1654/2013 ΑΠ ( 616231)

(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ , ΕΕΜΠΔ 2013/977, ΧΡΙΔ 2014/296)
Βιομηχανική ιδιοκτησία. Δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Θετικές ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση αυτού. Το τεκμήριο νομιμότητας του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ως διοικητικής πράξης. Ανατροπή αυτού. Αποτελέσματα. Αναγκαίο περιεχόμενο των ισχυρισμών εκείνου που επικαλείται την ακυρότητα του διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Το χαρακτηριστικό του «νέου» της εφεύρεσης. Πότε μία επινόηση θεωρείται ότι εμπεριέχει εφευρετική δραστηριότητα. Χορήγηση πιστοποιητικού υποδείγματος χρησιμότητας κατά το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας. Τα υποδείγματα και σχέδια χρησιμότητας, αφορούν νέες επινοήσεις του ανθρωπίνου πνεύματος, που περιέχονται σε ενσώματο κινητό αντικείμενο και αναφέρονται, όπως και οι εφευρέσεις, στο χώρο της τεχνικής, με σκοπό την επίλυση τεχνικού προβλήματος. Δεν απαιτείται η εφευρετική δραστηριότητα ή άλλως το εφευρετικό ύψος να συντρέχει στον ίδιο βαθμό, που απαιτείται για τις εφευρέσεις, που οδηγούν σε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Χαμηλής εφευρετικής δραστηριότητας, η επινόηση της ενάγουσας, δυνάμενης ενδεχομένως να προστατευθεί με τη χορήγηση πιστοποιητικού υποδείγματος χρησιμότητας, όχι όμως διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Ακύρωση αυτού. Το δικαστήριο απορρίπτει την αναίρεση κατά της υπ’ αριθμ. 4999/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Αριθμός 1654/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2` Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1.Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ” ..…” που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2.Γ. Β. του Μ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο-Ελευθέριο Γκολέμη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ” ..…” και διακριτικό τίτλο “…”, η οποία εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.Η. Τ. του Κ., κατοίκου … και 3. Η. Ξ. του Κ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σφακιανάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-11-2006 και 24-1-2007 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 397/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 4999/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 1-12-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 8-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 4999/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και συνεκδίκασε την από 20-3-2009 έφεση των αναιρεσειουσών και την από 27-4-2009 αντίθετη έφεση των αναιρεσίβλητων κατά της 397/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτήν είχαν γίνει μερικώς δεκτές και στην ουσία τους οι από 22-1-2006 και από 6-11-2006 αγωγές των αναιρεσειουσών και είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 24-1-2007 αγωγή των αναιρεσίβλητων. Το Εφετείο απέρριψε κατ` ουσίαν την έφεση των αναιρεσειουσών και δέχθηκε την έφεση των αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε δε την προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διακράτησε την υπόθεση, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις αγωγές των αναιρεσειουσών και δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσίβλητων, ακυρώνοντας το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, που είχε απονεμηθεί στην πρώτη των αναιρεσειουσών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Παραβιάζεται δε ο κανόνας αυτός αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνετρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν πρέπει, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΑΠ Ολομ. 7/2006, 4/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αποφάσεως τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (ΑΠ Ολομ. 1/1999). Περαιτέρω, ως “ζητήματα”, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 614/2009). Εξάλλου, από τις διατάξεις των παραγράφων 1,3,4 και 5 του άρθρου 5 του ν. 1733/1987 προκύπτει ότι θετικές ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση έγκυρου διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι το “νέο” της εφεύρεσης, η εφευρετική δραστηριότητα ως περιεχόμενο αυτής και η επιδεκτικότητα της εφεύρεσης προς βιομηχανική εφαρμογή. Νέα κρίνεται μια εφεύρεση αν δεν ανήκει στη στάθμη της τεχνικής και ως τέτοια νοείται κάθε τι που είναι γνωστό οπουδήποτε στον κόσμο (αρχή της οικουμενικότητας) από γραπτή ή προφορική περιγραφή ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για τη χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Έτσι, το στοιχείο του “νέου” θεωρείται ότι υπάρχει, όταν πρόκειται μεν για παραγωγή προϊόντος, αν το προϊόν αυτό διαφέρει από τα ομοειδή του προϊόντα με ουσιώδη νέα χαρακτηριστικά, όταν πρόκειται δε για παραγωγή αποτελέσματος, αν εμφανίζει αξιόλογη βελτίωση ήδη γνωστού αποτελέσματος, ανεξαρτήτως του αν η βελτίωση αφορά μόνο στον τρόπο παραγωγής ή μόνο στο αποτέλεσμα ή στη μείωση της δαπάνης παραγωγής του ή και όλα μαζί και δεν εμφανίζεται σαν απλή προσαρμογή στοιχείων μεθόδων που είναι ήδη γνωστά, χωρίς αξιόλογο αποτέλεσμα ή βελτίωση ή σαν απλή νέα χρήση ενός μέσου που είναι γνωστό σε αντικείμενα άλλα, από εκείνα στα οποία είχε χρησιμοποιηθεί προηγουμένως, κατά τον ίδιο όμως τρόπο κατά τον οποίο πάντοτε γινόταν η χρησιμοποίησή του, για να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα (ΑΠ 545/1996, ΑΠ 1588/1991).

Μία επινόηση θεωρείται ότι εμπεριέχει εφευρετική δραστηριότητα αν, κατά την κρίση του μέσου ειδικού, δεν προκύπτει με προφανή τρόπο από την υπάρχουσα στάθμη της τεχνικής. Δηλαδή, ο μέσος ειδικός να μη μπορούσε, αξιοποιώντας τη στάθμη της τεχνικής, να φθάσει στην επίλυση του τεχνικού προβλήματος ή όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 5, η εφεύρεση, κατά την κρίση του ειδικού, να μη προκύπτει κατά προφανή τρόπο από την υπάρχουσα στάθμη της τεχνικής. Πρέπει δηλαδή η λύση του τεχνικού προβλήματος να μη βρίσκεται μέσα στις δυνατότητες του μέσου ειδικού, ούτε να παρίσταται ως ένας από τους κρίκους στην αλυσίδα της τεχνολογικής προόδου, αλλά να εμφανίζεται ως κάτι που υπερβαίνει την ομαλή τεχνολογική πρόοδο και αποτελεί άλμα προόδου, επίτευγμα που είναι πέρα από το προβλεπτέο μέτρο για το μέσο ειδικό. Η μεταφορά μιας λύσης ήδη γνωστής σε άλλο τεχνικό πρόβλημα αποτελεί εφεύρεση, μόνο αν η λύση του προβλήματος τεχνικά δεν αναμενόταν. Ακόμη, ο συνδυασμός περισσοτέρων τεχνικών μέσων ή διαδικασιών για την επίλυση ενός τεχνικού προβλήματος με τρόπο ενιαίο αποτελεί εφεύρεση, μόνο αν ο συνδυασμός δεν είναι προφανής για το μέσο ειδικό. Η εφαρμογή ισοδύναμων μέσων ενός ήδη λυμένου τεχνικού προβλήματος αποτελεί εφεύρεση, μόνο αν το ισοδύναμο μέσο δεν είναι γνωστό στο μέσο ειδικό (Λιακόπουλος “Δίκαιο Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας”, σελ. 196, 197, Β. Αντωνόπουλος “Βιομηχανική Ιδιοκτησία”, 2005, σελ. 669, 678). Μία εφεύρεση, τέλος, θεωρείται επιδεκτική βιομηχανικής εφαρμογής αν το αντικείμενό της μπορεί να παραχθεί ή να χρησιμοποιηθεί σε οποιονδήποτε τομέα παραγωγικής δραστηριότητας. Εξάλλου, κατά θεμελιώδη αρχή του δικαίου της ευρεσιτεχνίας, που εξαγγέλλεται από το άρθρο 1 του ανωτέρω νόμου, διπλώματα ευρεσιτεχνίας παραχωρούνται μόνο σε εφευρέσεις που πληρούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις προστασίας που προβλέπει ο νόμος. Όμως, η ύπαρξη των στοιχείων της εφεύρεσης και η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων προστασίας αυτής με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ελέγχονται σε περιορισμένη έκταση πριν από την παραχώρηση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα άρθρα 7 και 8 του ανωτέρω νόμου, ελέγχονται μόνο οι τυπικές προϋποθέσεις της αίτησης και οι αρνητικές ουσιαστικές προϋποθέσεις χορήγησης του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, με συνέπεια τη δυνατότητα χορήγησης του σχετικού διπλώματος χωρίς να συντρέχουν οι κατά το νόμο όροι έκδοσης αυτού και τη δημιουργία, περαιτέρω, νομίμου μαχητού τεκμηρίου περί συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων για τη χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Το τεκμήριο νομιμότητας του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ως διοικητικής πράξης ανατρέπεται και το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μπορεί να κηρυχθεί άκυρο με δικαστική απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου, είτε διότι έλειπε μία από τις άνω ουσιαστικές θετικές προϋποθέσεις χορήγησής του είτε για κάποιον από τους λοιπούς λόγους, που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 15 του άνω νόμου. Η ακυρότητα δε αυτή μπορεί να προβληθεί όχι μόνο με αγωγή ή ανταγωγή, αλλά και με ένσταση. Ετσι ο επικαλούμενος την ακυρότητα του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ως ενάγων ή ενιστάμενος οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει τους λόγους ακυρότητας του διπλώματος, ότι η εφεύρεση δεν είναι νέα, αλλά ανήκει στη στάθμη της τεχνικής, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για τη χορήγηση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, είτε ότι δεν εμπεριέχει εφευρετική ιδέα, είτε ότι δεν είναι επιδεκτική βιομηχανικής εφαρμογής. Μετά την τελεσίδικη αναγνώριση της ακυρότητας ανατρέπεται το τεκμήριο νομιμότητας που συνοδεύει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, λόγω δε της φύσεως αυτού ως διοικητικής πράξεως ισχύει έναντι πάντων, αν και δεν δημιουργεί δεδικασμένο. Μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως που κηρύσσει άκυρο το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, δίκες που έχουν ανοιχθεί και είχαν ως αίτημα την παράλειψη προσβολής του διπλώματος ή την αποζημίωση του δικαιούχου, δεν συνεχίζονται. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 ν. 1733/1987, “το πιστοποιητικό υποδείγματος χρησιμότητας (Π.Υ.Χ.) χορηγείται για κάθε τρισδιάστατο αντικείμενο με καθορισμένο σχήμα και μορφή, όπως εργαλείο, όργανο, συσκευή, σκεύος ή και εξάρτημά τους, που προτείνεται ως νέο, βιομηχανικά εφαρμόσιμο και με δυνατότητα να δώσει λύση σε τεχνικό πρόβλημα”, κατά δε την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, “αν η αίτηση χορήγησης πιστοποιητικού υποδείγματος χρησιμότητας αφορά τρισδιάστατο αντικείμενο και πληροί τις προϋποθέσεις της παρ. 4, ο Ο.Β.Ι. χορηγεί πιστοποιητικό υποδείγματος χρησιμότητας χωρίς προηγούμενο έλεγχο του νέου και του βιομηχανικά εφαρμόσιμου χαρακτήρα του υποδείγματος χρησιμότητας με ευθύνη του καταθέτη”. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα υποδείγματα και σχέδια χρησιμότητας, κατά το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας, αφορούν νέες επινοήσεις του ανθρωπίνου πνεύματος, που περιέχονται σε ενσώματο κινητό αντικείμενο, αναφέρονται, όπως και οι εφευρέσεις, στο χώρο της τεχνικής, δίνουν λύση σε τεχνικό πρόβλημα και, αν έχουν το προσόν του βιομηχανικά εκμεταλλεύσιμου, ανυψώνονται σε απόλυτα δικαιώματα, με τη χορήγηση πιστοποιητικού υποδείγματος χρησιμότητας, χωρίς όμως να απαιτείται η εφευρετική δραστηριότητα ή άλλως το εφευρετικό ύψος να συντρέχει στον ίδιο βαθμό, που απαιτείται για τις εφευρέσεις , που οδηγούν σε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Πρόκειται, όπως λέγεται για τις μικρές εφευρέσεις (Αντωνόπουλος, ο.π. σελ. 828 επ.).

Οι αναιρεσείουσες επικαλούνται με τον πρώτο μεν λόγο αναιρέσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 7, 8 και 15 ν. 1733/1987 και κατέληξε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι η εφεύρεση της πρώτης εξ αυτών δεν είναι επιδεκτική διπλώματος ευρεσιτεχνίας αλλά ενδεχομένως πιστοποιητικού υποδείγματος χρησιμότητας και ακύρωσε κατόπιν αυτού το σχετικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, που αφορούσε “συνθετικό πορτάκι ασφαλείας εξωτερικής χρήσης”, ενώ με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως επικαλούνται ότι η ίδια απόφαση με αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε τις δικές τους, και ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η ένδικη επινόηση δίνει λύση σε τεχνικό πρόβλημα, πλην όμως δεν έχει τέτοιο εφευρετικό ύψος, ώστε να μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εφεύρεση, στη συνέχεια δέχεται ότι η επινόηση αυτή εμπεριέχει χαμηλή εφευρετική δραστηριότητα, που θα μπορούσε να προστατευθεί με τη χορήγηση πιστοποιητικού υποδείγματος χρησιμότητας, όχι όμως διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε, τα ακόλουθα: “Η ενάγουσα εταιρεία ” …” ασχολείται με την παραγωγή και εμπορία εξειδικευμένων εργαλείων οικοδομής. Στα πλαίσια της παραπάνω εμπορικής της δραστηριότητας υπέβαλε στον Οργανισμό Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (Ο.Β.Ι.) την από 10-6-2004 … αίτησή της, προκειμένου να της χορηγηθεί δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, το οποίο πράγματι της απονεμήθηκε με στοιχεία “ΣΥΝΘΕΤΙΚΟ ΠΟΡΤΑΚΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΧΡΗΣΗΣ”, …, ισχύος έως 11-6-2024. Ειδικότερα η εφεύρεση αναφέρεται σε πορτάκι κατασκευασμένο από συνθετικό υλικό εξωτερικής χρήσης, που αποτελείται από ένα πλαίσιο (κάσα) και μια κινητή – ανοιγόμενη επιφάνεια (παράθυρο), προσαρμοσμένη στο πλαίσιο και συνιστάται κυρίως η εφαρμογή του σε μνημεία κοιμητηρίων. Το πορτάκι αποτελείται από ένα πλαίσιο από συνθετικό υλικό και μια προσαρμοσμένη με μεντεσέδες επί του πλαισίου ανοιγόμενη επιφάνεια από συνθετικό υλικό, τα σημεία δε επαφής έχουν κωνική επιφάνεια και κλίσεις που απομακρύνουν τα ύδατα, αποτρέποντας την εισροή βροχής επί του αποθηκευτικού χώρου των μνημείων. Επίσης φέρουν οπές στην ανοιγόμενη επιφάνεια, με τις οποίες επιτυγχάνεται η εξαέρωση και οξυγόνωση του εσωτερικού χώρου, ενώ έμπροσθεν και άνωθεν των οπών υφίσταται ενσωματωμένο με την ανοιγόμενη επιφάνεια προστατευτικό κάλυμμα από συνθετικό υλικό, που αποτρέπει την εισροή των υδάτων από τις οπές στον εσωτερικό χώρο. Επιπλέον, το πορτάκι φέρει επί της κινητής επιφάνειας σύνθετο μηχανισμό, που λειτουργεί ταυτόχρονα ως σύρτης ασφαλείας και ως κλειδαριά. Σε αντίθεση με τις μέχρι τότε γνωστές κατασκευές για χώρους αποθήκευσης μνημείων κοιμητηρίων, στις οποίες χρησιμοποιούνταν ως υλικά τζάμι, σίδερο ή μάρμαρο, με τα οποία όμως δεν εξασφαλιζόταν η στεγανότητα και παράλληλα ο εξαερισμός του χώρου και δεν αποφευγόταν η οξείδωση, με την εν λόγω κατασκευή εξασφαλίζεται η απόλυτη στεγανότητα και ο εξαερισμός του χώρου, αποφεύγεται η οξείδωση και παρέχεται ασφάλεια στα είδη που αποθηκεύονται. Ειδικότερα, η πλαστική ύλη, από την οποία είναι κατασκευασμένο, αποτρέπει την αλλοίωση της επιφάνειάς του από τις υψηλές ή χαμηλές θερμοκρασίες, οπότε και αποφεύγεται η πρόκληση διάκενου μεταξύ της πόρτας και της κάσας, επίσης οι κωνικές κλίσεις των πλευρικών επιφανειών του αποτρέπουν την εισροή υδάτων, χωρίς τη χρήση οποιουδήποτε άλλου υλικού (λάστιχου στεγανοποίησης), και τέλος η σε κατάλληλη διάταξη τοποθέτηση των οπών στην κινητή επιφάνεια (παράθυρο) επιτρέπει τον εξαερισμό και την οξυγόνωση του αποθηκευτικού χώρου, ώστε να είναι δυνατό το άναμμα κεριών και καντηλιών. Τέλος, οι μεντεσέδες άρθρωσης κάσας και πόρτας αποτελούν τμήμα των αντίστοιχων καλουπιών και η σύνδεση κάσας και πόρτας με τους μεντεσέδες γίνεται με τέτοιο τρόπο, που καθιστά μόνιμα και απαραβίαστα συνδεδεμένα το πλαίσιο της κάσας με το πορτάκι. … Από το σύνολο όμως του αποδεικτικού υλικού και ανεξάρτητα από το ότι η κατασκευή των εναγομένων διαφοροποιείται από αυτή της ενάγουσας, διότι δεν φέρει οπές εξαερισμού, αποδεικνύεται ότι η επινόηση της ενάγουσας δίνει μεν λύση σε τεχνικό πρόβλημα, δεν έχει όμως τέτοιο εφευρετικό ύψος, ώστε να μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εφεύρεση, εμπεριέχουσα εφευρετική δραστηριότητα, με την έννοια ότι ο μέσος ειδικός δεν θα μπορούσε να αξιοποιήσει τη στάθμη της τεχνικής για να φθάσει στην επίλυση του τεχνικού αυτού προβλήματος. Ούτε εμφανίζεται ως κάτι που υπερβαίνει την ομαλή τεχνολογική πρόοδο και αποτελεί άλμα προόδου, επίτευγμα που είναι πέρα από το προβλεπόμενο μέτρο για το μέσο ειδικό. Αλλωστε, από την έκθεση έρευνας που πραγματοποίησε ο Ο.Β.Ι., με αφορμή την αίτηση της ενάγουσας, σε εννέα προγενέστερα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σχετικά με τα στοιχεία της στάθμης της τεχνικής, όπως περιγράφονται στην τεχνική έκθεση του μηχανολόγου – μηχανικού Β. Μ., υπάρχουν κατασκευές πορτακίων και παραθύρων συνδεομένων με μεντεσέδες στην κάσα, μηχανισμός κλειδώματος με ελατηριωτά στελέχη γλώσσας σε αντίστοιχες εσοχές αντικρίσματος, όπως και κατασκευή πορτακίου με σύστημα εξαερισμού, με εισροή αέρος και αποτροπή εισροής βροχής, για τις οποίες χορηγήθηκαν διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Ωστόσο, η εδώ ένδικη επινόηση, ως εμπεριέχουσα χαμηλή εφευρετική δραστηριότητα, θα μπορούσε ενδεχομένως να προστατευθεί με τη χορήγηση πιστοποιητικού υποδείγματος χρησιμότητας, όχι όμως διπλώματος ευρεσιτεχνίας”. Κατόπιν αυτού το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση του ένδικου διπλώματος ευρεσιτεχνίας, το οποίο και ακύρωσε, δεχόμενο την αγωγή των αναιρεσίβλητων και απορρίπτοντας αντίστοιχα τις αγωγές των αναιρεσειουσών. Υπό τα εκτεθέντα καθίσταται σαφές ότι το ουσιαστικό δικαστήριο δέχθηκε-αναιρετικώς ανέλεγκτα- ως αποδεδειγμένο: ότι το “συνθετικό πορτάκι ασφαλείας εξωτερικής χρήσης”, που κατασκεύασε η πρώτη αναιρεσείουσα και για το οποίο ζήτησε και πέτυχε από τον Ο.Β.Ι. τη χορήγηση σχετικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, δεν περιέχει εφεύρεση αποτελούσα “άλμα προόδου”, που είναι πέρα από το προβλεπτέο μέτρο για το μέσο ειδικό. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος που κατασκεύασε η πρώτη αναιρεσείουσα, δηλαδή το πορτάκι και το πλαίσιο από πλαστικό με ενσωματωμένους μεντεσέδες, οι κωνικές κλίσεις των πλευρικών επιφανειών, οι οπές εξαερισμού, ο μηχανισμός της κλειδαριάς, και γενικότερα ο όλος σχεδιασμός του εξασφαλίζουν μεν απόλυτη στεγανότητα και εξαερισμό του χώρου, αποφεύγοντας την οξείδωση και παρέχοντας ασφάλεια στα είδη που αποθηκεύονται, ενώ ταυτόχρονα η πλαστική ύλη, από την οποία είναι κατασκευασμένο, αποτρέπει την αλλοίωση της επιφάνειάς του από την αυξομείωση της θερμοκρασίας, οι δε κωνικές κλίσεις των πλευρικών επιφανειών του αποτρέπουν την εισροή υδάτων, χωρίς τη χρήση οποιουδήποτε άλλου υλικού (λάστιχου στεγανοποίησης), πλην όμως όλα τα επιμέρους αυτά στοιχεία ήσαν γνωστά στην τεχνική και είχαν χορηγηθεί αντίστοιχα διπλώματα ευρεσιτεχνίας κατά το παρελθόν. Υπό τα δεδομένα αυτά δεν είναι νομικώς εσφαλμένο το συμπέρασμα ότι το ένδικο προϊόν δεν είναι “νέο” υπό την ανωτέρω έννοια, το δε Εφετείο που κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό και περαιτέρω (με βάση το συμπέρασμα αυτό), δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση του ένδικου διπλώματος ευρεσιτεχνίας (αλλά ενδεχομένως πιστοποιητικού υποδείγματος χρησιμότητας) και δέχθηκε στη συνέχεια την αγωγή των αναιρεσίβλητων, ακυρώνοντας το σχετικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που είχε εκδοθεί στο όνομα της πρώτης των αναιρεσειουσών, απέρριψε δε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις αγωγές των τελευταίων, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, -που έκρινε αναιρετικώς ανέλεγκτα ως αποδεδειγμένα-, στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 5, 7, 8 και 15 ν. 1733/1987, που εφάρμοσε και τους οποίους δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Εξάλλου, για να καταλήξει στο πιο πάνω αποδεικτικό πόρισμα, περιέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών κανόνων και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα ότι η επινόηση της πρώτης αναιρεσείουσας δίνει μεν λύση σε τεχνικό πρόβλημα, παραθέτοντας όλες τις ιδιότητες που είχε η κατασκευή αυτή, πλην όμως εμπεριέχει χαμηλή εφευρετική δραστηριότητα (και ενδεχομένως θα μπορούσε να της χορηγηθεί πιστοποιητικό υποδείγματος χρησιμότητας) αναφέροντας προς τούτο ότι υπάρχουν ήδη κατασκευές πορτακίων και παραθύρων συνδεομένων με μεντεσέδες στην κάσα, μηχανισμός κλειδώματος με ελατηριωτά στελέχη γλώσσας σε αντίστοιχες εσοχές αντικρίσματος, όπως και κατασκευή πορτακίου με σύστημα εξαερισμού, με εισροή αέρος και αποτροπή εισροής βροχής, για τις οποίες χορηγήθηκαν κατά το παρελθόν εννέα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, και συνεπώς η επινόηση της πρώτης αναιρεσείουσας, έστω και αν συγκεντρώνει συνδυασμό από τα περισσότερα των πιο πάνω τεχνικών χαρακτηριστικών, εμπεριέχει χαμηλή εφευρετική δραστηριότητα. Κατόπιν τούτου οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, τυγχάνουν αβάσιμοι. Συνακόλουθα τούτων, εφόσον το Εφετείο, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις ως άνω διατάξεις, δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσίβλητων και ακύρωσε το σχετικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που είχε εκδοθεί στο όνομα της πρώτης των αναιρεσειουσών, απορρίπτοντας ταυτόχρονα ως ουσιαστικά αβάσιμες τις αγωγές των τελευταίων, παρίσταται ως αλυσιτελής ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτουν αυτές στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενες ειδικότερα ότι το Εφετείο απέρριψε ως αόριστο το αίτημα καταβολής διαφυγόντων κερδών που είχαν ζητήσει με την από 22-1-2006 αγωγή τους για τις αυθαίρετες και παράνομες προσβολές από πλευράς αναιρεσίβλητων του επίμαχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας, παρά το ότι στην αγωγή αναφέρονταν όλα εκείνα τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αιτούμενου διαφυγόντος κέρδους, καθώς και όλες οι περιστάσεις που το καθιστούσαν πιθανό, με αναφορά συγκεκριμένων πωλήσεων του προϊόντος τους σε διάφορους εμπόρους πριν την παράνομη αντιγραφή του, των παραγγελιών που είχαν δεχθεί και των ακυρώσεων που ακολούθησαν λόγω της διαθέσεως απομιμήσεων τούτου από πλευράς αναιρεσίβλητων, πράξεις κατασχέσεως σε διάφορα μέρη της χώρας προϊόντων απομίμησης, την πτωτική πορεία των πωλήσεων του προϊόντος τους εξαιτίας της παράνομης αντιγραφής του από τους αναιρεσίβλητους, το κόστος κατασκευής και τη μέση τιμή πωλήσεως του προϊόντος στο λιανικό εμπόριο. Πράγματι, εφόσον, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως που κηρύσσει άκυρο το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, δίκες που έχουν ανοιχθεί και είχαν ως αίτημα την παράλειψη προσβολής του διπλώματος ή την αποζημίωση του δικαιούχου, δεν συνεχίζονται, δεν υπάρχει πλέον έδαφος για έρευνα της από 22-1-2006 αγωγής, με την οποία οι αναιρεσείουσες ζητούσαν από τις αναιρεσίβλητες την καταβολή διαφυγόντων κερδών από την εκ μέρους τους αυθαίρετη και παράνομη προσβολή του επίμαχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του μόνο τα επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή στοιχειοθετείται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 ΚΠολΔ, υποχρεούται πάντως το δικαστήριο να μη λάβει υπόψη του αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Ωστόσο, δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα κατ` είδος αναφερόμενα και επιτρεπτά κατά νόμο αποδεικτικά μέσα και σε καταφατική περίπτωση ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 544/2005 – ΑΠ 1137/2001). Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες επικαλούνται ότι το Εφετείο, παρά τη διαβεβαίωσή του στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, ωστόσο, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη το υπ` αριθμ. 1004838/7-3-2005 δίπλωμα ευρεσιτεχνίας με τον τίτλο “ΣΥΝΘΕΤΙΚΟ ΠΟΡΤΑΚΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΧΡΗΣΗΣ” και τα ειδικότερα τμήματα αυτού, δηλαδή την περιγραφή, τις αξιώσεις, την περίληψη, το σχεδιάγραμμα και την τελική έκθεση έρευνας, καθώς και την από 9-1- 2007 τεχνική έκθεση του μηχανολόγου – μηχανικού Β. Μ., αν και είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί νομίμως τα έγγραφα αυτά με τις προτάσεις τους τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα, τα οποία ρητά μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, γίνεται μνεία στην απόφαση αφενός μεν του πιο πάνω διπλώματος ευρεσιτεχνίας που χορηγήθηκε στην πρώτη αναιρεσείουσα, αφετέρου δε της πλήρους περιγραφής του αντικειμένου που αφορά η σχετική αίτηση για τη χορήγηση του διπλώματος τούτου. Επίσης γίνεται αναφορά και στην τεχνική έκθεση του μηχανολόγου – μηχανικού Β. Μ. για τις περιγραφές αντικειμένων σχετικών με την επίμαχη ευρεσιτεχνία, για τα οποία είχαν χορηγηθεί κατά το παρελθόν ανάλογα διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Εφόσον λοιπόν από το κείμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, ανεξάρτητα από το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο αυτή κατέληξε. Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες ως ηττώμενες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, (άρθρα 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-12-2010 αίτηση των α) ” ….”, που εδρεύει στην … και β) Γ. Β. του Μ., για αναίρεση της 4999/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων και την ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ρ.Κ.

nomos.gr