ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Μαρία Παπασωτηρίου – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Μ. Π. του Κ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Χούρσογλου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 758/2015. απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρίπολης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρίπολης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. ….1.2016 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 22.1.2016 [αρ.πρωτ…..1.2016] αίτηση της Μ. Π., για αναίρεση της καταχωρηθείσης στις 12.1.2016 στο οικείο βιβλίο του άρθρου 473παρ.3 Κ Ποιν. Δ με αρ. 758/2015 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με δήλωση που επιδόθηκε στις 27.1.2016 στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου [βλ. από 27.1.2016 σχετική επισημείωση επί του δικογράφου της αναιρέσεως από τον δικαστικό επιμελητή Η. Κ.]. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Υπέρβαση εξουσίας κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ ΚΠοινΔ, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν το δικαστήριο αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι’ αυτό κατά νόμον όροι.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 περί επιταγής (όπως αντικαταστάθηκε με το Ν.Δ. 1325/1972): “ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται διά φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών”. Κατά την παρ. 5 εδ. α του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006: “η ποινική δίωξη ασκείται με έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε ή του εξ αναγωγής υπόχρεου ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της”. Σε σχέση με την υποβολή της εγκλήσεως επί της επιταγής, ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 42 ΚΠοινΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του βίου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παρ. 2 του εν λόγω άρθρου, η έγκληση γίνεται α^ ευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της έγκλησης. Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 2190/1920 “Περί ανωνύμων εταιριών”, όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. 174/1963, “η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίων και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς”, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου “το καταστατικόν δύναται να ορίσει, ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρίαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις”. Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι “Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν’ αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας”, στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/95 “το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους”. Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65,67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (18 παρ. 1) το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο (22 παρ. 1) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκαταστάσεως του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνον εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσωπήσεως της ΑΕ. και επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρείας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχείρισης όσο και την εκπροσώπηση της εταιρείας. Αντίθετα, όμως, προς το άρθρο 18 παρ. 2, το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασιστεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές της εταιρείας, Προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας (ΟλΑΠ 1096/76). Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωτερική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρείας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευ
τική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής.
Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρείας δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδοτήσεως και βεβαιώσεως του γνησίου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή εγκλήσεως ή για τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση όμως που το διοικητικό συμβούλιο ανώνυμης εταιρείας, για την υλοποίηση σχετικής αποφάσεως του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του ν. 2190/20, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέστηκε σε βάρος της εταιρείας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος – εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφαση του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του “εντολέα” και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ ΚΠοινΔ (ΟλΑΠ 4/2006). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 8 του ν 2190/1920, που προστέθηκε με το άρθρο 27 παρ. 7 του Ν 3604/2007: Τα πρακτικά του διοικητικού συμβουλίου υπογράφονται από τον πρόεδρο ή άλλο πρόσωπο που ορίζεται προς τούτο από το καταστατικό. Αντίγραφα των πρακτικών εκδίδονται επισήμως από τα πρόσωπα αυτά, χωρίς να απαιτείται άλλη επικύρωση τους”. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι ο πρόεδρος του ΔΣ εγκύρως εκδίδει αντίγραφα των πρακτικών του ΔΣ. Τέλος η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικό, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση τους. Τέτοια αιτιολογία δεν απαιτείται για ισχυρισμούς που είναι όχι αυτοτελείς, αλλά αρνητικοί της κατηγορίας, που τείνουν, δηλαδή, στην απαλλαγή του δράστη είτε γιατί δεν τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται είτε γιατί, κατά την τέλεση αυτής, δεν τελούσε σε δόλο. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει ι όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνει το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικό κενό, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατά τη δικάσιμο που εξεδόθη η αναιρεσιβαλλομένη υπ’ αριθμό 758/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ο συνήγορος της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, υπέβαλε ένσταση απαραδέκτου της ασκηθείσης σε βάρος της ποινικής διώξεως για την πράξη της κατ’ εξακολούθηση εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών, λόγω μη νόμιμης υποβολής της εγκλήσεως από μέρους της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας “… ΕΤΑΙΡΙΑ” ,γιατί δεν υπήρχαν πρακτικά του Δ.Σ. αυτής με υπογραφές όλων των μελών της και με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής τους, αλλά υπήρχαν μόνο αποσπάσματα, που φέρουν μόνο την υπογραφή του Διευθύνοντος Συμβούλου, πράγμα το οποίο δεν αρκεί. Το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη ταυτάριθμη παρεμπίπτουσα απόφαση του, απέρριψε την ένσταση αυτή του συνηγόρου της εκκαλούσης-κατηγορουμένης με την εξής αιτιολογία:
“Εν προκειμένω, η υπό κρίση από 25-2-2011 έγκληση υποβλήθηκε από τον τρίτο Κ. Τ., ο οποίος εξουσιοδοτήθηκε προς τούτο με το υπ’ αριθμ. …/24-2-2011 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Φ. Φ. – Ψ. από τον Ι. Κ., ο οποίος είχε εξουσιοδοτηθεί με το από 23-02-2011 πρακτικό του Δ. Σ. της εγκαλούσας εταιρείας που προσαρτήθηκε στην έγκληση. Στο πρακτικό αυτό αναφέρεται ότι ο Ι. Κ. ενεργεί ως καταστατικό όργανο αυτής και στον οποίο έδωσαν την εντολή να υπογράψει την ως άνω μήνυση, να την εγχειρίσει στον Εισαγγελέα, να παραστεί στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας ως πολιτικώς ενάγουσα, διορίζοντας δικηγόρους και ενεργώντας κάθε αναγκαία πράξη. Το ως άνω πρακτικό επικύρωσε ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας.
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, παρότι δεν προσκομίστηκε το καταστατικό της εταιρείας απ’ το οποίο θα προέκυπτε αν υπήρχε πρόβλεψη στο καταστατικό της εγκαλούσας για τη μεταβίβαση της εξουσίας του Δ. Σ προς υποβολή μηνύσεων, από το ίδιο το ως άνω πρακτικό της εταιρείας προκύπτει ότι ο Ι. Κ., ο οποίος είναι οικονομικός Διευθυντής της εταιρείας, ενεργεί ως καταστατικό όργανο αυτής, είναι δηλαδή υποκατάστατος του Δ.Σ. και δεν απαιτείτο βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής όλων των μελών του Δ. Σ. της εγκαλούσας στο πρακτικό που τον εξουσιοδοτούσε για την υποβολή της ένδικης έγκλησης, ο δε διευθύνων σύμβουλος του Δ.Σ. συννόμως εξέδωσε το αντίγραφο του πρακτικού του Δ.Σ., με το οποίο αυτό εξουσιοδότησε τον Ι. Κ. για την υποβολή της εγκλήσεως και συνεπώς δεν απαιτείτο βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., αλλ’ ούτε και του ιδίου, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, νομίμως υποβλήθηκε η ένδικη έγκληση και πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός της εκκαλούσας περί μη νομότυπου υποβολής της έγκλησης ως αβάσιμος”.
Ακολούθως μετά την απόρριψη της ενστάσεως αυτής, το δικαστήριο της ουσίας προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως και εξέδωσε την προσβαλλομένη καταδικαστική απόφαση του με την οποία κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη της [κατά το έτος 2010] εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών κατ’ εξακολούθηση και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε [15] μηνών, ανασταλείσα επί τριετία και χρηματική ποινή χιλίων [1000] ευρώ. Με αυτά που εδέχθη, το δικαστήριο της ουσίας με την άνω παρεμπτίπτουσα απόφαση του με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε την ένσταση απαραδέκτου της ασκηθείσας σε βάρος της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης ποινικής διώξεως καθόσον κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, η μήνυση υποβλήθηκε από τον Κ. Τ. [τρίτο], ο οποίος εξουσιοδοτήθηκε προς τούτο με το υπ’ αριθμό …/24.2.2011 πληρεξούσιο της άνω συμβολαιογράφου από τον εξουσιοδοτηθέντα με το από 23.2.2011 πρακτικό του Δ.Σ της εγκαλούσας άνω εταιρείας Ι. Κ., ενεργών ως καταστατικό όργανο, δηλαδή ως υποκατάστατος του Δ.Σ. της τελευταίας, ως συνάγεται από το περιεχόμενο του πρακτικού και ως εκ τούτου δεν απαιτείτο βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής όλων των μελών του Δ.Σ. της εγκαλούσας στο πρακτικό που τον εξουσιοδοτούσε για την υποβολή της ένδικης μηνύσεως. Ο δε διευθύνων σύμβουλος του Δ.Σ.της άνω εγκαλούσας εταιρείας συννόμως εξέδωσε το αντίγραφο του ως άνω πρακτικού του Δ.Σ. και συνεπώς δεν απαιτείτο βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., αλλ’ ούτε και του ιδίου, αλλ’ ούτε και υπερέβη θετικά την εξουσία του το δικαστήριο προχωρώντας στη συνέχεια στην κατ’ ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Η του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και υπέρβασης εξουσίας ως προς την απόρριψη των ισχυρισμών αυτών είναι αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των όρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη αβρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ’ του ιδίου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικό με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενα του. Διαφορετικό, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα. Επομένως από τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν ή δεν είναι βέβαιη η ανάγνωσή τους, κατά την προφορική στο ακροατήριο συζήτηση της υπόθεσης, παραβιάζοντα και” αρχές της δημοσιότητας και της προφορικότητας της διαδικασίας και επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και Γ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το όρθρο 358 του ΚΠΔ απορρέοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ,ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο [άρθρο 171 παρ.1 δ’ του ΚΠΔ], η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, συνιστάμενη στο ότι, δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την άσκηση από μέρους της των δικαιωμάτων που της παρέχει ο νόμος και συγκεκριμένα διότι από το περιεχόμενο των πρακτικών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι, εκτός από τα έγγραφα που προσκόμισε ο συνήγορος της αναγνώστηκαν”και τα έγγραφα που περιγράφονται στο σύνολο τους ως τα έγγραφα που αναγράφονται στο τέλος του κατηγορητηρίου”, τα οποία, όμως, δεν περιγράφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αυτοτελώς με τα προσδιοριστικά τους στοιχεία, δηλαδή χωρίς να εξειδικεύονται ποια είναι αυτά, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα τους, για να διαγνωσθεί ποια συγκεκριμένα έγγραφα αναγνώστηκαν, με αποτέλεσμα να αποστερείται η κατηγορουμένη – αναιρεσείουσα του υπερασπιστικού της δικαιώματος να ασκήσει το παρεχόμενο από το άρθρο 358 του ΚΠΔ δικαίωμα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με τα εν λόγω έγγραφα. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως και συγκεκριμένα από το φύλλο εννέα (9) αυτής και μάλιστα από το αντίστοιχο σημείο αυτής που αναφέρεται στα αναγνωσθέντα έγγραφα προκύπτει, κατά λέξει ότι: “Ακολούθως αναγνώσθηκαν, τα έγγραφα που αναγράφονται στο τέλος του κατηγορητηρίου και με πρόταση του Εισαγγελέως τα έγγραφα που κατέθεσε ο πληρεξούσιος συνήγορος της κατηγορουμένης ήτοι : 1) Η πρωτόδικη απόφαση, 2) Τα από 23-2-2011 πρακτικά συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου της Ανώνυμης εταιρείας “… Εταιρεία”, 3) Το υπ’ αριθμ. …/24-2-2011 πληρεξούσιο, 4) Φ/φα των επιταγών, 5) Το υπ’ αριθμ. πρωτ. …/26-3-2015 εγγράφου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Τριπόλεως.. 5) Το από 11-11-2008 τροποποιητικό εταιρικό καταστατικό, 8) Το από 26-2-2008 τροποποιητικό εταιρικό καταστατικό, 7) Την από 4-7-2014 εξουσιοδότηση, 8) Το από 7-12-1999 τροποποιητικό εταιρικό καταοταπκό,9) το από 17-8-1988 ιδρυτικό καταστατικό ετερρορύθμου εμπορικής εταιρίας, 10) Την υπ’ αριθμ. … έκθεση επίδοσης, 11) Διάφορα παραστατικά Τραπέζης με την υπογραφή της Ι. Π. και φέρουν το όνομα της , 12) Την από 14-11-2014 έκθεση εξέτασης μάρτυρα και κατηγορουμένης κατ1 αντιπαράσταση, 13) την από 19-3-2014 ένορκη εξέταση μάρτυρα, 14) Την από 14-11-2014 έκθεση εξέτασης μάρτυρα και κατηγορουμένης κατ’ αντιπαράσταση, 15) Τις από 7-11-2014 ένορκες εξετάσεις μαρτύρων (τρεις) και επισκοπήθηκαν και τέσσερες (4) φωτογραφίες”. Με βάση τα ανωτέρω, με σαφήνεια και επάρκεια προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ταυτότητα των αναγνωσθέντων εκείνων εγγράφων ,τα οποία αναγράφονται”ως έγγραφα στο τέλος του κατηγορητηρίου”, καθόσον με την μνεία και χρήση της προσδιοριστικής σημασίας λέξεως “ήτο” γίνεται σαφής διάκριση και εξειδίκευση αυτών, ότι δηλαδή πρόκειται (εκτός των αναγνωσθέντων εγγράφων που προσκομίστηκαν από την αναιρεσείουσα) ,για τα αναγνωσθέντα έγγραφα, με ταυτότητα και με αρίθμηση, με αύξοντα αριθμούς 1 [πρωτόδικη απόφαση), 2 [τα από 23.2.2011 πρακτικά συνεδριάσεως του διοικητικού συμβουλίου της Ανώνυμης εταιρείας “… Εταιρεία”], 3 [το υπ’ αριθμ …/24.2.2011 πληρεξούσιο], 4 [Φωτ/φα επιταγών]. Η αναφορά των ως άνω εγγράφων (ως εγγράφων του κατηγορητηρίου), τα οποία σημειωτέον ότι, κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο”ως έγγραφα του κατηγορητηρίου”, αναγνώστηκαν και στη πρωτοβάθμια δίκη, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αναγνωσθείσας πρωτόδικης αποφάσεως, προκειμένου περί εγκλήματος εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών, δεν είναι αόριστη και προκύπτει η ταυτότητα τους ως διαδικαστικών εγγράφων και εγγράφων του εγκλήματος (οι επιταγές), αφού αναφέρονται τα προσδιοριστικά στοιχεία του καθενός και δεν υπήρχε λόγος να αναφέρονται περισσότερα στοιχεία αυτών, και έτσι ο παριστάμενος συνήγορος της κατηγορουμένης – αναιρεσείουσας με την πλήρη ανάγνωση αυτών στο ακροατήριο, αντελήφθη επαρκώς το περιεχόμενο τους και είχε τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επ’ αυτών και να προβεί, κατ’ άρθρο 358 του ΚΠΔ, σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με τα αναγνωσθέντα, διακριτά, αυτά έγγραφα, σε σχέση με εκείνα που ο ίδιος προσκόμισε, γεγονός άλλωστε που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι δεν υπήρχαν άλλα έγγραφα με τα στοιχεία αυτά, παρεκτός του ότι δεν προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά ότι διατυπώθηκε από τον παριστάμενο συνήγορο της αναιρεσείουσας κάποια αντίρρηση ή παρατήρηση σχετική με την ανάγνωση των εν
λόγω έγγραφων. Επομένως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο που έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων και η πρωτόδικη απόφαση, η οποία κατ’ άρθρο 502 παρ.1 εδ. γ’ του ΚΠΔ υποχρεωτικά αναγιγνώσκεται στο κατ’ έφεση δικαστήριο, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Ατού ΚΠΔ’ αναιρετική πλημμέλεια και ο, ως άνω, σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, το μεν για παραβίαση των διατάξεων που αναφέρονται στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων της κατηγορουμένης, λόγω του ότι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο τα έγγραφα αυτά, των οποίων, κατά την αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα ,το δε για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με τις αιτιάσεις ότι δεν προσδιορίζονται με πληρότητα τα έγγραφα ,τα οποία έλαβε υπόψη του το άνω δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση [άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ, Α και Δ του ΚΠΔ] είναι αβάσιμος. Περαιτέρω με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του και κατέστησε αναιρετέα την απόφαση του, διότι δεν αναφέρεται σ’ αυτήν αν αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά της εκκαλουμένης πρωτοβάθμιας αποφάσεως με συνέπεια να καταστήσει αυτήν αναιρετέα και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εκ του ότι με τη παράλειψη αναγνώσεως των πρακτικών δεν συνεκτιμήθηκαν οι εμπεριεχόμενες σ’ αυτά καταθέσεις των μαρτύρων για τη διαμόρφωση του καταδικαστικού πορίσματος του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, και συγκεκριμένα στο φύλλο εννέα [9] των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αμέσως παραπάνω εκτενώς αναφέρθηκε, ότι μεταξύ των αναφερομένων αναγνωστέων εγγράφων “ως εγγράφων του κατηγορητηρίου” με αύξοντα αριθμό ένα (1) αναφέρεται η πρωτόδικη απόφαση, δηλαδή η εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως χωρίς να γίνεται μνεία ότι αναγνώστηκαν και τα πρακτικά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως. Όμως τα συντασσόμενα κατά το άρθρο 140 επόμ. του ΚΠΔ πρακτικά της δίκης περιέχουν υποχρεωτικά και όλες τις κατ’ άρθρο 370 ΚΠΔ δημοσιευμένες αποφάσεις του δικαστηρίου και συνιστούν ,απόφαση και πρακτικά, ένα ενιαίο σύνολο και όχι χωριστά έγγραφα (ΑΠ 70/2015, ΑΠ 93/2015). Όταν δε στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως σημειώνεται, κατά τα προεκτεθέντα, ότι αναγνώστηκε η πρωτόδικη απόφαση, σαφώς υποδηλώνεται ότι αναγνώστηκε η υπ’ αριθμό 1505/2013 εκκαλούμενη πρωτόδικη αυτή απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως μαζί με τα ενσωματωμένα στην απόφαση αυτή ενιαία πρακτικά αυτής και προφανώς από παραδρομή παραλείπεται η λέξη “και τα πρακτικά αυτής”. Επομένως δημόσια αναγνώστηκε η άνω πρωτόδικη απόφαση και τα πρακτικά αυτής και ορθά συνεκτιμήθηκε η σε αυτά περιεχόμενη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας και δεν συντρέχει έλλειψη αιτιολογίας, ούτε το δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του όπως αβάσιμα παραπονείται η αναιρεσείουσα και πρέπει τα απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός αυτός λόγος αναιρέσεως. Συνακόλουθα, και μη υπάρχοντος προς έρευνα άλλου λόγου αναιρέσεως ,πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό [άρθρο 583 ΚΠΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.1.2016 [αριθ. Πρωτ…..1.2016] αίτηση της Μ. Π., κατοίκου …, για αναίρεση της υπ’ αριθμό 758/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα [250] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2017.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
oenet.gr
