Απόφαση 335 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 335/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2′ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Δ. Π. του Β., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του και τον Δημήτριο Τσικρικά.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Π., δικηγόρου, κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Κοντοάγγελο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 711/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 2706/2011 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 3-9-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Αβροκόμη Θούα, ανέγνωσε την από 16-4-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Ευφημίας Λαμπροπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων και ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 949 Κ.Πολ.Δ. “Όταν κάποιος καταδικάζεται σε δήλωση βούλησης, η δήλωση αυτή θεωρείται ότι έγινε μόλις η απόφαση γίνει τελεσίδικη. Αν η καταδίκη σε δήλωση βούλησης εξαρτήθηκε από αντιπαροχή, η δήλωση βούλησης θεωρείται ότι έγινε από τη στιγμή που εκπληρώθηκε η αντιπαροχή ή επήλθε υπερημερία αποδοχής της”. Με τη διάταξη αυτή θεσμοθετείται ειδικός τρόπος αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία επέρχεται κατά πλάσμα του νόμου από την τελεσιδικία της απόφασης που καταδικάζει τον οφειλέτη σε δήλωση βούλησης. Προϋπόθεση είναι αφ’ ενός μεν, η ιδιότητα του ενάγοντα ως φορέα της αξίωσης να δεχθεί τη δήλωση αυτή και αφ’ ετέρου, η ιδιότητα του εναγομένου ως οφειλέτη της. Η υποχρέωση του εναγομένου να δηλώσει τη βούλησή του προς τον ενάγοντα πρέπει να απορρέει είτε από δικαιοπραξία την οποία ο νόμος εξοπλίζει με δεσμευτικότητα είτε απ’ ευθείας από το νόμο. Αν το ουσιαστικό δίκαιο δεν παρέχει αγωγή, δεν χωρεί εξαναγκασμός κατά το άρθρο 949 Κ.Πολ.Δ. Ενόψει των ανωτέρω η προαναφερθείσα διάταξη δεν έχει εφαρμογή σε σχέσεις οικογενειακού δικαίου ή προσωπικής καταστάσεως (ΑΠ 1511/2013). Εξάλλου κατά το άρθρο 1475 παρ.1 Α.Κ. “Ο πατέρας μπορεί να αναγνωρίσει ως δικό του το τέκνο που γεννήθηκε χωρίς γάμο, εφόσον συναινεί σ’ αυτό και η μητέρα. Αν η μητέρα έχει πεθάνει ή δεν έχει δικαιοπρακτική ικανότητα, η αναγνώριση γίνεται με μόνη τη δήλωση του πατέρα”, κατά το άρθρο 1476 Α.Κ. “Η αναγνώριση από τον πατέρα ή τους γονείς του γίνεται με δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου ή με διαθήκη. Η συναίνεση της μητέρας, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, παρέχεται με δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου. Οι δηλώσεις της αναγνώρισης και της συναίνεσης γίνονται αυτοπροσώπως και χωρίς αίρεση ή προθεσμία. Ανάκληση των δηλώσεων είναι ανίσχυρη”, κατά δε το άρθρο 1479 παρ.1 εδ. γ του ίδιου κώδικα “Όταν η μητέρα αρνείται την προβλεπόμενη από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 1475 συναίνεσή της δικαίωμα δικαστικής αναγνώρισης έχουν επίσης ο πατέρας…”.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι αν η μητέρα είναι εν ζωή και δικαιοπρακτικά ικανή και παρόλα αυτά αρνείται να συναινέσει, η μόνη δυνατότητα του πατέρα για αναγνώριση του τέκνου, είναι να ασκήσει την προβλεπόμενη από ανωτέρω άρθρο 1479ΑΚ αγωγή δικαστικής αναγνώρισης αυτού και όχι αγωγή εξαναγκασμού της μητέρας σε συναίνεση στην εκούσια αναγνώριση με καταδίκη της στη σχετική δήλωση βούλησης, η οποία, κατά τα προαναφερθέντα, δεν παρέχεται σε σχέσεις οικογενειακού δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 1-7-2009 αγωγή του ο ενάγων [ήδη αναιρεσείων] εξέθεσε ότι η εναγομένη [ήδη αναιρεσίβλητη] άσκησε κατ’ αυτού ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 18-1-2007 αγωγή της, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι είναι πατέρας της ανήλικης θυγατέρας της Α. – Θ. Κ. που γεννήθηκε στις 8-5-2002, ότι επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η 115/2008 προδικαστική απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να εξακριβωθεί αν αυτός είναι πατέρας της ανήλικης, ότι πριν από τη συζήτηση της αγωγής και την έκδοση της ανωτέρω απόφασης, με την από 1-9-2007 εξώδικη δήλωσή του είχε ζητήσει από την εναγομένη τη διεξαγωγή των ιατρικών αυτών εξετάσεων διότι το διάστημα κατά το οποίο είχε σαρκική συνάφεια με αυτήν ήταν μόλις εννέα ημερών, δηλώνοντάς της ότι, στην περίπτωση που εξακριβωνόταν ότι είναι πατέρας του τέκνου της, την καλούσε σε εκούσια αναγνώρισή του, ότι αυτή δεν έστερξε στις εξετάσεις και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα προδικαστική απόφαση που διέταξε πραγματογνωμοσύνη, το πόρισμα της οποίας ήταν ότι αυτός είναι πατέρας της ανήλικης, και ότι αφότου ο ίδιος έλαβε γνώση του περιεχομένου της πραγματογνωμοσύνης όχλησε επανειλημμένα την εναγομένη να συναινέσει στην εκούσια αναγνώριση του τέκνου αλλά αυτή αρνείται. Ζήτησε δε να καταδικασθεί η εναγομένη σε δήλωση βούλησης που να περιβληθεί το συμβολαιογραφικό τύπο, από την οποία να προκύπτει ότι συναινεί στην εκούσια αναγνώριση της ανήλικης θυγατέρας τους από αυτόν. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν μη νόμιμη αφού, κατά τα προεκτεθέντα, αν η μητέρα αρνείται να συναινέσει στην εκούσια αναγνώριση του τέκνου της, στον πατέρα παρέχεται αγωγή δικαστικής αναγνώρισης του τέκνου και όχι αγωγή εξαναγκασμού της μητέρας σε συναίνεση στην εκούσια αναγνώριση με καταδίκη της σε δήλωση βουλήσεως και μάλιστα ανεξαρτήτως του λόγου άρνησης της μητέρας, ακόμη δηλαδή και αν αυτή δεν οφείλεται στο ότι εκείνος που επιδιώκει την αναγνώριση του τέκνου δεν είναι ο βιολογικός του πατέρας. Το ότι δηλαδή, η μητέρα δικαιολογείται να αρνηθεί τη συναίνεση της στην εκούσια αναγνώριση του τέκνου, όταν αρνείται την πατρότητα του επιδιώκοντας αυτή, όπως προκύπτει από το άρθρο 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για το νομικό καθεστώς των παιδιών που γεννιούνται χωρίς γάμο των γονέων τους, η οποία κυρώθηκε με το νόμο 1702/1987 και σύμφωνα με το οποίο, η “εκούσια αναγνώριση της πατρότητας δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ή αντιρρήσεις, εφόσον oι διαδικασίες αυτές προβλέπονται από το εσωτερικό δίκαιο, παρά μόνο στην περίπτωση που το πρόσωπο που επιδιώκει να αναγνωρίσει ή που αναγνώρισε το τέκνο δεν είναι ο φυσικός πατέρας”, δεν νομιμοποιεί την αναγνώριση με καταδίκη σε δήλωση βούλησης. Με βάση τα ανωτέρω, το εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του ως μη νόμιμη, δεν παρεβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 949ΚΠολΔ ως μη εφαρμοστέα.
Συνεπώς η αναίρεση με το μοναδικό λόγο της οποίας ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ.α) Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος πρέπει να καταδικαστεί ο ηττηθείς αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (αρθρ. 176,183,191 ΚΠολΔ) η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Σεπτεμβρίου 2011 αίτηση του Ι. Δ. Π. για αναίρεση της 2706/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
areiospagos.gr
