AΠ 115/2017 (ποιν) : Αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος αναβολής. Ο κίνδυνος παραγραφής της πράξης δεν αποτελεί από μόνος του αιτιολογία για την απόρριψη του αιτήματος.

22 Ιουνίου, 2017

Άρειος Πάγος αρ. απόφασης 115/2017 (πολ.): Αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος αναβολής. Ο κίνδυνος παραγραφής της πράξης δεν αποτελεί από μόνος του αιτιολογία για την απόρριψη του αιτήματος. Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης λόγω υπέρβασης εξουσίας. «Κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 349 του Κ.Ποιν.Δ., όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 1 του άρθρου 20 του Ν. 3904/23-12-2010, “το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει μόνο μία φορά την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, μία μόνο φορά, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας” και κατά τη διάταξη της παραγράφου 7 του ίδιου άρθρου “Η αποχή των δικηγόρων αποτελεί λόγο ανώτερης βίας για την αναβολή και δεν περιλαμβάνεται στους άνω περιορισμούς”. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ., απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την κατά το άρθρο 349 Κ.Ποιν.Δ. αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή η απόρριψή της έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις με βάσει τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική για την αίτηση αναβολής κρίση του. Αν το δικαστήριο απορρίψει το αίτημα αναβολής του κατηγορουμένου χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ακολούθως προχωρήσει στην έρευνα της υπόθεσης και στην καταδίκη του κατηγορουμένου για την πράξη που διώχθηκε, τότε υποπίπτει στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του Κ.Ποιν.Δ. πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας και η καταδικαστική απόφασή του είναι αναιρετέα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για να κριθεί η βασιμότητα των λόγων της αναιρέσεως, κατά τη δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Στερεάς Ελλάδας που έγινε στις 17-5-2016, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, ο οποίος, μετά την εκφώνηση του ονόματος του, εμφανίστηκε στο δικαστήριο, ζήτησε την αναβολή της δίκης γιατί ο συνήγορος του Σ. Ν., δικηγόρος Χαλκίδας, λόγω της αποχής των δικηγόρων δεν μπορούσε να παρασταθεί και να τον εκπροσωπήσει επειδή είχε απορριφθεί από το Δικηγορικό Σύλλογο Χαλκίδας η αίτησή του για χορήγηση αδείας προκειμένου να παρασταθεί στη δίκη και προς απόδειξη του αιτήματος του αυτού, προσκόμισε στο δικαστήριο α) την με αριθ. πρωτ. …/13-5-2016 αίτηση του δικηγόρου Χαλκίδας Ν. Σ. προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Χαλκίδας, β) την ανακοίνωση του Δικηγορικού Συλλόγου Χαλκίδας και γ) την από 17-5-2016 επιστολή του δικηγόρου Χαλκίδας Ν. Σ. προς το δικαστήριο, τα οποία έγγραφα και αναγνώσθηκαν. Ακολούθως, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα, το δικαστήριο που εξέδωσε […]

Read more

ΜΠρΑθ 417/2017 : Αμοιβή δικηγόρου – Αναγκαστική εκτέλεση.

21 Ιουνίου, 2017

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΜΗΜΑ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ Αριθμός απόφασης 417/2017 ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Αποτελούμενο από το Δικαστή Χρήστο Αλμπάνη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου του Πρωτοδικείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα Γεωργία Σκαφιδά. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Απριλίου 2017 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των ανακοπτόντων : 1) … κατοίκου Αθηνών, …, με ΑΦΜ: …, και 2) της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στην Αθήνα, …, εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ …, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Εμμανουήλ Μαρκάκη, κάτοικο Αγίου Δημητρίου Αττικής, ʼρτης 11, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Των καθών η ανακοπή : 1) της υπό εκκαθάριση τελούσης αστικής εταιρίας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα, και 2) … κατοίκου Χαλανδρίου, …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Πέτρο Σταυριανό, κάτοικο Λθηνών, Λ. Αλεξάνδρας 146Β, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις Οι ανακόπτοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 7-12-2016 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 88476/17221/2016 ανακοπή τους που προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, και γράφτηκε στο πινάκιο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν. ΑΦΟΥ MEΛEΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣKEΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι ανακόπτοντες, με την κρινόμενη ανακοπή, και για τους αναφερόμενους σ’ αυτήν λόγους, ζητούν την ακύρωση της από 8-11-2016 επιταγής για εκτέλεση πού γράφηκε κάτω από το αντίγραφο του απογράφου της με αριθμό 1378/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται σε βάρος τους δυνάμει της ανωτέρω επιταγής. Η ανακοπή, που αρμοδίως φέρεται προς εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο, που είναι αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπο (άρθρο 933§§ 1 και 3 ΚΠολΔ), για να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 937 αριθμ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω καθώς η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργήθηκε μετά την 1-1-2016), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το Ν. 4335/2015). Πρέπει επομένως να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της. Το άρθρο 72 του ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων) ορίζει: «Αμοιβή για σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση. 1. Για τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση τίτλων εκτελεστών η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης, όπως αυτή επιδικάστηκε από το δικαστήριο», ήτοι η αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση ισούται με τη δικαστική δαπάνη που επιδικάστηκε από το δικαστήριο που εξέδωσε τον εκτελεστό τίτλο. Όμως σε περίπτωση που τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων συμψηφίστηκαν, στο σύνολό τους, αυτό δεν μπορεί να σημαίνει ότι στο στάδιο της εκτέλεσης ο πληρεξούσιος του επισπεύδοντος δεν μπορεί να αναζητήσει αμοιβή. Λαμβάνοντας υπόψη ότι χώρησε ολικός συμψηφισμός της δικαστικής δαπάνης, αυτό σημαίνει ότι το Δικαστήριο είχε υπόψη του συγκεκριμένη δαπάνη του εκεί ενάγοντος, την οποία συμψήφισε με συγκεκριμένη δαπάνη του εκεί εναγομένου, ήτοι ότι το επιδικαστέο στον ενάγοντα ποσό συμψηφίστηκε με το επιδικαστέο στον εναγόμενο ποσό, και όχι […]

Read more

ΠΠρΒέροιας 15/2017 : Λύση αφανούς εταιρίας – Κατάλοιπο από λογοδοσία από αφανή εταιρία – Αοριστία αγωγής καταβολής ορισμένου ελλείμματος -Αξιώσεις αφανούς εταίρου.

19 Ιουνίου, 2017

ΠΠρΒέροιας 15/2017 Λύση αφανούς εταιρίας – Κατάλοιπο από λογοδοσία από αφανή εταιρία – Αοριστία αγωγής καταβολής ορισμένου ελλείμματος -Αξιώσεις αφανούς εταίρου -. Απόρριψη αγωγής με αίτημα την καταβολή του καταλοίπου λογαριασμού από αφανή εταιρία. Αν η αγωγή θεμελιώνεται στο άρθρο 473 α΄ εδαφ. ΚΠολΔ είναι μη νόμιμη, καθώς το εν λόγω αίτημα θα έπρεπε είτε να αποτελέσει αντικείμενο παρεμπίπτουσας αγωγής, είτε να σωρευτεί εξαρχής με την ήδη ασκηθείσα αγωγή λογοδοσίας. Αν θεωρηθεί ότι ο ενάγων υποβάλλει αίτημα καταβολής ορισμένου ελλείμματος κατά τη διάταξη του άρθρου 473 ΚΠολΔ, τότε η αγωγή τυγχάνει απαράδεκτη λόγω αοριστίας επειδή, για την καταβολή του ελλείμματος θα πρέπει να διατυπώνεται συγκεκριμένο αίτημα και να εκτίθενται και συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα που να δικαιολογούν την επιδίκασή του. Απαράδεκτο λόγω αοριστίας κύριας αγωγής στην οποία ο ενάγων αρκέστηκε στην αναφορά του εικαζόμενου συνόλου των ακαθάριστων εσόδων της επιχείρησης και ουσιαστικά ταυτίζει την αξίωσή του για το εικαζόμενο έλλειμμα, που προκύπτει στην περίπτωση που δεν κατατίθεται λογαριασμός, με τις εικαζόμενες εισπράξεις της επιχείρησης. Ο ενάγων για τη θεμελίωση του αιτήματός του δεν εκθέτει τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που δικαιολογούν την επιδίκαση του αιτηθέντος ποσού, διότι δεν αναφέρει τον τρόπο κατά τον οποίο προέκυψε το επικαλούμενο έλλειμμα. Λύση αφανούς εταιρίας δεν απαιτείται να επακολουθήσει στάδιο εκκαθάρισης, αφού δεν υπάρχει εταιρική περιουσία, εκτός εάν συμφωνήθηκε το αντίθετο μεταξύ των συνεταίρων ή κριθεί αναγκαίο από το δικαστήριο. Αξίωση του αφανούς εταίρου κατά του εμφανούς προς απόδοση της ανηκούσης σε αυτόν μερίδας επί των εταιρικών κερδών καθώς και της εισφοράς του. Αξίωση εισφορών σε χρήματα. Αξίωση κατά του διαχειριστή απόδοσης αυτών από το προϊόν της εκκαθάρισης των λογαριασμών που τυχόν θα απομείνει. Διάθεση του χρηματικού ποσού για την αγορά περιουσιακών αντικειμένων. Τα περιουσιακά αυτά αντικείμενα αποτελούν στοιχεία προς διανομή. Αποδίδονται στον αφανή εταίρο, είτε αυτούσια κατ’ αναλογία προς την εταιρική μερίδα συμμετοχής του, είτε με την καταβολή ανάλογου μέρους της αξίας τους ή του τιμήματος που επιτεύχθηκε κατά περίπτωση. Διάθεση εισφοράς για την αγορά εξοπλισμού της εταιρίας. Για την νομική θεμελίωση της αγωγής με την οποία ζητείται η απόδοση της χρηματικής εισφοράς αυτούσιας ή της αξίας των κινητών που αγοράσθηκαν με αυτήν πρέπει να εκτίθεται στο δικόγραφο αυτής ότι, είτε ο εξοπλισμός δεν σώζεται κατά την άσκηση της αγωγής, είτε έχει ρευστοποιηθεί, είτε ότι ο εναγόμενος «διαχειριστής» εκδήλωσε την πρόθεση να κρατήσει για λογαριασμό του τον εξοπλισμό. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 15ΤΠ/2017 (Αριθμός κατάθεσης αγωγής 82/ΤΠ/30-9-2015) ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΒΕΡΟΙΑΣ ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Γεώργιο Μιχαλόπουλο, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Αλεξάνδρα Πάκα, Πρωτοδίκη, Πηνελόπη Κεχαγιόγλου Πρωτοδίκη – Εισηγήτρια, και τη Γραμματέα Μαρία Μαραντίδου. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριο του, την 12η Οκτωβρίου 2016, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: …, κατοίκου Βέροιας (οδός …), ο οποίος παραστάθηκε στο Δικαστήριο μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Μαρκαναστασάκη (Δ.Σ. Βέροιας A.M. 267) και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις. ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: …, κατοίκου Βέροιας (οδός …), ο οποίος παραστάθηκε στο Δικαστήριο μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Σωτηρίας Νικούλη (Δ.Σ. Θεσσαλονίκης A.M. 8838) και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις. Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 29-9-2015 αγωγή του που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 82/ΤΠ/30-9-2015, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 9ης -3-2016 οπότε και αναβλήθηκε για […]

Read more

ΜΠρΘηβών 231/2017 : Μίσθωση – Δυνατότητα χρήσης μισθίου – Πρόωρη εγκατάλειψη μισθίου – Σιωπηρή αναμίσθωση – Αποζημίωση χρήσης.

19 Ιουνίου, 2017

ΜΠρΘηβών 231/2017 Μίσθωση – Δυνατότητα χρήσης μισθίου – Πρόωρη εγκατάλειψη μισθίου – Σιωπηρή αναμίσθωση – Αποζημίωση χρήσης -. Το μίσθωμα καταβάλλεται όχι για την πράγματι ασκούμενη χρήση, αλλά για τη δυνατότητα που έχει ο μισθωτής να χρησιμοποιεί το μίσθιο. Η αυθαίρετη πρόωρη εγκατάλειψη του μισθίου, όπως και η αυτόβουλη εκκένωσή του χωρίς καταγγελία δεν επιφέρει τη λύση της μίσθωσης και ο μισθωτής, και αν δεν κάνει χρήση του μισθίου, καθίσταται υπερήμερος ως προς την καταβολή των μισθωμάτων του υπόλοιπου χρόνου και, σε κάθε περίπτωση μέχρι του χρόνου που εκμισθώθηκε αυτό εκ νέου από τον ανυπαίτιο εκμισθωτή. Σιωπηρή κατάργηση μισθωτικής σύμβασης. Λύση της σύμβασης μίσθωσης. Απόδοση της χρήσης του μισθίου στον εκμισθωτή και παραλαβή από αυτόν του μισθίου χωρίς καμία επιφύλαξη. Το δικαίωμα του εκμισθωτή να αξιώσει από τον εκμισθωτή που αποχώρησε πρόωρα από το μίσθιο το μίσθωμα ή αποζημίωση μέχρι τη συμβατική λήξη της μίσθωσης προσκρούει στο άρθρο 281 ΑΚ όταν η άσκησή του αντίκειται στην καλή πίστη, πράγμα που συμβαίνει και όταν ο εκμισθωτής παραλείπει να εκμισθώσει το μίσθιο σε τρίτον, παρότι η εκμίσθωσή του είναι ευχερής. Το ίδιο δικαίωμα υπόκειται και στον κανόνα του άρθρου 300 ΑΚ, αφού ο εκμισθωτής έχει συντελέσει με τη συμπεριφορά του στην επέλευση της ζημίας του και στην έκταση αυτής, παραλείποντας να αποτρέψει ή να περιορίσει αυτή με την εκμίσθωση του ακινήτου του. Προϋποθέσεις σιωπηρής αναμίσθωσης. Προϋποθέσεις για απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος ως αποζημίωσης χρήσης είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά ταύτα παράνομη παρακράτηση του μισθίου από τον μισθωτή χωρίς να ερευνάται αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης. Αποζημίωση χρήσης. ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΗΒΩΝ ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ Αριθμός Απόφασης 231/2017 ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΗΒΩΝ Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Παναγιώτα Αγγελή, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε η Διευθύνουσα το Πρωτοδικείο Θηβών Πρόεδρος Πρωτοδικών και τη Γραμματέα Χρυσούλα Κυριάκου. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 9 Φεβρουαρίου του έτους 2017, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ : …, κατοίκου Θηβών Βοιωτίας, με Α.Φ.Μ. …, η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Ελευθέριο Κτιστάκι (Δ.Σ. Θηβών). ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ : Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της, Ελισσαίο Μαμμή (Δ.Σ. Θηβών). Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 11-7-2016 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 188/ΜΘ/13-7-2016, προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 10πς-11-2016 και εγγράφηκε στο πινάκιο. Κατά τη δικάσιμο αυτή, το Δικαστήριο ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο οικείο πινάκιο. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της στο πινάκιο και κατά τη συζήτηση της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ Σύμφωνα με το άρθρο 574 ΑΚ, «με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα». Κατά δε […]

Read more

ΜΠρΑθ 2247/2017 : Κατάσχεση στα χέρια τρίτου – Μελλοντικές απαιτήσεις – Κατασχετήριο έγγραφο – Ανακριβής δήλωση τρίτου – Ανακοπή – Υποχρέωση τρίτου για αποζημίωση – Ιδιωτική και δημόσια περιουσία ΟΤΑ.

19 Ιουνίου, 2017

ΜΠρΑθ 2247/2017 Κατάσχεση στα χέρια τρίτου – Μελλοντικές απαιτήσεις – Κατασχετήριο έγγραφο – Ανακριβής δήλωση τρίτου – Ανακοπή – Υποχρέωση τρίτου για αποζημίωση – Ιδιωτική και δημόσια περιουσία ΟΤΑ -. Αντικείμενο της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου μπορεί να είναι αιρέσεις υπό αίρεση ή προθεσμία, αλλά και μέλλουσες απαιτήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει η βασική έννομη σχέση. Για να μπορεί να κατασχεθεί τέτοια απαίτηση πρέπει να μπορεί να προσδιορισθεί κατ’ είδος και οφειλέτη, όχι δε απαραιτήτως και κατά ποσό. Περιεχόμενο κατασχετηρίου εγγράφου. Ανακριβής αρνητική δήλωση τρίτου. Ανακοπή. Αντικείμενο της σχετικής δίκης. Περιεχόμενο δικογράφου ανακοπής. Το δικαστήριο με την απόφασή του με την οποία δέχεται την ανακοπή υποχρεώνει τον τρίτο να καταβάλει το κατασχεμένο ποσό ή να παραδώσει το κατασχεμένο πράγμα, ανεξάρτητα από την υποβολή αιτήματος από τον ανακόπτοντα. Η υποχρέωση αποζημιώσεως του τρίτου επιδιώκεται με αυτοτελή αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι κοινές δικονομικές διατάξεις, παραδεκτά όμως σωρεύεται στο δικόγραφο της ανακοπής του άρθρου 986 ΚΠολΔ. Προϋποθέσεις ευθύνης του τρίτου. Διάκριση ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας των ΟΤΑ. Τα έσοδα των ΟΤΑ από φόρους και τέλη αποτελούν το μέγιστο τμήμα των εσόδων τους και ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία των ΟΤΑ η οποία υπόκειται σε κατάσχεση. ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 2247/2017 ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ (αρ.κατ. ανακοπής 173784/11468/2010) ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Γλυκερία-Λουίζα Ιωαννίδου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Ηλέκτρα Καβρουλάκη. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στην Αθήνα, στις 1.11.2016 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: ΤΗΣ ΑΝΑΚΟΠΤΟΥΣΑΣ: …, κατοίκου Θηβών, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της Ελευθέριου Κτιστάκη. ΤΗΣ ΚΑΘΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ”, που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Φωτεινής-Μαρίας Μαυρομάτη. Η ανακόπτουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 5.10.2010 ανακοπή της, που κατατέθηκε νομότυπα στη Γραμματεία του Δικαστηρίου (αρ.κατ. 173784/11468/2010), προσδιορίσθηκε να συζητηθεί στις 12.11.2013, μετ’ αναβολή στις 15.3.2016, 7.6.2016 και στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και εγγράφηκε στο πινάκιο. ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υποθέσεως, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν. ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 982§1 περ. α’ ΚΠολΔ, μπορεί να κατασχεθεί αναγκαστικά χρηματική απαίτηση του καθ’ ου η εκτέλεση κατά τρίτου, εφόσον δεν εξαρτάται από αντιπαροχή. Κατά την έννοια του ως άνω άρθρου, αντικείμενο της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου μπορεί να είναι απαιτήσεις υπό αίρεση ή προθεσμία, αλλά και μέλλουσες απαιτήσεις, υπό την προϋπόθεση όμως ότι υπάρχει η βασική έννομη σχέση, από την οποία ως δικαιοπαραγωγική αιτία, απορρέει η μελλοντική κλ.π. απαίτηση και δεν είναι απλώς προσδοκώμενη. Για να μπορεί να κατασχεθεί μια τέτοια απαίτηση, πρέπει να μπορεί να προσδιορισθεί κατ’ είδος και οφειλέτη, όχι δε απαραιτήτως και κατά ποσό. Στην περίπτωση αυτή, ο τρίτος υποχρεούται σε καταβολή, μετά τη γέννηση της απαίτησης και όχι απλώς μετά την πάροδο της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 988§1 ΚΠολΔ (ΕφΑΘ 5740/2011 ΔΕΕ 2012.131. ΕφΑΘ 5526/2006, ΝοΒ 2007.363, ΕφΑΘ 8540/1999 ΔΕΕ 2000.287 δημ. νόμος). Η κατάσχεση στα χέρια τρίτου γίνεται όπως ορίζει το […]

Read more

Η Επιδίκαση της Δικαστικής Δαπάνης των Διαδίκων από τα Δικαστήρια. (Πρακτική εφαρμογή – προβλήματα – προτάσεις).

16 Ιουνίου, 2017

Το άρθρο 176 ΚΠολΔ προβλέπει ότι ο διάδικος, που ηττήθηκε στη δίκη, καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα. Η διάταξη αυτή αποσκοπεί προφανώς στην πλήρη αποζημίωση του διαδίκου, που θα ήταν ημιτελής αν δεν συμπεριελάμβανε και το κόστος προσφυγής στο Δικαστήριο, αλλά και στην αποθάρρυνση του κακόπιστου οφειλέτη, αφού πέραν της οφειλής του, θα κληθεί να καλύψει και τα δικαστικά έξοδα του δανειστή του. Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται στην περίπτωση που γίνει δεκτή στο σύνολο της η αγωγή, εξαιρουμένων τυχόν παρεπομένων αιτημάτων (π.χ. προσωρινής εκτελεστότητας, προσωποκρατήσεως, τοκοφορίας από δήλη ημέρα). Ο υπολογισμός της δικαστικής δαπάνης, σε περίπτωση που το αντικείμενο της δίκης αποτιμάται χρηματικώς, γινόταν βάσει των άρθρων 100 επ. του παλαιού Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) και ήδη από 17-9-2013 με τα άρθρα 63 επ. του Νέου Κώδικα (Ν. 4194/2013). Στη δικαστηριακή πρακτική, σε περίπτωση καταψηφιστικής αγωγής, όταν δεν παρατίθεται ειδικός κατάλογος εξόδων και δεν υπάρχουν ειδικές αποκλίσεις (π.χ. πραγματογνωμοσύνες), τα έξοδα που αποδίδονται, υπολογίζονται, χάριν ευκολίας, σε περίπου 4% για τον ενάγοντα επί του αιτηθέντος (και επιδικασθέντος) ποσού, με βάση τις πρόνοιες του Κώδικα Δικηγόρων (2% για τη σύνταξη αγωγής + 1% για σύνταξη προτάσεων + 1% για αναλογία δικ. Ενσήμου και λοιπά έξοδα), ενώ για τον εναγόμενο σε 2% περίπου (για σύνταξη προτάσεων) [[1]]. Σε περίπτωση δε ευδοκιμήσεως αναγνωριστικής αγωγής τα έξοδα υπολογίζονται σε ποσοστό 3% περίπου για τον ενάγοντα (2% για τη σύνταξη αγωγής + 1% για σύνταξη προτάσεων), συν επιπλέον ποσό ανάλογα και με τον αριθμό των επιδόσεων, ενώ για τον εναγόμενο παραμένει σε 2% περίπου. Πολυπλοκότερος είναι ο υπολογισμός της δικαστικής δαπάνης σε περίπτωση που η αγωγή γίνει εν μέρει δεκτή. Ως γνωστόν η σχετική ρύθμιση περιλαμβάνεται στο άρθρο 178 ΚΠολΔ. Το άρθρο αυτό, κατά την παλαιότερη (έως το έτος 2.000) διατύπωσή του προέβλεπε ότι «σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου, το δικαστήριο συμψηφίζει τα έξοδα ή τα κατανέμει ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας του καθενός». Σύμφωνα με την τότε κρατούσα άποψη([2]) το Δικαστήριο είχε τη δυνατότητα να διατάξει τον ολικό συμψηφισμό των εξόδων ακόμη κι αν η νίκη ή η ήττα ήταν ανισομερής. Έτσι το δικαστήριο, ακόμη κι αν η αγωγή γινόταν δεκτή κατά αξιόλογο μέρος της, μπορούσε να συμψηφίσει πλήρως τη δικαστική δαπάνη. Από πρακτικής πάντως απόψεως τα δικαστήρια επέλεγαν συχνά μια άλλη, ευκολότερη, οδό πλήρους συμψηφισμού, την οποία επέτρεπε τότε το άρθρο 179 ΚΠολΔ, δηλαδή λόγω της «εύλογης αμφιβολίας για την έκβαση της δίκης». Η συχνότατη ωστόσο εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως από τα δικαστήρια και ο συχνότατος συμψηφισμός της δικαστικής δαπάνης (ιδίως σε υποθέσεις εργατικών – αυτοκινητικών διαφορών ([3]), οδήγησε το Νομοθέτη (Ν. 2915/2001) στη μεταρρύθμιση της παραπάνω διατάξεως, ώστε ο συμψηφισμός να επιτρέπεται μόνο όταν «η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής». Τροποποίησε ωστόσο και την παράγραφο 1 του άρθρου 178 ΚΠολΔ, ώστε «σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου, το δικαστήριο κατανέμει ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας του καθενός». Απάλειψε δηλαδή ο Νομοθέτης τη δυνατότητα ολικού συμψηφισμού της δικαστικής δαπάνης, ανεξαρτήτως του μεγέθους της νίκης και ήττας των διάδικων, ώστε η επιδίκασή της να είναι αποκλειστική συνάρτηση της επιτυχούς ή μη εκβάσεως της δίκης. Ποια ήταν όμως […]

Read more

ΟλομΑΠ 2/2011: Μη εμπρόθεσμη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο – Χρόνος παραγραφής του αδικήματος μετά τους νόμους 2523/1997 και 3220/2004.

31 Μαΐου, 2017

ΑΡΙΘΜΟΣ 2/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β’ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ (ΠΟΙΝΙΚΗ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (κωλυομένου του Προέδρου του Αρείου Πάγου), ως ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αντιπρόεδρος, Εμμανουήλ Καλούδη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Ελισάβετ Μουγάκου – Μπρίλλη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπροέδρους. Αθανάσιο Κουτρομάνο, Ανδρέα Τσόλια, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Αντώνιο Αθηναίο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο – Εισηγητή, Νικόλαο Πάσσο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Δημήτριο Τίγγα, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ανδρέα Ξένο, Κυριακούλα Γεροστάθη, Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Δημήτριο Κόμη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Άρτας, περί αναιρέσεως της 1183/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας, η οποία εισάγεται στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατόπιν εκδόσεως της 2063/2010 αποφάσεως του ΣΤ’ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Με κατηγορούμενο τον Κ. Π. του Ν., κάτοικο …, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Άρτας ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 1/14-6-2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Δικαστικού Γραμματέα των Πλημμελειοδικών Άρτας Λάμπρου Γιαννάκη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 897/1010. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγεται στη Β’ Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ.1 και 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν.1756/1998) και άρθρ. 3 παρ.2 του Ν.3810/1957, ο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως περί παραγραφής του εγκλήματος καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο ( άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ) μοναδικός λόγος της από 14 Ιουνίου 2010 αιτήσεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Άρτας, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1183/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας, που δέχθηκε παραγραφή του ανωτέρω διωκόμενου πλημμελήματος. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια με την υπ’ αριθμ.2063/2010 απόφαση του ΣΤ’ Ποινικού Τμήματος, επειδή ο λόγος αυτός περί μη παραγραφής, απορρίφθηκε ως αβάσιμος με πλειοψηφία μίας ψήφου. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Κατά το άρθρο 86 του ν. 2362/1995, περί Δημοσίου Λογιστικού κλπ, “καμμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως […]

Read more

Μον.Πρωτ.Πειρ. 72/2016 (ασφ.): Ανάκληση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων από τρίτο. Έννομο συμφέρον,

31 Μαΐου, 2017

Ανάκληση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων από τρίτο. Έννομο συμφέρον Μον.Πρωτ.Πειρ. 72/2016 (ασφ.): “Από την διάταξη του άρθρου 696 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος δεν έλαβε μέρος ή δεν κλήθηκε κατά τη συζήτηση αίτησης στην οποία εκδόθηκε απόφαση που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα ή μεταρρύθμισε ή ανακάλεσε απόφαση ασφαλιστικών μέτρων και έχει έννομο συμφέρον, δικαιούται να ζητήσει την ανάκληση ή την μεταρρύθμιση της απόφασης από το δικαστήριο που την εξέδωσε, χωρίς να επικαλεστεί νέα στοιχεία ή τη μεταβολή πραγματικών περιστατικών με την έννοια του άρθρου 696 παρ. 3 ΚΠολΔ. Με βάση, επομένως, τις ως άνω διατάξεις, δικαίωμα άσκησης αίτησης ανάκλησης απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, έχει και ο τρίτος, όπως πχ ένας δανειστής του καθ’ου η αίτηση, όταν τα ασφαλιστικά μέτρα που διατάχθηκαν βλάπτουν τα δικαιώματα του, αφού σύμφωνα με το άρθρο 692 παρ. 4 ΚΠολΔ, τα ασφαλιστικά μέτρα δεν πρέπει να προσβάλλουν δικαιώματα τρίτου. Η βλάβη ή η διακινδύνευση των συμφερόντων του τρίτου, στην οποία θεμελιώνεται το έννομο συμφέρον του για την άσκηση της αίτησης ανάκλησης, μπορεί να είναι άμεση ή έμμεση ή και ενδεχόμενη, αλλά το βλαπτόμενο ή σε κίνδυνο τιθέμενο δικαίωμα του πρέπει να είναι κεκτημένο ή προστατεύσιμο κατ’ άρθρο 69 του Κ.Πολ.Δ. και απαιτητό κατά το χρόνο της εκδόσεως της απόφασης της οποίας ζητείται η ανάκληση (ΑΠ 1083/2007, Α’ Δημ. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πατρ. 978/2003, Α’Δημ. ΝΟΜΟΣ)… H αίτηση είναι απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της αιτούσας, καθώς όπως η ίδια εκθέτει στο δικόγραφο της αίτησης της, η απαίτηση της, για την οποία επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά της δεύτερης των καθ’ων, γεννήθηκε στις 10-1-2014, που δεν πληρώθηκε από την δεύτερη των καθ’ων η συναλλαγματική ύψους 229.850 ευρώ για την οποία εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1249/2014 διαταγή πληρωμής και επομένως, στις 27-7-2011, που εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 4123/2011 απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, δεν υπήρχε καμία βλάβη της αιτούσας, που να επιβάλλει την ανάκληση της ως άνω απόφασης. Εξάλλου, από την προεπισκόπηση των στοιχείων της δικογραφίας, δεν προέκυψε πρόθεση συμπαιγνίας των διαδίκων της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων, των οποίων ζητείται η ανάκληση, αφού οι διάδικοι εκείνης της δίκης εξακολουθούν να βρίσκονται σε αντιδικία, που εκκρεμεί στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 3416/2013 μη οριστικής απόφασης επί της με αριθμ.κατ. 9089/2011 αγωγής της πρώτης των καθ’ων κατά των λοιπών. Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη…” (dsanet.gr) http://www.legalnews24.gr/2017/04/blog-post_51.html

Read more

Πως θα γίνονται οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί.

31 Μαΐου, 2017

Πως θα γίνονται οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί. Δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ η απόφαση [31.05.2017] Δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ η απόφαση με τις αρχικές οδηγίες για την διενέργεια των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών Άρθρο 1 Ηλεκτρονικός Πλειστηριασμός Με την εντολή του άρθρου 927 ΚΠολΔ, ο επισπεύδων την αναγκαστική εκτέλεση δύναται να αιτηθεί τη διενέργεια του πλειστηριασμού με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων (ηλεκτρονικός πλειστηριασμός) σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Άρθρο 2 Ηλεκτρονικά Συστήματα Πλειστηριασμών (ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ.) Η διαδικασία ηλεκτρονικού πλειστηριασμού πραγματοποιείται μέσω των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμών («ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ.»). Άρθρο 3 Υπάλληλος Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού Υπάλληλος του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού είναι συμβολαιογράφος που προηγουμένως έχει πιστοποιηθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7 παρ. 1 της παρούσας. Άρθρο 4 Τόπος Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού Ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός διενεργείται με επιμέλεια του συμβολαιογράφου της περιφέρειας του τόπου όπου έγινε η κατάσχεση, ο οποίος ορίστηκε για τον πλειστηριασμό. Αρμόδιο για την επίλυση των διαφορών που αναφύονται από τη διενέργεια του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού είναι το δικαστήριο της έδρας του συμβολαιογράφου. Άρθρο 5 Ανάρτηση αναγγελίας διενέργειας ηλεκτρονικού πλειστηριασμού Ο συμβολαιογράφος αναρτά στην ιστοσελίδα των ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ. την αναγγελία διενέργειας πλειστηριασμού κατά τα οριζόμενα στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Η αναγγελία περιέχει υποχρεωτικά τα ακόλουθα πεδία: ονοματεπώνυμο και πλήρη στοιχεία επικοινωνίας του συμβολαιογράφου, αντικείμενο, ημερομηνία διενέργειας και τιμή πρώτης προσφοράς του πλειστηριασμού, ποσό εγγύησης, καθώς και τον υπερσύνδεσμο προς την ιστοσελίδα του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ όπου έχει αναρτηθεί η περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Με την αναγγελία μπορούν να προσαρτώνται φωτογραφίες του αντικειμένου που εκπλειστηριάζεται και κάθε σχετικό έγγραφο που βρίσκεται στην κατοχή του συμβολαιογράφου. Άρθρο 6 Χρήστες ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ. Οι χρήστες των ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ. κατηγοριοποιούνται ως εξής: α. «Επισκέπτης»: κάθε φυσικό πρόσωπο που επισκέπτεται την οικεία ιστοσελίδα προκειμένου να ενημερωθεί για τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, δίχως ειδικές διαδικασίες εγγραφής, ταυτοποίησης και αναγνώρισης. Ο επισκέπτης έχει πρόσβαση αποκλειστικά και μόνο στον ελεύθερα προσβάσιμο χώρο των ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ. β. «Υπάλληλος Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού»: κάθε πιστοποιημένος στα ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ. συμβολαιογράφος που πραγματοποιεί την ανάρτηση της αναγγελίας πλειστηριασμού και διενεργεί ηλεκτρονικό πλειστηριασμό σύμφωνα με τα δικαιώματα πρόσβασης που ορίζονται στην πολιτική ασφάλειας των συστημάτων. Ο υπάλληλος ηλεκτρονικού πλειστηριασμού έχει ελεγχόμενη πρόσβαση στα ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ., κατά το μέρος που αφορά τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς που διενεργεί. γ. «Υποψήφιος Πλειοδότης»: κάθε φυσικό πρόσωπό το οποίο, ενεργώντας για λογαριασμό του ή ως εκπρόσωπος νομικού ή φυσικού προσώπου, συμμετέχει στη διαδικασία ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, υποβάλλοντας πλειοδοτικές προσφορές, αφού προηγουμένως έχει πιστοποιηθεί στα ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ. Ο υποψήφιος πλειοδότης έχει ελεγχόμενη πρόσβαση σε πλειστηριασμούς στους οποίους συμμετέχει. δ. «Παρατηρητής (Οφειλέτης)»: κάθε φυσικό πρόσωπό το οποίο, ενεργώντας για λογαριασμό του με την ιδιότητα του οφειλέτη ή ως εκπρόσωπος νομικού ή φυσικού προσώπου που έχει την ιδιότητα του οφειλέτη, συμμετέχει ως παρατηρητής στη διαδικασία ηλεκτρονικού πλειστηριασμού που αφορά σε οφειλή του, αφού προηγουμένως έχει πιστοποιηθεί στα ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ. Ο παρατηρητής (οφειλέτης) έχει ελεγχόμενη πρόσβαση σε πλειστηριασμούς που σχετίζονται με οφειλή του. Άρθρο 7 Εγγραφή Χρηστών στα ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ. Για την εκχώρηση των αναφερομένων στο άρθρο 6 δικαιωμάτων, οι χρήστες πραγματοποιούν εγγραφή στα συστήματα μέσω της οικείας ιστοσελίδας, σύμφωνα με τις κάτωθι διαδικασίες: 1. Οι υπάλληλοι ηλεκτρονικού πλειστηριασμού υποβάλλουν ηλεκτρονικά μέσω της οικείας ιστοσελίδας αίτηση εγγραφής παρέχοντας τις απαραίτητες πληροφορίες (ονοματεπώνυμο, όνομα πατρός, ΑΦΜ, διεύθυνση έδρας, αριθμό τηλεφώνου, αριθμό μητρώου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου στον οποίο υπάγονται, διεύθυνση […]

Read more

Ο ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ. ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΘΕΩΡΙΩΝ ΤΟΥ ΙΣΟΔΥΝΑΜΟΥ ΤΩΝ ΟΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΥ.

31 Μαΐου, 2017

“Ο ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ. ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΘΕΩΡΙΩΝ ΤΟΥ ΙΣΟΔΥΝΑΜΟΥ ΤΩΝ ΟΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΥ” 1.- Θεωρίες περί αιτιώδους συνδέσμου. Στις υποθέσεις ποινικής ιατρικής ευθύνης, τα εγκλήματα που απασχολούν τα ποινικά δικαστήρια είναι δύο : αυτό της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθρο 302 ΠΚ) και της σωματικής βλάβης από αμέλεια (άρθρο 314 ΠΚ). Στα εγκλήματα αυτά, μία εκ των προϋποθέσεων είναι ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη ιατρού (ως εξωτερική αμέλεια –παραβίαση καθήκοντος επιμέλειας- αντικειμενικό σφάλμα) και του αποτελέσματος που επήλθε (θάνατος ή σωματική βλάβη), που αποτελεί κατά μία άποψη στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος [1], κατά άλλη άποψη λογικό σύνδεσμο μεταξύ συμπεριφοράς και αποτελέσματος[2]. Για το ζήτημα του αιτιώδους συνδέσμου (σε όλα τα εγκλήματα γενικώς) έχουν διατυπωθεί διάφορες θεωρίες, με σημαντικότερες αυτές της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων (κρατούσα στην ελληνική επιστήμη) και του αντικειμενικού καταλογισμού (κρατούσα στη γερμανική επιστήμη). Σύμφωνα με τη θεωρία του ισοδυνάμου των όρων (conditio sine qua non), όρος ενός αποτελέσματος , είναι κάθε τι το οποίο δεν είναι δυνατόν να απαλειφθεί χωρίς να πάψει αυτόματα να υπάρχει και το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, όλοι δε οι όροι είναι ισοδύναμοι στην αιτιώδη αυτή «αλυσίδα», διότι αν σπάσει ένας από αυτούς, τότε καταστρέφεται και η αλυσίδα. Η θεωρία αυτή έχει κατά βάση οντολογικό περιεχόμενο (ήτοι χωρίς αξιολογικές κρίσεις μεταξύ των όρων), είναι απλή στη σύλληψη και στην εφαρμογή της και προσιδιάζει στην επιθυμία για την κατά το δυνατόν απλούστευση του ποινικού δόγματος που πρέπει να είναι προσιτό και κατανοητό σε όλους, αφού το ποινικό δίκαιο δεν είναι το δίκαιο του τεχνοκράτη (εμπόρου, κοκ), αλλά του κάθε πολίτη. Παρουσιάζει όμως αυτή το σοβαρό μειονέκτημα, ότι η αυστηρή εφαρμογή της οδηγεί σε υπερβολική διεύρυνση των αιτίων (όρων) του αποτελέσματος και του αριθμού των εμπλεκόμενων προσώπων και γι΄ αυτό έγιναν προσπάθειες στην επιστήμη για περιστολή των όρων αυτών, με διάφορες θεωρίες, που πρόσθεταν δεονοτολογικά –αξιολογικά στοιχεία στη θεωρία του ισοδυνάμου των όρων, όπως της (πλέον) ενεργούς αιτίας (causa efficiens που θέτει εις κίνηση τους λοιπούς «σε ηρεμία» όρους) ή της τελευταίας ενεργούς αιτίας, της νομικώς διαφέρουσας αιτιότητας (με βάση το δεοντολογικό νόημα του οικείου κανόνα δικαίου που προσβλήθηκε με την πράξη). Σημαντική είναι η αξιολογική θεωρία της «προσφόρου αιτίας» (causa adaequata) που κρατεί στο αστικό δίκαιο (νομολογία και θεωρία), όχι όμως στο ποινικό δίκαιο και ανάγεται στην επιλογή μεταξύ των πολλών όρων, μόνο του κατάλληλου- πρόσφορου όρου, που, κατά την κοινή πείρα , μπορεί να προκαλέσει το αποτέλεσμα , ως αντικειμενική εκ των υστέρων πρόγνωση[3] . Η θεωρία του αντικειμενικού καταλογισμού (που σημειωτέον προέκυψε κατά την εξέταση των εξ αμελείας τελούμενων εγκλημάτων, αλλά εφαρμόζεται και στα εκ δόλου τελούμενα εγκλήματα), προσπαθεί , με αξιολογικές εκτιμήσεις από όλους τους όρους , να επιλέξει μόνο εκείνους που βρίσκονται στη σφαίρα επιρροής του δράστη, εκείνους δηλαδή που μπορούσε αυτός αντικειμενικά να αποφύγει και που αποτελούν «έργο του», αφήνοντας εκτός τους όρους που καθιστούν το αποτέλεσμα τυχαίο. Επομένως, στο επελθόν αποτέλεσμα πρέπει να πραγματώνεται εκείνος ακριβώς ο ανεπίτρεπτος κίνδυνος, που τέθηκε με τη συμπεριφορά του δράστη (συνάφεια κινδύνου) και επιπρόσθετα το επελθόν αποτέλεσμα πρέπει να συγκαταλέγεται σε εκείνο, που αποσκοπούσε να αποτρέψει ο υποκρυπτόμενος στην αντικειμενική υπόσταση […]

Read more