ΜΠρ (Ασφ.Μ.) Πειρ 501/2016 : "Στην περίπτωση εκδίκασης αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, όταν συντρέχει εκ των πραγμάτων επικείμενος κίνδυνος, δικαιολογείται η αυτοπρόσωπη παράσταση του αιτούντος".
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ – ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ Αριθμός 501/2016 ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αλεξάνδρα Κ. Μητσοπούλου Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίστηκε με κλήρωση σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3327/2005 και χωρίς τη σύμπραξη γραμματέως. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2016, για να δικάσει την αίτηση: Ι. Της αιτούσας: ……, κατοίκου ……., η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο αυτοπροσώπως ΙΙ. Του καθʼ ου η αίτηση: ….. κατοίκου ……, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του ………. Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή: α) Η από 18-4-2016 αίτησή της που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……., εγγράφηκε στο έκθεμα και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της …… οπότε και συζητήθηκε (με αριθμό εκθέματος …), β) η από 25-4-2016 αίτησή της που … Τέλος ζητεί τη διαβίβαση αντιγράφων της δικογραφίας στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς διότι συντρέχει περίπτωση τέλεσης εκ μέρους του καθʼ ου σωρείας αξιόποινων πράξεων που διώκονται αυτεπαγγέλτως. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η κρινομένη αίτηση παραδεκτώς και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως εκ του ότι από το δικαστήριο αυτό εκδόθηκε η υπό ανάκληση απόφαση (683, 735 ΚΠολΔ). Είναι νόμιμη ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1518, 735 ΑΚ 106, 696, 947, 176 ΚΠολΔ. Καθ΄ ό όμως μέρος με την ένδικη αίτηση επιζητείται η ανάκληση της ανωτέρω υπʼ αριθμόν 928/2015 αποφάσεως του παρόντος δικαστηρίου για το λόγο ότι παραβιάσθηκε το δεδικασμένο που αναδύεται από την υπʼ αριθμόν 1013/2010 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών άλλως από την υπʼ αριθμόν 125/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, τούτη παρίσταται μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα ενόψει της διάταξης του άρθρου 1536 ΑΚ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπʼ αριθμό 2 νομική σκέψη, που εισάγει τη δυνατότητα απόκλισης από την κατʼ αρχήν δεσμευτική ενέργεια του δεδικασμένου που απορρέει από τις δικαστικές αποφάσεις κατ΄άρθρο 321 ΚΠολΔ, εφόσον συντρέχουν νέες συνθήκες οι οποίες πρέπει να είναι μεταγενέστερες της τελεσιδικίας της απόφασης που έκρινε επί των σχέσεων γονέων – τέκνου και δικαιολογούν διαφορετική κρίση, με γνώμονα πάντα το συμφέρον του ανηλίκου, ενώ σε επείγουσες περιπτώσεις, δεν αποκλείεται ακόμη και η λήψη ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 735 ΚΠολΔ. Έτσι λοιπόν καθʼ ό μέρος η αιτούσα διατείνεται ότι παραβιάσθηκε το απορρέον από τις ανωτέρω αποφάσεις δεδικασμένο με την έκδοση της υπʼ αριθμόν 928/2015 απόφασης που της αφαίρεσε την ήδη δικαστικώς κατά το παρελθόν απονεμηθείσα επιμέλεια η αίτηση αξιολογείται ως μη νόμιμη. Πρέπει, επομένως κατά τα λοιπά και υπό τις διακρίσεις που προεκτέθηκαν να ερευνηθεί περαιτέρω κατʼ ουσία. Ο καθʼ ου αρνείται την αίτηση περαιτέρω διατείνεται ότι η αιτούσα θα πρέπει να θεωρηθεί δικονομικώς απούσαστην δίκη αυτή ως εκ του ότι παραστάθηκε αυτοπροσώπως, χωρίς τη σύμπραξη πληρεξουσίου δικηγόρου ενώ τοιαύτη παράσταση δεν επιτρέπεται πλέον υπό την ισχύ της νέας διατάξεως του άρθρου 94 ΚΠολΔ που απάλειψε την περίπτωση β της παρ. 2. Επί του ισχυρισμού αυτού λεκτέα τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 94, ως ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 3994/2011 ΚΑΙ με το άρθρο 6 παρ. 7 του Ν.4055/2012: «1. Στα πολιτικά δικαστήρια και για την κατάρτιση της έγγραφης συμφωνίας του […]
Read moreΜΕφΚρήτης 19/2016 : Εμπράγματη αγωγή – Πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ – Παραδεκτό συζήτησης.
Εμπράγματη αγωγή – Πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ – Παραδεκτό συζήτησης. Δεν θα μπορούσε μια καθαρά φορολογικού χαρακτήρα διάταξη, όπως αυτή του ΕΝΦΙΑ, που δεν αφορά στην προστασία των συναλλασσομένων σε σχέση με τα ακίνητα ή δεν επιδιώκει την παροχή δικαστικής προστασίας, να αποτελεί ειδική διαδικαστική προϋπόθεση μιας εμπράγματης αγωγής και προαπαιτούμενο προκειμένου να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας. Αντισυνταγματική η θέσπιση υποχρέωσης προσκόμισης πιστοποιητικού ΕΝΦΙΑ, ως όρου παραδεκτού της συζήτησης. Απορρίπτει την έφεση. ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ ΑΡΙΘΜΟΣ 19/2016 Δικαστής: Ε. Ψαράκη, Εφέτης (…) Με το ν. 4223/2013 προβλέφθηκε η επιβολή του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) και δη στο άρθρο 1 αυτού ορίζεται «1. Από το έτος 2014 και για κάθε επόμενο έτος επιβάλλεται Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) στα δικαιώματα της § 2 του παρόντος, σε ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα και ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή κάθε είδους νομικές οντότητες την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους. 2. Ο ΕΝΦΙΑ επιβάλλεται στα εμπράγματα δικαιώματα της πλήρους κυριότητας, της ψιλής κυριότητας, της επικαρπίας, της οίκησης και της επιφάνειας επί του ακινήτου. Εξαιρετικά, επιβάλλεται και στο δικαίωμα της νομής ή οιονεί νομής, της κατοχής», στο άρθρο 2 αυτού «1. Υποκείμενο του ΕΝΦΙΑ είναι κάθε πρόσωπο ή οντότητα του άρθρου 1, ανάλογα με το δικαίωμα και το ποσοστό του, και ειδικότερα: α) Αυτός που αποκτά δικαίωμα σε ακίνητο από οποιαδήποτε αιτία, από την ημερομηνία σύνταξης του οριστικού συμβολαίου κτήσης ή από την ημερομηνία τελεσιδικίας της δικαστικής απόφασης με την οποία αναγνωρίζεται δικαίωμα ή καταδικάζεται ο δικαιοπάροχος σε δήλωση βουλήσεως …. γ) Ο κληρονόμος και ειδικότερα: αα) …. β β) Ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος, εφόσον δεν έχει δημοσιευθεί διαθήκη μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου της φορολογίας έτους …. ζ) Ο νομέας επίδικου ακινήτου. Αν το ακίνητο εκνικηθεί με τελεσίδικη απόφαση, ο ΕΝΦΙΑ, που καταβλήθηκε, δεν επιστρέφεται 3. Ο πλήρης κύριος υποχρεούται στην καταβολή του συνολικού ΕΝΦΙΑ που βαρύνει το ακίνητο κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας του …. 8. Για την εφαρμογή του ΕΝΦΙΑ ακίνητα που δεν ιδιοχρησιμοποιούνται από το υποκείμενο του ΕΝΦΙΑ θεωρούνται αυτά τα οποία εκμισθώνονται ή παραχωρούνται καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε τρίτο. Στα ακίνητα που δεν εμπίπτουν στο προηγούμενο εδάφιο θεωρούνται ιδιοχρησιμοποιούμενα …», κατά δε τη διάταξη του άρθρου 9 § 2 του ν. 4223/2013, όπως αυτή ήδη τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 § γ αριθ. 5 του ν. 4254/2014: «Μετά το άρθρο 54 του ν. 4174/2013 προστίθεται νέο άρθρο 54Α που έχει ως εξής: «Άρθρο 54Α. Υποχρεώσεις τρίτων για τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων. 1. Είναι αυτοδικαίως άκυρη κάθε υποσχετική ή εκποιητική δικαιοπραξία με την οποία συστήνονται, μεταβάλλονται, αλλοιώνονται ή μεταβιβάζονται, από οποιαδήποτε αιτία, δικαιώματα επί ακινήτου ή παρέχεται δικαίωμα προσημείωσης ή υποθήκης σε αυτό, αν δεν μνημονεύεται και δεν επισυνάπτεται από το συμβολαιογράφο στο συμβόλαιο που συντάσσει, πιστοποιητικό της Φορολογικής Διοίκησης, με το οποίο πιστοποιείται ότι το ίδιο ακίνητο, με τα ίδια στοιχεία, περιλαμβάνεται στη δήλωση Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων, καθώς και ότι ο φορολογούμενος έχει καταβάλει, ή νόμιμα απαλλαγεί από τον ΕΝΦΙΑ για το συγκεκριμένο ακίνητο και έχει καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις, έχει ρυθμίσει ή έχει νόμιμα απαλλαγεί από τον ΕΝΦΙΑ για τα υπόλοιπα ακίνητα, για τα οποία είναι υπόχρεος για τα πέντε (5) προηγούμενα έτη. Αυτοδικαίως άκυρος […]
Read moreΟρισμένα ζητήματα της αγωγής απόδοσης μισθίου λόγω καθυστέρησης του μισθώματος: ΑΚ 597 – ΕισΝ ΚΠολΔ 66 και σχέση μεταξύ τους.
Για την περίπτωση υπαίτιας καθυστέρησης στην κατα- βολή του μισθώματος, στον εκμισθωτή παρέχονται ποι- κίλες δυνατότητες έννομης προστασίας. Εκτός από τη διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου (ειδική διαδι- κασία των άρθρων ΚΠολΔ 662 Β’ έως 662 Η’) σε συνδυα- σμό με διαταγή πληρωμής για την καταβολή των μισθωμάτων, ο εκμισθωτής μπορεί να αιτηθεί την απόδοση του μισθίου με αγωγή, η οποία ως νομική βάση μπορεί να έχει είτε το άρθρο 597 ΑΚ είτε το άρθρο 66 ΕισΝ ΚΠολΔ. Η επιλογή της εκάστοτε νομικής βάσης, που κρίνεται κατά περίπτωση κατάλληλη, συνεπάγεται μια σειρά από πρα- κτικές και διαδικαστικές συνέπειες.Δυνατή είναι μάλιστα, όπως θα δούμε παρακάτω, και η σώρευση των δύο βά- σεων, υπό προποθέσεις. Αγωγή απόδοσης μισθίου λόγω καταγγελίας (ΑΚ 597) Προπόθεση εφαρμογής της διάταξης του άρ- θρου 597 ΑΚ είναι η υπερημερία του μισθωτή, δηλαδή η υπαίτια καθυστέρηση καταβολής του μι- σθώματος. Προκειμένου να περιέλθει σε υπερημε- ρία ο μισθωτής απαιτείται προγενέστερη συμφωνία συγκεκριμένη ημέρα. Εφόσον δεν έχει προβλεφθεί δήλη ημέρα στο μισθωτήριο, η υπερημερία επέρχεται μετά από όχλησή του εκ μέρους του εκμισθωτή. Η διάταξη του 597 ΑΚ δίνει στον εκμισθωτή το δικαίωμα να κα- ταγγείλει τη μίσθωση, τηρώντας τις εκεί προβλεπό- μενες προθεσμίες, δηλαδή προθεσμία ενός μήνα για μισθώσεις με διάρκεια τουλάχιστον ενός έτους και προθεσμία δέκα ημερών στις υπόλοιπες περιπτώ- σεις. Η έννοια της διάταξης είναι ότι η καταγγελία τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της καταβολής των οφειλομένων μέσα στην προαναφερόμενη προθε- σμία από την κοινοποίησή της (κατ’ άλλη άποψη δεν πρόκειται για διαλυτική αίρεση αλλά για αρνητική προ- πόθεση) και τα αποτελέσματά της επέρχονται μόνο μετά τη παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας. Η αγωγή από- δοσης σε αυτή την περίπτωση στηρίζεται στο γεγονός ότι η μισθωτική σχέση μετά την πάροδο της προθεσμίας λύνε- ται αυτοδικαίως για το μέλλον και ζητούνται τα μισθώματα που οφείλονται για το διάστημα μέχρι την ενεργοποίηση της καταγγελίας. Οποιοδήποτε ποσό αφορά το χρονικό διάστημα μετά τη λύση της μίσθωσης, θεωρείται ότι αξιώ- νεται ως αποζημίωση χρήσης για την περαιτέρω παραμονή του μισθωτή στο μίσθιο (31/2008 ΕφΠειρ ΠειρΝομ 2009.310). Επιπλέον δεν αποκλείεται αξίωση του εκμι- σθωτή για αποζημίωση εξαιτίας της πρόωρης λύσης της σύμβασης (ΑΚ 597 παρ. 1 εδ. β’). Η καταγγελία του άρθρου 597 ΑΚ δεν υπόκειται σε ορισμένο τύπο, ενώ μπορεί να ασκηθεί και με το δικό- γραφο της αγωγής απόδοσης. Άλλωστε ακόμα και αν δεν μνημονεύεται ρητά σε αυτό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 662 ΚΠολΔ, «η άσκηση αγωγής απόδοσης της χρή- σης μισθίου ισχύει ως καταγγελία, τηρουμένων των διατά- ξεων του ουσιαστικού δικαίου». Στην περίπτωση αυτή, στην οποία η καταγγελία ασκείται με την επίδοση του δι- κογράφου της αγωγής απόδοσης μισθίου, είτε ρητά είτε πλασματικά κατ’ άρθρο 662 ΚΠολΔ, πρέπει να κοινοποι- ηθεί στο μισθωτή τουλάχιστον ένα μήνα (ή δέκα ημέρες αντίστοιχα – ΑΚ 597) πριν από τη συζήτηση της αγωγής, έτσι ώστε τα αποτελέσματά της να επέλθουν το αργότερο κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και το αίτημα απόδοσης να στηρίζεται πλέον στο γεγονός ότι η μίσθωση είναι ήδη λυμένη (ΑΚ 599) (Γεωργιάδη/Στα- θόπουλου ΕρμΑΚ 597). Ωστόσο, κατά το άρθρο 69 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία επι- τρέπεται να ζητηθεί και «α) αν η παροχή, που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή, […]
Read moreΑΠ (Ε’ Ποινικό Τμήμα) 454/2016 : Μετατρέπεται σε χρηματική ποινή και η πενταετής κάθειρξη.
Ως βαρύνον κριτήριο για τη μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ποινή δεν τάσσεται ο κακουργηματικός ή πλημμεληματικός χαρακτήρας της πράξης αλλά η φύση και η χρονική διάρκεια της στερητικής της ελευθερίας ποινής Με την υπ’ αριθμ. 454/2016 απόφαση το Ε’ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου έκρινε ότι υπόκειται σε μετατροπή σε χρηματική ποινή και η ποινή κάθειρξης πέντε ετών, καθώς και η συνολική ποινή κάθειρξης, όταν η ποινή βάση αυτής είναι ποινή κάθειρξης πέντε ετών. Σύμφωνα με το δικαστήριο, στο άρθρο 82 παρ. 1 και 3 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε από τις περ. 1 και 2 της υποπαραγράφου ΙΓ’ του πρώτου άρθρου ν. 4093/2012 ορίζονται τα εξής : “1. … Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν το δικαστήριο με απόφαση του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων…3. Κάθε ημέρα φυλάκισης υπολογίζεται σε ποσό από πέντε (5) ευρώ έως εκατό (100) ευρώ … Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών μπορεί να αυξομειώνονται τα προβλεπόμενα ποσά μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών”. Το δικαστήριο επεσήμανε ότι, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, ως περιοριστική της ελευθερίας ποινή, που είναι ανώτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη, η οποία μετατρέπεται σε χρηματική, εκτός αν το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του κρίνει ότι απαιτείται η μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων, νοείται τόσο η ποινή φυλάκισης όσο και η ποινή κάθειρξης. Η ερμηνευτική εκδοχή αυτή συμπορεύεται με το γράμμα του νόμου, όπου προκρίνεται η διατύπωση “περιοριστική της ελευθερίας ποινή”, και όχι ο όρος “φυλάκιση”, αλλά και με τον σκοπό του νόμου, ο οποίος συνίσταται στην αποσυμφόρηση των φυλακών με πνεύμα σύγχρονης σωφρονιστικής αντίληψης (βλ. σχετική αιτιολογική έκθεση ν. 4093/2012) Εξάλλου, όπως αναφέρει η απόφαση, ως βαρύνον κριτήριο για τη μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ποινή δεν τάσσεται ο κακουργηματικός ή πλημμεληματικός χαρακτήρας της πράξης αλλά η φύση και η χρονική διάρκεια της στερητικής της ελευθερίας ποινής, η οποία και σε κακουργήματα, όταν συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις ή άλλοι γενικοί λόγοι μείωσης της ποινής, έχει ως ελάχιστα όρια φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή ενός έτους (άρθρο 83 στοιχ. β’ -γ’ ΠΚ). https://www.lawspot.gr/sites/default/files/images/nea/misc/ap-poin.454.2016.pdf
Read moreΕξαίρεση από την κατεδάφιση αυθαιρέτων κατασκευών οικοδομής συγκυριότητας περισσοτέρων.
Σόφη Παυλάκη, Δικηγόρος ΜΔ (sophiepavlaki@gmail.com) Με την πρόσφατη απόφαση 1376/2016[1] του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας έγινε δεκτό ότι κατά την έννοια του άρθρου 9 παρ. 8 του ν. 1577/1985, στενώς ερμηνευτέου εν όψει του άρθρου 24 παρ. 2 του Συντάγματος που επιβάλλει την εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων διαβίωσης κατά τη διαμόρφωση, ανάπτυξη και πολεοδόμηση των πόλεων, η κατεδάφιση κάθε αυθαίρετης και κατεδαφιστέας κατασκευής αποτελεί τον κανόνα, η δε εξαίρεση από την κατεδάφιση αποτελεί την εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν. Ως εκ τούτου, η απορριπτική σχετικού αιτήματος νομαρχιακή απόφαση δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, διότι ευρίσκει έρεισμα στην παραβιασθείσα διάταξη της πολεοδομικής νομοθεσίας και συνεπώς αρκεί για την αιτιολόγησή της η περιγραφή της συγκεκριμένης αυθαίρετης κατασκευής και η διαπίστωση ότι η παρέμβαση δεν είναι μικρή. Για την αποδοχή όμως αιτήματος εξαίρεσης από την κατεδάφιση απαιτείται να διαπιστώνεται η συνδρομή, σωρευτικώς, τεσσάρων προϋποθέσεων, από τις οποίες η δεύτερη μπορεί να υπάρχει εναλλακτικά σε μια από τις απαριθμούμενες στον νόμο τέσσερις περιπτώσεις. Έτσι, απαιτείται να βεβαιώνεται αιτιολογημένα ότι: α) η παράβαση είναι μικρή, β) η κατεδάφιση του αυθαιρέτου θα κατέληγε σε υπέρμετρη βλάβη του κτιρίου ή θα έθετε σε κίνδυνο τη φέρουσα κατασκευή του ή θα παράβλαπτε την αισθητική του εμφάνιση ή θα απαιτούσε υπέρμετρες δαπάνες για την αποκατάσταση της αισθητικής, γ) η διατήρηση του αυθαιρέτου δεν θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια της κατασκευής και δ) η διατήρηση του αυθαιρέτου δεν αποβαίνει σε βάρος της πόλης,[2] ως τοιαύτης νοουμένης όχι μόνον όλης της πόλης, αλλά και ορισμένης περιοχής ή και μικρού τμήματος αυτής ή και όμορης οικοδομής.[3] Δέχθηκε περαιτέρω το Δικαστήριο ότι η κατεδάφιση αυθαίρετης κατασκευής σε οικοδομή, η οποία ανήκει σε περισσότερους από κοινού,[4] εμπίπτει στην έννοια του «επικείμενου κινδύνου» κατά την έννοια του άρθρου 788 ΑΚ και συνεπώς, σε περίπτωση διαφωνίας των συγκυρίων όσον αφορά την εξαίρεσή της από την κατεδάφιση, η σχετική αίτηση, ως κατάλληλο «μέτρο συντήρησης» κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, μπορεί να υποβληθεί από οποιονδήποτε συγκύριο, ο οποίος άλλωστε ευθύνεται εις ολόκληρον για την καταβολή των σχετικών προστίμων, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 4 του ν. 1337/1983, κατ΄ απόκλιση από την αρχή της «συλλογικής διοικήσεως» που αποτελεί τον κανόνα στην κοινωνία δικαιώματος κατ΄ ιδανικά μέρη.[5] [1] Βλ. ΣτΕ 1376/2016 σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» τ. 3/2016, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη (www.nbonline.gr/journal). Με την υπό κρίση έφεση ο εκκαλών, συγκύριος οικοδομής εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της Λάρισας, ζητούσε την εξαφάνιση της αποφάσεως 381/2005 του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας, με την οποία είχε απορριφθεί αίτηση ακυρώσεως αυτού κατά: α) της ένδικης από 5.6.2001 αποφάσεως του Νομάρχη Λάρισας, με την οποία είχε εξαιρεθεί από την κατεδάφιση, κατόπιν αιτήσεως των λοιπών συγκυρίων της οικοδομής, αυθαίρετο τμήμα της, κατασκευασθέν καθ΄ υπέρβαση της από 13.10.1989 σχετικής οικοδομικής αδείας του Τμήματος Πολεοδομίας του Δήμου Λάρισας, β) της ως άνω από 13.10.1989 οικοδομικής αδείας, γ) της αρνήσεως του Δήμου Λάρισας να ανακαλέσει την οικοδομική αυτή άδεια και δ) της από 16.5.2001 αποφάσεως του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Λάρισας περί επιβολής προστίμου ανέγερσης και διατήρησης του ως άνω αυθαίρετου τμήματος οικοδομής. Η υπόθεση αφορούσε το νομοθετικό πλαισιο των διατάξεων των άρθρων: 9 (§ 8) ν. 1512/1985 (Α΄ 4, όπως τροπ. με […]
Read more"Οι Διαταγές και η Εκουσία Δικαιοδοσία στο νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (μετά το Ν. 4335/2015)".
“Οι Διαταγές και η Εκουσία Δικαιοδοσία στο νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (μετά το Ν. 4335/2015)” [του Κωνσταντίνου Ηρ. Ρήγα, Δ.Ν., Πρωτοδίκη και Εισηγητή των Πτωχεύσεων Πατρών] Α. Διαταγές Στο επιγραφόμενο «Διαταγές» Δ΄ Κεφάλαιο του Τέταρτου Βιβλίου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) ως προς τις ειδικές διαδικασίες συνενώνονται, κατόπιν του Ν. 4335/23-7-2015, σε δύο Τίτλους οι ρυθμίσεις της διαταγής πληρωμής και της διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου. Τούτο, διότι οι εν λόγω διαταγές συνιστούν εκτελεστούς τίτλους, οι οποίοι εκδίδονται με μονομερή διαδικασία και τη μετάθεση του δικαιώματος ακρόασης του καθ’ ου στο στάδιο που επακολουθεί την έκδοσή τους και την άσκηση κατ’ αυτών ανακοπής. Η διαταγή πληρωμής διέπεται πλέον από τις διατάξεις των άρθρων 623-636 ΚΠολΔ (Τίτλος Ι, πρώην ά. 623-634 ΚΠολΔ) και η διαταγή απόδοσης της χρήσης μισθίου απ’ αυτές των άρθρων 637-645 του ίδιου κώδικα (Τίτλος ΙΙ, πρώην ά. 662Α-662Θ ΚΠολΔ). Εξετάζονται λοιπόν εν συνεχεία οι σημαντικότερες τροποποιήσεις των ρυθμίσεων των διαταγών, οι οποίες επέρχονται διά του Ν. 4335/2015 και θα ισχύσουν, σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου ένατου του νόμου αυτού, από την 1-1-2016. Ι. Διαταγή πληρωμής[1] 1. Η προσθήκη στο άρθρο 623 ΚΠολΔ της προϋπόθεσης της ιδιωτικού δικαίου διαφοράς Στη διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ εισάγεται ως προϋπόθεση της έκδοσης της διαταγής πληρωμής να πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά, δηλαδή η απαίτηση να υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Τούτο συνάγεται επίσης ευχερώς από το συνδυασμό των ρυθμίσεων των άρθρων 1στοιχ.α και 591§1εδ.α ΚΠολΔ, αλλά και από το άρθρο 94 του Συντάγματος, οπότε η προδιαληφθείσα προσθήκη θα μπορούσε να παραλειφθεί[2]. Πρέπει πάντως να συσχετισθεί με τις διατάξεις των άρθρων 272Α επ. ΚΔΔ/μίας, οι οποίες προστέθηκαν μέσω του άρθρου 1 Ν. 4329/2015 και διέπουν την έκδοση διαταγής πληρωμής ως προς μη αμφισβητούμενες χρηματικές αξιώσεις που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις συναφθείσες στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών. 2. Η νέα ρύθμιση του άρθρου 624§2 ΚΠολΔ Στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 624 ΚΠολΔ, η οποία προέρχεται από το εκπονηθέν από τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή υπό την προεδρία του καθηγητή Κλαμαρή Σχέδιο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας[3], καταργείται εν πρώτοις η αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση να μη διαμένει ο καθ’ ου η διαταγή πληρωμής στην αλλοδαπή κατά το χρόνο της έκδοσής της, με συνέπεια να είναι πλέον επιτρεπτή η έκδοση διαταγής πληρωμής εναντίον προσώπων που έχουν γνωστή κατοικία, έδρα ή διαμονή οπουδήποτε στην αλλοδαπή[4]. Διατηρείται άλλωστε η απαγόρευση της έκδοσης διαταγής πληρωμής κατά προσώπου αγνώστου διαμονής, εκτός αν έχει νόμιμα διορισμένο αντίκλητο, ήτοι μέσω δήλωσης στη γραμματεία του οριζόμενου στο άρθρο 142 ΚΠολΔ Πρωτοδικείου ή ρήτρας σε σύμβαση, διαφορετικά η διαταγή πληρωμής τυγχάνει άκυρη, πλην όχι αυτοδικαίως, αλλά ακυρώνεται κατόπιν της άσκησης ανακοπής[5]. Η προαναφερθείσα ρύθμιση σχετικά με τα πρόσωπα που κατοικούν, εδρεύουν ή διαμένουν στην αλλοδαπή έχει ως ratio τη σημαντική βελτίωση των συνθηκών των διασυνοριακών επιδόσεων, εξαιτίας της ισχύος αφενός, μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), του Κανονισμού (Καν) 1393/2007 για τις επιδόσεις και αφετέρου, στις σχέσεις της Ελλάδας με πολλές άλλες χώρες, της πολυμερούς Σύμβασης της Χάγης της 15-11-1965, που κυρώθηκε από την Ελλάδα διά του Ν. 1334/1983 (ά. 28§1 του Συντάγματος), ως προς την επίδοση δικογράφων στην αλλοδαπή. Από το πεδίο ισχύος των προμνημονευθέντων νομοθετημάτων περί των διασυνοριακών επιδόσεων εξαιρούνται […]
Read moreΟ ΚΟΙΝΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΙΟΥΧΟΥ
Του Σωκράτη Τσαχιρίδη, Ασκ. Δικηγόρου, MSc Business Law & Administration. Ως κοινός λογαριασμός (compte joint, join account), σύμφωνα με την γραμματική ερμηνεία του άρθρου 1 του ν. 5638/1932, νοείται εκείνος, όπου δικαιούχοι της κατάθεσης είναι δύο ή περισσότερα πρόσωπα υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι έκαστος εξ αυτών δύναται να κάνει χρήση χρήση του λογαριασμού ατομικά, χωρίς να είναι αναγκαία η σύμπραξη του άλλου (κοινός διαζευτικός λογαριασμός)[1]. Συνεπώς, κάθε δικαιούχος του λογαριασμού μπορεί να αναλάβει από τον κοινό λογαριασμό το σύνολο των χρημάτων που υπάρχουν σε αυτόν και η τράπεζα, μετά από αυτήν την καταβολή, «ελευθερώνεται», καθώς οι δικαιούχοι τελούν σε σχέση ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχή[2], ο δε αναλαβών δεν διαπράττει το ποινικό αδίκημα της υπεξαίρεσης[3]. Μοναδική οδός για την ικανοποίηση των υπολοίπων συνδικαιούχων του λογαριασμού είναι να στραφούν αναγωγικά κατά του προσώπου που ανέλαβε ολόκληρο το ποσό. Ακόμα, να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την απολύτως κρατούσα άποψη για να προστεθεί νέος συνδικαιούχος σε υπάρχοντα κοινό λογαριασμό απαιτείται η ρητή σύμφωνη γνώμη (συναίνεση) όλων των υφιστάμενων[4]. Τι γίνεται, όμως, στις περιπτώσεις που ένας εκ των συνδικαιούχων αποβιώσει; Το εν λόγω θέμα έχει απασχολήσει ιδιαίτερα, τόσο την νομολογία, όσο και την θεωρία. Το βασικό ερώτημα είναι πως ρυθμίζονται τα δικαιώματα σε ένα κοινό λογαριασμό κατόπιν του θανάτου ενός εκ των συνδικαιούχων, ήτοι υπεισέρχονται στον κοινό λογαριασμό οι κληρονόμοι του ή τα δικαιώματα του αποβιώσαντος μεταπίπτουν υπερ των υπολοίπων (συνδικαιούχων); Πρώτο βήμα αποτελεί η έρευνα αν τέθηκε στη σύμβαση του κοινού λογαριασμού ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932 που ορίζει ότι με το θάνατο οπουδήποτε από τους δικαιούχους, η κατάθεση και ο λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως στους υπόλοιπους εν ζωή συνδικαιούχου μέχρι τον τελευταίο αυτών. Η ύπαρξη του πρόσθετου όρου του άρθρου 2 ν. 5638/1932 στη σύμβαση. Η εν λόγω διάταξη, που είναι ενδοτικού δικαίου[5], εφόσον έχει τεθεί[6], σημαίνει ότι τα εκ του κοινού λογαριασμού δικαιώματα μεταβαίνουν αυτομάτως και εξ ιδίου δικαίου[7] στους λοιπούς συνδικαιούχους μέχρι του τελευταίου αυτών[8] [9] και όχι στους κληρονόμους (εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης)[10] του θανόντος συνδικαιούχου που αποξενώνονται πλήρως[11] από τον λογαριασμό και την εν αυτώ κατάθεση[12], καθώς η διάθεση αυτών, βάσει του άρθρου 3 υπό εξέταση νόμου, δεν επιτρέπεται αιτία θανάτου (και εν ζωή)[13], με αποτέλεσμα αυτά να εξαιρούνται από την κληρονομιαία περιουσία και να μην υπάρχει δυνατότητα άντλησης δικαιωμάτων από τους κληρονόμους του αποθανόντος συνδικαιούχου κατά την εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων. Πάντως, επειδή το αποτέλεσμα της προσθήκης του άρθρου 2 του υπό κρίση νόμου θεωρήθηκε ιδιαίτερα αυστήρο για τους νόμιμους μεριδούχους, ο νομοθέτης αρχικά και τα ελληνικά δικαστήρια στη συνέχεια επιδίωξαν να μετριάσουν αυτό το «κακό». Γίνεται δεκτό από την νομολογία[14] και την θεωρία[15] πως στην περίπτωση όπου έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, υπάρχει δυνατότητα για προστασία των νόμιμων μεριδούχων, εφόσον με την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό πραγματοποιήθηκε δωρεά. Νομική βάση για την παρεχόμενη προστασία στον νόμιμο μεριδούχο αποτελεί το άρθρο 117 ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, αν με την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό συντελέστηκε δωρεά, αυτή θα κριθεί ως προς το δίκαιο της νόμιμης μοίρας ως τέτοια (δωρεά). Επομένως, αν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής των διατάξεων περί νόμιμης μοίρας, θα συνυπολογιστεί πλασματικά η κατάθεση στην κληρονομιά για […]
Read moreΕφΑθ 2232/2016 : Πυλωτή – Θέσεις στάθμευσης αυτοκίνητων – Αναγνώριση ακυρότητας μεταβιβαστικού συμβολαίου.
Αναγνωρίζεται ως άκυρη η σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας με την οποία καθορίζονται ανοικτές θέσεις σταθμεύσεως της πυλωτής ως αυτοτελείς διηρημένες ιδιοκτησίες οι οποίες μάλιστα ανήκουν κατά κυριότητα σε τρίτους μη ένοικους τη πολυκατοικίας και σε ιδιοκτήτρια μικρής χωρίς λειτουργική ανεξαρτησία αποθήκης. Η αγωγή αυτή για την εν λόγω αναγνώριση εφόσον άφορα ιδιοκτήτη διαμερίσματος της πολυκατοικίας και τρίτο εισάγεται στο δικαστήριο της τακτικής διαδικασίας και όχι στο Μονομελές Πρωτοδικείο του άρθρου 17 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν απαιτείται λόγω του ενοχικού της χαρακτήρα έγγραφη της στα βιβλία διεκδικήσεων. Αν όμως η αγωγή ιδιοκτήτη κατά τρίτου ασκηθεί με τον χαρακτήρα εμπράγματης αρνητικής τότε απαιτείται η έγγραφη της στα βιβλία διεκδικήσεων. Απόρριψη ενστάσεων α) Εκ του άρθρου 182 ΑΚ περί μετατροπής της κυριότητας επί της θέσεως σταθμεύσεως της πυλωτής σε παραχώρηση αποκλειστικής χρήσης διότι οι εναγόμενοι – ενιστάμενοι – εκκαλούντες δεν έχουν στην ιδιοκτησία τους άλλη αυτοτελή ιδιοκτησία – διαμέρισμα στη πολυκατοικία. β) Εκ του άρθρου 281 ΑΚ λόγω καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος της εναγούσης – εφεσίβλητης, διότι αποδείχθηκε ότι στη πολυκατοικία όπου ζουν οι τρίτοι υπάρχουν θέσεις σταθμεύσεως και δεν αποδείχθηκε ότι γενικότερα στη περιοχή της πολυκατοικίας όπου ζουν οι τρίτοι δεν υπάρχουν διαθέσιμοι χώροι σταθμεύσεως αυτοκίνητων (Υπαίθριοι η στεγασμένοι). Αριθμός 2232/2016 ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Συγκροτούμενο από τους Δικαστές Αρετή Παπαδιά, Πρόεδρο Εφετών, Κανέλλα Τζαβέλλα – Δημαρά και Βασιλική Τσαμπάζη – Εισηγήτρια, Εφέτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 7 Ιανουαρίου 2016, παρουσία και της Γραμματέως Ανδρομάχης Πάλλα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: 1) 2111/2014 έφεση : ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ : 1) … και 2) … οι οποίοι παραστάθηκαν διά του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Δημητρίου Ρήγα (ΑΜΔΣΑ: 27.730), που παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ. : … η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Δημητρίου Αβραάμ (ΑΜΔΣΑ: 13.597). 2) 2057/2014 έφεση : ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ : …, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Γεωργίου Σταμαδιανού (ΑΜΔΣΑ: 31.354). ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: … η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Δημητρίου Αβραάμ (ΑΜΔΣΑ: 13.597). 3) 2058/2014 έφεση ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: … ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Γεωργίου Σταμαδιανού (ΑΜΔΣΑ: 31354) ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ : … η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Δημητρίου Αβραάμ (ΑΜΔΣΑ: 13.597) Στη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατατέθηκε η από 13-4-2010 αγωγή της εφεσίβλητης με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 81784/4684/30-4-2010, κατά όλων των εκκαλούντων, επί της οποίας εκδόθηκε ερήμην της … και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων η 5510/2013 οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή. Την απόφαση αυτή όλοι οι εναγόμενοι προσέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού με τις από 27-3-2014 εφέσεις τους, που κατατέθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με αριθμούς κατάθεσης δικογράφων 2111/28-3-2014, 2057/27-3-2014 και 2058/27-3-2014, αντίστοιχα, και προσδιορίστηκαν για να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο της 5ης-3-2014, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Κατ’ αυτήν οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν, χωρίς να ακουστεί ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εκκαλούντων της πρώτης έφεσης που παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, έχοντας προκαταθέσει προτάσεις και αφού ακούστηκαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των λοιπών διαδίκων ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι […]
Read moreΜονΠρΑθ 4209/2016 : Απόρριψη δικογράφου ως απαράδεκτου λόγω μη αναγραφής του ΑΦΜ.
Η παράλειψη αναγραφής του ΑΦΜ του αιτούντος ασφαλιστικό μέτρο οδήγησε στην απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτης, μετά την καθιέρωση της υποχρεωτικής αναγραφής στο άρθρο 118 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με το νόμο 4335/2015. Η πρόσφατη αυτή απόφαση του Μον.Πρωτοδικείου Αθηνών (4209/2016), σε αντίθεση με την 17/2016 του Μον.Πρωτοδικείου Λαμίας (Ασφ.) που είχε κρίνει ότι η παράλειψη αναγραφής του ΑΦΜ και της Δ.Ο.Υ. του αιτούντος καθώς και της διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του πληρεξουσίου δικηγόρου δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, απέρριψε το δικόγραφο ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας καθώς αυτό δεν περιείχε τα απαραίτητα για τη θεμελίωση του στοιχεία και συγκεκριμένα δεν αναγραφόταν σε αυτό ο αριθμός φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ) των αιτούντων, του οποίου η αναγραφή απαιτείται με ποινή απαραδέκτου. Σε αντίθεση με την απόφαση του Πρωτοδικείου της Λαμίας, σύμφωνα με την οποία, η εν λόγω παράλειψη δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, εφ’ όσον στην ως άνω διάταξη, δεν ορίζεται καμία δικονομική συνέπεια σε περίπτωση μη αναγραφής των ανωτέρω στοιχείων, τα οποία δύνανται να συμπληρωθούν εκ των υστέρων, στην απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, αναφέρεται ότι η έρευνα αναγραφής των παραπάνω στοιχείων γίνεται αυτεπάγγελτα από τον Δικαστή, γιατί ανάγεται στην προδικασία και δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με το γραπτό σημείωμα, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε με την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατόπιν αυτού, εφόσον δεν είχε αναγραφεί ο ΑΦΜ του αιτούντος, η αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων απορρίφθηκε από το δικαστήριο χωρίς να εξεταστεί στην ουσία της. Το δικαστήριο μάλιστα συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα με την αιτιολογία ότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής. http://www.legalnews24.gr/ (δημοσίευση απόφασης: τ.ν.π. Nomos)
Read moreΜονοµελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης 6733/2016 : ΑΝΤΑΙΤΗΣΗ ΣΤΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΑ ΜΕΤΡΑ. Αίτηση µητέρας για προσωρινή επιδίκαση διατροφής των ανήλικων τέκνων. Ανταίτηση πατέρα για ρύθµιση επικοινωνίας µε τα τέκνα. Απαράδεκτη η ανταίτηση που ασκείται προφορικά µετά την ισχύ του ν. 4335/2015. (Παρατηρήσεις Ι. Κατρά)
Η αιτούσα στην υπό κρίση κύρια αίτηση εξιστορεί ότι το έτος 2003 τέλεσε νόµιµο γάµο µε τον καθ’ ου η αίτηση, από τον οποίο απέκτησαν δύο ανήλικα τέκνα, τη Μαρία – Ελένη και τον Αντώνιο, ότι ο γάµος τους αυτός λύθηκε ήδη µε συναινετικό διαζύγιο, καθώς και ότι µε το µνηµονευόµενο ιδιωτικό συµφωνητικό, που επικυρώθηκε µε την απόφαση του διαζυγίου, της ανατέθηκε η επιµέλεια των ανωτέρω παιδιών της. Ζητεί δε, επικαλούµενη επείγουσα περίπτωση, να υποχρεωθεί ο καθ’ ου να της προκαταβάλλει, ως προσωρινή συµµετοχή του στη µηνιαία διατροφή του κάθε παιδιού τους, το ποσό των 170 ευρώ το µήνα για το καθένα, νοµιµότοκα από την καθυστέρηση καταβολής κάθε δόσης, διότι τα τέκνα αυτά, λόγω της απορίας τους και της ανικανότητάς τους προς εργασία, δεν µπορούν να αυτοδιατραφούν. Ζητεί, τέλος, να καταδικαστεί ο αντίδικός της στη δικαστική της δαπάνη. Η αίτηση αυτή εισάγεται παραδεκτά ενώπιον του παρόντος ∆ικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρµόδιο (άρθρα 22, 683 ΚΠολ∆), για να εκδικαστεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών µέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολ∆). Είναι δε νόµιµη και στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1488, 1492, 1493, 1496, 1498, 1510, 1518 ΑΚ, 728 § 1 περ. α΄, 729 και 176 ΚΠολ∆. Εποµένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν. Ο καθ’ ου η (κύρια) αίτηση, µε δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του, που διατυπώθηκε προφορικά στο ακροατήριο, και µε το έγγραφο σηµείωµά του, που κατατέθηκε νοµότυπα µετά τη συζήτηση της υπόθεσης, άσκησε ανταίτηση, µε την οποία, επικαλούµενος επείγουσα περίπτωση, ζητεί να ρυθµιστεί προσωρινά το δικαίωµά του επικοινωνίας µε τα ανωτέρω ανήλικα τέκνα του κατά τον προτεινόµενο απ’ αυτόν τρόπο, µε την απειλή χρηµατικής ποινής και προσωπικής κράτησης για κάθε µη συµµόρφωση της καθ’ ης η ανταίτηση – αιτούσας µε την απόφαση. Η ως άνω ανταίτηση εισάγεται απαραδέκτως προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος ∆ικαστηρίου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών µέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολ∆), καθόσον αυτή ασκήθηκε προφορικά κατά τη συζήτηση της κύριας αίτησης, δηλαδή χωρίς να έχει τηρηθεί η απαιτούµενη από το νόµο έγγραφη προδικασία, η οποία ελέγχεται και αυτεπάγγελτα από το ∆ικαστήριο ως αναγόµενη στη δηµόσια τάξη (άρθρο 111 ΚΠολ∆), δοθέντος ότι, στο πλαίσιο των τροποποιήσεων που επέφερε από 1.1.2016 στον ΚΠολ∆ ο ν. 4335/2015, σύµφωνα µε τα τροποποιηθέντα ήδη άρθρα 238 και 268 ΚΠολ∆ δεν προβλέπεται πλέον η άσκηση προφορικής ανταγωγής, ακόµη και στις περιπτώσεις που η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως στις µικροδιαφορές, ούτε και η άσκηση προφορικής ανταίτησης στη διαδικασία των ασφαλιστικών µέτρων (βλ. και άρθρο 686 §§ 1, 5 και 6 ΚΠολ∆, όπως ισχύει από 1.1.2016). Συνεπώς, πρέπει αυτή να απορριφθεί και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Σηµείωση Η ανταίτηση στα ασφαλιστικά µέτρα 1. Στη διαδικασία των ασφαλιστικών µέτρων, γινόταν δεκτό ότι ήταν δυνατή η άσκηση από τον καθού, ανταίτησης κατά του αιτούντος κατ’ ανάλογη εφαρµογή του άρθ. 268 § 1 ΚΠολ∆, κατά το οποίο: «Μετά την εκκρεµοδικία ο εναγόµενος µπορεί να ασκήσει ανταγωγή» (βλ. ΜΠρΑθ 7604/2008 αδηµ.). Για την άσκηση ανταίτησης πρέπει οι διάδικοι να παρίστανται ιδίω ονόµατι και στις δύο δίκες. Έτσι, επί αιτήσεως της µητέρας για καθορισµό προσωρινής διατροφής για λογαριασµό του ανήλικου τέκνου της, δεν µπορεί ο καθού- πατέρας να ασκήσει ανταγωγή κατά της µητέρας […]
Read more
