ΡΥΘΜΙΣΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗΣ ΤΩΝ ΚΙΝΗΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ
Ι. Κατανομή των κινητών πραγμάτων κατά τις προβλέψεις των άρθρων 1394, 1395, 1398 ΑΚ.
Κατά την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης η κατανομή των κινητών πραγμάτων των συζύγων γίνεται με τις ειδικές διατάξεις των άρθρ. 1394, 1395,1398 ΑΚ. Κάθε διάταξη ρυθμίζει μία διαφορετική περίπτωση: α) η διάταξη του άρθρ. 1394 ΑΚ ρυθμίζει την κατανομή των κινητών πραγμάτων, που ανήκουν στο ένα σύζυγο· β) η διάταξη του άρθρ. 1395 ΑΚ ρυθμίζει την κατανομή των κινητών πραγμάτων, που ανήκουν και στους δύο συζύγους και 3) η διάταξη του άρθρ. 1398 ΑΚ ιδρύει τεκμήρια ως προς την κυριότητα των κινητών πραγμάτων των συζύγων.
Αναλυτικότερα, η κατανομή των κινητών πραγμάτων που ανήκουν σε έναν σύζυγο γίνεται βάση του άρθρ. 1394 ΑΚ, σύμφωνα με τους κανόνες του εμπραγμάτου δικαίου και τα κινητά πράγματα αποδίδονται σε όποιον σύζυγο ανήκουν κατά κυριότητα, ανεξάρτητα αν αυτά τα χρησιμοποιούσαν και οι δύο σύζυγοι ή ο άλλος σύζυγος. Εξαίρεση εισάγεται για τα οικιακά αντικείμενα, όπου για λόγους επιείκειας η χρήση τους παραχωρείται στον σύζυγο, ο οποίος τα χρησιμοποιούσε και του ήταν απαραίτητα . Η εξαίρεση αφορά μόνο τα οικιακά αντικείμενα και όχι οτιδήποτε άλλο χρησιμοποιούσε σε τυχόν καθημερινή βάση, π.χ. αυτοκίνητο . Η έννοια των οικιακών αντικείμενων προκύπτει και από τη διάταξη του άρθρ. 1820 εδ. β ΑΚ. Συγκεκριμένα οικιακά αντικείμενα θεωρούνται τα έπιπλα, τα σκεύη, τα ρούχα και γενικά οι οικοσυσκευές, τις οποίες χρησιμοποιούσαν και οι δύο σύζυγοι ή ένας εξ αυτών στην κοινή ιδιωτική τους ζωή . Έτσι κινητά πράγματα, που κατά κυριότητα ανήκουν στον ένα σύζυγο, αποδίδονται κατ’ εξαίρεση στον άλλο για λόγους επιείκειας, επειδή του είναι απαραίτητα για την χωριστή του εγκατάσταση και δεν είναι αναγκαία για τον άλλο σύζυγο. Ο σύζυγος αποκτά ενοχικό δικαίωμα χρήσης των οικιακών αντικειμένων και όχι εμπράγματο δικαίωμα, γι’ αυτό και εφαρμόζονται οι διατάξεις χρησιδανείου. Μάλιστα, αν κατά την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης ο σύζυγος, που είναι κύριος κινητών πραγμάτων, εμποδίζεται στην παραλαβή τους από τον άλλον σύζυγο, δύναται να ασκήσει σε βάρος του τις εμπράγματες αγωγές και να αιτηθεί τα ασφαλιστικά μέτρα περί νομής.
Από το άλλο μέρος, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρ. 1395 ΑΚ, τα κινητά πράγματα, που ανήκουν και στους δύο συζύγους κατά την διακοπή της συμβίωσης, κατανέμονται ελεύθερα από τους ίδιους, σύμφωνα με τις προσωπικές τους ανάγκες . Αν οι ίδιοι διαφωνούν η κατανομή γίνεται από το δικαστήριο . Στη προκειμένη περίπτωση γίνεται διανομή των κοινών πραγμάτων. Το δικαστήριο, μάλιστα, λόγω της απόδοσης των πραγμάτων στον ένα σύζυγο, μπορεί να επιδικάσει μια εύλογη αποζημίωση προς τον άλλο συγκύριο σύζυγο, που στερείται την χρήση αυτών . Η παραχώρηση γίνεται λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές ανάγκες του κάθε συζύγου και σύμφωνα με την αρχή της επιείκειας.
Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 1398 § 2 ΑΚ υπάρχει μαχητό τεκμήριο, πως τα κινητά πράγματα, που βρίσκονται στη νομή και την κατοχή και των δύο συζύγων ανήκουν και στους δύο κατά ίσα μέρη. Το τεκμήριο αυτό αφορά τις μεταξύ τους σχέσεις και όχι τρίτους, ενώ για την ανατροπή του πρέπει ο μαχόμενος σύζυγος να επικαλεστεί και αποδείξει τον τρόπο κτήσης αποκλειστικής κυριότητας του πράγματος . Συνεπώς εφόσον ισχύει το τεκμήριο της διάταξης του 1398 § 2 ΑΚ η κατανομή των πραγμάτων κατά την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης θα γίνει σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 1395 ΑΚ.
Δικαστική κατανομή των κινητών πραγμάτων
1. Οριστική κατανομή των κινητών πραγμάτων στο πλαίσιο κύριας δίκης
Η κύρια α γωγή με αντικείμενο την κατανομή των κινητών πραγμάτων κατά το διάστημα της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης εκδικάζεται με την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 592 § 3 περ. γ ΚΠολΔ . Αρμόδιο δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο της κατοικίας του εναγομένου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 17 § 2 και 22 ΚΠολΔ.
Σε περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου, η αγωγή για την κατανομή των κινητών πραγμάτων των συζύγων εκδικάζεται με την τακτική διαδικασία και υπάγεται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου βάση ποσού και συγκεκριμένα του ποσού στο οποίο αποτιμώνται τα κινητά πράγματα, που διεκδικεί ο ενάγων πρώην σύζυγος. Ενεργητικά και παθητικά νομιμοποιούνται μόνο οι σύζυγοι, ενώ τα τέκνα δεν έχουν δικαίωμα να συμμετάσχουν στη δίκη ούτε με πρόσθετη παρέμβαση.
Αντίστοιχα, επειδή πρόκειται για διαφορά, που αφορά τις προσωπικές σχέσεις των συζύγων, οι δανειστές καθενός από τους συζύγους δεν μπορούν να παρέμβουν στη δίκη κατανομής, ενώ τυχόν κατάσχεση των κινητών πραγμάτων στα χέρια του μη κυρίου συζύγου μπορεί να ακυρωθεί με την ανακοπή του 936 ΚΠολΔ από τον δικαιούχο χρήσης σύζυγο.
2. Προσωρινή κατανομή των κινητών πραγμάτων με ασφαλιστικά μέτρα
Διαδικαστικές προϋποθέσεις και περιεχόμενο της αίτησης
Το άρθρο 735 ΚΠολΔ μεταξύ άλλων αναφέρει ότι το δικαστήριο μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο ασφαλιστικό μέτρο, το οποίο υπαγορεύεται από τις περιστάσεις και ιδίως να ορίσει ποια πράγματα δικαιούται να παραλάβει για τη χωριστή εγκατάστασή ο σύζυγος, που θα μετοικήσει και ακόμη να ρυθμίσει ποια πράγματα δικαιούται αυτός να παραλάβει για τη χωριστή εγκατάστασή του. Με άλλα λόγια, ότι ρυθμίζεται στην προηγούμενη ενότητα της παρούσας (δηλαδή για τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης ή/ και τη μετοίκηση), είναι δυνατό να ρυθμιστεί κατ’ ανάλογο τρόπο προσωρινά και για τη κατανομή των κινητών πραγμάτων των συζύγων90. ΜΠρΑθ 2929/2017, ΜΠρΑθ 1553/2009Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ
Ασφαλιστικά μέτρα κατά τους όρους του άρθρ. 735 ΚΠολΔ μπορούν να ληφθούν για την προσωρινή κατανομή των κινητών πραγμάτων μέχρι τη συζήτηση ή την έκδοση απόφασης επί της κύριας αγωγής και την οριστική κατανομή των πραγμάτων υπό τους ανωτέρω όρους και προϋποθέσεις . Αρμόδιο δικαστήριο για την λήψη ασφαλιστικών μέτρων είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο της κατοικίας του εναγομένου ή του τόπου εκτέλεσης των ασφαλιστικών μέτρων κατά τις διατάξεις των άρθρ. 683 § 1 683 § 4, 22 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω η αίτηση για να είναι ορισμένη θα πρέπει να αναφέρει : α) τη σύναψη νόμιμου γάμου· β) τη διακοπή της συμβίωσης· γ) τους λόγους επιείκειας, που δικαιολογούν την παραχώρηση της χρήσης των οικιακών αντικειμένων στον μη κύριο σύζυγο· δ) τα πραγματικά γεγονότα και τους λόγους επιείκειας, που δικαιολογούν την κατανομή των κοινών κινητών πραγμάτων με βάση τις προσωπικές ανάγκες του καθενός από τους συζύγους· ε) την ύπαρξη επείγουσας περίπτωσης, που δικαιολογεί την λήψη ασφαλιστικών μέτρων· στ) περιγραφή των πραγμάτων κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο και ζ) το αίτημα. Αίτημα δε είναι η παραχώρηση της χρήσης των πραγμάτων, που συνιστούν οικιακά αντικείμενα απαραίτητα για την διαβίωση του μη κυρίου συζύγου, καθώς και η απόδοση των πραγμάτων, τα οποία είναι αναγκαία για τις προσωπικές ανάγκες του αιτούντος συζύγου και στα οποία ο ίδιος είναι συγκύριος με τον εν διαστάσει σύζυγο.
Από την άλλη ο καθού σύζυγος προς απόκρουση της αίτησης μπορεί να επικαλεστεί πως: α) δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρ. 1394 και 1395 ΑΚ, β) πως τα αιτούμενα κινητά πράγματα είναι αναγκαία για την δική του διαβίωση, γ) πως ο γάμος έχει λυθεί αμετάκλητα, ενώ μπορεί με βάση το γράμμα της διάταξης του άρθρ. 1395 ΑΚ να ζητήσει εύλογη αποζημίωση για την απόδοση των κινητών πραγμάτων στα οποία είναι συγκύριος. Υποστηρίζεται πως αν και δεν ορίζεται ρητά στην διάταξη του άρθρ. 1394 ΑΚ, ο καθού σύζυγος δικαιούται να ζητήσει εύλογη αποζημίωση για την παραχώρηση χρήσης των οικιακών αντικειμένων κυριότητας του στον έτερο σύζυγο, καθώς τούτο συνάδει με το σκοπό της διάταξης.
Επιπρόσθετα, εφόσον σύμφωνα με το άρθρ. 1394 παρέχεται στο κάθε σύζυγο το δικαίωμα να παραλάβει τα κινητά, που του ανήκουν, ανεξάρτητα από το εάν τα χρησιμοποιούσε και ο άλλος, ο δικαιούχος σύζυγος μπορεί να ασκήσει τις σχετικές αγωγές. Αντίστοιχα, στο επίπεδο της προσωρινής δικαστικής προστασίας, έχει τη δυνατότητα να υποβάλλει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για την προστασία της νομής, σύμφωνα με τα άρθρα 733 – 734 ΚΠολΔ . Αρμόδιο για την εκδίκαση των ασφαλιστικών μέτρων νομής θα είναι τότε το Ειρηνοδικείο είτε της κατοικίας του εναγομένου, είτε του τόπου, όπου βρίσκονται τα κινητά, ως προσφορότερου, για την εκτέλεση της απόφασης.
Περιεχόμενο και η εκτέλεση της απόφασης
Η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων που ρυθμίζει την κατανομή των κινητών πραγμάτων εκτελείται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις εκτέλεσης των ασφαλιστικών μέτρων για τις οικογενειακές σχέσεις, ήτοι προηγούμενη επίδοση επιταγής προς εκτέλεση μαζί με αντίγραφο ή απόσπασμα της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων και με απαγόρευση διενέργειας οποιασδήποτε άλλης πράξης εκτέλεσης πριν την πάροδο είκοσι τεσσάρων ωρών (άρθρ. 700 § 2 εδ.β ΚΠολΔ).
Μετά την πάροδο του εικοσιτετραώρου, αν ο καθ’ ου δεν συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων διενεργείται αναγκαστική εκτέλεση σύμφωνα με τους κανόνες της άμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης (άρθρ. 941 ΚΠολΔ).
Σε αντίθεση με το αίτημα της αγωγής, της αξίωσης του άρθρου 1393 ΑΚ, στην περίπτωση των 1394 και 1395 ΑΚ, για την κατανομή των κινητών, δεν προκύπτουν τα ίδια προβλήματα. Στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στην εμβέλεια των διατάξεων των άρθρων 1394 εδ. α΄ΑΚ, το αίτημα της αγωγής είναι σαφώς καταψηφιστικό, καθώς ζητείται η απόδοση των πραγμάτων επί των οποίων υφίσταται κυριότητα (ή άλλο δικαίωμα του ενάγοντος).
Στην περίπτωση των διατάξεων των 1394 εδ. β΄και 1395 ΑΚ, αν και δεν διατυπώνεται αντίθετη γνώμη, ο καταψηφιστικός χαρακτήρας του αιτήματος της σχετικής αγωγής μπορεί να υποστηριχθεί με βάση τα επιχειρήματα που προαναφέρθηκαν, για την περίπτωση της αξίωσης για παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσης της οικογενειακής στέγης, κατ΄άρθρο 1393 ΑΚ.
Αρμοδιότητα
Για την εκδίκαση διαφορών από τις διατάξεις 1394 – 1395 ΑΚ
Στην περίπτωση που ζητείται η απόδοση των κινητών που ανήκουν κατά κυριότητα, στον έναν από τους δύο συζύγους, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του 1394 ΑΚ, η σχετική διαφορά εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, χωρίς να αποκλείεται και η λήψη ασφαλιστικών μέτρων.
Η υπαγωγή της σχετική διαφοράς στην ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών (592 και επόμ. ΚΠολΔ) ή σε εκέίνη των 681 ΚΠολΔ, για τις εργατικές διαφορές θα πρέπει να αποκλειστεί. Η θέση αυτή εδράζεται στο γεγονός ότι η κυριότητα δεν απορρέει από τη σύμβαση του γάμου, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το χρόνο που τούτη αποκτήθηκε (πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά το γάμο). Για το λόγο αυτό, δεν μπορεί να θεμελιωθεί, η εφαρμογή του 592 §1 εδ. δ΄ΚΠολΔ, που υπάγει στην ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών, τις διαφορές από τις σχέσεις των συζύγων που πηγάζουν από το γάμο. Η κατανομή των κινητών αποτελεί πρόβλημα που αναφύεται κατά τη διάρκεια του γάμου, όμως για την περίπτωση που η κατανομή ζητείται, με βάση το βασικό κριτήριο, ήτοι των εμπραγμάτων δικαιωμάτων, επί αυτών, η έριδα, εντοπίζεται στην αμφισβήτηση της κυριότητας σε αυτά. Συνεπώς δεν δικαιολογείται η υπαγωγή της σχετικής διαφοράς εκεί.
Σε ό,τι αφορά τις περίπτώσεις των άρθρων 1394 εδ, β΄και 1395 ΑΚ, ο προδιορισμός της διαδικασίας αποτέλεσε, αντίθετα με την ανωτέρω περίπτωση, σημείο αντιλεγόμενο. Σύμφωνα με τη μάλλον κρατούσα γνώμη, οι εν λόγω διαφορές έπρεπε να δικάζονται, κατά τη διαδικασία των γαμικών διαφορών, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου . Η θέση τούτη στηρίχθηκε στο επιχείρημα ότι τόσο στην περίπτωση της παραχώρησης χρήσης των οικιακών αντικειμένων, όσο και στην περίπτωση της κατανομής των κοινών κινητών, κρίσιμο μέγεθος είναι είτε η ένταξη ενός κινητού πράγματος στην κατηγορία των πραγμάτων που εξυπηρετούν τη λειτουργία του κοινού οίκου, είτε η παραχώρηση της χρήσης ίδιου πράγματος, από τον ένα σύζυγο, στον άλλο, στο πλαίσιο της γενικής υποχρέωσης, για συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες (1386 ΑΚ). Τα στοιχεία αυτά πηγάζουν από τις σχέσεις και τις σχετικές συμφωνίες μεταξύ των συζύγων, για την αποτελεσματικότερη εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της συμβίωσης.
Η συγκεκριμένη προβληματική, ήδη αντιμετωπίσθηκε, με την επέμβαση του νομοθέτη, διαμέσου του ν. 2145/1993. Στο άρθρο του νόμου αυτού προβλέφθηκε ότι οι διαφορές σχετικά με την κατανομή των κινητών, καθόσον αφορά τις περιπτώσεις, για τις οποίες έγινε ιδιαίτερα λόγος ανωτέρω, εφαρμόζεται η ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών του άρθρου 681 Β ΚΠολΔ. Η εκδίκαση, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών είχε επισημανθεί ως ορθότερη επιλογή και πριν τη θέσπιση του ν.2145/1993 {βλ. Σταματόπουλο, Διαδικασία για την εκδίκαση των διαφορών των άρθρων 1393 και 1395 ΑΚ, όπως αυτά ισχύουν μετά το ν.1329/1983, (εις) Δίκ(1986), σελ. 327 – 328}. Ως ενθαρρυντικός παράγοντας για την υποστήριξη της εν λόγω ερμηνευτικής εκδοχής είχε επισημανθεί η ταχύτητα και η απλότητα της διαδικασίας αυτής. Μόλαταύτα θεωρήθηκε έωλη η επιλογή της διαδικασίας αυτής ενόψει της θεώρησης των περιπτώσεων που απαριθμούσε τότε, το άρθρο 681 Β ΚπολΔ, ως numerus clausus, θέση που απέτρεπε την αναλογική εφαρμογή τους.
Πρόκειται για μία νομοθετική επιλογή που αφορμάται ακριβώς από τη διαπίστωση της ανάγκης για επιλογή μίας διαδικασίας, που να χαρακτηρίζεται από ταχύτητα. Πράγματι στο πλαίσιο της διαδικασίας των εργατικών διαφορών, για μία σειρά διαδικαστικών πράξεων, όπως η υποβολή προτάσεων και προβλέπονται συντομότατες προθεσμίες. Με τη ρητή πλέον ρύθμιση δεν καταλείπεται περιθώριο αμφισβήτησης σσχετικά με την τηρητέα διαδικασία, de lege lata. Η κατεύθυνση στην οποία κινήθηκε ο νομοθέτης φαίνεται να δικαιώνει σε Τούτο σημαίνει εξάλλου ότι είναι δυνατή τόσο η υποβολή αγωγής, όσο και η λήψη, αυτοτελώς, μέτρων προσωρινής δικαστικής προστασίας.
Προσωρινή δικαστική προστασία
Γενικά
Σύμφωνα με το άρθρο 735 ΚπολΔ το δικαστήριο έχει δικαίωμα να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο, για τη ρύθμιση των σχέσεων γονέων και τέκνων, καθώς και των σχέσεων των συζύγων, από το γάμο. Στην έννοια των σχέσεων των συζύγων από το γάμο, εμπίπτουν, σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, η περίπτωση της ρύθμισης της οικογενειακής στέγης, η άδεια μετοίκησης ενός εκ των συζύγων, καθώς επίσης και η κατανομή της κινητής τους περιουσίας. Αντίστοιχα, στην έννοια των σχέσεων, μεταξύ γονέων και τέκνων εμπίπτουν οι διαφορές, σχετικά, με το επώνυμο των τέκνων, τη γονική μέριμνα και την επιμέλεια του τέκνου, καθώς και την επαφή του, με άλλους συγγενείς.
Αντίθετα, στην έννοια των οικογενειακών σχέσεων, των οποίων η προσωρινή προστασία λαμβάνεται, δυνάμει της διάταξης αυτής, δεν υπάγονται οι αξιώσεις διατροφής, κάθε είδους. Ως προς αυτές, η λήψη ασφαλιστικών μέτρων είναι δυνατή, μέσω της διατάξεων και 728 και επόμ. ΚΠολΔ, για την προσωρινή επιδίκαση απαιτήσεων.
Η προσωρινή δικαστική προστασία στο πλαίσιο των διατάξεων για την κατανομή των κινητών (1394 – 1395 ΑΚ)
Γενικά
Η προσωρινή δικαστική προστασία είναι πολύ κρίσιμη στην περίπτωση της κατανομής των κινητών κατά τη διάρκεια της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης. Το διάστημα της συμβίωσης είναι αβέβαιο και μπορεί να κυμανθεί, από πολύ μικρά χρονικά διαστήματα, εώς αρκετά μεγαλύτερα, ανάλογα με το ενδιαφέρον που επιδεικνύουν οι σύζυγοι, ενόψει των ειδικών συνθηκών της σχέσης τους, για την οριστική λύση του γάμου. Ανεξάρτητα, ωστόσο, από το χρόνο διάρκειας της διάστασης, η κατανομή είναι λειτουργικά συνυφασμένη, με τη θεραπεία πρακτικών αναγκών της χωριστής διαβίωσης, ώστε το ζήτημα της κατανομής να είναι εκ φύσεως δεκτικό ταχείας διευθέτησης. Δεν αποκλείεται όμως, ακόμη και για πράγματα ,για τα οποία δεν υφίσταται αμφιβολία, σχετικά με την επί αυτών κυριότητα, να υπάρξουν προβλήματα, απορρέοντα από τη δυστροπία ή την απροθυμία του άλλου συζύγου να παραδώσει τα συγκεκριμένα κινητά, αποκρύπτοντάς τα, για το λόγο αυτό, ή εμποδίζοντας την πρόσβαση του δικαιούχου συζύγου σε εκείνα. Εξαιτίας των προαναφερθέντων η προσωρινή δικαστική προστασία εμφανίζει αυξημένη σημασία στην προβληματική της κατανομής των κινητών.
Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, στην αξίωση του άρθρου 1394 §1 εδ. α΄ΑΚ.
Γενικά
Το περιεχόμενο της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, καθόσον αφορά την αξίωση του πρώτου εδαφίου της πρώτης παραγράφου του άρθρου 1394 ΑΚ διαφοροποιείται, ανάλογα, με τη θεώρηση που υιοθετείται, ως προς τη νομική φύση της αξίωσης. Σύμφωνα με την κρατούσα, εκδοχή, αφού, με την εν λόγω διάταξη, παρέχεται το δικαίωμα στον κάθε σύζυγο να παραλάβει τα κινητά που του ανήκουν, ανεξάρτητα από το εάν τα χρησιμοποιούσε και ο άλλος, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για την καθιέρωση νέας μορφής αυτοτελούς αξίωσης. Συνεπώς, ο δικαιούχος σύζυγος μπορεί να ασκήσει τις σχετικές αγωγές. Αντίστοιχα, στο επίπεδο της προσωρινής δικαστικής προστασίας, έχει τη δυνατότητα να υποβάλλει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, για την προστασία της νομής, σύμφωνα με τα άρθρα 733 – 734 Κ.Πολ.Δ.358 Βλ.. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, όπ. π., σελ. 344· ΕφΑθ 513/1995, ΕλλΔνη 37 (1996), 1113· ΠολΠρωτΑθ 13407, ΕλλΔνη 26 (1985), 305· ΜονΠρωτΑθ 72/2008, ΕφΑΔ 2 (2009), 43. Αρμόδιο για την εκδίκαση των ασφαλιστικών μέτρων νομής είναι το Ειρηνοδικείο είτε της κατοικίας του εναγομένου, είτε του τόπου όπου βρίσκονται τα κινητά, ως προσφορότερου, για την εκτέλεση της απόφασης τόπου359. Βλ. Τζίφρα, όπ. π., σελ. 375.
Για να είναι έγκυρη η αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων θα πρέπει να αναφέρεται σε αυτή η σύναψη του γάμου, η διακοπή της συμβίωσης, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη διακοπή της συμβίωσης, οι πράξεις με τις οποίες ασκείται το δικαίωμα νομής ή κατοχής του αιτούντος, καθώς και οι πράξεις, με τις οποίες αυτό προσβάλλεται. Βλ. Μπέη, όπ. π., σελ. 860, ΕιρΘεσ 180/1995, Αρμ 49 (1995), 1005.Επιπρόσθετα, στην αίτηση θα πρέπει να αναφέρονται τα γεγονότα που συνιστούν την επείγουσα περίπτωση, ώστε η λήψη των αιτούμενων μέτρων να είναι επιτρεπτή, όπως επίσης και το αίτημα των ασφαλιστικών μέτρων. Για το περιεχόμενο της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, σχετικά με την προστασία της νομής, βλ. αναλυτικότερα, Χαμηλοθώρη, όπ. π., σελ. 406 και επόμ
Η άμυνα του καθ’ού
Η άμυνα του καθ’ ού έχει ανάλογο περιεχόμενο, με εκείνο της άμυνας κατά της τακτικής αγωγής. Έτσι μπορεί ο καθ’ού να προβάλει, είτε με τη μορφή αίτησης, είτε αιτιολογημένης άρνησης, την έλλειψη νομής ή κατοχής στο πρόσωπο του αιτούντος, το δικό του δικαίωμα να νέμεται ή να κατέχει το πράγμα, δυνάμει της διάταξης του 1394 εδ. β’ ΑΚ362. Εξάλλου, οι αμυντικοί του ισχυρισμοί δεν αποκλείεται να στοχεύουν στην αμφισβήτηση του παραδεκτού χαρακτήεα της αίτησης, όπως λ.χ. συμβαίνει στην περίπτωση όπου δεν προβάλλεται ισχυρισμός δικαιωματικής νομής ή κατοχής, αλλά αμφισβητείται η συνδρομή της επείγουσας περίπτωσης ή επισημαίνεται η έλλειψη διατύπωσης αιτήματος, στην αίτηση.
Τρόπο δικονομικής προβολής της άμυνας του καθ΄ου αποτελεί και η ανταίτηση ασφαλιστικών μέτρων, δίχως, μάλιστα στην περίπτωση αυτή να είναι απαραίτητη η τήρηση προδικασίας, καθώς αρκεί μόνο και προφορική δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά κι αν αυτά δεν τηρούνται, με δήλωση που σημειώνεται, από το δικαστή, στο δικόγραφο της αιτήσεως. Οι ισχυρισμοί μπορούν να περιλαμβάνονται και στο σημείωμα των προτάσεων, αρκεί να είχαν προηγουμένως προβληθεί, προφορικά, κατά τη διάρκεια της συζήτησης.
Ο καθ’ ου η αίτηση για την άμυνα του κατά της αίτησης, μπορεί είτε να αρνηθεί την ιστορική βάση της αίτησης, είτε να προτείνει παραδεκτά και νομίμως ενστάσεις. Ειδικότερα, ο καθ’ ου μπορεί να αρνηθεί την αίτηση εν όλω ή εν μέρει ισχυριζόμενος παραδείγματος χάριν ότι ο αιτών δεν ήταν νομέας ή ότι κατέχει το πράγμα δυνάμει μίσθωσης που κατήρτισε με το νομέα, ή ότι αφαίρεσε το πράγμα αλλά νόμιμα, βάσει δικαιώματος που ο ίδιος ο νόμος του απονέμει π.χ. βάσει του άρθρου 985 ΚΠολΔ κλπ.
Μπορεί ωστόσο, αντί να αρνηθεί την ιστορική βάση της αίτηση, να προτείνει την ένσταση επιλήψιμης νομής, ότι δηλαδή ο τον είχε αποβάλει πρώτος παράνομα μέσα στο τελευταίο έτος πριν την συντέλεση της αποβολής (αρ. 988 ΑΚ), καθώς επίσης μπορεί να προτείνει και την ένσταση παραγραφής (ενιαύσια – αρ. 992 ΑΚ).
Ζήτημα ωστόσο γεννάται αναφορικά α) με την δυνατότητα προβολής της ένστασης επίσχεσης (325ΑΚ) και β) της ένστασης ιδίου δικαιώματος. Ως προς τη δυνατότητα προβολής της ένστασης επίσχεσης, πρέπει να τονιστούν τα εξής: Σύμφωνα με το 1106 ΑΚ, ο νομέας έχει δικαίωμα επίσχεσης του πράγματος εωσότου ικανοποιηθεί για τις δαπάνες που του οφείλονται. Στη θεωρία υποστηρίζεται ότι η ένσταση επίσχεσης παραδεκτά προτείνεται στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων νομής και κατοχής.
Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία το δικαίωμα επίσχεσης (άρθρο 325 ΑΚ), το οποίο έχει τον χαρακτήρα αναβλητικής ενστάσεως και τείνει στην κατά τον αυτόν χρόνο εκτέλεση παροχής και αντιπαροχής, ως εκ της εν λόγω φύσεώς του, δεν προβάλλεται κατά αιτήσεων προς λήψη ασφαλιστικών μέτρων, με το το επιχείρημα ότι διαμέσου αυτών επιδιώκεται όχι η εκπλήρωση της παροχής αλλά μόνον η ασφάλιση αυτής367 ΑΠ 60/1972 ΝοΒ 20 (1972), 622.. Επομένως Ως προς την ένσταση ιδίου δικαιώματος πρέπει να επισημανθούν τα κάτωθι: Από το άρθρο 991 ΑΚ, συνάγεται ότι δεν μπορεί ο καθ’ ου να αντιτάξει παραδεκτά την κυριότητά του, ή άλλο εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα του επί του πράγματος, παρά μόνο εφόσον το δικαίωμα του έχει αναγνωριστεί προηγουμένως τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα σε αυτόν και τον νομέα που προσβλήθηκε ΑΠ 1792/2005 ΕΕΝ 73 (2007), 40.. Αντίθετα, κατ’ εξαίρεση του άρθρου 991 ΑΚ, επιτρέπεται στον καθ’ ου να επικαλεστεί το δικαίωμά του ως προς το πράγμα, όχι όμως με ένσταση, αλλά για να αιτιολογήσει την άρνηση στην ιστορική βάση της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων νομής ΕιρΜαραθ43/1974, ΕΕΝ 41 (1975), 828, ΕιρΔραμ 155/1993, ΑρχΝ 42 (1992), 233, αναφορικά με τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής της νομής του αιτούντος.
Τέλος, ο καθ’ ου η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, δεν μπορεί να προτείνει την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Η ένσταση αυτή, εάν υποβληθεί, θα πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, αφού στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων αντικείμενο είναι η εξασφάλιση του ιδιωτικού δικαιώματος και όχι η άσκηση του. Συνεπώς, δεν νοείται κατάχρηση του δικαιώματος αυτού καθόσον το άρθρο 281 ΑΚ ρητά αναφέρει ως προϋπόθεση για την εφαρμογή του, την άσκηση του διαφιλονικούμενου δικαιώματος. ΕιρΑμαρ 1180/2006 ΑρχΝ 57 (2007), 731· ΜονΠρωτΧαλκ 1339/1992 ΕλλΔνη 34 (1993), 1397
Η έκδοση προσωρινής διαταγής
Όταν η περίπτωση εμφανίζεται εξαιρετικά επείγουσα ή ο κίνδυνος είναι επείγων κι επίκείμενος είναι επιτρεπτή, κατά τις γενικές διατάξεις ΑΠ 13/2009 ( Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), η έκδοση προσωρινής διαταγής. Η απόφαση επί των ασφαλιστικών μέτρων είναι απευθείας εκτελεστή και δεν απαιτείται ιδιαίτερη μνεία στον εκτελεστό χαρακτήρα της. Εξάλλου, σε αντίθεση με τον κανόνα του άρθρου Κ.Πολ.Δ. η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων νομής υπόκειται σε ένδικα μέσα, σε ακολουθία με τη ρύθμιση του προισχύσαντος δικαίου. Στη διάταξη του άρθρου 734§2 Κ.Πολ.Δ προβλέπεται η δυνατότητα άσκησης εφέσεως, μέσα σε διάστημα δέκα ημερών, από τη νομότυπη επίδοση της απόφασης, η οποία, σύμφωνα με ρητή επιταγή του νόμου, εκδικάζεται, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Η προσωρινή δικαστική προστασία του άρθρου 1394 εδ. β΄ΑΚ
Γενικά
Η αξίωση του άρθρου 1394 εδ. β΄ΑΚ, όπως είδαμε είναι ιδιαίτερη μορφή αξίωσης, σχετικά με τη χρήση των κινητών πραγμάτων, που δεν συνεπάγεται μεταβολές ως προς τα εμπράγματα δικαιώματα επί αυτών, αλλά παραχωρεί μόνο τη δυνατότητα χρήσης τους, για την περίοδο της διάστασης στον ένα σύζυγο. Η αξίωση είναι συνυφασμένη με τις πρακτικές – καθημερινές ανάγκες των συζύγων, με αποτέλεσμα η ταχύτητα στην παροχή δικαστικής προστασίας να αποβαίνει καθοριστική. Αντίστοιχα στην περίπτωση της συγκυριότητας επί των κινητών (1395 ΑΚ).
Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο379 ΠολΠρωτΑθ 13407/1984, ΕλλΔνη 26 (1985), 305· ΕιρΝαυπάκτου 58/1997, Αρμ 52 (1998), 693. του τόπου κατοικίας του καθ΄ού η αίτηση ή του τόπου εκτέλεσης των ασφαλιστικών μέτρων (17 αριθμ. 1, σε συνδυασμό με 22 ή 683 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Ενεργητική νομιμοποίηση και παθητική για την υποβολή της αίτησης έχουν αποκλειστικά και μόνον οι σύζυγοι (καθένας από αυτούς, έναντι του άλλου), ως φορείς της αξίωσης. Τα τέκνα τους, ωστόσο, έχουν τη δυνατότητα άσκησης πρόσθετης παρέμβασης. Τρίτα πρόσωπα, όπως δανειστές του συζύγου, που κινδυνεύει με απώλεια της χρήσης των κινητών, δεν έχουν το δικαίωμα παρέμβασης, καθώς η επίδικη διαφορά, καίτοι αφορά την κατανομή της χρήσης αντικειμένων επί των οποίων οι δανειστές μπορούν να επισπεύσουν αναγκαστική εκτέλεση, για την ικανοποίηση των αξιώσεών τους, εμπίπτει πρωτίστως στη σφαίρα των προσωπικών σχέσεων των αντιδικούντων συζύγων. Αυτό συμβαίνει διότι οι ειδικές περιστάσεις που είναι κρίσιμες για την κατανομή των κινητών προκύπτουν από τη λειτουργία της μεταξύ τους διαβίωσης και του τρόπου διαμόρφωσης της ικανοποίησης των προσωπικών τους αναγκών, στο πλαίσιό της (1395 ΑΚ).
Η αίτηση για να είναι πλήρης θα πρέπει να αναφέρει τη σύναψη του γάμου και τη συνδρομή των στοιχείων που συνιστούν τη διακοπή της συμβίωσης. Ακόμη θα πρέπει να γίνεται μνεία των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν τις ”περιστάσεις”, κατά την έννοια του νόμου, οι οποίες επιβάλλουν την παραχώρηση της χρήσης στο σύζυγο που υποβάλλει την αίτηση. Αντίστοιχα στην περίπτωση της αξίωσης του άρθρου 1395 ΑΚ, στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων απαιτείται αναφορά των γεγονότων που δημιουργούν τις προσωπικές ανάγκες ενός εκ των συζύγων, ώστε να δικαιολογείται η χρήση των κινητών που ανήκουν, κατά συγκυριότητα και στους δύο συζύγους, μόνο από τον έναν. Επιπλέον, σε ό, τι αφορά τα κινητά των οποίων ζητείται η παραχώρηση της χρήσης, ο αιτών οφείλει να τα προσδιορίζει, όχι αόριστα ή γενικόλογα, αλλά κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο ΕιρΝαυπάκτου 58/1997. Αναγκαίο, επίσης, στοιχείο είναι το αίτημα για την απόδοση των εν λόγω αντικειμένων.
Τέλος η αίτηση πρέπει, όπως κάθε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, να αναφέρει τα περιστατικά που συνιστούν την επείγουσα περίπτωση ή τον επικείμενο κίνδυνο, δυνάμει των οποίων καθίσταται αναγκαία η παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας.
ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Η απόφαση για την παραχώρηση της χρήσης αποτελεί εκτελεστό τίτλο, αφ’ εαυτής. Για την επίσπευση της εκτέλεσης, αρκεί απλό αντίγραφο
της απόφασης ή απόσπασματός της, στο οποίο έχει καταχωριστεί και επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση. Από την επίδοση της επιταγής ως την
συνέχεια της διαδικασίας εκτέλεσης, πρέπει υποχρεωτικά να μεσολαβήσουν εικοσιτέσσερις ώρες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 700 §§1, 2 ΚΠολΔ, ώστε να δίδεται περιθώριο σχετικά με την υλοποίηση της προηγούμενης επιταγής.
Εάν ο καθ΄ού δεν συμμορφωθεί εκουσίως, η διαδικασία εκτελέσεως συνεχίζεται κανονικά, με την αφαίρεση των κινητών, κατά τις διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση επί κινητών πραγμάτων (953 και επόμ. ΚΠολΔ).
