ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου – Εισηγητή, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Ζ. του Δ., κατοίκου … Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του…… και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία “…”, που εδρεύει στον … Έβρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της…. με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6718/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1957/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-12-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[1] Με την από 11-12-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα τελεσίδικη, με αριθμό 1957/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, (ειδικής διαδικασίας άρθρου 17 παρ.2 ΚΠολΔ), με την οποία, καθό μέρος αφορά την αναιρετική διαδικασία, έγινε δεκτή τυπικά και ουσιαστικά δεκτή έφεση της αναιρεσείουσας εξαφανίσθηκε η προσβαλλόμενη 6718/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αριθ. καταθ. 3269/2015 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε την άρση των παρανόμων κατασκευών στις οποίες προέβη η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη του οικοδομικού συγκροτήματος, όπου οι διάδικοι είναι κύριοι κάθετων ιδιοκτησιών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 566§1 ΚΠολΔ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την από 13-12-2018 βεβαίωση της έκθεσης κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

[2] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, 1, 2 παρ.1, 3, 4 παρ.1, 5 και 13 του Ν. 3741/1929 “περί ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους”, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 54 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι επί οριζόντιας ιδιοκτησίας ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή (διηρημένη) κυριότητα επί ορόφου οικοδομής ή διαμερίσματος ορόφου, παρεπομένως δε αναγκαστική, αυτοδικαίως κτώμενη, συγκυριότητα κατ’ ανάλογη μερίδα επί των μερών του όλου ακινήτου, των χρησιμευόντων στην κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται, κατά την ενδεικτική στις άνω διατάξεις απαρίθμηση, το έδαφος, οι αυλές, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, η πιλοτή, η είσοδος της πολυκατοικίας, οι φωταγωγοί, οι αεραγωγοί, οι κλίμακες (σκάλες), οι τοίχοι που άπτονται κοινόχρηστων μερών, η πρασιά, ο κήπος, η πρόσοψη -εξωτερική εμφάνιση της πολυκατοικίας, οι κοινόχρηστες εγκαταστάσεις φωτισμού και ύδρευσης, το λεβητοστάσιο κλπ, καθώς και κάθε άλλο πράγμα που χρησιμεύει στην κοινή των ιδιοκτητών χρήση. Ο προσδιορισμός των κοινόκτητων και κοινόχρηστων αυτών μερών γίνεται είτε με τη συστατική δικαιοπραξία της οροφοκτησίας είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, κατά τα άρθρα 4 παρ, 1, 5 και 13 του άνω ν. 3741/1929. Αν αυτό δεν συμβεί, τότε ισχύει ο προσδιορισμός, που προβλέπεται από τις πιο πάνω διατάξεις ή και από τις αναγκαστικού δικαίου πολεοδομικές διατάξεις νόμου (ΟλΑΠ 7/1992 – ΑΠ 922/1998).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 3 και 5 του ίδιου νόμου 3741/1929, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1002 και 1117 του ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση που δεν υπάρχει ειδική συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών (συμβολαιογραφικά καταρτιζόμενη και υποκείμενη σε μεταγραφή) για τον τρόπο χρήσεως των κοινόχρηστων και κοινόκτητων μερών της οικοδομής (κανονισμός), καθένας από τους διαμερισματούχους έχει όλα τα δικαιώματα που ανήκουν στον κύριο, εφόσον όμως η άσκηση αυτών δεν παραβλάπτει τη χρήση των άλλων ιδιοκτητών ή δεν μειώνει την ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος. Έτσι δικαιούται σε απόλυτη χρήση του διαμερίσματος του και των κοινών πραγμάτων και μπορεί να επιχειρήσει μεταβολές ή προσθήκες στα αδιαιρέτως κοινά μέρη του οικοδομήματος, καθώς και να προβαίνει στην επισκευή ή ανανέωση αυτών, υπό τον όρο να μη βλάπτει τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών, να μη μεταβάλλει το συνήθη προορισμό αυτών και να μη παραβλάπτει τη χρήση των άλλων ιδιοκτητών και την ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος. Η ενάσκηση του δικαιώματος κάθε συνιδιοκτήτη για απόλυτη χρήση του διαμερίσματος του και των κοινών μερών του οικοδομήματος πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη βλάπτονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών. Αυτός ο περιορισμός δεν αφορά απλώς μόνο βλάβη του δικαιώματος τους συγχρήσεως των κοινών. Δηλαδή, δεν διασφαλίζει μόνο την ίση και όμοια χρήση των κοινών, αλλά απαιτεί, η χρήση να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε με αυτόν όχι μόνο να μη βλάπτεται η χρήση των κοινών από τους λοιπούς, αλλά οποιοδήποτε δικαίωμα αυτών από το δεσμό της οροφοκτησίας (βλ. ΑΠ 861/1994).

Μεταβολή ή προσθήκη των κοινών μερών της οροφοκτησίας νοείται ειδικότερα η βελτίωση που αποβλέπει στην αποδοτικότερη χρήση του κοινού με τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων υπέρ όλων κατ’ αρχήν των συνιδιοκτητών, αν δε αυτή (βελτίωση) αφορά έναν ή ορισμένους μόνο από τους συνιδιοκτήτες, πρέπει να μην καθιστά χειρότερη τη θέση των λοιπών. Το αν οι παραπάνω μεταβολές του κοινού μέρους είναι επιτρεπτές ή όχι με την παραπάνω έννοια, κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανάλογα με τις επιμέρους ανάγκες των διαιρετών ιδιοκτησιών και τον σκοπό που εξυπηρετεί το κοινό μέρος που υφίσταται τη μεταβολή στη λειτουργία της όλης συνιδιοκτησίας. Εξάλλου, στην κατά τις διατάξεις των άρθρων 1000 ΑΚ και 3 παρ. 1 του Ν. 3741/1929 έννοια της απρόσκοπτης χρήσης της χωριστής κυριότητας των οροφοκτήτων περιλαμβάνεται και το δικαίωμα της εμφάνισης του κτιρίου, κατά τρόπο που δεν προσκρούει στην αισθητική και αρχιτεκτονική του, ώστε οποιαδήποτε προσθήκη στην οικοδομή που παραβλάπτει την εμφάνιση αυτή, ως γενομένη πέραν της αρχιτεκτονικής κατασκευής, παραβλάπτει τη χρήση της ιδιοκτησίας κάθε οροφοκτήτη και είναι ανεπίτρεπτη κατά τις διατάξεις αυτές (ΑΠ 984/2010).

Περαιτέρω και η κάθετη ιδιοκτησία, η οποία προβλέπεται από τον Ν. 1024/1971, διέπεται, κατά τα λοιπά, από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, οι οποίες ισχύουν απαραλλάκτως και επί της κάθετης ιδιοκτησίας, διότι ο ανωτέρω ν. 1024/1971 δεν επέφερε καμία μεταβολή στη νομική κατασκευή του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας, όπως διαμορφώθηκε με τις ανωτέρω διατάξεις.Συνεπώς και στην περίπτωση της κάθετης ιδιοκτησίας ισχύουν, οι ίδιες, όπως και στην οριζόντια ιδιοκτησία, προαναφερθείσες ρυθμίσεις, καθώς και οι υποχρεώσεις και οι περιορισμοί που αναφέρθηκαν ανωτέρω (ΑΠ 1208/2011).

[3] Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα το στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν σι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια Πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικό μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΑΠ 9/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζον επί της ασκηθείσας από την εναγομένη-νυν αναιρεσίβλητη έφεσης, κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος-νυν αναιρεσείοντος, συνιδιοκτήτη, όπως και η εναγομένη, καθέτων ιδιοκτησιών επί του ίδιου οικοπέδου δέχθηκε τα εξής, σχετικά με το ζήτημα των επεμβάσεων της εναγομένης στην κοινόχρηστη περίφραξη του ενιαίου οικοπέδου, επί του οποίου έχουν κατασκευασθεί οι ιδιοκτησίες των διαδίκων:

«| Ο ενάγων, δυνάμει του υπ αριθμ. …/24-3-2011 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χριστίνας Φαρδή, που καταχωρίστηκε νόμιμα στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο Καλαμαριάς στις 30-03-2011 με αριθμό …, απέκτησε την κυριότητα, νομή και κατοχή μιας διώροφης κατοικίας (μεζονέτας), με στοιχείο “Β”, κτισμένης σε διακεκριμένη επιφάνεια 240 τμ του υπ’αριθμ. 10 οικοπέδου, συνολικού εμβαδού 1002 τμ, με ποσοστό συγκυριότητας επ’αυτού 33,33% εξ αδιαιρέτου, το οποίο βρίσκεται στο υπ’ αριθμ. … οικοδομικό τετράγωνο, του Δήμου … – …, στην οδό … και φαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Η. Σ.. Με βάση το συμβόλαιο ο ενάγων έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης διακεκριμένης επιφάνειας, εμβαδού 240 τμ του ενιαίου οικοπέδου (στην οποία περιλαμβάνεται και το τμήμα επιφανείας που καλύπτεται από τη διώροφη μεζονέτα), που φαίνεται μεταξύ των στοιχείων ν-ξ-ο-π- λ-κ-ι-β-μ-ν στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, καθώς και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης μίας θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου, εμβαδού 18,14 τμ στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, στη βορειοανατολική επιφάνεια αυτού, η οποία φαίνεται με το χαρακτηριστικό στοιχείο “Β”.
Στο προαναφερόμενο οικόπεδο έχουν ανεγερθεί ακόμη δύο μεζονέτες με τα χαρακτηριστικά στοιχεία Α και Γ. Η εναγομένη, δυνάμει του υπ’αριθμ. …/5-8-2014 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Νικόλαου Ζιάκα, είναι κυρία της υπό στοιχείου (Α), κατοικίας -μεζονέτας με ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου 33,33%, εξ αδιαιρέτου. Η μεζονέτα έχει ανεγερθεί σε συγκεκριμένο τμήμα του ενιαίου οικοπέδου επιφανείας 314,30 τ.μ. στο οποίο ο ενάγων έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης , το οποίο φαίνεται μεταξύ των γραμμάτων θ-η-ζ-ε-δ-Β-β’-π-ο-ξ-ν-θ στο από 15-09-1994 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ν. Ί., που είναι συνημμένο στην υπ’αριθμ. …/1994 πράξη σύστασης οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δημητρίου Σαραγώτη. Επίσης έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης τμήματος οικοπέδου, εμβαδού 18,14 τμ στον ακάλυπτο χώρο, που αντιστοιχεί στη θέση στάθμευσης αυτοκινήτου, το οποίο φέρει το χαρακτηριστικό στοιχείο “Α” και φαίνεται με τα στοιχεία γ-δ-ε-ζ-η-θ-γ στο προαναφερόμενο σχεδιάγραμμα.

Η τρίτη κατά σειρά υπό στοιχείο “Γ” κατοικία, ανήκει στο Β. Γ., ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και είναι κτισμένη σε διακεκριμένο τμήμα εμβαδού 306,19 τμ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 33,33% εξ αδιαιρέτου και ο ιδιοκτήτης έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της υπό στοιχείο “Γ” θέση σταύθμευσης αυτοκινήτου στον αύλειο χώρο, εμβαδού 18,14 τμ.
Όλες οι προαναφερόμενες αυτοτελείς διώροφες μονοκατοικίες (μεζονέτες) έχουν υπαχθεί στο καθεστώς της κάθετης και οριζόντιας ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, σε συνδυασμό με το ΝΔ 1024/1971, η οποία συστάθηκε από τον αρχικό κύριο του οικοπέδου Δ. Μ. με την υπ’αριθμ. …/6.9.1994 πράξη του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Εμμανουήλ Σαραγιώτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς (τόμος …, αριθμ…).

Οι προαναφερόμενες διώροφες κατοικίες, με τα χαρακτηριστικά στοιχεία “Α”,”Β”,”Γ” ανοικοδομήθηκαν με βάση την υπ’αριθμ. …/1990 άδεια του πολεοδομικού γραφείου Θεσσαλονίκης και φέρονται τοποθετημένες κατά σειρά σε όλα τα τοπογραφικά διαγράμματα του οικοπέδου, αρχίζοντας από την πρόσοψη που βρίσκεται στην οδό … και προς τα πίσω. Για την πρόσβαση των ιδιοκτητών στις προαναφερόμενες κατοικίες δημιουργήθηκε από την κατασκευή τους κοινόχρηστος διάδρομος, εμβαδού 85,80 τμ και διαστάσεις 33X2,60 τμ, όπως αναφέρεται στην …/6.9.1994 συστατική πράξη της οροφοκτησίας. Μεταξύ των ιδιοκτητών των προαναφερομένων κατοικιών του οικοδομικού συγκροτήματος δεν υφίσταται συμφωνία (κανονισμός), που να ρυθμίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, με έννομη συνέπεια οι μεταξύ τους σχέσεις αναφορικά με τη χρήση και διαχείριση των κοινών πραγμάτων να διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2,παρ.1,4 παρ. 1, 5, του ν. 3741/1929,1002,1117 ΑΚ και 1 του ν. 1024/1971.

Συνεπώς, στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη του οικοδομικού συγκροτήματος περιλαμβάνονται εκτός από τον κοινόχρηστο διάδρομο , ο ακάλυπτος αύλειος χώρος, όπου βρίσκονται οι θέσεις στάθμευσης των αυτοκινήτων των συνιδιοκτητών, οι πρωτότοιχοι των κτισμάτων, τα τοιχεία αντιστήριξης των πρανών του οικοπέδου, τα οποία διαχωρίζουν τους χώρους αποκλειστικής χρήσης από το υπόλοιπο οικόπεδο, η περίφραξη και η κεντρική είσοδος του οικοδομικού συγκροτήματος αποτελούμενη δύο θύρες ανοιγόμενες και συρόμενη γκαραζόπορτα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η με στοιχεία “Α” μεζονέττα, είχε εγκαταλειφθεί από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες της, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε άσχημη κατάσταση. Έτσι η νέα ιδιοκτήτρια – εναγομένη, από την κτήση της κατοικίας, άρχισε να πραγματοποιεί εργασίες ανακαίνισης αυτής, εσωτερικά και εξωτερικά, ώστε να καταστεί κατάλληλη προς οίκηση, διαμορφώνοντας εκ νέου τον περιβάλλοντα χώρο, καθώς και την εξωτερική περίφραξη του οικοπέδου. Πριν αρχίσουν οι εργασίες η εναγομένη υπέβαλε σχετική αίτηση και εκδόθηκε από την Πολεοδομία Θεσσαλονίκης η με αριθμό …/2014 άδεια, με την οποία εγκρίθηκε η εκτέλεση εργασιών μικρής κλίμακας. Επίσης η εναγομένη ενημέρωσε του συνιδιοκτήτες για την επικείμενη εκτέλεση των εργασιών χορηγώντας σε αυτούς τις προσκομιζόμενες έγχρωμες απεικονίσεις της τελικής μορφής που θα αποκτούσε ο περιβάλλων χώρος της κάθετης ιδιοκτησίας της, καθώς και η εξωτερική περίφραξη του όλου συγκροτήματος, η οποία περιελάμβανε τη συρόμενη γκαραζόπορτα και τις δύο θύρες -εισόδους, μία ανοιγόμενη μονόφυλλη και μία δίφυλλη, που βρίσκονταν αριστερά και δεξιά, με νέες πόρτες σύγχρονης τεχνολογίας. Μολονότι δεν υπήρξε σχετική συγκατάθεση των συνιδιοκτητών, αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2014 , η εναγομένη δια των προστηθέντων αυτής προσώπων και βοηθών νομής, προέβη στην εκτέλεση των παρακάτω εργασιών:

α) αφαίρεσε τα σιδερένια κάγκελα που υπήρχαν στα διαχωριστικά τοιχία της ιδιοκτησίας της σε τεθλασμένη γραμμή συνολικού μήκους 10,50 + 3,90+1,40+2,55+6,80+7,90 μέτρων)

ζ) στο τμήμα Β-δ’ της περίφραξης του οικοπέδου, μήκους 7,90 μέτρων, αντικατέστησε το κλασικό κιγκλίδωμα τύπου λόγχης με απλό κιγκλίδωμα με σφαίρα,

η) αποξήλωσε τμήμα της εξωτερικής δίφυλλης καγκελόπορτας (δεξιά της γκαραζόπορτας) και κατασκεύασε νέα δίφυλλη θύρα.

Όπως παραπάνω αναφέρεται η εναγομένη στο πλαίσιο ανακαίνισης της κατοικίας της, εκτέλεσε εργασίες στην περίφραξη του συγκροτήματος και της κεντρικής εισόδου, η οποία περιλάμβανε τρείς θύρες και ειδικότερα μία καγκελόπορτα μονόφυλλη (αριστερά), που αποτελούσε την είσοδο πεζών στον κοινόχρηστο διάδρομο, μία συρόμενη γκαραζόπορτα για την είσοδο των αυτοκινήτων και μία δίφυλη καγκελόπορτα δεξιά, η οποία ήταν ανοιγόμενη και εξυπηρετούσε την ιδιοκτησία της εναγομένης, καθόσον ο εισερχόμενος από αυτήν μπορούσε να μεταβεί στο χώρο στάθμευσης “Α”, η αποκλειστική χρήση του οποίου ανήκε στη μεζονέττα Α και από εκεί στα σκαλοπάτια εισόδου του κτίσματος. Το γεγονός ότι η δίφυλλη αυτή καγκελόπορτα προϋπήρχε και εξυπηρετούσε την μεζονέτα Α’ αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, αλλά και από την κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης, συζύγου του ενάγοντα, η οποία κατέθεσε ότι η καγκελόπορτα χρησιμοποιούνταν από την προηγουμένη ιδιοκτήτρια της μεζονέτας Α, ενώ οι άλλοι ιδιοκτήτες χρησιμοποιούσαν την είσοδο που βρισκόταν αριστερά από τη, γκαραζόπορτα και οδηγούσε στον κοινόχρηστο διάδρομο. Η εναγομένη στο χώρο της περίφραξης, όπως παραπάνω αναφέρεται, αντικατέστησε τα κάγκελα της οδού … (πλευρά Β-δ στο σχεδιάγραμμα, μήκους 7,9 μέτρων) τα οποία ήταν πεπαλαιωμένα και φθαρμένα, τύπου “λόγχης”, με νέα κάγκελα , η απόληξη των οποίων σχηματίζει “σφαίρα”. Επίσης αντικατέστησε τμήμα την προϋπάρχουσας δεξιάς σιδερένιας καγκελόπορτας, η οποία, λόγω μη συντήρησης είχε φθαρεί (παρουσίαζε σκουριές) με νέα ασφαλή, ανοιγόμενη δίφυλλη θύρα, τα φύλλα της οποίας αποτελούνται από μεταλλικά στοιχεία, εγκιβωτισμένα σε ορθογώνιο πλαίσιο από γυψοσανίδα (βλ. νομίμως προσκομιζόμενες και επικαλούμενες φωτογραφίες). Με τις παρεμβάσεις αυτές δεν δημιούργησε νέα αυτοτελή είσοδο που οδηγεί στην ιδιοκτησία της, αλλά αντικατέστησε την πεπαλαιωμένη υπάρχουσα θύρα, η οποία ήταν ανοιγόμενη δίφυλλη και εξυπηρετούσε από την κατασκευή του συγκροτήματος την κάθετη ιδιοκτησία της, με μία σύγχρονη ασφαλή, δίφυλλη θύρα με μοντέρνο στύλ σχεδιασμού. Από τα παραπάνω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η αντικατάσταση των κιγκλιδωμάτων τύπου “λόγχης” τμήματος της περίφραξης, με κάγκελα τύπου “σφαίρας” και η αντικατάσταση τμήματος της παλαιάς δίφυλλης καγκελόπορτας στην κεντρική είσοδο του οικοδομικού συγκροτήματος, αποτελούν επεμβάσεις αναγκαίες, λόγω της παλαιότητας και φθοράς τους, δεν υποβαθμίζουν αισθητικά , ούτε καθιστούν χειρότερη την όψη της περίφραξης και της κεντρικής εισόδου του οικοδομικού συγκροτήματος. Αντιθέτως καθιστούν αισθητικά καλύτερη την εμφάνιση αυτού και επιπλέον οι παρεμβάσεις αυτές δεν παραβλάπτουν τα δικαιώματα των συνιδιοκτητών αναφορικά με τη χρήση της κεντρικής εισόδου, δεν μειώθηκε η ασφάλεια των κοινόχρηστων αυτών πραγμάτων του οικοδομικού συγκροτήματος ,ούτε ο συνήθης προορισμός τους και ο σκοπός που εξυπηρετούν στη λειτουργία της συνιδιοκτησίας.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι με τις προαναφερόμενες επεμβάσεις η εναγομένη αλλοίωσε την όψη της περίφραξης και δημιούργησε ξεχωριστή είσοδο για να εξυπηρετεί αποκλειστικά την ιδιοκτησία της και υποχρέωσε αυτήν να αποκαταστήσει με δικές της δαπάνες τα κοινόχρηστα πράγματα στην προτέρα κατάσταση, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι σχετικοί λόγοι έφεσης της εναγομένης, ως ουσιαστικά βάσιμοι |».

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι οι εν λόγω παρεμβάσεις της εναγομένης στην κοινόχρηστη περίφραξη του όλου οικοπέδου, στο οποίο έχουν κατασκευασθεί οι κάθετες ιδιοκτησίες των διαδίκων, χωρίς να υφίσταται κανονισμός λειτουργίας της συνιδιοκτησίας που να απαγορεύει στους συνιδιοκτήτες να επιχειρούν μεταβολές ή προσθήκες στα κοινά μέρη της οικοδομής, και συνίστανται: α) στην αντικατάσταση των κιγκλιδωμάτων τύπου “λόγχης”τμήματος της περίφραξης, με κάγκελα τύπου “σφαίρας” και β) στην αντικατάσταση τμήματος της παλαιάς δίφυλλης καγκελόπορτας στην κεντρική είσοδο του οικοδομικού συγκροτήματος .αποτελούν επεμβάσεις αναγκαίες, λόγω παλαιότητας και φθοράς τους ,δεν υποβαθμίζουν αισθητικά ,ούτε καθιστούν χειρότερη την όψη της περίφραξης και της κεντρικής εισόδου του οικοδομικού συγκροτήματος .Αντιθέτως καθιστούν αισθητικά καλύτερη την εμφάνιση αυτού και, επιπλέον, οι παρεμβάσεις αυτές δεν παραβλάπτουν τα δικαιώματα των συνιδιοκτητών, αναφορικά με τη χρήση της κεντρικής εισόδου, δεν μειώθηκε η ασφάλεια των κοινοχρήστων αυτών πραγμάτων του οικοδομικού συγκροτήματος, ούτε ο συνήθης προορισμός τους και ο σκοπός που εξυπηρετούν στη λειτουργία της συνιδιοκτησίας. Κατόπιν αυτών το δικάσαν Εφετείο, έκρινε απορριπτέα ως αβάσιμη κατ’ ουσία, την πιο πάνω αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και, αφού έκανε δεκτή την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κάνει εν μέρει δεκτή κατ’ουσία την ένδικη αγωγή. Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117Α.Κ.. 1, 2, 3, 4, 5 & 13 του Ν 3741/9229, και 1&1 ν.1021/1971 και δεν παρεβίασε αυτές ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, αφού διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα το οποίο συνίσταται στο ότι οι προαναφερόμενες επεμβάσεις της αναιρεσίβλητης στα επίδικα κοινά μέρη του οικοδομικού συγκροτήματος όπου βρίσκονται οι κάθετες ιδιοκτησίες των διαδίκων έγιναν κατά τρόπο που δεν παραβλάπτεται το δικαίωμα του αναιρεσείοντος στη χρήση των κοινών αυτών μερών ούτε μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός τους και δεν μειώνεται η ασφάλειά τους. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι (όλοι) αναφέρονται σε επί μέρους αιτιάσεις για το ίδιο ως άνω ζήτημα (αντικατάσταση των κιγκλιδωμάτων της περίφραξης και β) αντικατάσταση τμήματος της παλαιάς δίφυλλης καγκελόπορτας στην κεντρική είσοδο του οικοδομικού συγκροτήματος) με τους οποίους αποδίδονται στο Εφετείο οι από το άρθ. 559 αριθμ. 1 & 19 ΚΠολΔ., πλημμέλειες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-12-2018 αίτηση του Α. Ζ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1957/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

oenet.gr