Μονομερής βλαπτική μεταβολή όρων εργασίας μισθωτού. Πότε υφίσταται. Δικαιώματα εργαζομένου στην περίπτωση αυτή. Δεν συντρέχει βλαπτική μεταβολή, όταν με την σύμβαση εργασίας έχει συμφωνηθεί εκ των προτέρων ότι ο εργοδότης δικαιούται να προβεί μονομερώς σε μεταβολή των όρων της σύμβασης και επιχειρείται αυτή, έστω και σε βάρος του εργαζομένου, διότι τότε πρόκειται όχι για μονομερή, αλλά για συμφωνημένη μεταβολή. Εάν η μεταβολή, υπό τις περιστάσεις που επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη, μπορεί ο εργαζόμενος να αξιώσει και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Καταγγελία σύμβασης εργασίας. Πότε θεωρείται καταχρηστική. Η καταγγελία που δεν γίνεται για λόγους που συνδέονται με το συμφέρον της επιχείρησης, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική, διότι τότε από αναιτιώδης δικαιοπραξία θα γινόταν αιτιώδης. Ορθώς έκρινε το Εφετείο ότι η απόλυση της ενάγουσας, συνεπεία βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας της συνιστάμενη στην αλλαγή του ωραρίου απασχόλησής της από νυχτερινό σε πρωινό, δεν ήταν καταχρηστική, με την αιτιολογία ότι από την πρόσληψή της εργαζόταν μεν, ανελλιπώς, στην νυκτερινή βάρδια, πλην όμως, δεν αποδείχθηκε (λόγω μη προσκομιδής της σύμβασης εργασίας της) ότι το ωράριο αυτό είχε συμφωνηθεί, ενώ ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, δεν ασκεί επιρροή το αν υπάρχει γι’ αυτήν κάποια αιτία ή η προβαλλομένη αιτία είναι αναληθής, καταλήγοντας ότι η απόλυση δεν έγινε από για λόγους εκδίκησης και κρίνοντας, αν και ως εκ περισσού, ότι οφειλόταν στην έλλειψη πνεύματος συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, λόγω πειθαρχικά ελεγκτέων ενεργειών της ενάγουσας, οι οποίες, αναγόμενες στη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, απαραδέκτως πλήττονται, ως προς την αλήθεια και την πραγματική συνδρομή τους. Συμμόρφωση Δικαστηρίου προς αναιρετική απόφαση. Έννοια νομικού ζητήματος με το οποίο οφείλει να συμμορφώνεται το Δικαστήριο της παραπομπής. Δεν αποτελεί νομικό ζήτημα η κρίση του Αρείου Πάγου ότι παρά το νόμο λήφθηκε υπόψη κάποιο έγγραφο που δεν προσκομίσθηκε νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. (Απορρίπτει την υπ΄ αριθμ. 458/2016 ΕφΑθηνών).

Αριθμός 1000/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο – Eισηγητή, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Ο. του Γ., κατοίκου …, η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευφροσύνη Τσαμολιά, που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “… Α.Ε.” εδρεύουσας στο …, νομίμως εκπροσωπούμενης η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αντωνίου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 335/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 6570/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 21-6-2013 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 582/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την απόφαση και παρέπεμψε προς περαιτέρω εκδίκαση την υπόθεση.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 458/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-6-2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με τό άρθ.559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Εξάλλου, κατά το άρθ.580§§1-4 ΚΠόλΔ (όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίηση και αντικατάσταση του με το άρθρο τρίτο του άρθ.1 ν.4335/2015, ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου άσκησης της ένδικης αναίρεσης την 6-7-2016, άρθρο ένατο παρ.2 του αυτού άρθρου και νόμου), εφόσον ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, πλην των περιπτώσεων της υπέρβασης δικαιοδοσίας και παράβασης των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αν δεν κρατήσει και δικάσει την υπόθεση, την παραπέμπει προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση ή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές κλπ,, τα οποία, ερευνώντας, σύμφωνα με το άρθ.581§2 ΚΠολΔ, την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, δεσμεύονται από την αναιρετική απόφαση (της Ολομέλειας ή των Τμημάτων) ως προς τα νομικά ζητήματα που επιλύθηκαν απ’ αυτήν. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, εάν μία απόφαση αναιρεθεί και στην συνέχεια η υπόθεση παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο, ο ερευνώμενος εδώ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του δικαστηρίου της παραπομπής μόνο ως προς τα νομικά ζητήματα ουσιαστικής και δικονομικής φύσεως, όταν δηλ. το δικαστήριο της παραπομπής δεν ακολούθησε ως προς το νομικό ζήτημα, ως προς το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, την λύση που έδωσε ο Άρειος Πάγος (ΑΠ 682/2014, 108/2014). Ως “νομικό ζήτημα” θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται, όπως προαναφέρθηκε, είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 2083/2007). Δεν αποτελεί, επομένως και σύμφωνα με τα παραπάνω, νομικό ζήτημα η κρίση του Αρείου Πάγου ότι παρά το νόμο λήφθηκε υπόψη κάποιο έγγραφο που δεν προσκομίσθηκε νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (αριθ. 11 β’ άρθ.559 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου σε περίπτωση αναίρεσης για τον λόγο αυτόν δεν είναι δυνατόν να θεμελιωθεί ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 18 του άρθ.559 ΚΠολΔ, εάν δε το δικαστήριο της παραπομπής υποπέσει, τυχόν, στην ίδια αναιρετική πλημμέλεια, δημιουργείται εκ νέου ο ίδιος λόγος αναίρεσης και όχι από τον αριθ. 18 του ως άνω άρθρου (ΑΠ 407/2016, 780/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, η εκδοθείσα για την ίδια υπόθεση 6570/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε ενόλω, ύστερα από αίτηση της και τώρα αναιρεσείουσας ενάγουσας, με την 582/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου για την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθ.559 αριθ. 11 β’ ΚΠολΔ, και δη διότι λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο η εκεί αναφερομένη ένορκη βεβαίωση, η οποία δεν είχε προσκομισθεί νόμιμα με επίκληση ενώπιον του. Με τον με 1° λόγο αναίρεσης και με το στοιχ. Α’ σκέλος του (και όχι με το Β, όπως εσφαλμένα φέρεται στο αναιρετήριο) από την ως άνω διάταξη προβάλλεται, ότι το δικαστήριο της παραπομπής με την τώρα προσβαλλομένη 458/2016 απόφαση του, που εκδόθηκε μετά την αναίρεση της προηγουμένης ως άνω απόφασής του, δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.

Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ο λόγος αυτός κατά το ερευνώμενο εδώ σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι με την αναιρετική απόφαση δεν επιλύθηκε νομικό ζήτημα, κατά την προδιαληφθείσα έννοια.

Π. (i) (Α) Κατά την διάταξη του άρθ.559 αριθ.1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, εάν ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε. παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 31/20Θ9, ΑΠ 618/2017). Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθ.173 και 200 ΑΚ (η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από την διάταξη αυτήν λόγο αναίρεσης) εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στην σύμβαση ή αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης, παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεσα της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης (όπως, όταν προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης καταφεύγοντας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την μορφή και το περιεχόμενο της, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός αυτής), παραλείπει να προσφύγει σ’ αυτούς για την συμπλήρωση ή ερμηνεία της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων, αν και δέχθηκε, έστω και έμμεσα, κενό ή ασάφεια, είτε όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και την ερμηνεία ή την συμπλήρωση της σύμβασης, καίτοι δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η σύμβαση είναι πλήρης ή σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Προσφυγή στις ως άνω διατάξεις υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν αναφέρονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο αυτής προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθ.173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 71/2016, 837/2015, 939/2013, 574/2011). Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται και εκ πλαγίου, δημιουργείται δηλ. λόγος από τον αριθ. 19 του αυτού άρθρου (μόνον εάν το δικαστήριο προέβη πράγματι στη εφαρμογή τους, ΑΠ 574/2011), ο λόγος δε αυτός για έλλειψη νόμιμης βάσης θεμελιώνεται στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βούλησης ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει, αν υπήρχε κενό ή ασάφεια στην δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 929/2014). Περαιτέρω, κατά το εδ. β’ της ως άνω διάταξης ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ. τις γενικές και αφηρημένες, αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την. εμπειρική πραγματικότητα :με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ,ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει; κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλ., για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ’ αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση. των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ. 309/2017, 43/2017). Από. την διάταξη αυτήν σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθ.118 αριθ.4, 566§1 και 577§3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος από τον αρυθ.1 εδ. β’ (για εσφαλμένη. χρησιμοποίηση ή παράλειψη χρησιμοποίησης των διδαγμάτων, της κοινής πείρας) πρέπει στο έγγραφο της αναίρεσης να αναφέρεται αριθμητικά ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσέδωσε σ’ αυτόν η προσβαλλομένη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει εσφαλμένη, η ορθή, κατά την άποψή του, έννοια που προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που επικαλείται, τα οποία το δικαστήριο είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, τα διδάγματα της κοινής πείρας και ο τρόπος, με τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ. 43/2017, 2164/2014, 929/2014, 1061/2013). Περαιτέρω, κατά τον αριθ.8 του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο (έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως “πράγματα” ή μη λήψη υπόψη των οποίων, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον λόγο αυτόν αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς και παραδεκτά προτεινόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι (είναι νόμιμοι δηλ.) συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου. Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται και απορρίπτεται ως αβάσιμος, εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό,, αλλά και εκ των πραγμάτων με την παραδοχή γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 602/2017) (Β) Ο εργοδότης ασκώντας το κατ’ άρθ.652 ΑΚ διευθυντικό του δικαίωμα έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρέωσης του μισθωτού για παροχή εργασίας, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή την εργασιακή σύμβαση. Δηλ. ο εργοδότης ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρηση του με βάση τα κρινόμενα από τον ίδιο ως πλέον αποτελεσματικά γι’ αυτήν κριτήρια. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ.648, 652, 656 και 349-351 ΑΚ, 7§1 ν.2112/1920 και 5§3 ν.3198/1955 προκύπτει, επομένως, ότι στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχείρησής του προς επίτευξη των σκοπών αυτής, δεν επιτρέπεται, όμως, κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική ή ηθική ζημία στον μισθωτό κατά παράβαση διάταξης νόμου ή της ατομικής σύμβασης εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος με την έννοια του άρθ . 281 ΑΚ. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, σύμφωνα ειδικότερα με την διάταξη του άρθ.7 εδ. α ν.2112/1920 κατά την οποία “Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι’ ην ισχΰουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου”, που παρέχει στον μισθωτό, αν δεν αποδέχεται την μεταβολή, το δικαίωμα, είτε να εμμείνει στην σύμβαση, και να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται τη εργασία με τους πριν την μεταβολή όρους, καθιστώντας αυτόν, διαφορετικά υπερήμερο, περί την αποδοχή της εργασίας του, είτε να θεωρήσει την μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση.

Από τις διατάξεις αυτές καθίσταται σαφές, ότι μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν. ο εργοδότης επιχειρεί, χωρίς την συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από την σύμβαση, το νόμο; ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό της ,επιχείρησης, για την εφαρμογής όμως, της διάταξης ειδικότερα του άρθ.7 εδ. α’ ν.2112/1920 δεν αρκεί η μονομερής μεταβολή, αλλά απαιτείται αυτή να είναι “βλαπτική”, βλαπτική δε μεταβολή, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, υπάρχει, όταν: αυτή προκαλεί στον εργαζόμενο, άμεσα ή έμμεσα, υλική ή και ηθική : μόνο ζημία. Στην περίπτωση αυτήν ο μισθωτός μπορεί να αντιδράσει με τους: εξής τρόπους : (α) Να αποδεχθεί την μεταβολή, με αποτέλεσμα την κατ’ άρθ.361ΑΚ, σύναψη (σιωπηρά) νέας σύμβασης, .τροποποιητικής της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη και καταλύει το δικαίωμα του εργαζομένου. να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής υπό; τους πριν την μεταβολή συμβατικούς όρους. Η αποδοχή της τροποποιητικής σύμβασης από τον μισθωτό μπορεί να γίνει ρητά ή σιωπηρά, δηλ. με ατομικές πράξεις, από τις οποίες προκύπτει συμπερασματικά η βούλησή του για αποδοχή της. Τέτοια σιωπηρή αποδοχή μπορεί να συναχθεί, αν ο εργαζόμενος, παρά το ότι σαφώς γνωρίζει την μεταβολή των όρων της αρχικής εργασιακής σχέσης τους, εξακολουθεί και μετά απ’ αυτήν την μεταβολή αδιαμαρτύρητα να παρέχει για μακρό χρονικό διάστημα τις υπηρεσίες του στον εργοδότη. Αν, όμως, ο μισθωτός διαμαρτυρηθεί ειδικά και με συγκεκριμένες ενέργειες για την μονομερή εκ μέρους του εργοδότη βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης, τότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για αποδοχή απ’ αυτόν της ανωτέρω ενέργειας του εργοδότη (ΑΠ 1435/2006) (β) Να θεωρήσει την μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από τον εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία, αξιώνοντας τη νόμιμη αποζημίωση (γ) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους πριν την μεταβολή όρους, στην περίπτωση δε αυτήν, εάν ο εργοδότης δεν τις αποδεχθεί, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασία και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει τη νέα εργασία και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης να τον απασχολεί με τους πριν την μεταβολή όρους.

Προϋπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, για τα παραπάνω είναι η μονομερής ενέργεια του εργοδότη, η οποία δεν συντρέχει, όταν με την σύμβαση εργασίας έχει συμφωνηθεί εκ των προτέρων ότι ο εργοδότης δικαιούται να προβεί μονομερώς σε μεταβολή των όρων της σύμβασης και τα όρια της μεταβολής καθορίζονται επακριβώς, μέσα . δε στα όρια αυτά ο εργοδότης προβαίνει στην μεταβολή των όρων της σύμβασης, έστω και σε βάρος του εργαζομένου, διότι τότε πρόκειται όχι για μονομερή αλλά για συμφωνημένη μεταβολή, η οποία είναι νόμιμη, εφόσον δεν προσκρούει σε ειδική απαγορευτική διάταξη και εφόσον κατά την άσκηση του σχετικού διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη δεν γίνεται υπέρβαση των ορίων του άρθ.281 ΑΚ. Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθ.57, 58, 281, 288, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι, αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί αυτός, να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την ανεπίτρεπτη επαγγελματική μείωση που υφίσταται (για τα παραπάνω σε συνδ. ΑΠ 216/2017, 132/2016, 447/2015). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθ. 669§2 ΑΚ, 1 ν.2112/1920 και 1 και 5 ν,3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου και είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, ως εκ τούτου δε το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται. Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθ.281 ΑΚ, δεν επιτρέπεται δηλ. να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτής, διαφορετικά είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη (άρθ.174, 180 ΑΚ). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται καταχρηστική και επομένως, άκυρη .(με περαιτέρω συνέπεια την περιέλευση του εργοδότη, αρνουμένου να δεχθεί τις υπηρεσίες του εργαζομένου, σε υπερημερία και την υποχρέωση του να του καταβάλλει, για όσο χρόνο διαρκεί η υπερημερία του, τις αντίστοιχες αποδοχές, άρθ.349, 35,0, 656 ΑΚ), και όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος, έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι’ αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία, διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της, δεν είναι ο εργοδότης εκείνος που πρέπει να την δικαιολογήσει, αλλά αντίθετα ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει συγκεκριμένα; περιστατικά, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφει το άρθ.281 ΑΚ και εκ του λόγου αυτού καθίσταται απαγορευμένη, αντιστρόφως δε δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζομένου ή την παραβίαση απ’ αυτόν των συμβατικών του υποχρεώσεων, διότι τότε κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης που πρέπει να, διέπει την λειτουργία της σύμβασης.

Αλλά και όταν αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλ. εκείνη που δεν γίνεται για λόγους που συνδέονται με το συμφέρον της επιχείρησης του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική, διότι τότε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου από αναιτιώδης δικαιοπραξία θα γινόταν αιτιώδης (ΑΠ 244/2017, 123/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : (1) Με την από 2-7-2009 (και με αριθ: κατ. …/2009) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ανώνυμης εταιρείας “… ΑΕ” η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε, ότι προσλήφθηκε την 15-10-1975 από την προκάτοχο της εναγομένης και τώρα αναιρεσίβλητης με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί στο … ως τεχνικός επιτραπεζίων παιγνίων και εργάσθηκε με την ειδικότητα αυτήν μέχρι την 5-5-2009, όταν η εναγομένη προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, την οποία της επέδωσε την 12-5-
2009, ότι με την από 28-3- 2003 τριμερή συμφωνία της εναγομένης με την. προκάτοχο αυτής (αρχική) εργοδότρια της ενάγουσας “… ΑΕ” και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων στο συγκρότημα … (δηλ. του επιχειρησιακού σωματείου “ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ, …” και του κλαδικού σωματείου “ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΟ ΣΩΜΑΤΕΙΟ. ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ …”) ορίσθηκε ότι (α) μετά την ανάληψη της διοίκησης κλπ. της ως άνω επιχειρηματικής μονάδας από την εναγομένη το προσωπικό που. εργάζεται σ’ αυτήν με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, του οποίου ο υπολειπόμενος χρόνος για την θεμελίωση πλήρους συνταξιοδοτικού δικαιώματος είναι μέχρι 6 έτη, εκτός από την πλήρη διασφάλιση των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων του, προστατεύεται από τακτική ή έκτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας επί όσο χρόνο υπολείπεται για την αποχώρησή του λόγω συνταξιοδότησης (β) οι εργαζόμενοι που δεν επιθυμούν την αυτοδίκαιη μεταφορά τους στην εναγομένη, σύμφωνα με τις διατάξεις του υπό ψήφιση σχετικού σχεδίου νόμου (δηλ. του μετέπειτα ν.3139/2003), αλλά την εθελούσια αποχώρησή τους, μπορούν με έγγραφη δήλωσή τους προς την … υποβαλλομένη εντός μηνός από την υπογραφή της συμφωνίας, να ασκήσουν δικαίωμα συμμετοχής σε πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου (γ) το προσωπικό πού δεν θα ασκήσει κάποιο από τα παραπάνω δικαιώματα ή δεν εντάσσεται στις παραπάνω κατηγορίες και εργάζεται στην επιχειρηματική μονάδα Καζίνο Ξενοδοχείο-Τελεφερίκ Πάρνηθας με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, μεταφέρεται στην ΕΚΠ (εναγομένη): με πλήρη διασφάλιση των εργασιακών και. ασφαλιστικών δικαιωμάτων του, προστατευόμενο από τακτική ή έκτακτη καταγγελία των ατομικών συμβάσεων εργασίας του επί εξαετία από , την μεταφορά του, κατ’ : εξαίρεση δε επιτρέπεται η καταγγελία μόνο κλπ., και ότι οι αιτήσεις των, εργαζομένων που δεν θα ικανοποιηθούν εντός της ταχθείσης προθεσμίας των 10 ημερών ανακαλούνται ελεύθερα απ’ αυτούς και οι εργαζόμενοι μεταφέρονται αυτοδίκαια στην ΕΚΠ, ότι από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων της συμφωνίας και την αντίστοιχου περιεχομένου διάταξη του άρθ.8§3 ν.3139/2003, που θέσπισε 5ετή αντίστοιχη προστασία από την απόλυση, προκύπτει ότι η τελική προθεσμία μεταφοράς των εργαζομένων στην εναγομένη έληγε μετά παρέλευση ενός μηνός και δέκα ημερών από την υπογραφή της σύμβασης και επομένως η 6αετής προστασία της ενάγουσας από την απόλυση έληγε την 8-5-2009, ότι η ενάγουσα από την πρόσληψή της (15-10-1975) μέχρι την ανάληψη της διαχείρισης και εκμετάλλευσης του Καζίνου από την εναγομένη (Μάιος 2003), αλλά και στην συνέχεια μέχρι την 22-4-2009, εργαζόταν αποκλειστικά στην τελευταία νυκτερινή βάρδια (23.45’ -07.15’ , πλην του διαστήματος από 1.12.2007-31.1.2008), ότι την 22-4-2008 έλαβε κανονική άδεια, όταν, όμως, την 7-5-2008 και ώρα 23.45’ προσήλθε να εργασθεί στην ως άνω νυκτερινή βάρδια, η εναγομένη της ανακοίνωσε, διά των αρμοδίων οργάνων της, ότι είχε καταρτίσει κατά την απουσία της πίνακα εργασίας με άλλη, ημερήσια βάρδια, στην οποία κλήθηκε να εργασθεί, ότι παρά τις διαμαρτυρίες της για την αλλαγή αυτή κατά παράβαση του κανονισμού εργασίας, στον οποίο ορίζεται ότι για οποιαδήποτε αλλαγή ωραρίου απαιτείται έγκαιρη ενημέρωση και συναίνεση του εργαζομένου, ο αρμόδιος υπάλληλος της εναγομένης της έδωσε εντολή να διακόψει την εργασία της κατά τη νυκτερινή βάρδια και να επανέλθει στη πρωινή, ότι παρά τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες της η εναγομένη δεν την επανέφερε στη νυκτερινή βάρδια και έτσι η ενάγουσα, με την επιφύλαξη ότι θα διεκδικήσει τα νόμιμα δικαιώματά της από την μεταβολή αυτήν, εργάσθηκε σε ημερήσια βάρδια μέχρι την 27-7-2008, έκτοτε δε μέχρι την 5-1-2009 απουσίασε από την εργασία της λόγω εργατικού ατυχήματος, ενώ αμέσως μετά την επιστροφή της έθεσε και πάλι το ζήτημα της επιστροφής της στη νυκτερινή βάρδια, στην οποία η εναγομένη δεν την επανέφερε, παρά την εκ μέρους του διευθυντή ανθρώπινου δυναμικού της εναγομένης αναγνώριση της νομιμότητας της αξίωσής της, και έτσι εργάσθηκε μέχρι την απόλυση της σε ημερήσιες βάρδιες με συνεχείς διαμαρτυρίες αυτής και των εκπροσώπων της συνδικαλιστικής της οργάνωσης, ότι η αλλαγή του ωραρίου εργασίας της από αποκλειστικά νυκτερινό, ύστερα από μακροχρόνια απασχόληση της σ’ αυτό, σε αποκλειστικά ημερήσιο, λόγω της σημαντικής μείωσης των αποδοχών της (κατά 700€ μηνιαία) και της ανατροπής του προσωπικού και οικογενειακού προγραμματισμού της συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, ότι η εναγομένη διά των διευθυντικών στελεχών της, επιχειρώντας να κατασκευάσει προφάσεις για την απόλυσή της, την 9-4-2009 της κοινοποίησε, εντολή, με την οποία την καλούσε να μην χρησιμοποιεί κατά την εργασία της την περιχειρίδα που έφερε λόγω εργατικού ατυχήματος και να την αφαιρέσει αμέσως, επειδή κατά την άποψη του ιατρού της εταιρείας δεν εξυπηρετούσε σε τίποτε, ενώ την 10-4-2009 τις κοινοποίησε δύο κλήσεις να παράσχει γραπτές εξηγήσεις για δήθεν εριστική συμπεριφορά προς συνάδελφο της και την … . Α. Α. και δήθεν πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της, ότι με τις από 12-4-2009 αναφορές της προς τα αρμόδια διευθυντικά στελέχη της εναγομένης η ενάγουσα εξηγούσε ότι το αβάσιμο των αναφερομένων στις ως άνω κλήσεις προκύπτει από το υπάρχον οπτικοακουστικό υλικό και γι’ αυτό ζήτησε την διατήρηση και αξιολόγησή του, ότι την 23-4-2009 με αναφορά-αίτηση προς τον Πρόεδρο της Επιτροπής Εποπτείας της Λειτουργίας των Καζίνο ζήτησε να φυλαχθεί το οπτικοακουστικό υλικό, από το οποίο εμφανίζονται τα πραγματικά γεγονότα και όχι , τα ψεύδη, οι ανακρίβειες και οι χαλκευμένες αναφορές του τμήματος της με ακεραία την ευθύνη του αυτού προσώπου επιρροής του διευθυντή επιτραπέζιων παιγνίων, I. Μ. Α., Α., ότι η ως άνω νόμιμη ενέργειά της ενόχλησε έντονα τα προαναφερόμενα διευθυντικά στελέχη της εναγομένης και έτσι την 5-5-2009, όταν επέστρεψε από άδεια, ο διευθυντής ανθρώπινου δυναμικού της εναγομένης της δήλωσε ότι η εταιρεία δεν επιθυμεί την περαιτέρω παραμονή της στο καζίνο και της ζήτησε να αποδεχθεί την απόλυσή της με αποζημίωση λίγο μεγαλύτερη από τη νόμιμη, διαφορετικά θα την απολύσει με τη νόμιμη, ότι μετά την άρνησή της στην πρόταση αυτή της δήλωσε ότι απολύεται και την κάλεσε να παραλάβει την απόλυσή της με ημερομηνία 5-5-2009 και επειδή αυτή αρνήθηκε της την κοινοποίησε με δικαστικό επιμελητή την 12-5-2009, ότι οι πραγματικοί λόγοι απόλυσής της είχαν άμεση σχέση με την δικαιολογημένη και νόμιμη ενέργειά της να προσφύγει την 23-4-2009 στην Επιτροπή Εποπτείας της λειτουργίας των καζίνο για να διαφυλαχθεί το οπτικοακουστικό υλικό των γεγονότων που αναφέρονται στις παραπάνω αναφορές για την προάσπιση της προσωπικότητάς της και της επαγγελματικής της υπόστασης και για την αποκατάσταση της αλήθειας, ότι σύμφωνα με τα προαναφερθέντα η απόλυσή της είναι άκυρη, διότι (α) έγινε κατά. παράβαση της ως άνω τριμερούς συμφωνίας (β) δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης (γ) η άσκηση του σχετικού διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης έγινε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθ.281 ΑΚ, η καταγγελία δηλ. ήταν καταχρηστική, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε (α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της (β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σ’ αυτήν (αα) για μισθούς υπερημερίας, του αναφερομένου εκεί χρονικού διαστήματος, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας το ποσό των 59.266,62€, άλλως και επικουρικά για αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 19.591,6€ (ββ) το ποσό των 6.647,15β, το οποίο απώλεσε, κατά τα εκεί διαστήματα, ως εκ της ως άνω βλαπτικής αλλαγής του ωραρίου της και της συνακόλουθης στέρησης της προσαύξησης των αποδοχών της κατά 699,7€ (με την αναλογία των διαφόρων επιδομάτων κλπ.) που ελάμβανε κατά την παροχή της εργασίας της σε νυκτερινή βάρδια (γγ) το ποσό των 10.0006 ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς της, συνολικά δε το ποσό των 75.913,776, άλλως και επικουρικά το ποσό των 36.268,756 κλπ. (γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της κατά τους όρους της ατομικής σύμβασής της κλπ. (2) Η αγωγή αυτή έγινε εν μέρει δεκτή με την 335/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ειδικότερα ότι (α) η ως άνω αλλαγή του ωραρίου της ενάγουσας συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της (β) από την μεταβολή αυτήν η ενάγουσα υπέστη (αα) υλική ζημία συνισταμένη στο ποσό της αμοιβής που θα ελάμβανε για νυκτερινή εργασία επί ένα έτος, εάν εξακολουθούσε να εργάζεται, ως και πρότερον σε νυκτερινή βάρδια, ανερχομένη σε 6.647,156 (ββ) ηθική βλάβη λόγω της αναστάτωσης της οικογενειακής της ζωής, για την αποκατάσταση της οποίας η εύλογη χρηματική ικανοποίηση ανέρχεται σε 2.0006 (γ) η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ήταν άκυρη λόγω καταβολής αποζημίωσης απόλυσης μικρότερης από τη νόμιμη και επομένως η εναγομένη της οφείλει μισθούς υπερημερίας ενός έτους, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά και κατά παραδοχή της αγωγής ως προς την κύρια βάση της και ως προς την ακυρότητα της καταγγελίας λόγω μη καταβολής στην ενάγουσα πλήρους αποζημίωσης απόλυσης (μη εξετασθέντων των λοιπών λόγων ακυρότητας της καταγγελίας και της επικουρικής βάσης της αγωγής) η εναγομένη υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 67.913,776 κλπ. (3) Με την 6570/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και κατά παραδοχή έφεσης της αναιρεσίβλητης εναγομένης εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη στο σύνολο της, η απόφαση δε αυτή αναιρέθηκε όπως προαναφέρθηκε, ενόλω, με την 582/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου ύστερα από αίτηση της και τώρα αναιρεσείουσας για την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθ.559 αριθ. 11 περ. β’ ΚΠολΔ και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο ίδιο δικαστήριο προς περαιτέρω εκδίκαση. Το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας ως δικαστήριο της παραπομπής, με την τώρα αναιρεσιβαλλομένη 458/2016 απόφασή του και όπως απ’ αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η αναιρεσείουσα ενάγουσα προσελήφθη την 15 – 10 -1975 από τον EOT, που εκμεταλλευόταν τότε το Καζίνο της Πάρνηθας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως τεχνικός επιτραπεζίων παιγνίων, ότι η εκμετάλλευση του Καζίνο περιήλθε αργότερα στην εταιρεία “…” και ακολούθως στην εναγομένη, η οποία ως διάδοχος υπεισήλθε σε όλες τις έννομες σχέσεις της δικαιοπαρόχου της (ν.3139/3003), ότι κατά την διαδικασία μεταβολής του προσώπου του εργοδότη συνήφθη η από 28-3- 2003 συμφωνία μεταξύ της δικαιοπαρόχου της εναγομένης, της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης “Σωματείο Εργαζομένων στο Καζίνο-
Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας” και της συνδικαλιστικής οργάνωσης “Πανελλαδικό Σωματείο Τεχνικών Υπαλλήλων Τυχερών Παιγνίων”, με την οποία, μεταξύ άλλων, ορίσθηκε ότι “Μετά την ανάληψη της διοίκησης, διαχείρισης και εκμετάλλευσης της επιχειρηματικής μονάδας Καζίνο-
Ξενοδοχείο-Τελεφερίκ Πάρνηθας από την … (εναγομένη) το προσωπικό που εργάζεται σ’ αυτή με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και του οποίου ο υπολειπόμενος χρόνος για τη θεμελίωση πλήρους συνταξιοδοτικού δικαιώματος, σύμφωνα με τον εκάστοτε ισχύοντα νόμο, είναι μέχρι έξι (6) χρόνια, πλην της πλήρους διασφάλισης των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων του, προστατεύεται από τακτική ή έκτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας επί τόσο χρόνο, όσος υπολείπεται για την αποχώρησή του λόγω συνταξιοδότησης του”, με την ίδια δε συμφωνία (3ος όρος αυτής) παρασχέθηκε η ευχέρεια στους εργαζομένους που δεν επιθυμούσαν την αυτοδίκαιη μεταφορά; τους στην εναγομένη, αλλά την εθελούσια αποχώρησή τους, να ασκήσουν το σχετικό δικαίωμα εντός μηνός από την υπογραφή της σύμβασης, ενώ το προσωπικό που τελικά δεν θα ασκούσε κανένα άλλο (προβλεπόμενο από την σύμβαση) δικαίωμα, θα εντασσόταν εργασιακά στην εναγομένη με πλήρη διασφάλιση των εργασιακών και ασφαλιστικών του δικαιωμάτων, προστατευόμενο από τακτική ή έκτακτη καταγγελία των ατομικών συμβάσεων εργασίας του επί 6ετία από την μεταφορά του (6ος όρος), ότι η ενάγουσα, η οποία κατά τον χρόνο υπογραφής της σύμβασης αυτής (28-3-2003) είχε συμπληρώσει 27 έτη, 5 μήνες και• 13 ημέρες πραγματικής εργασίας, παρέμεινε και μεταφέρθηκε αυτοδίκαια στην εναγομένη, όπου εξακολούθησε να εργάζεται μέχρι την 5-5-2009, όταν η τελευταία κατήγγειλε την εργασιακή της σύμβαση και της κατέβαλε την υπολογισθείσα από τους αρμοδίους υπαλλήλους της ως νόμιμη αποζημίωση απόλυσης ποσού 86.665,41€, ότι η ενάγουσα από την αρχή της εργασιακής της σχέσης μέχρι και την 22-4-2008 είχε απασχοληθεί στη νυκτερινή βάρδια στο Καζίνο (23.45’ -07.15’ ) και εξ αυτού του λόγου δικαιούνταν και ελάμβανε αμοιβή για νυκτερινή εργασία, η οποία κατά τον ως άνω χρόνο ανερχόταν στο ποσό των 700€ περίπου μηνιαίως, ότι μη προσκομιζόμενης της σύμβασης εργασίας της δεν αποδεικνύεται ο αγωγικός ισχυρισμός της ότι το συγκεκριμένο ωράριο είχε συμφωνηθεί κατά την πρόσληψή της, ότι η ενάγουσα , επιστρέφοντας από άδεια την 7-5-2008 και εμφανιζομένη στην νυκτερινή βάρδια, στην οποία εργαζόταν μέχρι την 22-4-2008, πληροφορήθηκε ότι όλες οι βάρδιες του προσωπικού είχαν αλλάξει από 1-5-2008, ότι η ενάγουσα ανέφερε στους υπευθύνους του τμήματος ότι οφείλουν να την δεχθούν να εργασθεί στη νυκτερινή βάρδια, πλην όμως αυτό δεν έγινε δεκτό και αποχώρησε, ότι στην συνέχεια με το από 8-5-2008 έγγραφο της η εναγομένη την κάλεσε σε έγγραφη απολογία την αιτιολογία της παραβίασης του άρθ.10§3 του Κανονισμού Εργασίας, σύμφωνα με το οποίο οι εργαζόμενοι υποχρεούνται να παρουσιάζονται για εργασία στις ακριβείς ώρες , που προσδιορίζονται από το καθοριζόμενο από την εργοδότρια ωράριο, την πρόσκληση δε αυτήν ακολούθησε το από 22-5-2008 έγγραφο της εναγομένης προς την ενάγουσα, στο οποίο αναφέρεται “Σε σχέση με την από 8-5-2008 κλήση προς απολογία που σας κοινοποιήθηκε και κατόπιν των προφορικών εξηγήσεων που παρείχατε .και κρίθηκαν ικανοποιητικές, σας καλούμε να μην λάβετε υπόψη την κοινοποιηθείσα κλήση, ότι την 5-5- 2009 η εναγομένη διά του εκπροσώπου της Κ. Α., Διευθυντή Ανθρωπίνου Δυναμικού, ανακοίνωσε στην ενάγουσα ότι καταγγέλλει την σύμβαση εργασίας της και της προσέφερε, σε περίπτωση λύσης με κοινή συναίνεση, αποζημίωση απόλυσης μεγαλύτερη από τη νόμιμη, άλλως τη νόμιμη, ότι η ενάγουσα στην συνέχεια κατέθεσε την με αριθ. …-5-2009 αίτηση-καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής Εποπτείας της Λειτουργίας του Καζίνο, όπου ανέφερε την ενέργεια της εναγομένης και την συνέδεσε με προηγούμενη αναφορά της (με αριθ.πρωτ.7663/22-4-2009), με την οποία γνωστοποιούσε αντεργατική συμπεριφορά της εναγομένης, διά των οργάνων διοίκησης, σχετικά με την χρήση εκ μέρους της νάρθηκα δεξιού αντίχειρα που έφερε κατά την εργασία της, λόγω. τραυματισμού, και για περιστατικά σχετικά με την τήρηση των κανόνων κατά την διενέργεια του παιγνίου της ρουλέτας, στο οποίο συμμετείχε και ζητούσε, την διατήρηση του οπτικοακουστικού υλικού που είχε καταγραφεί από το σύστημα CCTV, ότι την 11-5-2009 η ενάγουσα κατέθεσε αίτηση στην Επιθεώρηση Εργασίας και την 26-5-2009 έγινε συζήτηση, γι’ αυτήν, με την παρουσία των διαδίκων, όπου η ενάγουσα χαρακτήρισε ως καταχρηστική, παράνομη και εκδικητική την απόλυσή της και ανέφερε ότι την τελευταία διετία, εξαιτίας της αλλαγής της βάρδιάς της, μειώθηκαν οι μηνιαίες αποδοχές της, ότι συνεπώς η εναγομένη προχώρησε σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, η οποία έγινε την 5-5-2009, τυπικά δε, μετά την άρνηση της τελευταίας να την αποδεχθεί, την 12-5-2009, όταν της επιδόθηκε η έγγραφη από 7-5- 2009 καταγγελία, με την ταυτόχρονη προσφορά της αποζημίωσης απόλυσης ποσού 86.665,41€, την οποία η ενάγουσα εισέπραξε την 15- 5 – 2009, ότι κατά τα τελευταία έτη της εργασίας της η ενάγουσα είχε υποπέσει σε πειθαρχικά; παραπτώματα ενώ είχαν καταγραφεί και περιστατικά (εκτός των προαναφερθέντων), ελεγχόμενη για μη τήρηση των από την σύμβαση εργασίας υποχρεώσεών της στον χώρο εργασίας και στις σχέσεις της με τους συναδέλφους της και τους πελάτες, ειδικότερα δε (α) την 19-4-2004 έγινε στην ενάγουσα έγγραφη επίπληξη, διότι την προηγουμένη ημέρα μίλησε με αυθάδεια σε πελάτες της εναγομένης (β) την 21-4-2004 έγινε στην ενάγουσα έγγραφη επίπληξη λόγω απουσίας της από την εργασία της την 8-4-2004 (γ) την 8-4-2005 έγινε προειδοποίηση στην ενάγουσα για την υποχρέωσή της να επιδεικνύει την πρέπουσα συμπεριφορά προς τους πελάτες, συναδέλφους και προϊσταμένους της (δ) την 9-12-2005 της έγινε έγγραφη επίπληξη για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της (ε) την 30-8-2007 έγινε σε βάρος της αναφορά στον αναπληρωτή διευθυντή Καζίνο για περιστατικό που αφορούσε κακή εκτέλεση των καθηκόντων της ως inspector σε στοιχηματισμό πελάτη, ο οποίος δικαίως (κατά την αναφορά) διαμαρτυρόταν για μη εφαρμογή των κανόνων από τον dealer που επόπτευε η ενάγουσα (στ) την 26-9-2007 έγινε σε βάρος της αναφορά για περιστατικό που έλαβε χώρα στο εστιατόριο του προσωπικού και αφορούσε φραστική επίθεση σε συνάδελφο της (ζ) την 7-12-2007 έγινε αναφορά σε βάρος της από τον προϊστάμενο της, διότι αποχώρησε από την εργασία της μετά την απόρριψη ;εκ μέρους του αιτήματος να της χορηγηθεί άδεια να παρευρεθεί σε κηδεία, για το περιστατικό δε αυτό κλήθηκε σε απολογία, χωρίς να προκύπτει, αν τιμωρήθηκε ή απηλλάγη (η) την 14-2-2008 έγινε αναφορά σε βάρος της για μη ορθή εφαρμογή των κανόνων του παιγνίου, για την οποία τιμωρήθηκε με έγγραφη επίπληξη την 27-3-2008, αφού προηγουμένως (29-2-2008) είχε κληθεί σε απολογία, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω η ενάγουσα δεν εναντιώθηκε ρητά στην μεταβολή του ωραρίου εργασίας της, αλλά τελικά συμφώνησε σιωπηρά και αποδέχθηκε την μεταβολή αυτήν, ο δε ισχυρισμός της ότι η τροποποίηση αυτή των όρων της σύμβασης εργασίας της συνιστά βλαπτική μεταβολή, καθόσον αφενός έγινε χωρίς προειδοποίηση και αφετέρου καθ’ υπέρβαση και κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης δεν είναι βάσιμος, διότι υπήρξε συναίνεση της ενάγουσας, αφού καθόλο το χρονικό διάστημα από 8-5-2008 έως και την προφορική καταγγελία της σύμβασης την 5-5-2009 εργάσθηκε σε πρωινές βάρδιες, χωρίς εναντίωση ή έγγραφη διαμαρτυρία, ότι ο ισχυρισμός της περί προφορικών διαμαρτυριών της αντίκειται στους κανόνες της κοινής πείρας, διότι δεν μπορεί να γίνει πιστευτό ότι ένας έμπειρος υπάλληλος, όπως η ενάγουσα που υπηρετούσε από 15-10-1975 αρχικά στον EOT και στην συνέχεια στην εναγομένη, η οποία απασχολεί πολυάριθμο προσωπικό και είναι οργανωμένη σε διευθύνσεις με εξειδικευμένο η κάθε μία αντικείμενο, ενώ θεωρεί βλαπτική την μεταβολή του ωραρίου εργασίας της και επιθυμεί να την αποκρούσει, δεν διαμαρτυρήθηκε εγγράφως στην αρμόδια προς τούτο διεύθυνση της εναγομένης, ούτε προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, αλλά αρκέσθηκε σε προφορικά παράπονα, ότι έγγραφη διαμαρτυρία για το ζήτημα αυτό έκανε για πρώτη φορά μετά την καταγγελία της σύμβασης με την ως άνω από 8-5-2009 καταγγελία της, ενώ, αντίθετα, για άλλα περιστατικά σχετικά με διαφωνίες της με την εργοδότριά της, για τα οποία είχε πραγματικά αντίρρηση, όπως π.χ. για την χρήση της περιχειρίδας ή για την μη τήρηση εκ μέρους της των κανόνων κατά την διενέργεια των παιγνίων,. είχε καταθέσει έγγραφες αναρρήσεις επιδιώκοντας την ικανοποίηση των αιτημάτων της, ότι η ανωτέρω μη εναντίωση της ενάγουσας καλύπτει και το ελάττωμα της μη έγκαιρης ειδοποίησής της για την αλλαγή της βάρδιας της κατά το άρθ.9§3.του κανονισμού εργασίας, ότι κατά συνέπεια η τροποποίηση του ωραρίου εργασίας της ενάγουσας δεν συνιστούσε τελικά βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σχέσης της καθότι έγινε με την εκ των υστέρων σιωπηρή συγκατάθεση της και όχι μονομερώς από την εναγομένη, ούτε συνιστούσε καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος ως μη ερχομένη σε προφανή αντίθεση με τα όρια που επιβάλλουν η ,καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ότι τα αντίθετα αποφηναμένη η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, δεχθείσα την ένδικη αγωγή, είναι εσφαλμένη και γι’ αυτό εξαφανιστέα, ότι η αγωγή είναι αβάσιμη και ως προς τις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις της, ειδικότερα δε (α) η εναγομένη κατά την άσκηση του δικαιώματος της προς καταγγελία της σύμβασης της ενάγουσας δεν ενήργησε καταχρηστικά, αφού δεν αποδείχθηκε o αγωγικός ισχυρισμός ότι η απόλυση οφείλεται σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αλεστής στην εναγομένη συμπεριφοράς της ενάγουσας αλλά έγινε με κίνητρο την διαπίστωση εκ μέρους της εργοδότριας της έλλειψης πνεύματος συνεργασίας μεταξύ τους και δημιουργίας κλίματος οξύτητας που είχε ως αποτέλεσμα την μη ομαλή λειτουργία της εργασιακής σχέσης (β) η καταγγελία έγινε αρχικά προφορικά την 5-5- 2009 και στην συνέχεια εγγράφως, με την επίδοση της σχετικής δήλωσης και την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, δηλ. μετά την πάροδο της προστασίας των 6 ετών που έθετε η από 28-3-2003. τριμερής συμφωνία η οποία άρχισε την 30-4-2003 (ημερομηνία δημοσίευσης στην ΕτΚ του ν.3139/2003) και είχε λήξει ήδη την 30-4-2009, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά και κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσείουσας εναγομένης εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και (αφού ερεύνησε και τις μη ερευνηθείσες πρωτοδίκως βάσεις της αγωγής, άρθ.522, 535§1, 536§2 ΚΠολΔ, ΑΠ 2039/2014) απέρριψε στο σύνολο της την ένδικη αγωγή (ii) Σε σχέση με την κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, με τους υπόλοιπους λόγους της κρινόμενης αίτησης και κατ’ εκτίμηση αυτών, στον βαθμό που μπορούν να εκτιμηθούν, προβάλλονται οι περαιτέρω αναιρετικές πλημμέλειες : (Α) Με τον 1° λόγο αναίρεσης και το με στοιχ. Β’ σκέλος αυτού από τους αριθ.1 και 19 του άρθ.559 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθ.173 και 200 ΑΚ, ότι το Εφετείο, παρά την έμμεση διαπίστωση κενού και ασάφειας στην σύμβαση εργασίας της ενάγουσας ως προς την απασχόλησή της σε νυκτερινή βάρδια, δεν εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες. Ο λόγος αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος και ως σε εσφαλμένη, προϋπόθεση ερειδόμενρς, καθόσον το Εφετείο ρητά δέχθηκε ότι η ενάγουσα από την πρόσληψή της μέχρι και την 22-4-2009 εργαζόταν στην νυκτερινή βάρδια του προσωπικού της εναγομένης και ότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δεν αποδείχθηκε (λόγω μη προσκομιδής της ένδικης σύμβασης εργασίας) ότι το ωράριο αυτό είχε συμφωνηθεί κατ’ αυτήν και ότι από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι στη σύμβαση εργασίας το ωράριο οριζόταν ως κυλιόμενο, ενώ τα φερόμενα στον λόγο αυτόν ως περιστατικά ασάφειας και κενού της σύμβασης αποτελούν. ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης ως προς τις συνθήκες και τους όρους εργασίας της ενάγουσας που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ.561§ΚΠολΔ) (Β) Με τον 2° λόγο αναίρεσης από τις ίδιες διατάξεις για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθ.281 ΑΚ ως προς την καταχρηστικότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι (α) , όπως προαναφέρθηκε, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι αναιτιώδης και επομένως δεν πάσχει, εάν δεν υπάρχει γι’ αυτήν κάποια αιτία ή η προβαλλομένη αιτία είναι αναληθής και ως εκ τούτου εναπόκειται στον απολυθέντα μισθωτό να επικαλεσθεί και αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά που την καθιστούν καταχρηστική και επομένως άκυρη (β) το Εφετείο ρητά και σαφώς δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης δεν ήταν καταχρηστική ως γενομένη για λόγους εκδίκησης συνεπεία της αναφερομένης στην αγωγή και προηγηθείσης αυτής (καταγγελίας) ως άνω νόμιμης αλλά μη αρεστής στην εναγομένη συμπεριφοράς της ενάγουσας, στην συνέχεια δε έκρινε, αν και ως εκ περισσού, ότι η καταγγελία οφειλόταν στην έλλειψη πνεύματος συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων και την δημιουργία κλίματος οξύτητας που είχε ως συνέπεια την μη ομαλή λειτουργία της σχέσης εργασίας, λόγω των γενομένων δεκτών συγκεκριμένων αντισυμβατικών και πειθαρχικά ελεγκτέων ενεργειών της ενάγουσας, οι οποίες, αναγόμενες στη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, απαραδέκτως πλήττονται, ως προς την αλήθεια και την πραγματική συνδρομή τους, με τον λόγο αυτόν (Γ) Με τον 3° λόγο αναίρεσης από τον αριθ.8 του άρθ.559 ΚΠόλΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη όλα τα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά που πρόβαλε η αναιρεσείουσα για την στήριξη του ισχυρισμού περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας. Ο λόγος αυτός,; ασαφώς πως προβαλλόμενος, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος και ως ερειδόμενος σε αναληθή προϋπόθεση, καθόσον όπως- προκύπτει : από το προαναφερθέν περιεχόμενο της αγωγής, η ενάγουσα τον ισχυρισμό περί καταχρηστικότητας στήριξε στην νόμιμη αλλά μη αρεστή στην εναγομένη συμπεριφορά της (διαμαρτυρίες για την αλλαγή του ωραρίου απαίτηση να επανέλθει στην νυκτερινή βάρδια αμφισβήτηση των αποδιδομένων σ’ αυτήν παραπτωμάτων) και κυρίως στην απαίτηση για διαφύλαξη του οπτικοακουστικού υλικού (και γενικότερα αντίδρασή της στην προσπάθεια της εναγομένης να αναγκασθεί σε παραίτηση), την οποία θεωρεί με την αγωγή της ως την πραγματική αιτία της, γι’ αυτό καταχρηστικής, καταγγελίας και η οποία προκάλεσε αισθήματα εκδίκησης στην εναγομένη. Το Εφετείο, εξαφανίζοντας την πρωτοβάθμια απόφαση κατά την γενομένη δεκτή κύρια βάση περί ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, ρητά απέρριψε και την βάση αυτή αυτήν περί καταχρηστικής καταγγελίας, καθώς και την βάση για ακυρότητα της καταγγελίας ως γενομένης κατά την διάρκεια της εξαετούς προστασίας από καταγγελία με βάση την ως άνω τριμερή συμφωνία; αφού ορθά δέχθηκε ότι η καταγγελία έγινε αρχικά προφορικά την 5-5-2009 και στην συνέχεια με επίδοση την 12-5-2009 έγγραφης δήλωσης, δηλ. μετά την πάροδο της προθεσμίας που έθετε η συμφωνία αυτή, η οποία άρχισε την 30-4-2003 (δημοσίευση ν.3139/2003) και είχε λήξει την 30-4-2009 (Δ) Από την διαλαμβανομένη στην προσβαλλόμενη απόφαση διαβεβαίωση ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που, οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, σε συνδυασμό . με το όλο περιεχόμενο της αναιρέσιβαλλομένης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αναφερόμενα στον 4° λόγο αναίρεσης από τον αριθ.11 περ. γ του άρθ.559 ΚΠολΔ έγγραφα, ο οποίος είναι, επομένως,, απορριπτέος ως αβάσιμος (Ε) Με τον 5° λόγο αναίρεσης, από τους αριθ.1 και εδ. β και 11 του ίδιου άρθρου, ότι το Εφετείο παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων για την διαπίστωση της καταχρηστικότητας της καταγγελίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως διττώς απαράδεκτος, ,το μεν λόγω αοριστίας, διότι δεν προσδιορίζονται τα φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας, το δε διότι η αποδιδομένη πλημμέλεια συνίσταται στην μη χρησιμοποίηση αυτών όχι για την ανεύρεση του αληθούς νοήματος κανόνα δικαίου και την υπαγωγή σ’ αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς, αλλά για την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΣΤ) Με τον 6° (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης από τους αριθ.1 εδ. α’ και β’ και 19 του άρθ.559 ΚΠολΔ, συμπλέκοντας άσχετα μεταξύ τους ζητήματα, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη κατ’ ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθ.648, 652, 653, 656, 349, 351, 361 ΑΚ, 7 ν.2112/1920 και 5 ν.3198/1955 και κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δέχθηκε ότι (α) καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους της ενάγουσας, τέτοια, όμως, παραδοχή δεν υπάρχει στην προσβαλλομένη απόφαση, ενώ εξάλλου δεν προσδιορίζονται τα φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας (β) η ενάγουσα συναίνεσε σιωπηρά στην μεταβολή του ωραρίου της, το δικαστήριο, όμως, κατ’ ορθή ερμηνεία των ως άνω διατάξεων και με πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχθηκε κυριαρχικά και αναιρετικά ανέλεγκτα, ότι από την μεταβολή του ωραρίου της την 22-4- 2008 μέχρι την καταγγελία της σύμβασης την 5-5-2009, δηλ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους, η ενάγουσα δεν εναντιώθηκε ρητά στην μεταβολή αυτήν, αλλά συμφώνησε σιωπηρά και αποδέχθηκε την μεταβολή αυτήν, μη υφισταμένης ως εκ τούτου μονομερούς βλαπτικής μεταβολής, καθόσον δεν διαμαρτυρήθηκε εγγράφως για την σημαντική αυτή τροποποίηση αλλά για πρώτη φορά μετά την καταγγελία, η δε μη εναντίωση αυτή καλύπτει και την μη έγκαιρη ειδοποίησή της για την αλλαγή κατά τα οριζόμενα στον κανονισμό εργασίας της εναγομένης.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστική έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθ.176, 183, 191
§ΚΠολΔ), η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-6-2016 αίτηση της Μ. Ο. για αναίρεση της 458/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαϊου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Α.Σ.

nomos.gr