ΕΠΙ ΑΚΥΡΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, Η ΑΞΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΕΡΓΟΔΟΤΗ ΝΑ ΑΝΕΧΕΤΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΙΝΑΙ ΔΕΚΤΙΚΗ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟ 731 Κ.Πολ.Δ. (8 παρ. 3 του Ν, 2112/192) – Κατά την άποψη που επικρατεί στη νομολογία, η υποχρέωση του εργοδότη να αποδέχεται προσωρινά την εργασία του ακύρως απολυθέντος δεν συνιστά ικανοποίηση του δικαιώματος του εργαζομένου για την κύρια υπόθεση, αφού με το ασφαλιστικό αυτό μέτρο αναστέλλεται, προσωρινά η εκτέλεση της απόφασης του εργοδότη εωσοτου εκδοθεί προσωρινώς εκτελεστή ή τελεσίδικη δικαστική απόφαση επί της αγωγής του εργαζομένου για την κύρια υπόθεση.

ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ – ΕΞΩΔΙΚΟΥ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥ – Από τις διάταξη το άρθρο 293 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 158, 288, 361 και 871 του ΑΚ, συνάγεται ότι ο συμβιβασμός που έγινε κατά τη διάρκεια της δίκης χωρίς τις διατυπώσεις του άρθρου 293 ΚΠολΔ είναι εξώδικος συμβιβασμός και δεν καταργεί τη δίκη, θεμελιώνει όμως ανατρεπτική ένσταση κατά της βασιμότητας της αγωγής (ή αίτησης), μετά από την πρόταση και απόδειξη της οποίας το Δικαστήριο οφείλει να ρυθμίσει το διατακτικό της απόφασης σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι διάδικοι δήλωσαν προφορικά στο ακροατήριο πως έχουν συμβιβασθεί, και, προς επίρρωση τούτου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του καθ’ ού, με το από 8-5-2018 έγγραφο σημείωμά του, που κατέθεσε εμπροθέσμως στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, εξέφρασε γραπτώς ότι συνομολογεί τα πραγματικά περιστατικά της αίτησης, ήτοι ότι η αιτούσα καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του καθού, και ότι συναινεί στα αιτήματα της. Η δήλωση αυτή εκτιμάται ως δήλωση εξώδικου συμβιβασμού, δεδομένου ότι την αποδέχθηκε και η αιτούσα, και ως εκ τούτου, αφού ορισθεί στην αιτούσα προθεσμία εξήντα (60) ημερών για την άσκηση κύριας αγωγής (άρθρο 693 παρ. I ΚΠολΔ), το Δικαστήριο πρέπει να εκδώσει απόφαση σύμφωνη με το περιεχόμενο του συμβιβασμού, και η κρίνομενη αίτηση να γίνει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της.

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΣΑΜΟΥ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

Αποτελούμενο από το Δικαστή Νικόλαο Παύλου, Πρόεδρο Πρωτοδικών,

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2018, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: ……, κατοίκου ……, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Καλτάκη (Δ.Σ. Σάμου),

ΤΟΥ ΚΑΘΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία Δημοτικό Γηροκομείο ………, που εδρεύει στην ……. και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σταύρου Μιχαλόπουλου (Δ.Σ. Σάμου).

Δικάσιμός της αίτησης προσδιορίσθηκε αυτή που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας. Οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται, και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους αναφέρθηκαν στα έγγραφα σημειώματα που κατέθεσαν, τα ανέπτυξαν προφορικά, και ζήτησαν να γίνουν δεκτά.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 731, 732 και 692 παρ. 4 ΚΓΙολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει δικαίωμα να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο κάθε πρόσφορο κατά την κρίση του μέτρο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις και αποσκοπεί στην εξασφάλιση ή στη διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης, υπό την προϋπόθεση ότι το ασφαλιστικό μέτρο δεν άγει στην ικανοποίηση του δικαιώματος.

Κατά την άποψη που επικρατεί στη νομολογία, η υποχρέωση του εργοδότη να αποδέχεται προσωρινά την εργασία του ακύρως απολυθέντος δεν συνιστά ικανοποίηση του δικαιώματος του εργαζομένου, αφού με το ασφαλιστικό αυτό μέτρο αναστέλλεται, προσωρινά η εκτέλεση της απόφασης του εργοδότη εωσοτου εκδοθεί προσωρινώς εκτελεστή ή τελεσίδικη δικαστική απόφαση επί της αγωγής του εργαζομένου για την κύρια υπόθεση (ΜΠρΞάνθης 90/2013, ΕΕργΔ 2013. 347, ΜΠρΑΘ 6920/2010,156/2009, 2054/2009, ΝΟΜΟΙ).

Ειδικότερα, η προσφυγή από τον εργαζόμενο στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων για την προσωρινή ρύθμιση κατάστασης από τη βλαπτική μεταβολή της σύμβασης εργασίας είναι εύλογη, και ανταποκρίνεται στους σκοπούς και στις προϋποθέσεις της διαδικασίας αυτής, προκειμένου να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος από την παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη, η οποία επιφέρει επαχθείς συνέπειες για τον εργαζόμενο, και δεν δημιουργεί (η προσφυγή σε αυτήν τη διαδικασία) αμετάκλητη κατάσταση. Η ασφαλιστέα αξίωση δεν εξαντλείται σε μία εφ’ άπαξ παροχή, αλλά αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση μιας διαρκούς εντομής σχέσης, που τίθεται σε προσωρινή λειτουργία (Κ. Μπέη. Δ. 12. 140, Ντάσιος, Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο τόμος Α σελ. 948 επ. Βλαστός, Η κατάχρηση δικαιώματος στις εργασιακές σχέσεις και η δικονομυαη της μεταχείριση, έκδοση 1998, παρ. 151, σελ. 184 επ.).

Επίσης, η περί ασφαλιστικών μέτρων απόφαση δεν αποστερεί το διάδικο από τη δίκαιη εκδίκαση, της υπόθεσης, εντός των πλαισίων και με τις εγγυήσεις της τακτικής διαγνωστικής διαδικασίας, αφού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 695 ΚΠολΔ, έχει προσωρινή μόνο ισχύ και δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση (ΜΠοβεσ 29460/1996.. Αρμ 1997. 677).

Άλλωστε, μετά την δια του άρθρου 32 παρ, 4 Ν. 2172/1993 κατάργηση της διάταξης της παρ. 6 του άρθρου 692 ΚΠολΔ (που είχε προστεθεί με το άρθρο 23 του Ν. 1941/1991) η οποία απαγόρευε την ικανοποίηση αιτήματος αποδοχής από τον εργοδότη των υπηρεσιών του εργαζομένου με ασφαλιστικά μέτρα, επιτράπηκε ήδη να διαταχθεί ως ασφαλιστικό μέτρο η προσωρινή αποδοχή από τον εργοδότη των υπηρεσιών του εργαζομένου. Δημιουργήθηκε δηλαδή ισχυρό νομοθετικό έρεισμα υπέρ της άποψης ότι η υποχρέωση του εργοδότη να εξακολουθήσει να αποδέχεται προσωρινά την εργασία εκείνου που πιθανολογείται ότι ακυρως απολύθηκε, δεν συνιστά ικανοποίηση του δικαιώματος του εργαζομένου για την κύρια υπόθεση, διότι διαφορετικά δε θα υπήρχε λόγος να καταργηθεί η άνω απαγορευτική του εν λόγω μέτρου διάταξη.

Τέλος, η προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης επιτρέπει να διατηρηθεί ζωντανή η υπηρεσιακή κατάσταση του μισθωτού μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της κύριας δίκης, χωρίς να δημιουργείται αμετάκλητη κατάσταση, καθώς η κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων απόφαση είναι προσωρινής ισχύος και βραχύβια, και δεν επηρεάζει, την έκβαση της κύριας υπόθεσης (ΑΓΙ 1497/2000, ΜΠρΘεσ 21763/2005). Ητοι, με τη λήψη του συγκεκριμένου ασφαλιστικού μέτρου, διατηρείται ή τίθεται σε προσωρινή λειτουργία η εριζόμενη έννομη σχέση και αποτρέπεται η απονέκρωσή της, η οποία ενέχει τον κίνδυνο αμετάκλητων αποφάσεων σε βάρος του εργαζομένου (ΜΠρΞάνθης 496/2013. ΜΠρΑθ 2054/2009, ΝΟΜΟΣ).

Κατά συνέπεια, σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας η αξίωση του εργαζομένου εναντίον του εργοδότη να ανέχεται την προσφορά των υπηρεσιών του είναι δεκτική προσωρινής δικαστικής προστασίας κατά το άρθρο 731 ΚΠολΔ (ΜΠρΞάνθης 496/2013, ΝΟΜΟΣ, Ζερδελής, Το δίκαιο της καταγγελίας, σελ. 491). Η λύση αυτή αρμόζει τόσο στην προστασία, που παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο, και μάλιστα το Σύνταγμα, στην προσωπικότητα και στο δικαίωμα της εργασίας του μισθωτού, όσο και στην έννοια των ασφαλιστικών μέτρων, χωρίς να πρέπει να τίθεται με δικαστική απόφαση σε χειρότερη μοίρα από τα υποκείμενα της εργασιακής σχέσης και της δίκης, διότι τούτο επίσης προσκρούει στο Σύνταγμα και στις γενικές αρχές του δικαίου, που σε δεδομένο δημοκρατικό πολίτευμα έχουν ταχθεί για την προστασία και εςισορρόπηση των αμοιβαίων συμφερόντων (βλ. σχετικά ΜΠρΞάνθης 90/2013, ΕΕργΔ 2013. 347, Αλ. Μητρόπουλος, Η απαγόρευση των ασφαλιστικών μέτρων στις εργατικές διάφορες ΕΕΔ 50, σελ. 673 επ.).

Η αιτούσα εκθέτει στην αίτησή της ότι προσλήφθηκε στις 6-4-2015 από το καθ’ ου Ν.Π.Δ,Δ., Γηροκομείο ….., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία μετά από διαδοχικές παρατάσεις έληξε στις 31-3-2018, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως καθαρίστρια, καλύπτοντας στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς ανάγκες του καθού, απασχολούμενη σε θέση μονίμου υπαλλήλου υπό τις εντολές και οδηγίες των οργάνων του καθού, που καθόριζαν τον τρόπο και το χρόνο εργασίας της, και ότι οι κατ’ επίφαση χαρακτηριζόμενες ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συνιστούν, κατά το εθνικό δίκαιο που ερμηνεύεται σύμφωνα με την Οδηγία 1999/1970 ΕΚ, μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Ακόμη εκθέτει ότι το καθ’ ού έπαψε αδικαιολόγητα να αποδέχεται την εργασία της, χωρίς να καταγγείλει νόμιμα τη σύμβαση εργασίας της, και για το λόγο αυτόν, επικαλούμενη επείγουσα περίπτωση, ουνιστάμενη στο γεγονός ότι οι αποδοχές από την ανωτέρω εργασία της αποτελούν το μοναδικό βιοποριστικό της μέσο, ζητάει να ρυθμισθεί προσωρινά η κατάσταση, να υποχρεωθεί το καθ’ ού να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη σ’ αυτό εργασία της με καθεστώς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της κύριας αγωγής της, να υποχρεωθεί να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας 1.080 ευρώ κατά μήνα από το χρόνο υποβολής της αίτησης έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της κύριας αγωγής της, καθώς και να καταδικασθεί αυτό στην πληρωμή της δικαστικής της δαπάνης.

Mε αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αίτηση αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 25 παρ. 2, 682, 683 παρ. 1 και 686 επ. ΚΙΊολΔ) κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις, καθώς και στις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, άρθρο 8 παρ. 3 του Ν, 2112/1920, ΠΔ 81/2003, ΠΔ 164/2004, 731, 732, 947 παρ. 1 και 176 ΚΙΙολΔ.

Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Κατά το άρθρο 293 του ΚΠολΔ, οι διάδικοι μπορούν σε κάθε στάση της δίκης να συμβιβάζονται, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Ο συμβιβασμός γίνεται με δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου, του εντεταλμένου δικαστή ή του συμβολαιογράφου, και επιφέρει αυτοδίκαιη κατάργηση της δίκης. Συμβιβασμός που έγινε με άλλο τρόπο δεν επιφέρει την κατάργηση της δίκης, και κρίνεται κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

Από τις διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 158, 288, 361 και 871 του ΑΚ, συνάγεται ότι ο συμβιβασμός που έγινε κατά τη διάρκεια της δίκης χωρίς τις διατυπώσεις του άρθρου 293 ΚΠολΔ είναι εξώδικος συμβιβασμός και δεν καταργεί τη δίκη, θεμελιώνει όμως ανατρεπτική ένσταση κατά της βασιμότητας της αγωγής (ή αίτησης), μετά από την πρόταση και απόδειξη της οποίας το Δικαστήριο οφείλει να ρυθμίσει το διατακτικό της απόφασης σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι διάδικοι δήλωσαν προφορικά στο ακροατήριο πως έχουν συμβιβασθεί, και, προς επίρρωση τούτου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του καθ’ ού, με το από 8-5-2018 έγγραφο σημείωμά του, που κατέθεσε εμπροθέσμως στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, εξέφρασε γραπτώς ότι συνομολογεί τα πραγματικά περιστατικά της αίτησης, ήτοι ότι η αιτούσα καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του καθού, και ότι συναινεί στα αιτήματα της.

Η δήλωση αυτή εκτιμάται ως δήλωση εξώδικου συμβιβασμού, δεδομένου ότι την αποδέχθηκε και η αιτούσα, και ως εκ τούτου, αφού ορισθεί στην αιτούσα προθεσμία εξήντα (60) ημερών για την άσκηση κύριας αγωγής (άρθρο 693 παρ. I ΚΠολΔ), το Δικαστήριο πρέπει να εκδώσει απόφαση σύμφωνη με το περιεχόμενο του συμβιβασμού, και η κρίνομενη αίτηση να γίνει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων.

ΓΙΑ TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Ορίζει στην αιτούσα προθεσμία εξήντα (60) ημερών για την άσκηση κύριας αγωγής.

Δέχεται την αίτηση.

Υποχρεώνει το καθ’ ού να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη σ’ αυτό εργασία της αιτούσας, και να της καταβάλει τις αντίστοιχες κατά μήνα αποδοχές, από το χρόνο υποβολής της αίτησης έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της κύριας αγωγής της.

Συμψηφίζει ολικώς τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων,

Κρίθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 7 Αυγοΰστοο 2018, με την παρουσία της Γραμματέως Αγγελικής Καζόγλσυ.

tetravivlos.com