Αριθμός 914/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Βασίλειο Καπελούζο – Εισηγητή, Πάνο Πετρόπουλο και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Ρασιδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Α. Π. του Ε., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Κοτζιά – Σοφατζή, για αναίρεση της υπ αριθ. 1483/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Π. του Ι., κάτοικο …, που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Οκτωβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως μετά των από 1 Φεβρουαρίου 2016 προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1152/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α του Ποινικού Κωδικός, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικος, στην οποία ορίζεται ότι, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προ κάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτούνται τα ακόλουθη στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις, ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 314 παρ. 1 εδ. α και 315 παρ. 1 εδ. β του ΠΚ προκύπτει ότι, στην περίπτωση σωματικής βλάβης από αμέλεια, δεν απαιτείται έγκληση, αν ο υπαίτιος της πράξεως ήταν υποχρεωμένος, λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του, να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή. Ως επάγγελμα νοείται οποιαδήποτε ενασχόληση, η οποία, ασχέτως του βιοποριστικού ή μη χαρακτήρος της, προϋποθέτει ιδιαίτερη γνώση, εμπειρία ή τέχνη και περίσκεψη και από τη φύση της εμφανίζει μεγαλύτερο κίνδυνο για τη πρόκληση σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας άλλων ανθρώπων και απαιτεί για την αποφυγή της επελεύσεως του ιδιαίτερη επιμέλεια και προσεχή, ήτοι υπέρτερη από εκείνη που επιβάλλεται για την αποφυγή του κινδύνου από τις συνήθεις απασχολήσεις. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Ποινικού Κωδικός, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον ,δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη),συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 9 παρ. 1, 3, 4, και 10 παρ. 6 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) συνάγεται ότι όταν εκτελούνται εργασίες στις οδούς, τοποθετούνται σε κατάλληλες θέσεις όλες οι πινακίδες σημάνσεως που απαιτούνται κατά περίπτωση (κινδύνου, ρυθμιστικές, πληροφοριακές), ότι τα μέσα σημάνσεως τοποθετούνται με μέριμνα και ευθύνη των εργοληπτικών ή των εκτελούντων τις εργασίες, ενώ οι φορείς που κατασκευάζουν τα διάφορα έργα στις οδούς ή αναθέτουν την κατασκευή τους σε τρίτους υποχρεούνται να ελέγχουν την τοποθέτηση των μέσων σημάνσεως και ότι με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων καθορίζονται οι λεπτομέρειες και προδιαγραφές τις οποίες πρέπει να πληρούν οι διάφορες σημάνσεις των εργασιών που εκτελούνται, ο τρόπος σημάνσεως και σηματοδοτήσεως των εκτελουμένων έργων, της τοποθετήσεως κινητών εμποδίων κ.τ.λ.
Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.ΠοινΔ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του ν.2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ. Δ του Κ.ΠοινΔ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά μετά υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικό δε, επί εγκλήματος εξ αμελείας που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της αποφάσεως και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και, αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Επίσης, ενόψει της πιο πάνω διακρίσεως της αμέλειας σε μη συνειδητή και σε ενσυνείδητη, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφαση του με σαφήνεια ποιο από τα δύο είδη της αμέλειας αυτής συνέτρεξε στην συγκεκριμένη περίπτωση, διότι, αν δεν εκθέτει αυτό με σαφήνεια ή δέχεται και τα δύο είδη, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της σχετικής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 28 Π.Κ. και ιδρύεται εντεύθεν o σχετικός λόγος αναιρέσεως.
http://www.dsanet.gr/1024x768Auth.htm
