Ανακοπή κατά Διαταγής Πληρωμής. Δεν ιδρύει εκκρεμοδικία αποκλείουσα ανακοπή κατά των πράξεων εκτέλεσης, ακόμα και με τους ίδιους λόγους. Αναστολή εκτέλεσης. Προϋπόθεση να μην έχει εκτελεσθεί η Διαταγή Πληρωμής. Μπορεί να διαταχθεί και από το Εφετείο, εφόσον πιθανολογείται η βασιμότητα της ανακοπής. Ανάκληση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων από το Δικαστήριο της κύριας υπόθεσης. Δεν απαιτείται επίκληση μεταβολής πραγμάτων. Δυνατότητα ανάκλησης και από το Εφετείο εφόσον η υπόθεση είναι εκκρεμής ενώπιόν του. Σε περίπτωση απόρριψης προηγούμενων αιτήσεων ανάκλησης, το Εφετείο μπορεί να προβεί στην ανάκληση, εφόσον η αίτηση δεν στηρίζεται στον ίδιο λόγο με τις απορριφθείσες. Τροποποίηση διατάξεων αναγκαστικής εκτέλεσης. Κρίσιμος χρόνος για την εφαρμογή ή μη του νέου δικαίου, ο χρόνος επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση. Δυνατότητα αναστολής μόνον επί άμεσης εκτέλεσης ή σε περίπτωση άσκησης ενδίκου μέσου. Δεν αναστέλλεται πλειστηριασμός εάν δεν έχει ασκηθεί ανακοπή κατά της εκτέλεσης. Ανακαλεί την υπ’ αριθ. 37/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η απόφαση εισήχθη στη ΝΟΜΟΣ με επιμέλεια της δικηγορικής εταιρείας ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ .

Αριθμός απόφασης: 1340/2019

ΤΟ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 13°

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Φίλιππο Μανώλαρο, Πρόεδρο Εφετών, Άννα Καλατζή – Εισηγήτρια και Ευτέρπη Καραχάλιου, Εφέτες, χωρίς τη σύμπραξη γραμματέα.

Συνεδρίασε δημόσια, στο, καθορισθέν με τη πράξη προσδιορισμού δικασίμου, γραφείο .. του Εφετείου Αθηνών, στις 7 Μαρτίου 2019, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας, με την επωνυμία «……», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός … αρ. ..) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξουσίου δικηγόρου της Αικατερίνης Πιπερτζή,

ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ: 1. Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…… », που εδρεύει στην Αθήνα (οδός … αρ. ..) και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. …… του …, κατοίκου .. Αττικής (οδός .. αρ. ..) και 3. ….. του …, κατοίκου … Αττικής (οδός .. αρ. ..), οι οποίοι παραστάθηκαν , η μεν πρώτη μετά του δευτέρου των καθ’ ων νομίμου εκπροσώπου της , ο οποίος διόρισε και παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Χρήστου Στέφα και Κωνσταντίνου Τασιόπουλου, η δε τρίτη των καθ’ ων παραστάθηκε δια των ιδίων ως άνω πληρεξουσίων δικηγόρων.

Η αιτούσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 28/2/2019 αίτηση της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό καταθ. ../../2019 και προσδιορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατόπιν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα ανέπτυξαν στους ισχυρισμούς τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 632 παρ.3 Κ.Πολ.Δ, η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής, το δικαστήριο, όμως, που την εξέδωσε μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. Κ.Πολ.Δ, να χορηγήσει αναστολή, με εγγύηση ή χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή. Από τη διάταξη αυτή, σε αντιδιαστολή προς το άρθρ. 682 Κ.Πολ.Δ, συνάγεται ότι η κατά την ως άνω διάταξη αναστολή εκτέλεσης συνιστά προληπτικό καταστάσεως – μέτρο, που αφορά την αναστολή της εκτελεστότητας της διαταγής πληρωμής, ως εκτελεστού τίτλου, το οποίο εξομοιώνεται με τα ασφαλιστικά μέτρα (βλ.ΟλΑΠ 754/1986, Ελ.Δνη 27.1134). Επομένως, η παραπομπή του άρθρου 632 παρ.3 Κ.Πολ.Δ στη διαδικασία των άρθρων 686 επ. Κ.Πολ.Δ, νοείται, όχι,μόνον, στις διατάξεις, που ρυθμίζουν τη διαδικασία, αλλά και σε εκείνες, που προσανατολίζονται στη φύση και το σκοπό του άνω προληπτικού ρυθμιστικού της καταστάσεως μέτρου της αναστολής της εκτελεστότητας εκτελεστού τίτλου ή εξυπηρετούν το σκο¬πό αυτό, όπως είναι οι διατάξεις περί της απαγόρευσης άσκησης ενδίκων μέσων κατά της απόφασης, που διατάζει τα μέτρα αυτά και της ανάκλησης ή μεταρρύθμισης της απόφασης αυτής, κατά τους ορισμούς των άρθρων 696 έως 698 Κ.Πολ.Δ (βλ. ΕφΠατρ. 328/2011, ΑΧΑΝΟΜ 2012.357, Εφ.Ιωαν. 57/2005, Ελ.Δνη 2006.860, ΕφΘρακ. 129/2002, Αρμ. 2002.1212, ΕφΘεσ 3308/2003, Αρμ. 2004.252).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 632 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, αν ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση κατά της οριστικής απόφασης, το δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση, που προσβάλλεται μπορεί, δικάζοντας, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ έως τη συζήτηση της έφεσης, μετά από αίτηση του οφειλέτη και εφόσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση της έφεσης, να αναστείλει ολικά ή εν μέρει την εκτέλεση , ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση , με τον όρο να δοθεί εγγύηση , η οποία ορίζεται από την απόφαση, που διατάσσει την αναστολή ή και χωρίς εγγύηση .Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 697 Κ.Πολ.Δ, το αρμόδιο για την κύρια υπόθεση δικαστήριο, όσο διαρκεί η εκκρεμοδικία, μπορεί με αίτηση του διαδίκΟυ, που έχει έννομο συμφέρον, η οποία υποβάλλεται και αυτοτελώς, να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει, ολικά ή εν μέρει, την απόφαση, που δια¬τάζει ασφαλιστικά μέτρα.

Από την προαναφερομένη διάταξη προκύπτει ότι, αφενός, ως κυρία υπόθεση θεωρείται εκείνη, αντικείμενο της οποίας είναι το δικαίωμα, για την εξασφάλιση, του οποίου διατάχθηκε το ασφαλιστικό μέτρο, αφετέρου, δε, ότι η αίτηση περί ανακλήσεως ή μεταρρυθμίσεως της ως άνω αποφάσεως, μπορεί να υποβληθεί και ενώπιον του Εφετείου, εάν η κυρία υπόθεση είναι εκκρεμής ενώπιον του, συνέπεια ασκήσεως εφέσεως. Με το ένδικο αυτό βοήθημα, δεν άγεται, προς κρίση ενώπιον του δικαστηρίου της κυρίας υποθέσεως, η νομιμότητα του ασφαλιστικού μέτρου, που έχει διαταχθεί και κατ’ επέκταση η ορθότητα της σχετικής απόφασης, που εκδόθηκε, αλλά η νομιμότητα της περαιτέρω ισχύος αυτού και το δικαστήριο της κυρίας δίκης θα ελέγξει αν, κατά το χρόνο, κατά τον οποίο καλείται να αποφανθεί, θα διέτασσε το υπό ανάκληση ασφαλιστικό μέτρο, αν θα ήταν αρμόδιο προς τούτο.

Ως προϋπόθεση, δε, του παραδεκτού της ασκήσεως δεν απαιτείται η επίκληση της μεταβολής πραγμάτων, όπως απαιτείται στην περίπτωση του άρθρου 696 παρ.3 ΚΠολΔ, που προβλέπει την ανάκληση ή μεταρρύθμιση αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, από το Δικαστήριο που τα διέταξε, αλλά το δικαστήριο θα κρίνει με βάση τα προτεινόμενα, τυχόν, νέα γεγονότα και τα συνημμένα στο φάκελο της δικογραφίας, επί της κυρίας υποθέσεως, στοιχεία, που θα τεθούν υπόψιν του (βλ.ΑΠ 496/1972, ΝοΒ 10.1305, ΕφΑθ 5480/1983, Αρχ.Νομ 35.50). Στην περίπτωση, όμως, που έχουν εκδοθεί κατά τη διάρκεια εκκρεμοδικίας της κυρίας υπόθεσης και άλλες αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων επί αντιστοίχων αιτήσεων ανάκλησης της απόφα¬σης των ασφαλιστικών μέτρων, που εκδόθηκε πριν από την έναρξη της εκκρεμοδικίας της κυρίας υποθέσεως, το αρμόδιο για την κυρία υπόθεση δικαστήριο το οποίο, όπως εκτέθηκε, μπορεί να είναι και το Εφετείο, ύστερα από άσκηση έφεσης επί της κυρίας υπόθεσης, μπορεί να ανακαλέσει την αρχική απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, εφόσον, όμως, η ασκηθείσα αίτηση δεν στηρίζεται στον ίδιο ανακλητικό λόγο, με αυτόν, που στηρίχθηκε η προηγούμενη αίτηση, που απορρίφθηκε, καθόσον, η οριστικότητα της προηγούμενης απόφασης, υπό την έννοια του άρθρου 695 ΚΠολΔ, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση για ανάκληση ή μεταρρύθμιση των ασφαλιστικών μέτρων, εμποδίζει το Δικαστήριο της κυρίας δίκης να επανέλθει στο ίδιο ζήτημα. Τούτο, δε, διότι σε αντίθετη περίπτωση, η τελευταία αυτή αίτηση ανάκλησης των ασφαλιστικών μέτρων, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα λει-τουργούσε, ως ένδικο μέσο, κάτι, όμως, το οποίο ρητά απαγορεύεται από το νόμο (άρθρ.698 ΚΠολΔ, Εφ.Πειρ. 1165/2001, Αρμ. 2003.997).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση, η αιτούσα τραπεζική εταιρία εκθέτει ότι σε βάρος των καθ’ ων, με αίτησή της, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 9855/14-11-2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί απαιτήσεως από ομολογιακό δάνειο, βάσει της οποίας επέσπευσε (η αιτούσα) αναγκαστική εκτέλεση, δυνάμει αντιγράφου εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού αυτής, επιδοθείσας της από 15/11/2017 επιταγής προς πληρωμής και στη συνέχεια με το αριθμ. ../2017 πρώτο απόγραφο εκτελεστό αυτής, επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητα ιδιοκτησίας της πρώτης των καθ’ ων, για το ποσό των 500.000 ευρώ, συνταχθείσας της με αριθμ. ../13-2-2018 κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του Δικαστικού Επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ….., ορίζοντας, ως ημερομηνία πλειστηριασμού, την 19η Σεπτεμβρίου 2018 , οπότε και ανέσταλη και, δυνάμει της με αριθμ. …/11-1-2019 δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού του Συμβολαιογράφου Πειραιώς ….., η αιτούσα, νομιμοποιούμενη εξαιρετικά υπό την ιδιότητά της, ως εκπροσώπου των ομολογιούχων, κατ’ άρθρο 4 παρ. 6 Ν. 3156/2003, δήλωσε τη συνέχιση του προρρηθέντος πλειστηριασμού και όρισε, ως νέα ημερομηνία διεξαγωγής αυτού, την 15η Μαρτίου 2019. Ότι, κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής, οι καθ’ ων άσκησαν την από 23/11/2017 (αριθμ. καταθ, ../../21-11-
2017) ανακοπή τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δια της οποίας ζητούσαν την ακύρωση αυτής, για τους διαλαμβανόμενους στο δικόγραφο της ανακοπής λόγους. Ότι, επί της ως άνω ανακοπής, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 3175/24-7-2018 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δια της οποίας απορρίφθηκε αυτή. Ότι, κατά της απόφασης αυτής, οι καθ’ ων άσκησαν την από 28/8/2018 (αριθμ. καταθ. ../../3-9-2018) έφεσή τους, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δια της οποίας ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την αποδοχή της από 23/11/2017 ανακοπής τους, στο σύνολό της και την ακύρωση της υπ’ αριθμ. 9855/14- 11-2017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ότι, περαιτέρω, οι καθ’ ων άσκησαν, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 12/9/2018 (αριθμ.καταθ. ../../12-9-2018) αίτησή τους και, επικαλούμενοι κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης, ζητούσαν να ανασταλεί η εκτελεστότητα της υπ’ αριθμ. 9855/14-11- 2017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της επισπευδομένης διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης έως ότου ήθελε να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της εφέσεως.

Επί της εν λόγω αιτήσεως αναστολής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ.37/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που, πιθανολογώντας τη βασιμότητα του δεύτερου λόγου ανακοπής περί αοριστίας του δικογράφου της αίτησης προς έκδοση διαταγής πληρωμής, αναφορικά με το κονδύλιο των τόκων, δέχθηκε την αίτηση και διέταξε την αναστολή της εκτελεστότητας της ως άνω διαταγής πληρωμής, μέχρι της εκδόσεως τελεσίδικης απόφασης επί της ανακοπής, ενώ απέρριψε την αίτηση, ως προς το μέρος,που ζητούσε την αναστολή εκτελέσεως της επισπευδόμενης διαδικασίας έμμεσης αναγκαστικής εκτελέσεως, ως απαράδεκτης, για το λόγο, ότι δεν είχε ασκηθεί ανακοπή του άρθρου 933 επ. ή 936 Κ.Πολ.Δ. Ήδη, η αιτούσα , επικαλουμένη νομικές πλημμέλειες της ως άνω απόφασης περί αναστολής εκτελέσεως για το λόγο ότι: 1. αφενός, μεν, απαραδέκτως διετάχθη η αναστολή της εκτελεστότητας της διαταγής πληρωμής, αφού ήδη, βάσει αυτής είχε επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση επί ακινήτων της πρώτης των καθ’ ων και έχει ορισθεί ημερομηνία πλειστηριασμού αυτών, 2. αφετέρου, δε, εσφαλμένως έκρινε,ότι θα γίνει δεκτός ο λόγος έφεσης, με τον οποίο επαναφέρεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο δεύτερος λόγος ανακοπής, καθώς, επίσης, ότι εσφαλμένως έγινε δεκτό ότι οι καθ’ ών υφίστανται βλάβη, από την εις βάρος τους επισπευδομένη εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Ζητεί, δε, από το παρόν Δικαστήριο, ως το Δικαστήριο, πλέον, της κυρίας υπόθεσης, να ανακληθεί η αριθμ. 37/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η αναστολή εκτέλεσης της 9855/14-11-2017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να καταδικασθούν οι καθ’ ων στη δικαστική της δαπάνη.

Η αίτηση θεμελιώνεται στις διατάξεις των αρθρ. 632 παρ. 3, 696 παρ. 3, 697 Κ.Πολ.Δ και αρμοδίως φέρεται, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη. Επομένως, η αίτηση πρέπει να εξεταστεί, ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 632 παρ. 1, 2 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ, ο οφειλέτης, κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής, έχει το δικαίωμα, μέσα σε δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες από την επίδοσή της, να ασκήσει ανακοπή, η οποία απευθύνεται στο εκδόσαν τη διαταγή πληρωμής Ειρηνοδικείο ή Μονομελές Πρωτοδικείο. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 632 Κ.Πολ.Δ, η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το δικαστήριο, όμως, που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. Κ.Πολ.Δ, να χορηγήσει αναστολή με εγγύηση ή χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της αναστολής είναι: α) η εμπρόθεσμη άσκηση της, κατ’ αυτής, ανακοπής, η οποία ασκείται με κατάθεση στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου αυτής, προς τον καθ’ ού στρέφεται εντός δέκα πέντε (15) εργασίμων ημερών, από την επομένη της επίδοσης της διαταγής πληρωμής (βλ.ΑΠ 448/2006, ΕλλΔ/νη 2006, 778,ΑΠ 888, 887/2003, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 695/2003, ΝΟΜΟΣ), β) η πιθανολόγηση ευδοκίμησης ενός, τουλάχιστον, λόγου της ασκηθείσας ανακοπής (βλ.ΑΠ 448/2006, ό.π., Τζίφρας, Ασφαλιστικά Μέτρα, εκδ. 1995, σελ. 517-518) και γ) η πιθανολόγηση ότι, με την άμεση εκτέλεση της διαταγής πληρωμής, δημιουργείται κίνδυνος να υποστεί ο αιτών ανεπανόρθωτη βλάβη (βλ. Βαθρακοκοίλης, Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση Κ.Πολ.Δ, άρθρο 632, αρ. 37). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 632 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, συνάγεται ότι η αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής μπορεί να ασκηθεί και μετά την απόρριψη της ανακοπής και την άσκηση έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που απέρριψε την ανακοπή μέχρι να εκδοθεί η τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή, με την προϋπόθεση, όμως, ότι δεν έγινε εκτέλεση της διαταγής πληρωμής (βλ. Μ. Μαργαρίτη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, εκδ. 2012, τόμος II, άρθρο 632, αρ. 46, σελ. 68, Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος II, άρθρο 632, αρ. 33, σελ. 1189, Β. Βαθρακοκοίλη, Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση ΚΠολΔ, τόμος Γ’, άρθρο 632, αρ. 36, σελ. 846, Ματθία σε Δ. 10, 272, Δημητρίου, Η δικαστική αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τον ΚΠολΔ, 1993, σελ. 104, 139-140, Κατηφόρη, Η δικαστική αναστολή της εκτελέσεως, 1994, σελ. 183, Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο αναγκαστικής εκτελέσεως I, 1998, σελ. 263, σημ. 100, ΕφΑΘ688/2003, ΕλλΔνη 2004, 203, ΕφΘεσ 64/1991, Δνη1993, 1362-1363). Στην περίπτωση αυτή θα πιθανολογηθεί η βασιμότητα ή μη της ανακοπής και όχι η βασιμότητα της έφεσης (βλ. Σ. Πανταζόπουλου, Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, έκδ. 2001, σελ. 194). Εξάλλου, η πρόσφατη μεταρρύθμιση του Ν 4335/2015 επέφερε ουσιώδεις νομοθετικές μεταβολές στην ύλη των ειδικών διαδικασιών• Ειδικά, για τη δίκη της ανακοπής του άρθρου 632 Κ.Πολ.Δ, μεταξύ άλλων προβλέπεται, ότι η αναστολή χορηγείται μετά από αυτοτελή αίτηση (η οποία, πλέον, δεν συνεκδικάζεται υποχρεωτικά με την κύρια ανακοπή) και μόνον, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης. Ακόμη και αν δε γίνει δεκτή, δηλαδή, η ανακοπή σε πρώτο βαθμό, ο καθ` ου – ανακόπτων θα πρέπει να προσφύγει εκ νέου στο δικαστήριο, όπου θα εκκρεμεί, ενδεχομένως, το ένδικο μέσο του, ώστε να ζητήσει την περαιτέρω αναστολή της εκτέλεσης μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Τη δυνατότητα απευθείας προσφυγής θα την έχει ο καθ` ου η εκτέλεση, ακόμη και αν δεν είχε προσφύγει, κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης (βλ.Π. Γιαννόπουλος, Οι ειδικές διαδικασίες του Κ.Πολ.Δ μετά το Ν. 433 5/2015).Τέλος, η άσκηση της ανακοπής του άρθρου 632 Κ.Πολ.Δ δεν αποκλείει την άσκηση, μετά από την έναρξη της εκτέλεσης κατά του οφειλέτη, ανακοπής του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ εναντίον των πράξεων εκτέλεσης, ακόμη και όταν η τελευταία βασίζεται στους ίδιους λόγους, που προβλήθηκαν, ήδη, με την κατ` άρθρο 632 Κ.Πολ.Δ ανακοπή. Το έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος θεμελιώνεται, επαρκώς, στην ανάγκη τήρησης των προθεσμιών του άρθρου 934 Κ.Πολ.Δ, αλλά και στο δεδομένο ότι η ακύρωση της ανακοπτόμενης πράξης εκτέλεσης, μόνον, με την ανακοπή του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ μπορεί να επιτευχθεί. Επιπλέον, δεν αποκλείεται η παράλληλη επίκληση των ίδιων λόγων και ως αντιρρήσεων κατά της εκτέλεσης, ούτε προκύπτει κάτι αντίθετο από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269 και 935 Κ.Πολ.Δ, διότι οι διατάξεις αυτές αφορούν, μόνον,τη σχέση μεταξύ διαδοχικών ανακοπών του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ. ούτε, άλλωστε, τίθεται ζήτημα εκκρεμοδικίας, όταν ο ανακόπτων ασκεί, ταυτόχρονα, για τους ίδιους λόγους και ανακοπή του άρθρου 933, διότι τα αντικείμενα των δύο δικών δεν συμπίπτουν, λόγω της διαφοράς των αιτημάτων των δύο ανακοπών. Περαιτέρω, στο άρθρο 1.9 του ν. 4335/2015 (Μεταβατικές διατάξεις) ορίζεται, με γενική αφορώσα την εκτέλεση ρύθμιση, ότι οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται, όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1η. 1.2016. Ως κρίσιμος χρόνος, για την εφαρμογή ή μη του νέου δικαίου, θα πρέπει, προδήλως, να θεωρείται ο χρόνος επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση, που οδήγησε, στη συνέχεια, στην έναρξη της κύριας εκτελεστικής διαδικασίας, δια της επιβολής κατασχέσεως επί χρηματικών απαιτήσεων ή δια της διενέργειας άμεσης εκτέλεσης και όχι, τυχόν, προηγούμενες επιταγές, οι οποίες επιδόθηκαν μεν, χωρίς, όμως, να αρχίσει η κύρια εκτελεστική διαδικασία εντός έτους από την επίδοσή τους, και στις οποίες δεν μπορεί, κατ’ άρθρο 926 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, να βασισθεί, πλέον, η έναρξή της. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθ. 938 Κ.Πολ.Δ, όπως ίσχυε πριν τη θέσπιση των διατάξεων του Ν. 4335/2015, παρεχόταν το δικαίωμα στον ασκούντα ανακοπή κατά της εκτελεστικής διαδικασίας (άρθ. 933 επ. Κ.Πολ.Δ) να ζητήσει με αίτησή του, εκδικαζομένη, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθ. 686 επ. Κ.Πολ.Δ) ενώπιον του Δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμούσε η ανακοπή, την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή χωρίς αυτή, υπό την προϋπόθεση ότι θα πιθανολογούταν ευδοκίμηση της ανακοπής και ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα από τη διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης. Ωστόσο, η ως άνω διάταξη καταργήθηκε, με το άρθρο όγδοο του άρθ. 1 Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται, όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1-1-2016 (άρθ. ένατο § 3 του άρθ. 1 Ν. 4335/2015). Σκοπός του Νομοθέτη για την ανωτέρω κατάργηση ήταν να οριοθετήσει το χρόνο διάρκειας της εκτελεστικής διαδικασίας η οποία, λόγω των πλείστων δυνατοτήτων του οφειλέτη για την καθυστέρηση αυτής, μέσω της άσκησης ανακοπών και αιτήσεων αναστολής της, ήταν συχνά ισοδύναμη με εκείνη της διαγνωστικής δίκης (βλ, την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4335/2015). Ήδη, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθ. 937 Κ.Πολ.Δ (όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το Ν. 4335/2015), περιορίζεται ρητά η δυνατότητα για την άσκηση αίτησης αναστολής, κατά της εκτελεστικής διαδικασίας, η οποία υφίσταται, πλέον, μόνον α) στην περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, οπότε είναι δυνατή η αναστολή της, με παροχή εγγύησης ή και χωρίς αυτήν, κατόπιν αίτησης του ανακόπτοντος, που εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η ανακοπή (άρθ. 937 § 1 περ. γ`Κ.Πολ.Δ) και β) στην περίπτωση άσκησης ενδίκου μέσου κατά απόφασης, που εκδίδεται επί της ανακοπής, οπότε είναι δυνατή η αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας, με παροχή εγγύησης ή και χωρίς αυτήν, κατόπιν αίτησης του ασκούντος το ένδικο μέσο, που υποβάλλεται και αυτοτελώς κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ενώπιον του Δικαστηρίου του ενδίκου μέσου, εφόσον πιθανολογηθεί η ευδοκίμηση του ενδίκου μέσου και η ανεπανόρθωτη βλάβη του αιτούντος από την πρόοδο της εκτελεστικής διαδικασίας (άρθ. 937 § 1 περ. β`Κ.Πολ.Δ).

Ο νομοθέτης προέβη στην κατάργηση της δυνατότητας αναστολής εκτέλεσης της έμμεσης εκτέλεσης, έχοντας προφανώς υπόψιν ότι, για το βασικότερο μέσο εκτέλεσης, δηλαδή την κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη με επακόλουθο πλειστηριασμό, δεν έχει, πλέον, έννοια η ύπαρξη αίτησης αναστολής, αφού κατ` άρθ. 933 σε συνδ. 954 ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκαν με την § 2 του όγδοου άρθρου του άρθ. 1 Ν 4335/2015), η απόφαση επί της ανακοπής κατά της εκτέλεσης, εκδίδεται πριν από τον πλειστηριασμό, ο οποίος διενεργείται τον όγδοο μήνα από την κατάσχεση, χωρίς η άσκηση ενδίκου μέσου να αναστέλλει την εκτέλεσή της (Κ.ΠΟΛ.Δ 937 §1 περ.β εδ.γ, όπως η §1 αντικαταστάθηκε με την § 2 του όγδοου άρθρου του άρθ. 1 Ν 4335/2015).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την άποψη, την οποία το παρόν Δικαστήριο προκρίνει ως ορθότερη, οι ανωτέρω διατάξεις του άρθ. 937 Κ.Πολ.Δ ρυθμίζουν αποκλειστικά τη δυνατότητα άσκησης αίτησης αναστολής κατά της εκτελεστικής διαδικασίας, χωρίς να επιδέχονται διαφορετική ερμηνεία και χωρίς να παρέχεται κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας άλλη δυνατότητα αναστολής (βλ. Ευ. Κιουπτσίδου – Στρατουδάκη σε Αρμ 2016.5 επ., Σ. Μούζουρα σε ΕλλΔ/νη 2016. 987 επ., Α. Πλεύρη σε ΕλλΔ/νη 2016/158). Η άποψη, με την οποία υποστηρίζεται ότι είναι δυνατή η αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας, βάσει άλλων διατάξεων, όπως των άρθ. 731 και 732 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 11/2017 και 142/2016 σε Συμβούλιο), έστω και υπό τη μορφή της απαγόρευσης της ενέργειας συγκεκριμένης πράξης, δεν ευσταθεί, καθόσον οι εν λόγω διατάξεις δεν δύνανται να αντικαταστήσουν τις αποκλειστικές ρυθμίσεις του άρθ. 937 Κ.Πολ.Δ (βλ. Κράνη σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΕρμΚΠολΔ I 2000, άρθ. 731- 732 αριθ. 5), οι οποίες κατισχύουν, ως ειδικότερες. Αντίθετη ερμηνεία θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με το γράμμα του νόμου (βλ. σχόλιο Κωνσταντίνου Καλαβρού, ΕλλΔ/νη 2017/415), θα ήταν αντίθετη στο σκοπό του Νομοθέτη και θα καθιστούσε τις προβλέψεις του άρθ. 937 Κ.Πολ.Δ άνευ αντικειμένου, αφού, σε κάθε περίπτωση, θα ήταν δυνατή η αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας, μέσω της προσφυγής του αιτούντος αυτήν, στις διατάξεις των άρθρων 731 και 732 Κ.Πολ.Δ. Άλλωστε, η αναστολή δεν είναι ασφαλιστικό μέτρο, αλλά ρυθμιστικό μέτρο της εκκρεμούσας διαδικασίας (βλ. ΕφΘεσ 64/1991, ΕλλΔ/νη 34. 1362 και ΕφΘεσ 2333/1989, Αρμ 1989/900), με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζονται, ως προς αυτήν το σύνολο των διατάξεων του Κ.Πολ.Δ περί ασφαλιστικών μέτρων, μεταξύ των οποίων και αυτές των άρθρων 731 και 732 Κ.Πολ.Δ (βλ.Ευ. Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη, Ζητήματα από το δίκαιο αναγκαστικής εκτέλεσης μετά τις τροποποιήσεις του Ν. 4335/2015, ΕΣΔι Σεμινάριο Δικαστικών Λειτουργών της 1ης-12-2015, Παν. Κολοτούρου, Συνέπειες της Αναγκαστικής Κατάσχεσης στα χέρια τρίτου Εισήγηση στο 41ο Συνέδριο Ενώσεως Ελλήνων Δικονομολόγων, σελ. 46.).

Στη προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι, με αίτηση της νυν αιτούσας τραπεζικής εταιρίας, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 9855/2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εις βάρος των καθ’ ών, για ποσό 3.000.000 ευρώ , το οποίο αποτελεί μέρος μεγαλύτερης οφειλής αυτών, ποσού 6.671.016,59 ευρώ, απορρέουσας από το από 17/1/2008 Πρόγραμμα Έκδοσης Κοινού Ομολογιακού Δανείου με Συμβάσεις Διοργάνωσης, Διαχείρισης και Εκπροσώπησης του Ομολογιακού Δανείου και Κάλυψης Πρωτογενούς Διαθέσεως Ομολογιών, ποσού 13.500.000 ευρώ και της από 30/8/2013 Πράξεως Τροποποίησης Προγράμματος Ομολογιακού Δανείου, το οποίο συνήψε η πρώτη των καθ’ ων, ως εκδότρια, με την αιτούσα, ως ομολογιούχο δανείστρια, οι, δε, λοιποί των καθ’ ων ανέλαβαν την ευθύνη, ότι θα εκπληρωθούν οι υποχρεώσεις της εκδότριας από την ως άνω σύμβαση κοινού ομολογιακού δανείου, παραιτούμενοι της ενστάσεως διζήσεως και του δικαιώματος προβολής ενστάσεων, από τις διατάξεις των άρθρων 862- 869 Α.Κ. και ευθυνόμενοι, ως αυτοφειλέτες, εντόκως από τις 11/3/2017, ήτοι από την επομένη της επίδοσης της από 24/2/2017 εξώδικης καταγγελίας και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων, κατά τα μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντα και το άρθρο 12 του Ν. 2601/1998, πλέον δικαστικής δαπάνης ποσού 46.776 ευρώ. Η ως άνω Διαταγή Πληρωμής επιδόθηκε στους καθ’ ων στις 17/11/2017 (βλ. σχετ. την επί του επιδοθέντος αντιγράφου του δικογράφου σφραγίδα του επιδόσαντος δικαστικού επιμελητή). Κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής, οι καθ’ ων άσκησαν την από 12/9/2018 (αριθμ.καταθ. ../../12-9-
2018) ανακοπή, δια της οποίας ζήτησαν την ακύρωση της εν λόγω Διαταγής Πληρωμής, για τους διαλαμβανομένους στο δικόγραφο αυτής λόγους. Συγκεκριμένα, οι ανακόπτοντες και νυν καθ`ωv η υπό κρίση αίτηση, με την ως άνω ανακοπή τους, αιτιώνται: α) ότι εσφαλμένα εκδόθηκε η ανακοπτόμενη Διαταγή Πληρωμής, δεδομένου ότι η καθ’ ης η ανακοπή ουδέποτε τους ενημέρωσε ως προς το ύψος του συμβατικού επιτοκίου ανά περίοδο εκτοκισμού, το οποίο και δεν μνημονεύεται στις κινήσεις των λογαριασμών, οι οποίοι τηρήθηκαν προς εξυπηρέτηση και παρακολούθηση του χορηγηθέντος κοινού ομολογιακού δανείου, β) ότι εσφαλμένα εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής δεδομένου ότι η καθ’ ης, κατά την υποβολή της αιτήσεως προς έκδοση αυτής δεν έκανε μνεία του συμβατικού επιτοκίου, το οποίο εφαρμόσθηκε ανά περίοδο εκτοκισμού, γ) ότι στην ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής δεν γίνεται μνεία του συμβατικού επιτοκίου, το οποίο εφαρμόσθηκε ανά περίοδο εκτοκισμού, δ) ότι η άσκηση του δικαιώματος της καθ’ης η ανακοπή να αιτηθεί και να επιτύχει την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, δεδομένου ότι αρνήθηκε κάθε προσπάθεια διακανονισμού- ρύθμισης της οφειλής μέχρις ότου να πωληθεί το προσημειωθέν, προς εξασφάλιση της απαιτήσεως της καθ`ης η ανακοπή, ακίνητο, καίτοι, αφενός, έχει εισπράξει ποσό 7.115.405,08 ευρώ και ποσό 1.760.621,57 ευρώ, σε εξόφληση της οφειλής, κατά κεφάλαιο και τόκους, αντίστοιχα και, αφετέρου, είναι αδύνατο, με βάση την επικρατούσα στην κτηματοαγορά κατάσταση, να επιτευχθεί εκπλειστηρίασμα μείζον του ποσού των 2.300.000 ευρώ, ε) ότι εσφαλμένα εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, δεδομένου ότι οι υπ’ αριθμ. 21 και 22 όροι της από 17/1/2008 συμβάσεως κοινού ομολογιακού δανείου, στην οποία έχει ενσωματωθεί η σύμβαση εγγυήσεως, σύμφωνα με τους οποίους η καθ’ ης η ανακοπή τραπεζική εταιρία θα έχει το δικαίωμα μονομερούς καταγγελίας της συμβάσεως οποτεδήποτε και για οποιαδήποτε αιτία, ήτοι χωρίς ειδικό και σπουδαίο προς τούτο λόγο, είναι άκυροι, ως καταχρηστικοί, καθ’o μέρος αντίκεινται στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 στοιχ.ε του Ν.2251/1994. Επί της ως άνω ανακοπής, η οποία είχε ασκηθεί εμπροθέσμως, εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, η υπ’ αριθμ. 3175/24-7-2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δια της οποίας απορρίφθηκε η ως άνω ανακοπή. Κατά της ως άνω αποφάσεως, οι καθ` ων άσκησαν , ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, την από 28/8/2018( αριθμ, καταθ. ../../2018) έφεσή τους, με την οποία ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την αποδοχή της ως άνω ανακοπής τους, στο σύνολό της, για τους διαλαμβανομένους στο εφετήριο λόγους. Παράλληλα, οι καθ’ ων άσκησαν την από 12/9/2018 (αριθμ.καταθ. ../../2018) αίτηση, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσαν να διαταχθεί η αναστολή: 1. Της εκτελέσεως της υπ’ αριθμ. 9855/2017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 2. Της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης , που επισπεύδεται, βάσει της ως άνω υπ’ αριθμ. 9855/2017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε συνδυασμό με την από 15/11/2017 επιταγή προς πληρωμή, εγγραφείσας παρά πόδας του αντιγράφου εξ απογράφου της παραπάνω διαταγής πληρωμής, σε συνδυασμό και με την από 13/2/2018 και υπ’ αριθμ. …/13-2-
2018 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ……, μέχρις εκδόσεως αποφάσεως επί της άνω ασκηθείσης εφέσεως. Επί της αιτήσεως αυτής, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ.37/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία , αφού απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, η αίτηση αναστολής, κατά το μέρος, που στρέφονταν κατά της εκτελεστικής διαδικασίας, λόγω μη ασκήσεως προηγουμένως ανακοπής του άρθρου 933 επ. ή 936 Κ.Πολ.Δ, έγινε δεκτή, περαιτέρω, ως αίτηση αναστολής του άρθρου 632 Κ.Πολ.Δ και , πιθανολογουμένης της ευδοκίμησης λόγου εφέσεως , ανεστάλη η εκτελεστότητα της υπ’ αριθμ. 9855/14-11-2017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μέχρις εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί της από 28/8/2018 εφέσεως. Έτσι που έκρινε, όμως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έκανε δεκτή αίτηση αναστολής της εκτελεστότητας διαταγής πληρωμής, η οποία είχε ήδη, εκτελεστεί, αφού με το υπ’ αριθμ. ../2017 πρώτο απόγραφο εκτελεστό της ανακοπτόμενης υπ’ αριθμ. 9855/14-11-2017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επιβλήθηκε, από την νυν αιτούσα τραπεζική εταιρία, αναγκαστική κατάσχεση, σε ακίνητα ιδιοκτησίας της πρώτης των καθ ων, για το ποσό των 500.000 ευρώ, δυνάμει της υπ’ αριθμ. …/13-2-2018 κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του Δικαστικού Επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …… , ορίζοντας, ως ημερομηνία πλειστηριασμού, με ηλεκτρονικά μέσα, των κατασχεθέντων ακινήτων, την 19η Σεπτεμβρίου 2018 και κατόπιν αναστολής του πλειστηριασμού και της με αριθμ. …/11-1-2019 δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού του Συμβολαιογράφου Πειραιώς ……, όπου η, νυν, αιτούσα δήλωσε τη συνέχιση του προρρηθέντος πλειστηριασμού, ορίσθηκε ως νέα ημερομηνία διεξαγωγής αυτού, με ηλεκτρονικά μέσα, η 15η Μαρτίου 2019. Επομένως, δεν δικαιολογείτο η αναστολή της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής, την οποία ζήτησαν οι καθ ων , αφού, για τη χορήγησή της, προϋπόθεση είναι να μην έχει εκτελεσθεί η διαταγή πληρωμής, η, δε, εκ του άρθρου 632 ΚΠολ.Δ αίτησή τους, περί αναστολής της διαταγής πληρωμής ήταν, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται σχετικά στη νομική σκέψη της παρούσας, απορριπτέα, ως απαράδεκτη, όπως βάσιμα ισχυρίζεται και η νυν, αιτούσα, με την υπό κρίση αίτηση ανάκλησης της διαταχθείσας αυτής αναστολής . Συνεπώς, δεν είναι νόμιμη η περαιτέρω ισχύς της αναστολής της εκτελεστότητας της υπ’ αριθμ. 9855/2017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού με την αναστολή αυτή τίθεται, ουσιαστικά, εκ ποδών, με έμμεσο τρόπο, ο ήδη, επισπευδόμενος πλειστηριασμός και η επιβληθείσα, βάσει εκτελεστού απογράφου της διαταγής αυτής πληρωμής, αναγκαστική κατάσχεση ακινήτων, χωρίς, όχι μόνον, να έχει ασκηθεί ανακοπή κατά αυτών των πράξεων αναγκαστικής εκτελέσεως, αλλά, πολύ περισσότερο, απαγορευμένης, πλέον, της αναστολής των πράξεων αυτών, ακόμα και αν είχε ασκηθεί τέτοια ανακοπή, όταν πρόκειται για έμμεση εκτέλεση, ως εν προκειμένω. Άλλωστε, το ότι οι καθ’ων είχαν ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 632 Κ.Πολ.Δ, δεν εμπόδιζε την άσκηση από αυτούς της ανακοπής του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ εναντίον των πράξεων εκτέλεσης, ακόμα και με τους ίδιους λόγους , που έχουν προβληθεί στην ανακοπή του άρθρου 632 .

Οι καθ’ ων , όμως, δεν άσκησαν την ανακοπή αυτή του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ, κατά της εις βάρος τους επισπευδομένης αναγκαστικής εκτέλεσης, με την άσκηση της οποίας και μόνον, μπορούσαν να επιτύχουν την ακύρωση των, ήδη, αρξαμένων με την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής πράξεων εκτέλεσης, στο σύντομο χρονικό διάστημα, που τίθεται, πλέον, από τις διατάξεις των άρθρων 933 σε συνδ. με 954 Κ.Πολ.Δ, όπου η απόφαση επί της ανακοπής κατά της εκτέλεσης , εκδίδεται πριν από τον πλειστηριασμό, προκειμένου να γίνει ευέλικτη η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και να απεμπλακεί από τη χρονοβόρα διαδικασία των δικονομικών δυνατοτήτων, που είχε ο οφειλέτης, πριν την ισχύ του Ν. 4335/2015. Αφού, λοιπόν , δεν έχει προσβληθεί το κύρος των πράξεων αυτών αναγκαστικής εκτέλεσης, δεν μπορεί να γίνει δεκτό, υπό το καθεστώς, που θεσπίσθηκε στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης , μετά την ισχύ του Ν. 4335/2015, ότι είναι επιτρεπτό ή έστω ανεκτό, να τίθεται εκ ποδών η διενέργεια ορισθέντος πλειστηριασμού (του οποίου το κύρος δεν έχει καθ’ οιονδήποτε τρόπο προσβληθεί), με την αναστολή της εκτελεστότητας της διαταγής πληρωμής επί της οποίας στηρίζεται, σε χρόνο μετ’ έπειτα της αρξάμενης με αυτήν εκτελέσεως, καθότι, αν τούτο γίνονταν δεκτό, θα επιτρέπονταν «εκ πλαγίου» η καταστρατήγηση του σκοπού του νομοθέτη του Ν. 4335/2015, που ήταν η ταχεία και εντός συγκεκριμένου χρονικού διαγράμματος (8 μηνών από την επιβολή της κατάσχεσης) οριστικοποίηση του κύρους των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης και διενέργεια του πλειστηριασμού. Εξάλλου, τούτο δεν έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα του οφειλέτη, καθότι αυτός δεν στερείται έννομης προστασίας, αφού έχει τη δυνατότητα , μέχρι την ορισθείσα ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού, η οποία υποχρεωτικά δεν μπορεί να ορισθεί σε χρόνο μικρότερο του οκταμήνου από την κατάσχεση, να ασκήσει τις ανακοπές του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ., κατά των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης και εκδικαζομένων των οποίων, εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος, να επιτύχει, αν οι λόγοι ανακοπής ευδοκιμήσουν , την ακύρωση της εις βάρος του εκτελέσεως. Αν, ωστόσο, δεν είναι δυνατόν να τηρηθούν οι προθεσμίες αυτές, ο καθ` ου η εκτέλεση έχει τη δυνατότητα να επιδιώξει την αναστολή με τη μορφή της προσωρινής ρυθμίσεως καταστάσεως, κατά το άρθρο 731 Κ.Πολ.Δ, εφόσον βέβαια υπάρχει βάσιμος, κατά το άρθρο 933 Κ.Πολ.Δ λόγος ανακοπής κατά της επιχειρούμενης εκτέλεσης και πιθανολογείται, έτσι, η ευδοκίμηση της ανακοπής και η ανατροπή του εκτελεστού τίτλου. Τα ίδια ισχύουν και επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου (άρθρα 982επ.ΚΠολΔ), η οποία συνιστά είδος έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης και επομένως, για τη δυνατότητα αναστολής μετά από ανακοπή του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις (βλ.Συμβ.ΑΠ 11/2017, δημοσιευμένη στην ΤΝΠ Ισοκράτης του ΔΣΑ, Συμβ.ΑΠ 142/2016, δημ. στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Κατ’ ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση της αιτούσας τραπεζικής εταιρίας και να διαταχθεί η ανάκληση της αναστολής της εκτελεστότητας της υπ’ αριθμ. 9855/2017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που διατάχθηκε με την υπ’ αριθμ. 37/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) . Στο σημείο αυτό λεκτέο ότι η αιτούσα τραπεζική εταιρία νομιμοποιείται στην άσκηση της υπό κρίση αίτησης και μετά την εμφιλοχώρηση της εκχώρησης της ένδικης απαίτησης, επί της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, στην εταιρία «……..», ως εκπρόσωπος των ομολογιούχων δανειστών, όπως ορίσθηκε στο άρθρο 18 του από 17/1/2008 Προγράμματος Έκδοσης Κοινού Ομολογιακού Δανείου, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 3156/2003. Τέλος, κατόπιν σχετικού αιτήματος, πρέπει να επιβληθεί, εις βάρος των καθ’ ων, η δικαστική δαπάνη της αιτούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει με παρόντες τους διαδίκους.

Δέχεται την αίτηση.

Ανακαλεί την υπ’ αριθμ. 37/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία διατάχθηκε η αναστολή της εκτελεστότητας της υπ’ αριθμ. 9855/2017 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους καθ’ ων στη δικαστική δαπάνη της αιτούσας, την οποία καθορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις .. και δημοσιεύθηκε στις 12-3-2019, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του δίχως να παρίστανται οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Μ.Δ.

Nomos