ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
8 ° ΤΜΗΜΑ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ
Αριθμός απόφασης 481/2025
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Αθανασία Βασιλάκη, Πρόεδρο Εφετών, Χρυσούλα Δημητριάδου, Εφέτη, Αθανάσιο Παπαπαναγιώτου -Εφέτη Εισηγητή που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών και από την Γραμματέα Κυριακή Σωτηράκου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 07-11-2024 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: ………. ………. του ………. , κατοίκου ………. Αττικής, οδός ………. , αριθμός …… , με ΑΦΜ ………. , η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της Δημητρίου Μωραΐτη δια δηλώσεως κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του εφεσίβλητου: ………. ………. του ………. , κατοίκου Αθηνών, οδός ………. ………. , αριθμός …… , με ΑΦΜ ………. , ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Σουζάνας Εμμανουήλ δια δηλώσεως κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, με την από 27-01-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………. /………. /2021 αγωγή του προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησε να γίνει αυτή δεκτή. Το Δικαστήριο αυτό εξέδωσε την υπ’ αριθμόν 2669/2023 οριστική απόφασή του με την οποία έκανε δεκτή την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την από 02-08-2024 έφεσή της προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί στην γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………. /………. /2024 και αντίγραφο αυτής κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………. /………. /2024, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την παραπάνω δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αμφότεροι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων είχαν καταθέσει δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ένδικη κρινόμενη από 02-08-2024 έφεση (αριθμός έκθεσης κατάθεσης στην γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ………. /………. /2024 και στην γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου ………. /………. /2024) κατά της υπ’ αριθμόν 2669/2023 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις 05-08-2024, εφόσον από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον ενάγοντα και νυν εφεσίβλητο, στην εναγόμενη και νυν εκκαλούσα, που πραγματοποιήθηκε στις 16-07-2024 (βλ. την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή ………. ………. , επί της επιδιδόμενης, στην εναγόμενη και νυν εκκαλούσα, εκκαλουμένης απόφασης), δεν παρήλθε η κατ’ άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμία των τριάντα (30) ημερών και αρμοδίως φέρεται στο παρόν Δικαστήριο προς εκδίκαση κατά την ίδια τακτική διαδικασία.
Πρέπει, επομένως, η έφεση, για το παραδεκτό άσκησης της οποίας καταβλήθηκε το απαιτούμενο παράβολο (βλ. την βεβαίωση της γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών στο δικόγραφο της επίδικης έφεσης περί κατάθεσης του υπ’ αριθμόν ………. /2024 e – παραβόλου αξίας 150,00 ευρώ), να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί η νομική και ουσιαστική βασιμότητά της, εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, δικαζόμενη κατά την τακτική διαδικασία.
Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος με την από 27-01-2021 και με αριθμό κατάθεσης ………. /………. /28-01-2021 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίστηκε ότι δυνάμει του υπ’ αριθμόν ………. /2012 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών ………. ………. , νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ………. , αγόρασαν με την εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος δύο (2) οριζόντιες ιδιοκτησίες επί πολυκατοικίας που βρίσκεται στην ………. Αττικής, επί της οδού ………. , αριθμός ………. και ειδικότερα: α) το υπό στοιχείο Β-1 διαμέρισμα του δεύτερου υπέρ του ισογείου-πυλωτής ορόφου, με αποκλειστική χρήση του υπ’ αριθμόν ένα (1) κλειστού χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου της πυλωτής της ως άνω πολυκατοικίας με ΚΑΕΚ ………. /………. /………. και β) την υπό τον αριθμό επτά (7) οριζόντια ιδιοκτησία-αποθήκη του υπογείου ορόφου της ως άνω πολυκατοικίας με ΚΑΕΚ ………. /………. /………. , συνολικού τιμήματος 192.737,17 ευρώ, σημερινής εμπορικής αξίας διαμερίσματος 326.000,00 ευρώ και αποθήκης υπογείου 5.000,00 ευρώ, ήτοι συνολικής σημερινής εμπορικής αξίας αμφοτέρων των ιδιοκτησιών 331.000,00 ευρώ και ως αυτές περιγράφονται αναλυτικά σε αυτήν (αγωγή) . Ότι κατά το έτος 2015 απέκτησαν επίσης κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος το υπ’ αριθμόν κυκλοφορίας ………. επιβατικό IX αυτοκίνητο, μάρκας ………. ………. ………. ………. , αντί τιμήματος 23.500,00 ευρώ, σημερινής εμπορικής αξίας 15.000,00 ευρώ. Ότι συνεπώς τα ανωτέρω ακίνητα και κινητό πράγμα, ανήκουν σε αμφότερους τους διαδίκους κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας, νομής και κατοχής και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Ότι από την απόκτηση των ανωτέρω ακινήτων και κινητού πράγματος, κατά τα έτη 2012 και 2015 και μέχρι σήμερα έχουν μεσολαβήσει περιστατικά που έχουν καταστήσει αδύνατη την συνεννόηση αυτών στην από κοινού διοίκηση των κοινών τους περιουσιακών στοιχείων, κατά τα ειδικώς αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα αρνείται να συναινέσει είτε στην εκμίσθωση, είτε στην πώληση των ακινήτων, αποσκοπώντας να εκμεταλλεύεται ισοβίως μόνη της αυτά και αποκλείοντας τον ίδιο από την καθ’ οιονδήποτε τρόπο διοίκησή τους. Ότι από 06-12-2020 η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα έχει ιδιοποιηθεί παρανόμως το ανωτέρω κοινής ιδιοκτησίας όχημά τους, καθόσον αρνείται να του το παραδώσει ή και να του γνωστοποιήσει που βρίσκεται. Ότι η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα δεν συναινεί, κατά τα προαναφερόμενα, στην εξώδικη διανομή των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων τους και συνεπώς ο ίδιος έχει νόμιμο δικαίωμα να απαιτήσει δικαστικά την λύση της κοινωνίας και την διανομή αυτών. Ότι η αυτούσια διανομή των ως άνω περιουσιακών τους στοιχείων είναι ανέφικτη και ως εκ τούτου θα πρέπει να διαταχθεί η πώληση, δια πλειστηριασμού, αυτών.
Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος ζητούσε: α) να αναγνωριστεί ότι είναι αδύνατη η αυτούσια διανομή των κοινών πραγμάτων που ανήκουν σε αμφότερους τους διαδίκους κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας, νομής και κατοχής κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, β) να διαταχθεί η πώληση των διανεμητέων πραγμάτων δια πλειστηριασμού, διοριζομένης προς τούτο υπαλλήλου επί του πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών …………………, ώστε εκ του εκπλειστηριάσματος να λάβουν ποσοστό 50 % έκαστος για καθένα από αυτά, κατά τους τίτλους κτήσης τους και γ) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της διανεμητέας περιουσίας.
Επί της ως άνω αγωγής, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ’ αριθμόν 2669/2023 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία αφού αφενός κρίθηκαν: α) ως μη νόμιμο το πρώτο αίτημα αυτής καθώς νόμιμο αίτημα της αγωγής διανομής είναι μόνον η λύση της κοινωνίας και β) νόμω αβάσιμο το δεύτερο αίτημα αυτής όσον αφορά τον διορισμό από το Δικαστήριο συγκεκριμένου συμβολαιογράφου ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου και απορρίφθηκε τόσο η ένσταση της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας περί καθ’ ύλην αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου, όσο και ο ισχυρισμός της περί εκκρεμοδικίας ο οποίος εδράζεται σε προγενέστερη ασκηθείσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με αιτήματα ρύθμισης οικογενειακής στέγης και παραχώρησης της αποκλειστικής χρήσης στην ίδια του επίδικου οχήματος, δεδομένου ότι η εκκρεμοδικία που προκαλείται από την αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων εμποδίζει απλώς την νέα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και ουδόλως την διαγνωστική δίκη κατά την αμφισβητούμενη διαδικασία, αφετέρου έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη διατάσσοντας: α) την πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό των κοινών ακινήτων και του κινητού των συγκυριών διαδίκων και β) την διανομή του προϊόντος πλειστηριασμού μεταξύ των διαδίκων, κατά το ποσοστό της συγκυριότητάς τους, ήτοι να λάβει ο καθένας εξ αυτών το του επιτευχθέντος πλειστηριάσματος. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται με την υπό κρίση έφεσή της η εκκαλούσα, ζητώντας, για λόγους που αφορούν την εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου καθώς και την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και ακολούθως να απορριφθεί η ένδικη αγωγή του ενάγοντος και νυν εφεσίβλητου και τέλος να καταδικαστεί ο τελευταίος, στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 47 εδ. α’ ΚΠολΔ: «Απόφαση πολυμελούς ή μονομελούς πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του κατώτερου δικαστηρίου». Επομένως ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν μπορεί να προβληθεί λόγος εφέσεως με τον οποίο να ζητείται, όπως εν προκειμένω, ότι απαραδέκτως εισήχθη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η ένδικη αγωγή ενώ αυτή θα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω καθ’ ύλην αναρμοδιότητας του τελευταίου και αντίστοιχα καθ’ ύλην αρμοδιότητας κατώτερου δικαστηρίου, ήτοι του Μονομελούς Πρωτοδικείου αντί του δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου. Συνεπώς ο πρώτος λόγος εφέσεως με τον οποίον η εκκαλούσα ισχυρίζεται τα ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχεία α’ και β’ ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, τα στοιχεία της βάσεως της αγωγής περί λύσης της κοινωνίας και διανομής κοινώς πραγμάτων είναι τα εξής: α) συγκυριότητα του ενάγοντος, β) η μεταξύ του ενάγοντος και του εναγόμενου κοινωνία, γ) το αντικείμενο της αγωγής, ήτοι αν πρόκειται για πράγμα κινητό ή ακίνητο, καθώς και ακριβής περιγραφή του πράγματος, δ) μη συμφωνία του εναγόμενου για διανομή, ε) αξία των διανεμητέων πραγμάτων, καθώς και στ) συγκεκριμένο αίτημα (ΑΠ 1475/2008 ΕλλΔικ 50, 1406, ΑΠ 211/2006 ΕλλΔικ 47. 776, Κ. Παπαδόπουλου Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου σελ. 404 επ. με τις εκεί παραπομπές στην νομολογία) . Κατ’ επέκταση, σε αγωγή λύσης κοινωνία και διανομής κοινών πραγμάτων, ως εν προκειμένω, για το ορισμένο αυτής, εκτός των ως άνω αναφερόμενων στοιχείων, τα οποία υφίστανται στην επίδικη αγωγή, αφού αναφέρονται αναλυτικά στην τελευταία όλα τα ανωτέρω στοιχεία, δεν απαιτείται όπως υποστηρίζει αφενός αορίστως η εκκαλούσα μεγαλύτερου βαθμού περιγραφή των υπό διανομή αντικειμένων, ούτε αφετέρου το πώς προέκυψε η συγκεκριμένη αξία αυτών που αναφέρεται στην αγωγή, ήτοι τα δεδομένα που λήφθηκαν υπόψιν προκειμένου να προκύψει η τελευταία (αξία των υπό διανομή αντικειμένων) . Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του θεώρησε ορισμένη την αγωγή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και δεν έσφαλε, ώστε τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον δεύτερο, λόγο της ένδικης έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως κατ` ουσίαν αβάσιμα.
Κατά την διάταξη του άρθρου 222 ΚΠολΔ: «1. Όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα. 2. Αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή ή κύρια παρέμβαση ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη». Με την έννοια της ανωτέρω διάταξης εκκρεμοδικία είναι η έννομη σχέση που εμποδίζει το δικαστήριο να επιδικάσει νέα αγωγή στο ίδιο ή άλλο δικαστήριο, ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους για την ίδια διαφορά. Για την ευδοκίμηση της ένστασης εκκρεμοδικίας κατά ρητή επιταγή του νόμου (άρθρο 222 ΚΠολΔ), απαιτείται ταυτότητα διαφοράς, δηλαδή του αντικειμένου των δύο δικών που βαίνουν παραλλήλως υπό την έννοια της σύμπτωσης απολύτως του δικαιώματος που κατάγεται στις παράλληλες δίκες, του αιτήματος και της ιστορικής και νομικής αιτίας. Ταυτότητα δικαιώματος υπάρχει όταν το δικαίωμα το οποίο κατάγεται προς διάγνωση με τη νέα αγωγή είναι το ίδιο με εκείνο που έχει εισαχθεί προς διάγνωση με την προηγούμενη αγωγή, ενώ ταυτότητα αιτημάτων υπάρχει όταν και με τις δύο αγωγές ζητείται η διάγνωση της ίδιας έννομης συνέπειας (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη ΚΠολΔ, τόμος Β’ , άρθρο 222, σελ 39 με τις εκεί παραπομπές στη νομολογία) . Η εκκαλούσα προβάλλει, με τον τρίτο λόγο εφέσεώς της, την ένσταση περί εκκρεμοδικίας, η οποία εδράζεται στην χρονικά προγενέστερη από 01-12-2020 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………. /………. /2020 ασκηθείσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της ιδίας κατά του εφεσίβλητου, με αιτήματα: α) να ρυθμιστεί η οικογενειακή στέγη τους, ώστε να της παραχωρηθεί προσωρινά η αποκλειστική χρήση αυτής (ήτοι, της οριζόντιας ιδιοκτησίας Β’ ορόφου, επιφάνειας 120,00 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στην ………. Αττικής, επί της οδού ………. , αριθμός ………. , ειδάλλως να αποβληθεί βιαίως ο εφεσίβλητος και να της παραχωρηθεί η χρήση της, της αποθήκης υπογείου ορόφου, επιφάνειας 8,20 τετραγωνικών μέτρων καθώς και της θέσης στάθμευσης στον ισόγειο όροφο, επιφάνειας 18,00 τετραγωνικών μέτρων), προκειμένου να διαμείνει με τα ανήλικα τέκνα τους και β) να της παραχωρηθεί η αποκλειστική χρήση του υπ’ αριθμόν κυκλοφορίας ………. επιβατικού IX αυτοκινήτου, μάρκας ………. ………. ………. ………. , του οποίου έχει το 50 % της κυριότητας, προκειμένου να το χρησιμοποιεί για τις ανάγκες των ανήλικων τέκνων τους, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 10-03-2021, ενώ επιπλέον επί αυτής (αίτησης) εκδόθηκε και η από 08-12-2020 προσωρινή διαταγή της Δικαστή του εν λόγω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε εν μέρει το αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής και διέταξε την μετοίκηση του εφεσίβλητου από την ως άνω οικογενειακή στέγη, απορρίπτοντας αυτήν κατά τα λοιπά. Ωστόσο, η εν λόγω ένστασή της και κατ’ επέκταση ο τρίτος λόγος εφέσεώς της είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος και ως εκ τούτου δεν μπορεί να οδηγήσει σε αναστολή της παρούσας δίκης λόγω της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων η οποία ρύθμισε την μετοίκηση του εφεσίβλητου από την επίδικη οικία, δεδομένου ότι η εκκρεμοδικία που προκαλείται από την αίτηση για την λήψη ασφαλιστικών μέτρων εμποδίζει απλώς τη νέα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και ουδόλως εμποδίζει την διαγνωστική δίκη κατά την αμφισβητούμενη διαδικασία (βλ. Απαλαγάκη ΚΠολΔ Ερμηνεία κατ’ άρθρο, εκδ. 2017, τόμος 1, σελ. 677-678, παρ. 12) . Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ανωτέρω ένσταση για τον ίδιο λόγο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και δεν έσφαλε, ώστε τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον τρίτο, λόγο της ένδικης έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως ανωτέρω.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η εφαρμογή του οποίου δεν αποκλείεται επί αγωγής διανομής ακινήτου, που αποτελεί μορφή άσκησης του δικαιώματος συγκυριότητας που κατάγεται στη δίκη (ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 1274/2007 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Από την διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι για την εφαρμογή της απαιτείται η συνδρομή περιστατικών, με βάση τα οποία θα κριθεί η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του δικαιώματος και η πραγματική κατάσταση που έχει διαμορφωθεί, η οποία δεν δικαιολογεί την άσκησή του, επειδή αυτή υπερβαίνει προφανώς (καταδήλως) τα όρια που καθορίζονται στην συγκεκριμένη διάταξη. Η υπέρβαση αυτή είναι προφανής, όταν προκαλείται η εντύπωση έντονης αδικίας σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματος (ΑΠ 1047/2007, ΕφΘεσ 301/2019 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) . Πότε συντρέχει προφανής υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ θα κριθεί από τις συγκεκριμένες κατά περίπτωση περιστάσεις, ενώ τέτοια δεν συντρέχει για μόνο το λόγο ότι η λύση της κοινωνίας δεν εξυπηρετεί έναν από τους κοινωνούς ή προσκρούει στα συμφέροντά του (ΑΠ 1034/2002 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ή όταν, προκειμένου περί κοινωνών πρώην συζύγων ή τελούντων σε διάσταση, η λύση της κοινωνίας θα έχει ως επακόλουθο ο ένας να μείνει χωρίς στέγη (ΑΠ 219/1999, ΕφΑΘ 6546/2008 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) .
Με τον τέταρτο λόγω εφέσεως προβάλλει την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής διότι ενώ βρισκόταν σε ισχύ η από 08-12-2-2020 προσωρινή διαταγή της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που διέτασσει την μετοίκηση του εφεσίβλητου από την οικογενειακή στέγη (επίδικη οικία), επί της οδού ………. , αριθμός ………. , στην ………. Αττικής, και ενώ λοιπόν είχε ρυθμιστεί η χρήση της εν λόγω οριζόντιας ιδιοκτησίας, ο εφεσίβλητος προέβη στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής. Ωστόσο, σύμφωνα με τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη η ανωτέρω ένσταση και κατ’ επέκταση και ο τέταρτος λόγος εφέσεως της εκκαλούσας, διότι τα επικαλούμενα από την εκκαλούσα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν αρκούν για να καταστήσουν την άσκηση της ένδικης αγωγής διανομής καταχρηστική, ούτε μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η λύση της κοινωνίας, επειδή δεν εξυπηρετεί ή προσκρούει στα συμφέροντα της εκκαλούσας και των τέκνων της, ή έχει σαν συνέπεια την απώλεια του ποσοστού συγκυριότητας, πολλώ δε μάλλον ενόψει τη δυνατότητάς της να λάβει μέρος στον πλειστηριασμό και να αναδειχθεί υπερθεμάστρια αποκτώντας την αποκλειστική κυριότητα των επίδικων ακινήτων (ΕφΠειρ. 805/1998 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και αφ’ ης στιγμής ως συνομολογείται, ήδη προ της ασκήσεως της ένδικης αγωγής (η οποία κατατέθηκε στις 28-01-2021) οι διάδικοι σύζυγοι έπαυσαν να συμβιούν (από τις 14-11-2020), επήλθε δε οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης τους, γεγονός που επίσης συνομολογείται, ενώ έχει εκδοθεί ήδη η υπ’ αριθμόν 7.793/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία Οικογενειακών Διαφορών) με την οποία απαγγέλθηκε η λύση του μεταξύ των γάμου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ανωτέρω ένσταση για τον ίδιο λόγο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και δεν έσφαλε, ώστε τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον τέταρτο, λόγο της ένδικης έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως ανωτέρω.
Κατά το άρθρο 795 ΑΚ κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να απαιτήσει οποτεδήποτε την λύση της κοινωνίας, εφόσον το δικαίωμα αυτό δεν αποκλείεται από δικαιοπραξία ή από τον προορισμό του κοινού πράγματος για κάποιο διαρκή σκοπό. Με δικαιοπραξία μπορεί να αποκλειστεί η λύση της κοινωνίας το πολύ για δέκα χρόνια. Από το άρθρο αυτό συνάγεται σαφώς ότι το δικαίωμα του κοινωνού για λύση της κοινωνίας μπορεί να αποκλεισθεί είτε με συμφωνία όλων των κοινωνών να μην λυθεί η κοινωνία για χρονικό διάστημα μέχρι δέκα ετών, είτε με συμφωνία αυτών ότι το κοινό πράγμα εξυπηρετεί κάποιο διαρκή σκοπό, που δεν αποκλείεται να είναι και η ενοίκηση σ’ αυτό των κοινωνών, όταν το κοινό είναι κατοικία και οι κοινωνοί σύζυγοι, φαινόμενο που είναι συνηθισμένο για τις αγοραζόμενες από κοινού υπό των συζύγων κατοικίες, προς το σκοπό να στεγασθούν σ’ αυτές. Αλλά, η συμφωνία αυτή, με την οποία οι σύζυγοι κοινωνοί προσδίδουν στην κοινή κατοικία τον διαρκή τούτο σκοπό της ενοικήσεώς τους σ’ αυτήν, τελεί κατά τη σαφή έννοια αυτής υπό την εξυπακουόμενη για την εξακολούθηση της ισχύος της προϋπόθεση ότι οι σύζυγοι θα εξακολουθήσουν να συμβιούν και παύει να ισχύει διότι πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση (άρθρο 202 ΑΚ) όταν επέλθει οριστική διάσπαση της εγγάμου συμβιώσεως. Και τούτο ανεξάρτητα από την τελεσιδικία ή μη της σχετικής δικαστικής απόφασης περί παραχώρησης της χρήσης της οικογενειακής στέγης (ΕφΔωδ 139/2006, ΕφΠειρ. 389/1997 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) . Εξ άλλου κατά την διάταξη του άρθρου 1393 εδ. α’ ΑΚ σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των τέκνων, να παραχωρήσει στον έναν σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει για κύρια διαμονή των ίδιων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο δικαίωμα της χρήσης του. Με την διάταξη αυτή θεσπίζεται ενδοτικού δικαίου ρύθμιση που στηρίζεται στην αρχή της επιείκειας και αποκλίνει από τις γενικές διατάξεις του ενοχικού και εμπραγμάτου δικαίου. Η παραχώρηση της χρήσεως του ακινήτου στον ένα σύζυγο, ενώ τούτο ανήκει αποκλειστικά ή κατά ποσοστό στον άλλο σύζυγο, δημιουργεί μια ιδιόρρυθμη σχέση, η οποία δεν μπορεί να υπαχθεί στις ειδικότερες ρυθμίσεις καταστρωμένων στον Αστικό Κώδικα έννομων σχέσεων, σε σχέση με την χρήση ακινήτου, διότι αυτές έχουν μορφή συμβάσεως και στηρίζονται στην αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) . Η σχέση αυτή δεν στερεί από τον άλλο σύζυγο την εξουσία διάθεσης του ακινήτου, το οποίο μπορεί και να εκποιήσει σε τρίτο, με τον κίνδυνο μόνο ενδεχόμενης ευθύνης του έναντι του δικαιούχου της χρήσεως συζύγου σε αποζημίωση (άρθρο 919 ΑΚ), εφόσον συντρέχουν οι κατά νόμο σχετικές προϋποθέσεις. Έτσι σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω είναι δυνατή και νόμιμη η λόγω διανομής πώληση σε πλειστηριασμό ακινήτου που ανήκε κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου σε καθένα από τους δύο διαδίκους συζύγους, που διατελούν σε διάσταση, παρότι το ακίνητο τούτο έχει παραχωρηθεί με δικαστική απόφαση (ασφαλιστικών μέτρων ή οριστικής επί κύριας αγωγής) στην αποκλειστική χρήση του ενός εν διαστάσει συζύγου-συγκυρίου (ΑΠ 219/1999, ΕφΠειρ. 34/2020 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) .
Από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, που προσκομίζεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και ειδικότερα από την προσκομιζόμενη από τον εφεσίβλητο από 07-01-2021 έκθεση εκτίμησης του ………. ………. , Πολιτικού Μηχανικού του ΕΜΠ και Πιστοποιημένου εκτιμητή του υπουργείου Οικονομικών, την φωτογραφία που προσκομίζει ο εφεσίβλητος η απεικόνιση της οποίας δεν αμφισβητήθηκε και η οποία θεωρείται έγγραφο κατ` άρθρο 444 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ. και από όλα εν γένει τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ, βλ. σχετ. ΑΠ 1456/1996, ΑρχΝομ 48.311), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του υπ’ αριθμόν ………. /14-12-2012 συμβολαίου αγοραπωλησίας οριζοντίων ιδιοκτησιών (διαμερίσματος και αποθήκης) συνολικού τιμήματος 192.737,17 ευρώ (συνολικής αντικειμενικής αξίας της ίδιας) της συμβολαιογράφου Αθηνών ………. ………. , νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ………. , στον τόμο ………. και με αύξοντα αριθμό ………. , οι διάδικοι, τότε σύζυγοι και ήδη διαζευγμένοι, ως αγοραστές, απέκτησαν από την κυρία, νομέα και κάτοχο, ………. ………. ή ………. του ………. ή ………. και της ………. ή ………. , ως πωλήτρια, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, κοινά, αδιαίρετα και κατ’ ισομοιρία, ήτοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθένας τους τις κάτωθι οριζόντιες ιδιοκτησίες πολυκατοικίας, η οποία έχει ανεγερθεί επί οικοπέδου, άρτιου και οικοδομήσιμου, εκτάσεως 1.050,00 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στην ………. Αττικής, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως του Δήμου ………. της Περιφερειακής Ενότητας Νοτίου Τομέα Αθηνών της Περιφέρειας Αττικής, τέως του Δήμου Αθηναίων, στη θέση « Παλαιοχώρι » ή « Καρβελά» , εντός του υπ’ αριθμόν ……Ο.Τ. επί της οδού ………. , επί της οποίας φέρει τον αριθμό …., ήτοι: α) την οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) υπό στοιχεία Β-1 του Β’ υπέρ του ισογείου (πυλωτής) ορόφου της ως άνω πολυκατοικίας, μετά του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης του υπ’ αριθμόν ένα (1) κλειστού χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου της πυλωτής της ως άνω πολυκατοικίας με ΚΑΕΚ ………. /………. /………. και β) την οριζόντια ιδιοκτησία (αποθήκη) υπό τον αριθμό επτά (7) του υπογείου ορόφου της ως άνω πολυκατοικίας με ΚΑΕΚ ………. /../..Το ανωτέρω οικόπεδο, εκτάσεως 1.050,00 τετραγωνικών μέτρων, φαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο από Σεπτεμβρίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ………. ………. , το οποίο έχει προσαρτηθεί στην υπ’ αριθμόν ………. /10-01-1996 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών ………. ………. , επί του οποίου ο συντάξας αυτό μηχανικός δηλώνει υπεύθυνα, σύμφωνα με το ν. 651/1977, ότι το οικόπεδο αυτό βρίσκεται εντός σχεδίου, είναι άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις και δεν εμπίπτει στις διατάξεις του ν. 1337/1983 και του ν. 2242/1994, αποτελεί απόσπασμα του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου και έχει ενταχθεί στο σχέδιο πόλεως προ του έτους 1983 και σύμφωνα με το τοπογραφικό αυτό διάγραμμα, το ανωτέρω οικόπεδο συνορεύει: Βορειοδυτικά επί προσώπου Α-Β μέτρων 25,00 με την οδό …………, πλάτους μέτρων 10,00, Νοτιοδυτικά επί προσώπου Β-Γ μέτρων 42,00 με πεζόδρομο, πλάτους μέτρων 8,00, Νοτιοανατολικά επί πλευράς Γ-Δ μήκους μέτρων 25,00 με ιδιοκτησία αγνώστου και Βορειοανατολικά επί πλευράς Δ-Α μήκους μέτρων 42,00 με ιδιοκτησία ………. ………. . Ειδικότερα: α) η ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) υπό στοιχεία Β-1 του Β’ υπέρ του ισογείου (πυλωτής) ορόφου της ως άνω πολυκατοικίας φαίνεται με τα στοιχεία αυτά στο από Σεπτεμβρίου 1995 σχεδιάγραμμα κατόψεως τυπικού ορόφου του πολιτικού μηχανικού ………. ………. και οι ποσοστιαίες αναλογίες του προκύπτουν από τον από Σεπτεμβρίου 1995 πίνακα κατανομής ποσοστών του ιδίου μηχανικού, τα οποία (σχεδιάγραμμα και πίνακας) προσαρτώνται στην υπ’ αριθμόν ………. /10-01-1996 πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου Αθηνών ………. ………. , αποτελείται από καθιστικό, κουζίνα, τρία (3) υπνοδωμάτια, διάδρομο, λουτρό, W.C. και εξώστες προς την οδό ………. , προς τον πεζόδρομο και προς τον πίσω ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, έχει επιφάνεια εκατόν είκοσι (120,00) τετραγωνικά μέτρα, ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου εκατόν είκοσι πέντε χιλιοστά (125/οοο) και συνορεύει Βορειοδυτικά με κλιμακοστάσιο, φρέαρ ανελκυστήρα και πρασιά και πέραν αυτής με την οδό ………. , Νοτιοδυτικά με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου και πέραν αυτού με πεζοδρόμιο, Νοτιανατολικά με κοινόχρηστο διάδρομο ορόφου και ακάλυπτο χώρο οικοπέδου και πέραν αυτού με ιδιοκτησία αγνώστου και Βορειοανατολικά με το υπό στοιχεία Β-2 διαμέρισμα, κοινόχρηστο διάδρομο ορόφου, φρέαρ ανελκυστήρα, κλιμακοστάσιο και ακάλυπτο χώρο οικοπέδου. Στο εν λόγω διαμέρισμα ανήκει ως παρακολούθημα ο υπ’ αριθμόν ένα (1) κλειστός χώρος στάθμευσης αυτοκινήτου της πυλωτής, ο οποίος έχει επιφάνεια δέκα οκτώ (18,00) τετραγωνικά μέτρα, όπως αυτός φαίνεται με τον αριθμό αυτό στο από Σεπτεμβρίου 1995 σχεδιάγραμμα κατόψεως ισογείου (πυλωτής) του πολιτικού μηχανικού ………. ………. , το οποίο έχει προσαρτηθεί στην υπ’ αριθμόν ………. /10-01-1006 πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου Αθηνών ………. ………. και ο οποίος ανήκει, κατ’ αποκλειστική χρήση, στο διαμέρισμα αυτό και στον εκάστοτε κύριο αυτού και β) η ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία (αποθήκη) από τον αριθμό επτά (7) του υπογείου ορόφου της ανωτέρω πολυκατοικίας φαίνεται με τον αριθμό αυτό στο από Σεπτεμβρίου 1995 σχέδιο κατόψεως υπογείου του πολιτικού μηχανικού ………. ………. και οι ποσοστιαίες αναλογίες της προκύπτουν από τον από Σεπτεμβρίου 1995 πίνακα κατανομής ποσοστών του ιδίου μηχανικού, τα οποία (κάτοψη υπογείου και πίνακας) προσαρτώνται στην υπ’ αριθμόν ………. /10-01-1996 πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου Αθηνών ………. ………. , αποτελείται από έναν ενιαίο χώρο, έχει επιφάνεια 8,20 τετραγωνικά μέτρα, ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου δύο χιλιοστά (2/οοο) εξ αδιαιρέτου και συνορεύει Βορειοδυτικά με την υπ’ αριθμόν έξι (6) αποθήκη, Νοτιοδυτικά με άσκαπτο τμήμα οικοπέδου, Νοτιοανατολικά με την υπ’ αριθμόν οκτώ (8) αποθήκη και Βορειοανατολικά με κοινόχρηστο διάδρομο. Το άνω διαμέρισμα, μετά του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσεως του χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτου και η ανωτέρω αποθήκη αποτελούν αυτοτελείς, ανεξάρτητες, διαιρεμένες και διακεκριμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες, που διέπονται, όπως και ολόκληρη η πολυκατοικία, από τις διατάξεις του ν. 3741/1929, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.Δ. 1024/1971 και των άρθρων 1001 και 1117 του Αστικού Κώδικα «περί ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους» , συσταθείσες δυνάμει της υπ’ αριθμόν ………. /10-01-1996 πράξης συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου Αθηνών ………. ………. , νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ……………….., στον τόμο ………. και με αύξοντα αριθμό ….. Εξ άλλου, οι ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες περιήλθαν στην ανωτέρω πωλήτρια, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, δυνάμει του υπ’ αριθμόν ………. /17-10-1997 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών ………. ………. , νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ………. ………. , στον τόμο ………. και με αύξοντα αριθμό ………. , με αγορά από την εδρεύουσα στην …………. Αττικής, Ομόρρυθμη Εταιρία με την επωνυμία « ………. ………. ………. .» , νομίμως εκπροσωπούμενης. Επιπλέον, οι διάδικοι έχουν στην κυριότητα, νομή και κατοχής τους, κοινά, αδιαίρετα και κατ’ ισομοιρία, ήτοι κατά ποσοστό 50 % εξ αδιαιρέτου καθένας τους, το υπ’ αριθμόν κυκλοφορίας ………. επιβατικό IX αυτοκίνητο, μάρκας ………. ………. ………. (θυγατρική εταιρία της ………. ), χρώματος γκρι, το οποίο απέκτησαν στις 27-01-2015 (ημερομηνία 1ης άδειας στην Ελλάδα 18-09-2014), έναντι τιμήματος 23.500,00 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι, οι οποίοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στις 9-07-2009 στο Δημαρχείο ………. Αττικής και ο οποίος κατόπιν, στις 11-09-2011 ιερολογήθηκε κατά τους Ιερούς Κανόνες της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας στον Ιερό Ναό ……. στον Δήμο ………. Αττικής, απέκτησαν δύο τέκνα, την ………. που γεννήθηκε στην Αθήνα στις 13-06-2010 και την ………. που γεννήθηκε στην Αθήνα στις 13-03-2015. Προέβησαν δε, στην αγορά των παραπάνω κοινών ακινήτων τους, προκειμένου αυτά να αποτελέσουν την οικογενειακή στους στέγη (το διαμέρισμα), και ομοίως στην αγορά του κοινού αυτοκινήτου τους, για τις ανάγκες της οικογένειάς τους. Ωστόσο, ήδη από τις 14-11-2020 βρίσκονται σε διάσταση, οπότε ο εφεσίβλητος αποχώρησε από την εν λόγω οικογενειακή στέγη και διαμένει πλέον επί της οδού ………. ………. , αριθμός ………. στην περιοχή ………. Αθηνών, ενώ η εκκαλούσα συνεχίζει να κατοικεί σε αυτήν μαζί με τα τέκνα τους, των οποίων ασκεί την επιμέλεια τους, ενώ ήδη με την υπ’ αριθμόν 7793/2023 (ειδική διαδικασία Οικογενειακών διαφορών) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απαγγέλθηκε η λύση του, μεταξύ των, γάμος. Επίσης αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι διαφωνούν στην διανομή των επίκοινων πραγμάτων τους όπως προκύπτει από την ανταλλαγή μεταξύ των, των κατωτέρω εξωδίκων προσκλήσεως. Ειδικότερα: 1) την από 22-12-2020 Εξώδικη Πρόσκληση-Δήλωση-Γνωστοποίηση, την οποία επέδωσε ο εφεσίβλητος στην εκκαλούσα στις 22-12-2020 και με την οποία την καλούσε εντός επτά (7) εργάσιμων ημερών να συναινέσει: α) είτε στην συνεκμετάλλευση των οριζοντίων ιδιοκτησιών τους, είτε στην εξωδικαστική διανομή τους μέσω πώλησής τους, καθώς και β) στην εξωδικαστική διανομή μέσω πώλησης του οχήματος τους, άλλως της δήλωσε ότι θα προσφύγει ενώπιον των Δικαστηρίων ζητώντας την διανομή τους, 2) την από 23-12-2020 Εξώδικη Απάντηση-Δήλωση-Πρόσκληση, την οποία επέδωσε η εκκαλούσα στον εφεσίβλητο στις 29-12-2020, δηλώνοντάς του ότι δεν θα συναινέσει ποτέ στην πώληση των κοινών ακινήτων τους, καλώντας τον εντός επτά (7) εργάσιμων ημερών να προσέλθει ακόμη και σε συμβολαιογράφο της επιλογής του ώστε να προχωρήσουν στην σύνταξη συμβολαίου γονικής παροχής προς τα ανήλικα τέκνα τους, ενώ ως προς το αυτοκίνητο, του δήλωσε πως εάν βρει αγοραστή να πωλήσει αυτό στο ποσό των 20.000,00 ευρώ, θα υπογράψει για την μεταβίβαση αυτού, προκειμένου να λάβει το ποσό των 10.000,00 ευρώ που της αναλογεί, 3) την από 04-01-2021 Εξώδικη Απάντηση-Κλήση-Δήλωση, την οποία επέδωσε ο εφεσίβλητος στην εκκαλούσα στις 05-01-2021 και με την οποία την κάλεσε να του επιτρέψει να επικοινωνεί με τα τέκνα τους, να του αποστείλει φωτογραφίες του οχήματος τους προκειμένου να αναρτήσει σχετική αγγελία πώλησής του, καθώς και να επιτρέψει σε εκτιμητή την είσοδό του στα ακίνητά τους, ώστε να προβεί σε ακριβή εκτίμηση της τρέχουσας εμπορικής τους αξίας και 4) την από 05-01-2021 Εξώδικη Απάντηση-Δήλωση-Πρόσκληση, την οποία επέδωσε η εκκαλούσα στον εφεσίβλητο στις 08-01-2021, δηλώνοντάς του μεταξύ άλλων και πάλι ότι δεν θα συναινέσει ποτέ στην πώληση των κοινών ακινήτων τους, καλώντας τον εντός επτά (7) εργάσιμων ημερών να προσέλθει ακόμη και σε συμβολαιογράφο της επιλογής του ώστε να προχωρήσουν στην σύνταξη συμβολαίου γονικής παροχής προς τα ανήλικα τέκνα τους, ενώ ως προς το αυτοκίνητο, του δήλωσε πως εάν βρει αγοραστή να πωλήσει αυτό στο ποσό των 20.000,00 ευρώ, θα υπογράψει για την μεταβίβαση αυτού, προκειμένου να λάβει το ποσό των 10.000,00 ευρώ που της αναλογεί. Περαιτέρω αποδείχθηκαν σχετικά με την δυνατότητα ή μη της αυτούσιας διανομής των επίκοινων ακινήτων καθώς και για την αξία τους τα εξής: Α) όπως αποδεικνύεται από την με ημερομηνία 07-01-2021 Έκθεση Εκτίμησης του ………. ………. , Πολιτικού Μηχανικού του ΕΜΠ και πιστοποιημένου Εκτιμητή του Υπουργείου Οικονομικών, τα προαναφερόμενα ακίνητα βρίσκονται επί πολυκατοικίας στην ………. Αττικής, που απέχει διακόσια (200) μέτρα από την ………. ………. και περίπου δύο (2) χιλιόμετρα από τα έργα ανάπλασης του ………. , πλησίον της αγοράς της ………. και το γήπεδο γκολφ βρίσκεται σε απόσταση ενός (1) χιλιομέτρου, η δε περιοχή έχει πυκνή δόμηση και είναι κυρίως οικιστική, εξυπηρετείται ικανοποιητικά από τα ΜΜΜ και έχει καλή πρόσβαση σε όλες τις απαραίτητες για την εξυπηρέτησή της υπηρεσίες (υποκαταστήματα τραπεζών, εμπορικά καταστήματα κ.λ.π.) . Το Β-1 διαμέρισμα διαθέτει συναγερμό, πόρτα ασφαλείας, κλιματιστικό, αυτονομία θέρμανσης, ηλιακό θερμοσίφωνα, τζάκι, αλουμίνια και σήτες, το πάτωμα έχει επικάλυψη laminate γερμανικής προέλευσης, οι εξώστες των δωματίων έχουν επίστρωση μαρμάρου και η βεράντα έχει πάτωμα dekc, ο πάγκος της κουζίνας είναι από υλικό corian, οι ηλεκτρικές συσκευές είναι εντοιχισμένες και ο φούρνος είναι μάρκας ………….. Η οικοδομή είναι καλής κατασκευής έτους 1995 και καλής συντήρησης. Ο ανωτέρω πολιτικός μηχανικός-εκτιμητής σημειώνει ότι δεν κατέστη δυνατόν να επισκεφθεί το εσωτερικό του ακινήτου και πως οι πληροφορίες και οι φωτογραφίες παραχωρήθηκαν από τον εφεσίβλητο, καθώς επίσης και ότι κατόπιν της μελέτης των ακινήτων, διαπίστωσε ότι δεν μπορεί να γίνει αυτούσια διανομή τους, χωρίς να υπάρχει δυσανάλογο με την αξία τους κόστος, την οποία και θα μειώσει. Κατόπιν δε των ανωτέρω, η αγοραία αξία του διαμερίσματος ανέρχεται στο ποσό των 326.400,00 ευρώ (120 τετραγωνικά μέτρα χ 2.720,00 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο) και της αποθήκης στο ποσό των 5.000,00 ευρώ. Οι ως άνω αγοραίες αξίες κρίνονται αληθείς από το Δικαστήριο, δεδομένης και της αντικειμενικής αξίας αυτών (βλ. δήλωση ΕΝΦΙΑ έτους 2020, όπου η αξία του διαμερίσματος ανέρχεται σε 135.442,24 ευρώ, η αξία της θέσης στάθμευσης σε 6.378,76 ευρώ και η αξία της αποθήκης σε 1.452,94 ευρώ) . Ως προς δε την αυτούσια διανομή του κοινού αυτοκινήτου σαφώς δεν μπορεί να γίνει λόγος, αλλά ως προς την αξία του, αυτή ανέρχεται στο ποσό των 13.000,00 ευρώ σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας. Β) Ακολούθως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι καίτοι θεωρητικά θα ήταν δυνατή η αυτούσια διανομή του επίδικου διαμερίσματος (για διανομή της αποθήκης προφανώς δεν μπορεί να γίνει λόγος), με την δημιουργία δύο νέων οριζοντίων ιδιοκτησιών, εντούτοις, ως αναφέρει ο ως άνω πολιτικός μηχανικός-εκτιμητής δεν μπορεί αν γίνει αυτούσια διανομή του, χωρίς να υπάρχει δυσανάλογο με την αξία του κόστος, την οποία και θα μειώσει και μάλιστα αφού ληφθεί υπόψιν ότι το εν λόγω διαμέρισμα διαθέτει μία κουζίνα, ένα λουτρό και ένα W.C. και ότι τούτο θα έπρεπε: α) να επιτρέπεται και από την προαναφερόμενη πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, η οποία δεν έχει προσκομισθεί από κανέναν των διαδίκων, β) να δοθεί πολεοδομική έγκριση για τις απαιτούμενες εργασίες και γ) σε κοινόχρηστο τοίχο να ανοιχτεί και δεύτερη θύρα και ως εκ τούτου αυτή (αυτούσια διανομή) είναι ανέφικτη, παρελκούσης της έρευνας του συμφέροντος της αυτούσιας διανομής, καθόσον το Δικαστήριο προχωρεί στην έρευνα για το εάν η αυτούσια διανομή είναι οικονομικά συμφέρουσα, μόνον εφόσον κριθεί εφικτή η αυτούσια φυσική διαίρεση, διαφορετικά το Δικαστήριο δεν ασχολείται με το εάν η αυτούσια διανομή αντιβαίνει ή όχι προς το συμφέρον των κοινωνών (βλ. Απ. Γεωργιάδη, σύντομη ερμηνεία ΑΚ, εκδ. 2010, τόμος I, σελ. 1543, παρ. 5) . Σε κάθε περίπτωση η αυτούσια διανομή κρίνεται ασύμφορη, διότι θα μειωθεί ουσιωδώς τόσο η αξία του επίδικου ακινήτου (διαμερίσματος), που δημιουργήθηκε για να αποτελεί λειτουργικά ενιαίο σύνολο, όσο και η αξία των μερίδων των κοινωνών. Ενόψει όλων αυτών, ο μοναδικός εφικτός και συμφέρον για τους διαδίκους κοινωνούς τρόπος διανομής τυγχάνει η πώληση των επίκοινων ακινήτων με πλειστηριασμό, αφού ακριβώς είναι ανέφικτη η αυτούσια διανομή τους (διαμερίσματος και αποθήκης) και με δεδομένο ότι αυτά είναι όλως αξιόλογα ακίνητα, από απόψεως τοποθεσίας και εμβαδού, θα επιτευχθεί άκρως ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Επίσης, τα ίδια ισχύουν και για το κοινό ακίνητο αυτοκίνητο των διαδίκων, ώστε αυτό θα πρέπει να πωληθεί με πλειστηριασμό, δεδομένου ότι είναι προφανώς ανέφικτη η αυτούσια διανομή του.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία όπου είναι αναγκαίο αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), κατέληξε στην ίδια κρίση, σωστά το νόμο ερμήνευσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τους συναφείς λόγους της έφεσής της, είναι αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η έφεση της τελευταίας στο σύνολό της. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ηττηθείσας εκκαλούσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά την έφεση και
Απορρίπτει αυτήν κατ’ ουσίαν.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23-01-2025
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 29-21-2025 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ν.Σ. – Κ.Π.
nomos
