Κατά τη διάταξη του άρθρου 223 ΚΠολΔ, «όταν επέλθει η εκκρεμοδικία, είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ’ εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις, εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό, να περιορίσει το αίτημα της αγωγής ή να ζητήσει 1) τα παρεπόμενα του κυρίου αντικειμένου της αγωγής και 2) αντί γι’ αυτό που ζητήθηκε αρχικά, άλλο αντικείμενο ή το διαφέρον εξαιτίας μεταβολής που επήλθε». Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 295 § 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός θεωρείται ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε (ολομΑΠ 6/1997 ΕλΔ 38,1035. ΑΠ 209/1997 Δ 28,1137). Με την παραίτηση όμως δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, που εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. Γι’ αυτό, σε περίπτωση περιορισμού με παραίτηση του αιτήματος της αγωγής με τις προτάσεις, ο ενάγων πρέπει να προσδιορίζει περαιτέρω το ποσό του περιορισμένου για κάθε μια από τις περιεχόμενες στην αγωγή διακεκριμένες αξιώσεις (περισσότερα κονδύλια), των οποίων την αναγνώριση και την προς τούτο καταψήφιση του εναγομένου επιδιώκει, για να καθίσταται έτσι εφικτός ο καθορισμός των αποδείξεων και δυνατή η καταδίκη του εναγομένου στην πληρωμή του ζητούμενου και οφειλόμενου ποσού. Αν ο περιορισμός του αιτήματος είναι γενικός, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του ποσού για τις επί μέρους αξιώσεις (κονδύλια) η αγωγή καθίσταται αόριστη και συνεπώς απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 971/1977 ΝοΒ 26,897. 499/1968 ΝοΒ 16,1165. Εφ 37/1991 ΕλΔ 33,1271. 1666/1981 ΕλΔ 22,2450. ΕφΚερκ 85/1984 ΕλΔ 26,889. ΕφΠ 554/1983 ΑρχΝ 35,146.) εκτός αν ο περιορισμός γίνεται αναλογικά κατά κλάσμα η εκατοστιαίο ποσοστό του όλου αιτήματος, οπότε θεωρείται ότι επέρχεται αντίστοιχη αναλογική μείωση όλων των κεφαλαίων (ΑΠ 20/1985 ΕλλΔ 26,1321, ΕΑ 2274/1991 ΝοΒ 39, 781, ΕΑ 5030/1987 ΕλλΔ 29, 1219).
Από τον περιορισμό αυτό διαφέρει ο διαχωρισμός του αιτήματος της αγωγής με τις προτάσεις για λόγους καταβολής δικαστικού ενσήμου σε κατά ένα μέρος καταψηφιστικά, για το οποίο καταβάλλεται δικαστικό ένσημο, ενώ για το υπόλοιπο του αρχικού ποσού ο ενάγων περιορίζεται μόνο στην αναγνώριση της οφειλής, αφού το σύνολο της επίδικης σχέσης, όπως στην αγωγή διατυπώθηκε, εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο της δίκης. Γι’ αυτό, ακόμη και όταν το αίτημα της αγωγής είναι άθροισμα επί μέρους κεφαλαίων, δεν επέρχεται αοριστία από την επακολουθούσα διαμόρφωση του αιτήματος κατά τον άνω τρόπο, διότι θεωρείται ότι ο περιορισμός γίνεται τουλάχιστον κατά τον ίδιο λόγο (ΕφΑθ 316/1987 ΝοΒ 35,780. 1952/1981 ΑρχΝ 32,176. πρβλ. ΑΠ 20/1985 ο.π).
ΑΝΤΙΘΕΤΩΣ, αυτοί οι περιορισμοί ΔΕΝ ισχύουν στην διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΜΠρΘες 171/72, Αρμ. 26/537). Και ναι μεν στο άρθρο 688 παρ. 1 ορίζεται ότι στην αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να γίνεται μνεία του ζητούμενου ασφαλιστικού μέτρου, πλην όμως από την αναφορά αυτή ΔΕΝ συνάγεται η ανάγκη τήρησης προδικασίας και στην διαδικασία αυτή των ασφαλιστικών μέτρων, για την οποία το άρθρο 223 ΚΠολΔ απαιτεί εκκρεμοδικία, η οποία αμφισβητείται εάν υφίσταται στην διαδικασία αυτή (βλ. άρθρ. 221, 222 ΚΠολΔ), αφού κατ’ άρθρο 686 παρ. 5, η αίτηση μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις στο δικαστήριο της κύριας δίκης, κατ’ άρθρο 686 παρ.6 ΚΠολΔ η ανταίτηση ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να ασκηθεί και προφορικά, ενώ κατ’ άρθρο 692 παρ. 1, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει όποιο ασφαλιστικό μέτρο κρίνει εκείνο ως πρόσφορο και κατάλληλο, κι όχι οπωσδήποτε το ζητούμενο.
Κώστας Ε. Μπέης,
Βασίλης Αντ. Βαθρακοκοίλης, Ερμηνεία ΚΠολΔ.