Προσβολή της προσωπικότητας. Αδικοπραξία. Εξυβριστικοί χαρακτηρισμοί στο πρόσωπο των εναγόντων διαλαμβανόμενοι σε συνέντευξη τύπου από τον εναγόμενο. Συλλογικός εξυβριστικός χαρακτηρισμός για όλα τα άτομα της σχετικής ολότητας. Από την άδικη και υπαίτια πράξη της εξύβρισης σε βάρος των εναγόντων, προσβλήθηκε παράνομα και υπαίτια η προσωπικότητα αυτών. Ο εναγόμενος γνώριζε ότι οι χαρακτηρισμοί ήταν πρόσφοροι να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή των εναγόντων. Δυνατότητα του εναγομένου λόγω της εμπειρίας του στα πολιτικά θέματα να ασκήσει οξεία κριτική, με σχόλια όμως μη υβριστικά. Δεκτή η αγωγή των εναγόντων. Έφεση ασκηθείσα από τον εκκαλούντα-εναγόμενο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Το δικαστήριο επιδικάζει την χρηματική ικανοποίηση, με γνώμονα την ένταση της προσβολής, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας και το βαθμό υπαιτιότητας του εναγομένου, τηρουμένης και της αρχής της αναλογικότητα.. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και επιδίκασε μεγαλύτερο ποσό από όσο έπρεπε υπέρ των εναγόντων. Δεκτή η έφεση. Οικονομική εξουθένωση του εναγομένου. Επιδίκαση μεγαλύτερου ποσού αποζημίωσης υπέρ του ενάγοντος κατά παραβίαση της συνταγματικώς κατοχυρωμένης δικαιϊκής αρχής της αναλογικότητας.

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 174 /2018

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ Γ΄

Αποτελούμενο από την Δικαστή Δήμητρα Σίσκου, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και από τη Γραμματέα Νικολέττα Νέδα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 4η Δεκεμβρίου 2017, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ – ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: ……………………, κατοίκου Θεσσαλονίκης στην οδό …………………….. αριθμ. ………, τον οποίο ε.κπροσώπησε η πληρεξούσιά του δικηγόρος Θεσσαλονίκης Σοφία Μελανεφίδου (Α.Μ. 003229 ) με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ – ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1] …………………….., κατοίκου Αθηνών, ……………, στην οδό ……………….. αριθμ. .., με ΑΦΜ ……………. 2] ……………………… του ………………….., κατοίκου Θεσσαλονίκης, στην οδό ………….αρ……, με ΑΦΜ ……………… και 3] …………….. του …………., κατοίκου Θεσσαλονίκης, στην οδό ………………….. αρ. …, με ΑΦΜ ………………, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιός τους δικηγόρος Θεσσαλονίκης Γεώργιος Χασιώτης (ΑΜ 005587) με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Οι εφεσίβλητοι – ενάγοντες άσκησαν, κατά του εκκαλούντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 31-10-2012 και με αρ. κατ. 31817/2012 αγωγή αποζημίωσης (χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης, λόγω προσβολής προσωπικότητας και αδικοπραξίας) και ζήτησαν να γίνει δεκτή.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων η υπ` αριθμ. 3032/2016 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ως κατ` ουσίαν βάσιμη.
Την απόφαση προσέβαλε ο εκκαλών – εναγόμενος με την από 30-5-2016 έφεσή του (αριθ. έκθ. κατ. 994/30-5-2016), για την οποία ορίσθηκε δικάσιμος αυτή, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε και συζητήθηκε.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, στη σειρά της, από το σχετικό πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, κατόπιν μονομερών δηλώσεών τους, που έγιναν σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά προκατέθεσαν εμπρόθεσμα έγγραφες προτάσεις.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση του εν μέρει ηττηθέντος εναγομένου, κατά της υπ’ αριθ. 3032/2016 αποφάσεως του μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Δ ΚΠολΔ, (όπως ο Κώδικας ίσχυε, πριν τις επελθούσες, από 1-1-2016, με τον Ν. 4335/2015, τροποποιήσεις και αλλαγές), ασκήθηκε εμπρόθεσμα με νομότυπη κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρα 495, 498, 511, 516, 513 παρ. 1β΄, 517, 518 παρ. 2, 520 και 591 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (όπως οι δύο τελευταίες διατάξεις ίσχυαν, πριν την τροποποίηση του Κώδικα με τον ανωτέρω Ν. 4335/2015). Συνεπώς η έφεση είναι παραδεκτή και πρέπει να ακολουθήσει η ουσιαστική έρευνά της, κατά την ίδια διαδικασία.

Οι εφεσίβλητοι – ενάγοντες άσκησαν κατά του εκκαλούντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 31-10-2012 και με αρ. κατ. 31817/2012 αγωγή αποζημίωσης, με την οποία ζήτησαν, ως προς τα ενδιαφέροντα, εν προκειμένω, εκκληθέντα κεφάλαια της πρωτοδίκου αποφάσεως, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών να τους καταβάλλει τα αναφερόμενα στην αγωγή τους ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, από τις αυθαίρετες αξιολογικές κρίσεις, για το πρόσωπό τους και τους εξυβριστικούς χαρακτηρισμούς, διαλαμβανόμενοι σε συνέντευξη τύπου, που παρέθεσε με την ιδιότητα του δημοτικού συμβούλου του Δήμου………………… και του επικεφαλής της δημοτικής παράταξης «……………………..» και αναπαράχθηκε από όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, που θίγουν την τιμή και την υπόληψή τους και προσβάλλουν την προσωπικότητά τους, ως βουλευτών του κόμματος «………………………………………..» και με απειλή προσωπικής κράτησής του, κατά τα αναλυτικά σε αυτή (αγωγή) εκτιθέμενα.

Επί της αγωγής αυτής το μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία δέχτηκε αυτή εν μέρει και αφού κρίθηκε, ότι η επίμαχη συνέντευξη ήταν εξυβριστική, για το προσώπου των εναγόντων, υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει, στον καθένα από αυτούς, το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης από την προσβολή, με το νόμιμο τόκο, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, μέχρι την πλήρη εξόφληση. Κατά της απόφασης παραπονείται ο εκκαλών, με την έφεσή του, για λόγους αναγόμενους σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, από μέρους του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ζητεί την εξαφάνιση αυτής και την απόρριψη της αγωγής.

Από τα άρθρα 57 εδ. α’, 59 εδ. α’, 914 και 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 361, 362, 363 και 367 ΠΚ, συνάγονται τα εξής: Όποιος παράνομα προσβάλλεται από άλλον, στην προστατευόμενη από το Σύνταγμα (άρθρα 2 και 5) προσωπικότητά του και ειδικότερα στην τιμή ή υπόληψή του, προσβάλλεται, δε, είτε με δυσφήμηση, ήτοι, όταν ο άλλος από πρόθεση με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει, για εκείνον γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, είτε με συκοφαντία, ήτοι, όταν ο άλλος τον δυσφημεί, το δε αντίστοιχο δυσφημιστικό γεγονός είναι ψευδές και αυτός ο άλλος γνωρίζει, ότι το εν λόγω γεγονός είναι ψευδές, είτε με εξύβριση, ήτοι, όταν ο άλλος, εκτός από τις περιπτώσεις της συκοφαντίας ή της δυσφημήσεως, από πρόθεση προσβάλλει την τιμή ή την υπόληψη εκείνου, με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Το, δε, δικαστήριο μπορεί, επιπλέον, αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, να καταδικάσει τον προσβολέα, να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη εκείνου, που έχει προσβληθεί (ΑΠ 308/2016 δημ. Τρ.Νομ.Πληρ.Νόμος, ΑΠ 435, 305/2007, 2079, 1897, 576/2006, 1462, 1381/2005, 389, 72, 6/2004 ΤΝΠ/ΔΣΑ). Ειδικότερα η εξύβριση μπορεί να τελεσθεί και με ομαδικό χαρακτηρισμό, όταν συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: i. να μπορεί να αποδειχθεί αναμφίβολα, ότι, ο φερόμενος, ως παθών συγκαταλέγεται, μεταξύ των μελών της ομάδας, ii. να προκύπτει, ότι ο δράστης μετήλθε, κατ’ αντικειμενική κρίση και όχι, όπως αντιλαμβάνεται αυτό ο παθών, την ομαδική καταφρονητική εκδήλωση, ώστε να εκφέρει, έμμεσα, αλλά εξίσου αποδοτικά, κρίση περιφρονητική, για καθένα από τα μέλη της ομάδας, υπό τη δική του ατομικότητα και μοναδικότητα νοούμενο και iii. να είναι ο κύκλος των υβριζομένων ευσύνοπτος, ήτοι μικρός, συνήθως, εκτεινόμενος μέχρι των ορίων, που ο ίδιος ο δράστης μπορεί να εννοήσει και όχι ένας άλλος δέκτης της εκδήλωσης, με περισσότερο εκτεταμένο κύκλο γνωριμιών. Ωστόσο, τίθενται όρια στο εύρος της ομάδας. Οι διαφοροποιήσεις εντοπίζονται στο κριτήριο, με βάση το οποίο θα περιορίζεται ο κύκλος των προσώπων, που θίγονται με ομαδικό χαρακτηρισμό. Ως κριτήριο, κατά την κρατούσα άποψη, την οποία ως ορθότερη δέχεται και το παρόν Δικαστήριο έχει επιλεγεί ο ευσύνοπτος κύκλος των προσώπων, που αποτελούν μια ομάδα, ώστε ο δράστης να έχει την δυνατότητα να εκφέρει κρίση, για κάθε μέλος της ομάδας ξεχωριστά. Δεν είναι απαραίτητο τα άτομα να καθοριστούν ονομαστικά, αλλά δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία, ότι ο ομαδικός χαρακτηρισμός αφορά τα συγκεκριμένα άτομα.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν κατά τη συζήτηση τη υπόθεσης στο ακροατήριο, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα. που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη, ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα και άλλα, ως δικαστικά τεκμήρια, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της συνεδρίασης της 18-10-2013 του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες, κατά τον παρακάτω κρίσιμο χρόνο, ήταν βουλευτές, του Ελληνικού Κοινοβουλίου, οι οποίοι είχαν εκλεγεί με το κόμμα «……………………….» και ειδικότερα ο πρώτος από αυτούς στην Α` Εκλογική Περιφέρεια Θεσσαλονίκης, ο δεύτερος από αυτούς στην Β` Εκλογική Περιφέρεια Θεσσαλονίκης και ο τρίτος από αυτούς στην Εκλογική Περιφέρεια του Νομού Σερρών και είναι πρόσωπα, τα οποία εμφορούνται από τις πολιτικές ιδέες, που ανήκουν στον χώρο της άκρας δεξιάς. Την 24-10-2012 ο εναγόμενος, ευρωβουλευτής του Κ.Κ.Ε, ο οποίος τότε είχε την ιδιότητα του δημοτικού συμβούλου του Δήμου ……………… και του επικεφαλής της δημοτικής παράταξης «……………………» παρέθεσε συνέντευξη τύπου, από κοινού με άλλους περιφερειακούς και δημοτικούς συμβούλους της ίδιας παράταξης, από την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας και άλλους Δήμους του Πολεοδομικού Συγκροτήματος Θεσσαλονίκης, για θέματα, σχετικά, με την τοπική αυτοδιοίκηση.

Κατά τη διάρκεια της ως άνω συνέντευξης τύπου ο εναγόμενος, σε σχετική ερώτηση δημοσιογράφων, αναφορικά με τη θέση του, ως προς την παρουσία στελεχών και βουλευτών της ……………. στις επερχόμενες εορταστικές εκδηλώσεις της επετείου της 28ης Οκτωβρίου του 2012, ο τελευταίος δήλωσε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Σε μια εορτή που τιμούμε την μάχη και τον αγώνα ενάντια στο φασισμό θέλουμε να καταγγείλουμε Δημάρχους και Περιφερειάρχες που κάτω από τη μάσκα του κοινοβουλευτισμού κάλεσαν βουλευτές και στελέχη της ………………….. στις παρελάσεις. Αυτά τα καθάρματα δεν έχουν καμιά δουλειά εδώ. Βρώμιζαν τότε τη χώρα, τη βρωμίζουν και τώρα …». Η ως άνω δήλωση στη συνέχεια αναπαράχθηκε από όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τα οποία είχαν αποστείλει δημοσιογράφους τους εκεί (βλ. χαρακτηριστικά το από ……………… φύλλο της εφημερίδας ………………….., καθώς και εκτυπώσεις, από τις ειδησεογραφικές σελίδες …….., …………. και ………………………….του διαδικτύου). Εκ των όσων, όμως, παραπάνω εκτέθηκαν, σαφώς προκύπτει, ότι η προαναφερόμενη συνέντευξη, του εναγόμενου, που έχει εκφράσει και ταυτίσει τον εαυτό του με τον ιδεολογικό προσανατολισμό του κόμματός του, σκοπό είχε την άσκηση πολιτικής κριτικής και μάλιστα οξείας, που την προκάλεσε η δημόσια στάση, πολιτική συμπεριφορά και οι ακραίες απόψεις των εναγόντων, οι οποίες βρίσκονται στο άκρο του συντηρητικού τμήματος της ελληνικής κοινωνίας και το οποίο είναι αντίθετο με τις πολιτικές θέσεις της αριστεράς, τις οποίες, όπως κάθε πολίτης δικαιούται να αξιολογήσει. Ωστόσο, οι παραπάνω αναφερόμενες αξιολογικές κρίσεις και χαρακτηρισμοί ήτοι «… Αυτά τα καθάρματα δεν έχουν καμιά δουλειά εδώ. Βρώμιζαν τότε τη χώρα, τη βρωμίζουν και τώρα …», ως έντονα μειωτικές και προσβλητικές από μόνες τους, συνιστούν την αξιόποινη πράξη της εξύβρισης, διότι προσβάλλουν την υπόληψη των εναγόντων και συνιστούν καταφρονητική συμπεριφορά, προς το πρόσωπό τους. Η χρησιμοποίηση των παραπάνω χαρακτηρισμών, αξιολογούμενων από το σύνολο της συνέντευξης και σε απόλυτη συνάρτηση και σχέση με αυτή, δεν έγινε στα πλαίσια απολύτως θεμιτής και βέβαια σύννομης άσκησης, εκ μέρους του, πολιτικής κριτικής και δεν ήταν απολύτως αναγκαία, για να εκφράσει το περιεχόμενο της άποψής του και υποδηλώνει σκοπό εξύβρισης των εναγόντων, χωρίς να εντάσσεται στο πλαίσιο του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος να ασκεί κριτική, ακόμα και σε δριμύ τόνο ή με δυσμενείς φράσεις σε δημόσια πρόσωπα και, δη, ασχολούμενα με την πολιτική ζωή του τόπου, ούτε επρόκειτο, για χαρακτηρισμό των πολιτικών τους απόψεων, ούτε αποσκοπούσε στην ενημέρωση του κοινού, για την πολιτική ταυτότητά τους και, για μία κριτική, ακόμη και οξεία, των θέσεων και των πολιτικών τους δράσεων. Μπορούσε, λοιπόν, να βλάψει και έβλαψε την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων, κατά τρόπο παράνομο και με πρόθεση, καθώς η προσβολή αυτή, δεν ήταν απαραίτητη, προκειμένου να ασκηθεί, κατά τρόπο αντικειμενικό το δικαίωμα του εναγόμενου και το νόμιμο ενδιαφέρον του κοινού. Επιπλέον, η προσωπική αναφορά στους ενάγοντες δεν στερείται πραγματικής βάσης, καθώς αυτοί ήταν οι μοναδικοί βουλευτές του ως άνω κόμματος, σε ολόκληρη την Κεντρική Μακεδονία και, επιπλέον, είχαν λάβει σχετική πρόσκληση, προκειμένου να παρασταθούν στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου, από την Περιφέρεια Θεσσαλονίκης, γεγονός, που γνώριζε ο εναγόμενος. Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινιστεί, ότι όπως γίνεται δεκτό, είναι νοητή και η συλλογική εξύβριση, όταν με ομαδικό χαρακτηρισμό προσβάλλονται τα κατ` ιδίαν μέλη μιας ολότητας, εφόσον ο κύκλος των προσώπων οριοθετείται σαφώς και η κατ΄ ιδίαν ένταξη των προσώπων είναι αναμφίβολη, πράγμα, που εξαρτάται από τις περιστάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί συλλογικό εξυβριστικό χαρακτηρισμό, για όλα τα άτομα της σχετικής ολότητας, δηλαδή, για όλους τους βουλευτές και στελέχη της ………………….., οι αξιολογικές κρίσεις και χαρακτηρισμοί, μεταξύ των οποίων και οι εν προκειμένω ενάγοντες. Συνεπώς, τα όσα ισχυρίζεται ο τελευταίος, περί του ότι δεν απευθυνόταν σ` αυτούς προσωπικά και περί του ότι ουδόλως τους γνωρίζει, ουδεμία επιρροή ασκούν εν προκειμένω. Εξάλλου, ο εναγόμενος γνώριζε, ότι οι πιο πάνω χαρακτηρισμοί, που εμπεριέχουν καταφρόνηση και απαξία, προς τα πρόσωπα, στα οποία αναφερόταν, μεταξύ των οποίων και αυτά των εναγόντων, ήταν πρόσφοροι να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή τους και δεν ήταν αναγκαία, για την απόδοση της σκέψης του, να κριτικάρει και σχολιάσει αντικειμενικά την πολιτική, αυτών, δράση. Προς τούτο, ο εναγόμενος είχε τη δυνατότητα, λόγω και της εμπειρίας του στα πολιτικά θέματα και σχόλια, να ασκήσει οξεία κριτική, ακόμα και με δυσμενείς χαρακτηρισμούς, με εκφράσεις και σχόλια μη υβριστικές, όπως αυτές ή παρεμφερείς, που χρησιμοποίησε στην υπόλοιπη συνέντευξη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως, έστω και με ελλιπή εν μέρει αιτιολογία, που συμπληρώνεται παραδεκτά με την παρούσα απόφαση (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο εναγόμενος, με τους σχετικούς λόγους της έφεσής του, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, από την όλη δομή του Συντάγματος και ιδίως από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 25 αυτού, συνάγεται, ως γενική αρχή και, δη, αυξημένης τυπικής ισχύος, ότι η έννομη συνέπεια, η οποία είτε προβλέπεται από τον κοινό νομοθέτη in abstracto, είτε απαγγέλλεται σε συγκεκριμένη περίπτωση, από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας, προς το πραγματικό του οικείου κανόνα δικαίου, ήτοι να μην υπερβαίνει τα ακραία ανεκτά όρια, κατά την κοινή, περί δικαίου, συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 932 Α.Κ. χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αποφασίζεται αναιρετικώς, κατ’ αρχήν ανελέγκτως, από το ουσιαστικό δικαστήριο, με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία θέτουν στην διάθεσή του οι διάδικοι. Πλην όμως, επιβάλλεται, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζομένου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας, υπό την εκτεθείσα έννοια, ήτοι να μην υπερβαίνει η σχετική κρίση τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται, ως παραβίαση της ανωτέρω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 302/2016, ΑΠ 1043/2014 δημ. Νόμος). Από την, κατά την άνω, συνέντευξη τύπου και την άδικη και υπαίτια πράξη εξύβρισης, που τελέστηκε σε βάρος των εναγόντων, προσβλήθηκε παράνομα και υπαίτια η προσωπικότητα αυτών και υπέστησαν ηθική βλάβη, βλάβη της τιμής και της υπόληψής τους, ως κοινωνικών ανθρώπων και πολιτικών, προς αποκατάσταση της οποίας, το Δικαστήριο τούτο θεωρεί, ότι η ανάλογη χρηματική ικανοποίηση, με γνώμονα την ένταση της προσβολής, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, το βαθμό υπαιτιότητας του εναγομένου, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, την συλλογικότητα της εξύβρισης και γενικά, όλες τις συνθήκες, τηρουμένης και της αρχής της αναλογικότητας στη συγκεκριμένη περίπτωση, μεταξύ χρησιμοποιούμενου μέσου και επιδιωκόμενου σκοπού, προσδιορίζεται στο εύλογο ποσό των 1.000 €, στον καθένα από τους ενάγοντες. Τυχόν μεγαλύτερο ποσό θα αποτελούσε ακραία εκτίμηση και θα κατέληγε σε οικονομική εξουθένωση του εναγομένου και σε αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό των εναγόντων και σε παραβίαση, ως εκ τούτου, της συνταγματικώς κατοχυρωμένης δικαιϊκής αρχής της αναλογικότητας. Άρα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε την αγωγή, κατά το ποσό των 1.500 €, αντί του, κατά τα άνω, ορθού των 1.000 €, έσφαλε, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός κατ’ ουσίαν ο σχετικός λόγος της έφεσης και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της, δηλαδή και ως προς τις διατάξεις της, που δεν προσβλήθηκαν επιτυχώς με την έφεση, για την ενότητα της εκτέλεσης. Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση, να δικασθεί κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο αυτό η υπόθεση (ΚΠολΔ 535 §1), να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, ως ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 1.000 € νομιμότοκα, από την επίδοση της αγωγής. Η δικαστική δαπάνη και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθεί, κατά ένα μέρος σε βάρος του εναγομένου, κατανεμόμενη ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας των διαδίκων (ΚΠολΔ 178 §1, 183, 191 §2). Τέλος, εφόσον η έφεση γίνεται δεκτή και εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση, πρέπει, κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 εδ. δ’ ΚΠολΔ (όπως η παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012), το κατατεθέν, από τον εκκαλούντα, για την άσκηση της εφέσεως, παράβολο, ποσού διακοσίων (200) ευρώ, να επιστραφεί σ΄ αυτόν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και στην ουσία την έφεση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στον εκκαλούντα.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την προσβαλλόμενη υπ` αριθμ. 3032/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και

ΔΙΚΑΖΕΙ, επί της από 31-10-2012 αγωγής.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει αυτήν.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να καταβάλει, σε καθένα από τους ενάγοντες, το ποσό των χιλίων ευρώ (1.000 €), με το νόμιμο τόκο, από την επίδοση της αγωγής.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον εναγόμενο μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει σε εξακόσια ευρώ (600 €).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στη Θεσσαλονίκη, στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, την 18-1-2018, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ν.Σ.

nomos.gr