω ποσά το δικαστικό ένσημο και το ΤΑΧΔΙΚ καταβάλλονται στο Δημόσιο Ταμείο οποιασδήποτε ΔΟΥ, ενώ τα ποσά υπέρ ΤΑΝ στην Εθνική Τράπεζα. Σήμερα (20.11.2012) στη Θεσσαλονίκη το Δημόσιο Ταμείο που βρίσκεται στο Δικαστικό Μέγαρο δεν εισέπραττε (κατά τη […]
Read moreΣτΕ 4172/2012, συνταγματική η απαγόρευση του καπνίσματος σε καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος
Συνταγματική έκρινε το Δ’ τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας την, κατ΄άρθρο 17 § 6 του ν. 3868/2010, απόλυτη απαγόρευση του καπνίσματος σε όλα τα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος.Στο σκεπτικό της απόφασης που απέρριψε την προσφυγή του Πανελλήνιου Συνδέσμου Κέντρων Εστίασης και Διασκέδασης, το Δικαστήριο έκρινε ότι “η επιβληθείσα με τη ρηθείσα διάταξη του άρθρου 17 § 6 του ν. 3868/2010 απόλυτη απαγόρευση του καπνίσματος από την 1.9.2010 σε όλα τα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, πλην των καζίνο και των κέντρων διασκεδάσεως άνω των 300 τ.μ. με ζωντανή μουσική, για τα οποία η απαγόρευση αυτή ισχύει από την 1.6.2011, συνιστά σημαντικό περιορισμό αφ’ ενός μεν στην ελευθερία των ανθρώπων οι οποίοι επιλέγουν να καπνίζουν (ανεξαρτήτως του ότι το δικαίωμα στο κάπνισμα δεν περιλαμβάνεται στις εκφάνσεις της ιδιωτικής ζωής που τυγχάνουν συνταγματικής προστασίας), αφ’ ετέρου δε στην ελευθερία ασκήσεως του επαγγέλματος των ιδιοκτητών των ανωτέρω καταστημάτων, υπό την έννοια ότι αυτοί στερούνται της δυνατότητος να επιτρέπουν σε όσους πελάτες τους το επιθυμούν να καπνίζουν εντός των καταστημάτων τους, με συνέπεια να υφίστανται διαρροή της πελατείας τους, κατά το μέρος που αυτή αποτελείται από καπνιστές. Το μέτρο όμως αυτό, στηριζόμενο και στη διάταξη του άρθρου 21 § 3 του Συντάγματος, από την οποία γεννάται ευθεία υποχρέωση του Κράτους με τη λήψη θετικών μέτρων για την προστασία της υγείας των πολιτών, δεν αντίκειται, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, στη διάταξη του άρθρου 5 § 1 του Συντάγματος, καθόσον συνιστά θεμιτό περιορισμό της ελευθερίας εν γένει και της επαγγελματικής ελευθερίας των ιδιοκτητών καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος ειδικότερα, η φύση δε αυτού δεν καθιστά αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερή την άσκηση της σχετικής επαγγελματικής δραστηριότητος. Τούτο δε, διότι, επιβάλλεται κατά τρόπο γενικό και αντικειμενικό, τελεί δε σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρυθμίσεως και τον επιδιωκόμενο με αυτή σκοπό δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος συνίσταται στην προστασία των πολιτών από τους κινδύνους που εγκυμονεί το κάπνισμα –σύμφωνα με την απολύτως κρατούσα επιστημονική άποψη– για την υγεία τους, τόσο των καπνιζόντων, όσο, και κυρίως, εκείνων που υφίστανται τις επιδράσεις του καπνίσματος σε κλειστούς χώρους. Περαιτέρω, η ρυθμιστική αυτή επέμβαση του νομοθέτη δικαιολογείται και από την ανάγκη της προστασίας και της μη περαιτέρω επιβαρύνσεως του συστήματος της κοινωνικής ασφαλίσεως των πολιτών, το οποίο κατοχυρώνεται από τη διάταξη του άρθρου 22 § 5 του Συντάγματος, από τις δαπάνες που θα υποβληθεί αυτό για την αντιμετώπιση των ασθενειών που προκαλούνται από το κάπνισμα, δεδομένου ότι, όπως αναφέρεται στο Εθνικό Σχέδιο Δράσης για το κάπνισμα (2008-2012), το οποίο ελήφθη υπ’ όψη για τη θέσπιση της επιδίκου ρυθμίσεως, σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, 3,5 εκατομμύρια θάνατοι ετησίως σε παγκόσμιο επίπεδο οφείλονται στο κάπνισμα, ενώ στο ίδιο σχέδιο επισημαίνονται οι κίνδυνοι που εγκυμονεί το παθητικό κάπνισμα για την υγεία των πολιτών. Περαιτέρω, ο ρηθείς περιορισμός δεν είναι από τη φύση του προφανώς ακατάλληλος για την επίτευξη του προαναφερθέντος σκοπού δημοσίου συμφέροντος, ενώ δεν βαίνει πέραν του βαθμού που είναι αναγκαίος για την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού. Αντιθέτως, ο εν θέματι περιορισμός παρίσταται ως πρόσφορος και αναγκαίος για την επίτευξή του, εφ’ όσον τα ηπιότερα μέσα, τα οποία ήδη ετέθησαν σε εφαρμογή, εκρίθησαν από το νομοθέτη ως απρόσφορα να υπηρετήσουν το σκοπό αυτόν. Πράγματι, […]
Read moreΠολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών 1101/2012, Παράνομη η είσπραξη μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ, του ειδικού τέλους ακίνητης περιουσίας
Παράνομη έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο την είσπραξη του λεγόμενου «χαρατσιού» μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ. Το δικαστήριο έκανε δεκτή συλλογική αγωγή που κατέθεσαν οργανώσεις και ομοσπονδίες καταναλωτών κατά του μέτρου της είσπραξης του τέλους ακινήτων μέσω της ΔΕΗ. Σύμφωνα με τους δικηγόρους των οργανώσεων, η απόφαση που εξέδωσε το Πρωτοδικείο είναι προσωρινά εκτελεστή, γεγονός που σημαίνει ότι η ΔΕΗ πρέπει να σταματήσει να εισπράττει το «χαράτσι» -ακόμη και αν ασκήσει έφεση κατά της απόφασης- μέχρι να κριθεί εκ νέου το θέμα από τη δικαιοσύνη. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών (Τμ.Εκούσιας Δικαιοδοσίας) εξέδωσε την υπ. αριθμ. 1101/2012 απόφαση, η οποία υποχρεώνει τη ΔΕΗ Α.Ε. να μη διακόπτει την παροχή ρεύματος στους καταναλωτές, οι οποίοι δεν καταβάλλουν το επιβληθέν με το N. 4021/2011 τέλος ηλεκτροδότησης, να δέχεται την καταβολή του αντιτίμου των λογαριασμών, αφαιρουμένου του αναγραφόμενου ποσού του τέλους και να μην ενσωματώνει αυτό στους νέους λογαριασμούς. Ειδικότερα, η υπόθεση έφτασε ενώπιον της δικαιοσύνης μετά την άσκηση αγωγής εκ μέρους των καταναλωτικών σωματείων ΙΝΚΑ / ΓΟΚΕ, ΙΝΚΑ Κρήτης, της Ένωσης Καταναλωτών Αιτωλοακαρνανίας, του συλλόγου για τα Δικαιώματα του Καταναλωτή και του Πολίτη (ΔΙ.ΚΑ.Π) και της Ένωσης Καταναλωτών Ελλάδας. Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται προς τους καταναλωτές αντίκεινται στο Σύνταγμα και στο Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο και ζητούν να βεβαιωθεί δικαστικά ο παράνομος και αντικαταναλωτικός χαρακτήρας του εν λόγω μέτρου και να απαγορευθεί ή να ρυθμιστεί με τρόπο που να μη θίγει το συμφέρον των καταναλωτών. Το Δικαστήριο έκρινε ότι με τη διάταξη του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 επιβάλλεται ειδικό τέλος υπέρ του Δημοσίου στις ηλεκτροδοτούμενες επιφάνειες ακινήτων, το οποίο, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, υπαγορεύεται από επιτακτικούς λόγους εθνικού συμφέροντος, οι οποίοι συνίστανται στην άμεση μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος. Καθίσταται σαφές ότι το επίδικο τέλος δεν συνιστά ανταποδοτικό τέλος αλλά φόρο, κατά την έννοια του άρθρου 78 του Συντάγματος ενώ η ΔΕΗ Α.Ε. δεν ασκεί δημόσια εξουσία αλλά ουσιαστικά εισπράττει το τέλος ηλεκτροδότησης. Επίσης, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι τα κριτήρια, τα οποία έχει θεσπίσει το κράτος, ήτοι το εμβαδόν του ακινήτου, η παλαιότητα αυτού και η τιμή ζώνης δεν είναι εναρμονισμένα με την αρχή της καθολικότητας και της ισότητας του φόρου καθώς δε λαμβάνονται υπ’ όψη έτερα αντικειμενικά αλλά και υποκειμενικά κριτήρια, από τα οποία θα προέκυπτε με μεγαλύτερη σαφήνεια η φοροδοτική ικανότητα του κυρίου του ακινήτου. Υπογραμμίζεται ότι, με βάση τα ανωτέρω, όλως ενδεικτικώς, στοιχεία ή ρυθμίσεις του άρθρου 53 ν. 4021/2011 αντίκεινται στις διατάξεις των παρ. 1 και 5 του άρθρου 4 του Συντάγματος, ενώ περαιτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η επιβολή του «έκτακτου τέλους» βρίσκεται σε αντίθεση και με το άρθρο 78 παρ.1 του Συντάγματος. Όπως σημειώνει, η επιβολή φόρων στους πολίτες πρέπει να βασίζεται στην αρχή της αναλογικής ισότητας και στη φοροδοτική ισότητα, η οποία θέτει ένα όριο κατά τη θεσμοθέτηση φορολογικών επιβαρύνσεων ενώ θα πρέπει να ληφθούν υπ’ όψη και οι σοβαρές οικονομικές απώλειες που έχουν υποστεί οι Έλληνες πολίτες στα εισοδήματά τους με τα φορολογικά μέτρα των τελευταίων ετών. Επιπλέον, στο κείμενο της απόφασης τονίζεται ότι η Πολιτεία δεν προέβλεψε απαλλαγή ούτε καν της πρώτης κατοικίας, η οποία αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για την αξιοπρεπή διαβίωση του ανθρώπου (άρθρ. 2 παρ.1 Σ.) […]
Read moreΑνίσχυρες οι διατάξεις περί μείωσης της προς αποζημίωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου
Kάθε ενδεχόμενη μείωση της σχετικής προς αποζημίωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, ιδίως δε ο περιορισμός (σχεδόν στα όρια της κατάργησης) της υποχρέωσής του προς αποζημίωση για ψυχική οδύνη, αναμένεται – κατά πλήρη βεβαιότητα – να πλήξει την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, προκαλώντας τεράστια αναστάτωση και κλονισμό της ασφάλειας των συναλλαγών και του δικαίου, πολλώ δε μάλλον από τη στιγμή κατά την οποία ο νομοθέτης έσπευσε – κατά τρόπο πρωτοφανή – να επεκτείνει την εφαρμογή των σχετικών ρυθμίσεων και σε εκκρεμείς δίκες επί των οποίων δεν είχαν εκδοθεί τελεσίδικες αποφάσεις μέχρι τη δημοσίευση της εν λόγω νομοθετικής αλλαγής. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με την Έκθεση της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής, οι εν λόγω διατάξεις κινούνται στα όρια της συνταγματικότητας λόγω της ευθείας αντίθεσής τους προς σειρά συνταγματικών παραδοχών. Πλέον, την ως άνω επιχειρηματολογία υιοθετούν – με σκεπτικό αναλυτικότατο και πλήρως τεκμηριωμένο – τα πολιτικά δικαστήρια της χώρας, χαρακτηρίζοντας την με αναδρομική ισχύ εφαρμογή των σχετικών διατάξεων ως αντίθετη προς τις συνταγματικές επιταγές περί προστασίας της ιδιοκτησίας καθώς μέσω αυτών θίγεται το δικαίωμα των πολιτών στην περιουσία προκειμένου να εξυπηρετηθεί όχι το δημόσιο συμφέρον, αλλά το αντίστοιχο ενός νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, σε αντίθεση με τα επιτρεπτά κατά το ισχύον Σύνταγμα και τις εν γένει παραδοχές του δικαιικού μας συστήματος. Αυτές τις σκέψεις αποτυπώνουν οι υπ’ αριθμ. 3903/2012 και 3905/2012 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες έρχονται να αποκαταστήσουν τη διατάραξη της συνταγματικής τάξης και νομιμότητας που επήλθε συνεπεία της προηγηθείσας νομοθετικής μεταβολής, η οποία νόθευσε – κατά τρόπο πρωτοφανή – τα δικαιώματα των θυμάτων-παθόντων από αυτοκινητικά ατυχήματα, διακινδυνεύοντας την πλήρη ικανοποίηση των απαιτήσεών τους. Στις αποφάσεις αυτές αξίζει να προσθέσουμε την υπ’ αριθμ. 3941/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία «ο περιορισμός σε ορισμένο μόνο ποσοστό της οφειλόμενης από το Επικουρικό Κεφάλαιο αποζημίωσης του παθόντος σε περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή άκαρπης εκτέλεσης σε βάρος του ασφαλιστή ή τέλος ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής εταιρίας είναι αντίθετος προς την Οδηγία του Συμβουλίου της 24.4.1972 (72/166 ΕΟΚ), η οποία […] επιβάλλει στα κράτη μέλη τη λήψη μέτρων ώστε κάθε όχημα που κυκλοφορεί στο έδαφός τους να καλύπτεται ασφαλιστικά, δηλαδή όχι απλά να έχει συνάψει σύμβαση ασφάλισης, αλλά και σε κάθε μεταγενέστερο του τροχαίου ατυχήματος χρόνο να δύναται ο παθών να αποζημιωθεί από ασφαλιστική εταιρία ή άλλο φερέγγυο πρόσωπο.» . Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι «οι διατάξεις του Ν. 4092/2012 προσβάλλουν και την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας, καθώς προβλέπονται μέτρα που δεν είναι αναγκαία ούτε πρόσφορα για την προστασία του Επικουρικού Κεφαλαίου και την αποζημίωση των παθόντων από τροχαία ατυχήματα, αφού το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα θα μπορούσε να επιτευχθεί με την προληπτική επιτήρηση και τον έλεγχο των ασφαλιστικών εταιριών, αλλά και την μέριμνα για την ελαχιστοποίηση των οχημάτων που κυκλοφορούν ανασφάλιστα.». dsa.gr
Read moreTo δικαίωμα στην ψηφιακή λήθη (από το περιοδικό Συνήγορος, τεύχος 94/2012).
Μία σημαντική καινοτομία της πρότασης Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προστασία δεδομένων, ο οποίος πρόκειται να αντικαταστήσει την οδηγία 95/46/ΕΚ για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, είναι η εισαγωγή του δικαιώματος στην ψηφιακή λήθη, δηλ. του δικαιώματος των φυσικών πρόσωπων «να λησμονηθούν», σύμφωνα με την ορολογία της πρότασης Κανονισμού (άρθρο 17). Το δικαίωμα στην ψηφιακή λήθη, το οποίο εισάγεται με την πρόταση Κανονισμού, έχει ιδιαίτερη σημασία. Στη σύγχρονη τεχνολογική πραγματικότητα είναι σχεδόν αδύνατο να διαγράψει κανείς πλήρως το ψηφιακό του παρελθόν, ιδίως λόγω της διάδοσης μεγάλου όγκου προσωπικών πληροφοριών στο πλαίσιο του συμμετοχικού Διαδικτύου (Web 2.0), στο οποίο οι πληροφορίες των χρηστών του Διαδικτύου είναι ευρέως και διαρκώς διαθέσιμες, με αποτέλεσμα να χάνουν τον έλεγχο οι χρήστες επί των πληροφοριών που τους αφορούν. Στην ψηφιακή εποχή προβάλλει ως απαραίτητο ένα νέο δικαίωμα, το δικαίωμα του πρόσωπου να λησμονηθεί, το οποίο έχει ως περιεχόμενο την αμετάκλητη διαγραφή των προσωπικών τους δεδομένων. Σύμφωνα με την Επιτροπή της ΕΕ, το δικαίωμα αυτό συνίσταται στη δυνατότητα των φυσικών πρόσωπων να ζητήσουν τα δεδομένα που τους αφορούν να μην υποβάλλονται σε επεξεργασία και να διαγραφούν όταν δεν είναι πλέον απαραίτητα για νόμιμους σκοπούς . Στο άρθρο 17 της πρότασης Κανονισμού ρυθμίζεται εξαντλητικά το δικαίωμα της ψηφιακής λήθης. Ειδικότερα, στην παρ. 1 προβλέπονται οι προϋποθέσεις για τη διαγραφή των προσωπικών δεδομένων και η μη περαιτέρω διάδοσή τους, ιδίως σε σχέση με όσα διατέθηκαν κατά την παιδική ηλικία του, όταν δεν είχε πλήρη επίγνωση των κινδύνων της επεξεργασίας και θέλει αργότερα να τα αφαιρέσει, κυρίως από το Διαδίκτυ . Το ενδιαφερόμενο πρόσωπο πρέπει να επικαλεστεί έναν από τους παρακάτω λόγους: α) τα δεδομένα δεν είναι πλέον απαραίτητα σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους συλλέχθηκαν ή υποβλήθηκαν άλλως πως σε επεξεργασία· β) το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα αποσύρει τη συγκατάθεση επί της οποίας βασίζεται η επεξεργασία σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο α), ή εάν το χρονικό διάστημα αποθήκευσης για το οποίο παρασχέθηκε συγκατάθεση έληξε, και εάν δεν υπάρχει άλλος νομικός λόγος για την επεξεργασία των δεδομένων· γ) το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα αντιτάσσεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει του άρθρου 19· δ) η επεξεργασία των δεδομένων δεν είναι σύμφωνη προς τον παρόντα κανονισμό για άλλους λόγους. Εξαίρεση από το δικαίωμα διαγραφής προβλέπεται στις εξής περιπτώσεις (παρ. 3): α) για την άσκηση του δικαιώματος ελευθερίας της έκφρασης, η οποία διενεργείται αποκλειστικά για δημοσιογραφικούς σκοπούς ή για σκοπούς καλλιτεχνικής ή λογοτεχνικής έκφρασης· β) για λόγους δημόσιου συμφέροντος στον τομέα της δημόσιας υγείας σύμφωνα με το άρθρο 81· γ) για ιστορικούς και στατιστικούς σκοπούς ή για σκοπούς ιστορικής έρευνας· δ) για την τήρηση εκ του νόμου υποχρεώσεως διατήρησης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα την οποία υπέχει ο υπεύθυνος επεξεργασίας· ε) στις περιπτώσεις της παρ. 4 . Ιδιαίτερα αποτελεσματικές είναι οι διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 7 § 5 στοιχ. γ΄, όπου προβλέπεται ότι η αρχή ελέγχου επιβάλλει πρόστιμο ύψους έως 500.000 ευρώ, ή σε περίπτωση επιχείρησης, έως 1% του ετήσιου παγκόσμιου κύκλου εργασιών της, σε οποιονδήποτε που από δόλο ή αμέλεια δεν συμμορφώνεται […]
Read moreΜονΠρωτΑθ 3941/2012, Ανίσχυρες οι πρόσφατες διατάξεις για το Επικουρικό Κεφάλαιο
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Αποτελούμενο από το Δικαστή Χαράλαμπο Σεβαστίδη, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Ευαγγελία Ανδριοπούλου. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012 για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ: Α) Του ενάγοντος ……………………………….. Των εναγομένων: …………………… και 3) του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Υπατίας, αριθ. 5) και εκπροσωπείται νόμιμα Β) Του παρεμπιπτόντως ενάγοντος ………………….. Των παρεμπιπτόντως εναγομένων: …………………. ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Μεταξύ των πηγών δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιλαμβάνονται και οι Οδηγίες, που προβλέπονται και ρυθμίζονται στο άρθρο 288 ΙΙΙ της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Η Οδηγία είναι η πλέον ιδιόρρυθμη πράξη που προβλέπει το κοινοτικό/ενωσιακό δίκαιο∙ απευθύνεται μόνο στα κράτη μέλη και άρα καταρχήν όχι στα φυσικά και νομικά πρόσωπα (βλ. και Ε.Σαχπεκίδου, ευρωπαϊκό δίκαιο, 2011, σελ. 460). Η Οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος, στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών (βλ. σχετ. και Π.Κανελλόπουλο, το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 2010, σελ. 288, Λ.Κοτσίρη, ευρωπαϊκό εμπορικό δίκαιο, τομ. Ι, 2003, σελ. 72, Ε.Σαχπεκίδου, ό.π., σελ. 460). Επομένως, η Οδηγία δεσμεύει το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, το οποίο (αποτέλεσμα) δεν είναι οι γενικοί κοινοτικοί σκοποί, αλλά τα από το περιεχόμενο της ίδιας της Οδηγίας απορρέοντα έννομα αποτελέσματα, στα οποία τα κράτη μέλη αποδέκτες πρέπει να δώσουν εσωτερική ισχύ (Λ.Κοτσίρης, ό.π., σελ. 72). Σε σχέση με την ελευθερία επιλογής του τύπου και των μέσων πραγμάτωσης του επιδιωκόμενου αποτελέσματος πρέπει να παρατηρηθεί ότι αυτή είναι αρκετά περιορισμένη αφενός διότι συνήθως οι Οδηγίες χαρακτηρίζονται από ρυθμιστική ένταση αφετέρου διότι η ελευθερία επιλογής δεν επηρεάζει την υποχρέωση των κρατών μελών να επιλέγουν την πιο κατάλληλη μορφή και μέθοδο διασφάλισης του επιδιωκομένου με την Οδηγία αποτελέσματος (Λ.Κοτσίρης, ό.π., σελ. 72-73). Περαιτέρω, το άρθρο 288 ΙΙΙ ΣΛΕΕ (βλ. αντίστοιχα και άρθρο 249 ΣΕΚ) δεν προσδίδει στην Οδηγία ρητά δύναμη άμεσης εφαρμογής, αφού προϋποθέτει μεταφορά αυτής στο εθνικό δίκαιο μέσω των αρμόδιων εθνικών οργάνων. Ωστόσο η ίδια η διάταξη δεν αποκλείει την αμεσότητα εφαρμογής της Οδηγίας που έχει πληρότητα, εφόσον παρέλθει η προθεσμία μεταφοράς της στο εθνικό δίκαιο. Έτσι, το ΔΕΚ έχει την τάση να αναγνωρίζει άμεσο αποτέλεσμα στην Οδηγία, όταν αυτή είναι σαφής και απονέμει δικαιώματα στα άτομα, τα οποία μπορούν να τα επικαλεστούν ενώπιον των εθνικών τους δικαστηρίων, ιδίως όταν το κράτος μέλος παρέλειψε να τηρήσει την προθεσμία που η Οδηγία έθεσε για τη μεταφορά της στο εθνικό δίκαιο. Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις πρόσδοσης στην Οδηγία άμεσου αποτελέσματος, τόσο οι εθνικές αρχές όσο και τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται αυτεπαγγέλτως δυνάμει το κοινοτικού δικαίου να την εφαρμόζουν άμεσα (βλ. και Λ.Κοτσίρη, ό.π., σελ. 74). Γίνεται, εξάλλου, δεκτό ότι η προαναφερόμενη ευχέρεια του κράτους να επιλέξει μεταξύ περισσότερων δυνατών μέσων, προκειμένου να επιτύχει το επιδιωκόμενο με την Οδηγία αποτέλεσμα, δεν αποκλείει τη δυνατότητα των ιδιωτών να επικαλεστούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τα δικαιώματα, των οποίων το περιεχόμενο μπορεί να καθοριστεί με επαρκή ακρίβεια […]
Read moreΑΠ 904/2012, Καταγγελία σύμβασης εργασίας – Πότε είναι καταχρηστική
Η καταγγελία δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου καθώς και όταν δεν υπάρχει γι’ αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι’ αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το 281 ΑΚ. Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη. Περαιτέρω, αν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχισθεί ως επαχθής για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως, όμως η προσφυγή του εργοδότη στην καταγγελία, ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο επίσης ερευνά, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και στηρίζεται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος.
Read moreΥπόθεση C‑440/11 P, Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Έννοια επιχειρήσεως
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ JULIANE KOKOTT της 29ης Νοεμβρίου 2012 (1) Υπόθεση C‑440/11 P Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Stichting Administratiekantoor Portielje κ.λπ. «Αίτηση αναιρέσεως – Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Άρθρα 81, παράγραφος 1, ΕΚ, και 53, παράγραφος 1, Συμφωνία ΕΟΧ – Έννοια επιχειρήσεως – Καταλογισμός τελεσθείσας από εμπορική εταιρία παραβάσεως της νομοθεσίας περί συμπράξεων σε ίδρυμα το οποίο ελέγχει άμεσα ή έμμεσα το 100 % των μετοχών της εν λόγω εμπορικής εταιρίας , χωρίς το ίδιο να ασκεί οικονομική δραστηριότητα – “Σύμπραξη επιχειρήσεων που εκτελούν μετακομίσεις” – Βελγική αγορά υπηρεσιών διεθνών μετακομίσεων» I – Εισαγωγή 1. Η παρούσα υπόθεση παρέχει για ακόμη μία φορά στο Δικαστήριο την ευκαιρία να εξειδικεύσει τη νομολογία του σχετικά με το άκρως επίμαχο θέμα της ευθύνης των μητρικών εταιριών για παραβάσεις των κανόνων περί συμπράξεων εκ μέρους των κατά 100 % θυγατρικών εταιριών τους. Το βασικό ζήτημα που τίθεται είναι αν ένας τέτοιος καταλογισμός της ευθύνης για παραβάσεις των κανόνων περί συμπράξεων προϋποθέτει ότι η μητρική εταιρία ασκεί ίδια οικονομική δραστηριότητα, ήτοι ότι αποτελεί από μόνη της επιχείρηση υπό την έννοια του ευρωπαϊκού δικαίου ανταγωνισμού, ή αν αρκεί να ασκεί οικονομική δραστηριότητα η θυγατρική εταιρία και οι δύο εταιρίες –μητρική και θυγατρική– να αποτελούν επιχείρηση από κοινού. 2. Το ανωτέρω νομικό ζήτημα τίθεται σχετικά με τη «σύμπραξη επιχειρήσεων που εκτελούν μετακομίσεις», της οποίας η ύπαρξη στη βελγική αγορά διεθνών υπηρεσιών μετακομίσεως αποκαλύφθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή πριν από μερικά χρόνια και η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο αποφάσεως επιβολής προστίμου εκδοθείσας την 11η Μαρτίου 2008 (στο εξής: επίδικη απόφαση) (2). Η Επιτροπή κατηγόρησε για συμμετοχή σε σύμπραξη επιχειρήσεων που εκτελούν μετακομίσεις, και επέβαλε πρόστιμο, σε δέκα συνολικά επιχειρήσεις ή/και ομίλους επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων και στην εταιρία Gosselin Group NV (στο εξής: Gosselin). Εις ολόκληρον ευθύνη για την καταβολή τμήματος του εν λόγω προστίμου η Επιτροπή καταλόγισε στη Stichting Administratiekantoor Portielje (στο εξής: Portielje), ένα οικογενειακό ίδρυμα το οποίο ελέγχει άμεσα ή έμμεσα το 100 % του μετοχικού κεφαλαίου της Gosselin και διασφαλίζει την ενιαία διοίκηση της Gosselin προς το συμφέρον των μελών της οικογένειας των ιδρυτών. 3. Το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εντούτοις, με την απόφασή του της 16ης Ιουνίου 2011 (στο εξής: απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου ή αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) (3) κατέληξε ότι παρανόμως η Επιτροπή έκρινε ότι η Portielje ενεχόταν εις ολόκληρον, για τον λόγο, κυρίως, ότι η ίδια η Portielje δεν ασκεί οικονομική δραστηριότητα και ως εκ τούτου δεν αποτελεί επιχείρηση. 4. Κατά της αποφάσεως αυτής στρέφεται τώρα η Επιτροπή με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Όπως υποστηρίζει, o καταλογισμός ευθύνης με βάση τις διατάξεις περί συμπράξεων εξαρτάται αποκλειστικά από το αν η μητρική και η θυγατρική εταιρία, ήτοι εν προκειμένω οι Portielje και Gosselin, αποτελούν από κοινού επιχείρηση κατά την έννοια του ευρωπαϊκού δικαίου ανταγωνισμού και αν μπορεί η συμμετοχή στη σύμπραξη να καταλογιστεί στην εν λόγω ενιαία οικονομική οντότητα. 5. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ασχοληθεί προσεχώς με μια σειρά περαιτέρω νομικών ζητημάτων στο πλαίσιο των λοιπών εκκρεμών αναιρετικών διαδικασιών οι οποίες αφορούν τη σύμπραξη εταιριών που εκτελούν μετακομίσεις (4). II – Ιστορικό 6. Η Gosselin είναι εμπορική εταιρία με έδρα το Βέλγιο. Ιδρύθηκε το 1983 και από τις 20 Δεκεμβρίου […]
Read moreΥπόθεση C‑427/11, Ισότητα των αμοιβών – Διάκριση λόγω φύλου – Οδηγία 75/117/ΕΟΚ – Έμμεση διάκριση – Αντικειμενική δικαιολόγηση – Συλλογικές διαπραγματεύσεις
Υπόθεση C‑427/11 Margaret Kenny Patricia Quinn Nuala Condon Eileen Norton Ursula Ennis Loretta Barrett Joan Healy Kathleen Coyne Sharon Fitzpatrick Breda Fitzpatrick Sandra Hennelly Marian Troy Antoinette Fitzpatrick Helena Gatley κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform Minister for Finance Commissioner of an garda siochana [αίτηση προδικαστικής αποφάσεως του High Court (Ιρλανδία)] «Ισότητα των αμοιβών – Διάκριση λόγω φύλου – Οδηγία 75/117/ΕΟΚ – Έμμεση διάκριση – Αντικειμενική δικαιολόγηση – Συλλογικές διαπραγματεύσεις» 1. Το High Court της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας υποβάλλει σειρά ερωτημάτων σχετικών με την υποχρέωση αιτιολογήσεως την οποία φέρει ο εργοδότης «σε περιστάσεις όπου υφίσταται εκ πρώτης όψεως έμμεση διάκριση λόγω φύλου όσον αφορά την αμοιβή». Περαιτέρω, το High Court ζητεί να διευκρινιστεί αν, και σε ποιον βαθμό, το συμφέρον για διασφάλιση καλών συλλογικών εργασιακών σχέσεων μπορεί να συνιστά, μεταξύ άλλων, θεμιτό κριτήριο δικαιολογήσεως. 2. Στο πλαίσιο αυτό, η παρούσα προδικαστική παραπομπή αποτελεί νέα αφορμή για επανεξέταση πολύ συγκεκριμένων πτυχών της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με τις έμμεσες διακρίσεις λόγω φύλου (2). Αφενός, τα προβλήματα οριοθετήσεως των παραμέτρων αναφοράς που πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά την εκτίμηση της υπάρξεως ίσης μεταχειρίσεως (tertium comparationis)· αφετέρου, τη στάθμιση των εμπλεκόμενων δικαιωμάτων και συμφερόντων, ειδικότερα, στο πλαίσιο των διαδικασιών διοικητικής αναδιοργανώσεως οι οποίες συνεπάγονται εκ νέου ανάθεση καθηκόντων σε εργασιακούς τομείς οι οποίοι χαρακτηρίζονται ακόμη από την κυρίαρχη παρουσία ενός εκ των δύο φύλων. I – Νομικό πλαίσιο Το δίκαιο της Ένωσης 3. Το άρθρο 1 της οδηγίας 75/117 (3) ορίζει τα εξής: «Η αρχή της ισότητος των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, που προβλέπεται στο άρθρο 119 της Συνθήκης και που καλείται στο εξής “αρχή της ισότητος των αμοιβών”, συνεπάγεται για την ίδια εργασία ή για εργασία στην οποία αποδίδεται ίση αξία, την κατάργηση για το σύνολο των στοιχείων και όρων αμοιβής κάθε διακρίσεως βασιζομένης στο φύλο. Ιδιαίτερα, όταν χρησιμοποιείται σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως για τον καθορισμό των αμοιβών, το σύστημα αυτό πρέπει να βασίζεται σε κοινά κριτήρια για τους εργαζομένους άνδρες και γυναίκες και να επιβάλλεται κατά τρόπο που να αποκλείει τις διακρίσεις που βασίζονται στο φύλο.» 4. Το άρθρο 3 της οδηγίας 75/117 ορίζει τα εξής: «Τα κράτη μέλη καταργούν τις διακρίσεις μεταξύ των ανδρών και γυναικών που απορρέουν από νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις και είναι αντίθετες στην αρχή της ισότητος των αμοιβών.» 5. Το άρθρο 4 της ίδιας οδηγίας προβλέπει τα εξής: «Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οι διατάξεις που περιλαμβάνονται σε συλλογικές συμβάσεις, μισθολόγια ή συμφωνίες περί μισθών ή σε ατομικές συμβάσεις εργασίας και που είναι αντίθετες στην αρχή της ισότητος των αμοιβών να είναι άκυρες, να δύνανται να κηρυχθούν άκυρες ή να δύνανται να τροποποιηθούν.» 6. Το άρθρο 6 της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής: «Τα κράτη μέλη λαμβάνουν, ανάλογα με τις εθνικές συνθήκες και το νομικό τους σύστημα, τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της ισότητος των αμοιβών. Μεριμνούν για την ύπαρξη αποτελεσματικών μέσων που να επιτρέπουν την τήρηση της αρχής αυτής.» 7. Η οδηγία 75/117 καταργήθηκε, από 15ης Αυγούστου 2009, με την οδηγία 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης […]
Read moreΥπόθεση C‑228/11, Διεθνής δικαιοδοσία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Ερμηνεία του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού (EΚ) 44/2001 – Ειδική δικαιοδοσία σε διαφορές εξ αδικοπραξίας
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ NIILO JÄÄSKINEN της 29ης Νοεμβρίου 2012 (1) Υπόθεση C‑228/11 Melzer κατά MF Global UK [αίτηση προδικαστικής αποφάσεως του Landgericht Düsseldorf (Γερμανία)] «Διεθνής δικαιοδοσία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Ερμηνεία του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού (EΚ) 44/2001 – Ειδική δικαιοδοσία σε διαφορές εξ αδικοπραξίας – Διασυνοριακή συμμετοχή πλειόνων προσώπων στην αυτή φερόμενη ως αδικοπραξία – Ενδεχόμενη δυνατότητα θεμελιώσεως δικαιοδοσίας κράτους μέλους ως προς εναγόμενο που έχει κατοικία σε άλλο κράτος μέλος επί του στοιχείου του τόπου όπου τελέσθηκε ζημιογόνος πράξη από πρόσωπο μη εναχθέν το οποίο φέρεται ως συναυτουργός ή συνεργός» I – Εισαγωγή 1. Η υποβληθείσα από το Landgericht Düsseldorf (Γερμανία) αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού (EΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (2), και, συγκεκριμένα, τον ορισμό του «τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός», κατά την έννοια του προβλεπόμενου από τον εν λόγω κανονισμό κανόνα δικαιοδοσίας σε διαφορές εξ αδικοπραξίας, οσάκις συστατικά ενός τέτοιου γεγονότος στοιχεία φέρονται ως επελθόντα σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη, καθώς και εντός ενός και του αυτού εκ των δύο αυτών κρατών μελών. 2. Το αιτούν δικαστήριο, επιληφθέν αγωγής αποζημιώσεως για αδικοπρακτική ευθύνη η οποία παρουσιάζει διασυνοριακό χαρακτήρα και προκειμένου να είναι σε θέση να κρίνει αν το ίδιο είναι κατά τόπον αρμόδιο να αποφανθεί συναφώς, ερωτά εάν ένας εκ φερόμενων ως υπαιτίων της ζημίας ο οποίος έχει την κατοικία του εντός κράτους μέλους (3) δύναται να εναχθεί ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους βάσει του τόπου όπου συνεργός ή συναυτουργός τέλεσε ζημιογόνο πράξη, μολονότι η αγωγή δεν στρέφεται ομοίως κατά του εν λόγω συνεργού ή συναυτουργού. 3. Με την απόφασή του, το Landgericht Düsseldorf προτείνει στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει μια νέα βάση δικαιοδοσίας, η οποία θα προσφέρει στον ενάγοντα πρόσθετη επιλογή (4) σε σχέση με την κύρια εναλλακτική που απορρέει από τη διάκριση στην οποία από μακρού προβαίνει η νομολογία σε περιπτώσεις χωρικής διασπάσεως των αδικοπραξιών, ήτοι από τη διάκριση μεταξύ του τόπου επελεύσεως της ζημίας και του τόπου του γενεσιουργού της ζημίας γεγονότος (5)· η νέα αυτή δωσιδικία θα βασίζεται στον τόπο τελέσεως της πράξεως εκ μέρους άλλου αυτουργού της ζημιογόνου πράξεως και όχι από τον εναγόμενο, κατ’ εφαρμογήν κανόνα που ισχύει στη γερμανική έννομη τάξη (6). 4. Η υπό κρίση υπόθεση φέρνει για μια ακόμη φορά στο προσκήνιο την τάση ορισμένων δικαιοδοτικών οργάνων κρατών μελών να θεωρούν ότι κατά την ερμηνεία του κανονισμού 44/2001 χωρεί συνεκτίμηση των εθνικών ιδιαιτεροτήτων, τάση τις συνέπειες της οποίας το Δικαστήριο καλείται να αποδεχθεί σε διασυνοριακό επίπεδο (7), εις βάρος του πρωτίστως ενοποιητικού σκοπού που υπηρετεί η εν λόγω πράξη του δικαίου της Ένωσης. Πέραν της αξιοσημείωτης σημασίας της υπό το εν λόγω θεωρητικό πρίσμα, η υπό κρίση υπόθεση θα μπορούσε να έχει ενδεχομένως σημαντικό αντίκτυπο και σε πρακτικό επίπεδο, σύμφωνα με τα στοιχεία που οι διάδικοι παρέσχαν στο Δικαστήριο (8). II – Το νομικό πλαίσιο 5. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη του 2, σκοπός του κανονισμού 44/2001 είναι η εισαγωγή, χάριν της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, «διατάξεων σχετικά με την ενοποίηση των κανόνων σύγκρουσης […]
Read more
