60/2018 ΜΠΡ ΛΑΜ (ΕΙΔΙΚΗ) ( 724484)
(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Ανακοπή κατά της εκτέλεσης. Οι επικαλούμενοι λόγοι αφορούν την απαίτηση και ελαττώματα της κατασχετήριας έκθεσης. Απορριπτέα ως απαράδεκτη η ανακοπή κατά το μέρος που ζητείται η ακύρωσή της παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου του καθ’ου για την είσπραξη της επισπευδόμενης απαίτησης της ανακόπτουσας καθόσον η προσβαλλόμενη παραγγελία δεν συνιστά πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας. Δάνειο από τράπεζα με πρωτοφειλέτρια την ανακόπτουσα ανώνυμη εταιρία και εγγυητή τον καθ’ου η ανακοπή. Εις ολόκληρον ευθύνη των συμβαλλομένων μερών μετά από την έκδοση διαταγής πληρωμής υπέρ της τράπεζας. Σύμβαση εγγύησης. Αυτοτελείς αξιώσεις του εγγυητή κατά του πρωτοφειλέτη σε περίπτωση ικανοποίησης της απαίτησης του δανειστή. Υποκατάσταση του εγγυητή στα δικαιώματα του δανειστή. Επίδοση, από τον καθ’ου, εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής λόγω εξόφλησης της απαίτησης. Αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητο. Ισχυρισμός ότι η απορρέουσα σύμβασης εγγύησης απέβλεψε στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων την ανακόπτουσας χωρίς να υπάρχει βούληση από τους εγγυητές, μεταξύ των οποίων και ο καθ’ου, να αναζητήσουν από την πρωτοφειλέτιδα αναγωγικά οποιαδήποτε ποσά. Μη επίκληση της αναγωγικής σχέσης από τον καθ’ου δηλαδή της φύσης της εσωτερικής σχέσης που συνδέει την ανακόπτουσα πρωτοφειλέτιδα και τον καθ’ου. Μη ακριβής καθορισμός, στην επιταγή προς πληρωμή, των προϋποθέσεων με βάση τις οποίες ο καθ’ου υποκαταστάθηκε στην επισπευδόμενη απαίτηση και επί των οποίων επιχειρεί να θεμελιώσει ενεργητική νομιμοποίηση. Δεκτή η ανακοπή.
Αριθμός απόφασης: 60/2018
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΜΙΑΣ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Άννα Καρυδά, Πρωτοδίκη, που ορίστηκε από τη Διευθύνουσα το Πρωτοδικείο Πρόεδρο Πρωτοδικών και από τη Γραμματέα Ευαγγελία Κάλτσα.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 09η Μαρτίου 2018, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΚΟΠΤΟΥΣΑΣ: Της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «…………………», που εδρεύει στη Τοπική Κοινότητα Γοργοποτάμου της Δημοτικής Ενότητας του Δήμου Λαμιέων, και έχει Α.Φ.Μ. ……………Δ.Ο.Υ. ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Ευθυμιάδη, κατοίκου Λαμίας, οδός Ροζάκη Αγγελή 30, ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: …………….του ………… και της ……………, κατοίκου Λαμίας, ……………, με Α.Φ.Μ. ……………… Δ.Ο.Υ. Λαμίας ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Μπαρούτα, κατοίκου Λαμίας, οδός Βύρωνος 8, ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
Η ανακόπτουσα ζητά να γίνει δεκτή η από 28.09.2017 ανακοπή της, η οποία κατατέθηκε νόμιμα στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με αριθμό κατάθεσης ………………./17 και προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν του ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση ανακοπή, όπως το δικόγραφο και τα αιτήματα αυτής επιτρεπτά εκτιμώνται, η ανακόπτουσα ζητεί να ακυρωθεί, για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, η από 16.11.2016 επιταγή προς πληρωμή, κάτω από αντίγραφο του πρώτου απογράφου της υπ` αριθ. …./2014 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία επισπεύδεται εκτέλεση σε βάρος της για την ικανοποίηση της επιδικασθείσας με την ως άνω διαταγή πληρωμής απαίτησης, η από 15.09.2017 παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου του καθ` ου για την είσπραξη από αυτήν ποσού 90.895,77 ευρώ και την κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας της ανακόπτουσας, η υπ’ αριθ. …………./27.09.2017 κατασχετήρια έκθεση ακίνητης περιουσίας του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λαμίας ……….. και κάθε συναφής με αυτήν πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδει εναντίον της ο καθ` ου, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην κρινόμενη ανακοπή και να καταδικασθεί ο καθ` ου στα δικαστικά της έξοδα. Η ανακοπή αυτή, κατά το μέρος που με αυτήν ζητείται η ακύρωση της επιταγής προς πληρωμή και η κατασχετήρια έκθεση, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 933 και 934 § 1 εδ. α` ΚπολΔ (όπως τα άρθρα αυτά τροποποιήθηκαν με το άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ. 2 του ν. 4335/2015, ενόψει του ότι εν προκειμένω η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργήθηκε μετά την 01η.01.2016], ενόψει του ότι οι επικαλούμενοι με αυτή λόγοι αφορούν την απαίτηση και ελαττώματα της κατασχετήριας έκθεσης, αφού από την επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λαμίας ……………….στο αντίγραφο της προσκομιζόμενης με επίκληση από τον καθ` ου υπό κρίση ανακοπής, προκύπτει ότι αυτό επιδόθηκε προς τον καθ` ου στις 06.10.2017, ήτοι εντός 45 ημερών από την ημέρα της κατάσχεσης [27.09.2017], παραδεκτά δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ` ύλη [άρθρο 933 § 1 ΚΠολΔ] και κατά τόπο αρμόδιο [άρθρο 933 § 3 ΚΠολΔ], για να συζητηθεί κατά την προκείμενη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών [άρθρα 937 § 3 σε συνδυασμό με 614 επ. ΚΠολΔ]. Όμως, κατά το μέρος που με αυτήν ζητείται η ακύρωση της από 15.09.2017 παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου του καθ` ου για την είσπραξη της επισπευδόμενης απαίτησης και την κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας της ανακόπτουσας, η ανακοπή είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη παραγγελία δεν συνιστά πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας κατά της οποίας επιτρέπεται η ακυρωτική ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ αλλά προπαρασκευαστική της κατάσχεσης πράξη. Πρέπει, επομένως, η υπό κρίση ανακοπή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω κατά τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.
Από τις διατάξεις των άρθρων 361 και 847 επ. ΑΚ συνάγεται ότι η μεν σύμβαση εγγύησης συνάπτεται μεταξύ εγγυητή και δανειστή, η δε παροχή της εγγύησης ευρίσκει έρεισμα στην εσωτερική σχέση μεταξύ εγγυητή και πρωτοφειλέτη, η οποία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από τη σύμβαση εγγύησης, εντοπίζεται δε σε αυτή η αιτία ανάληψης της υποχρέωσης από μέρους του εγγυητή. Η σχέση αυτή είναι συχνά σύμβαση εντολής, μπορεί, όμως, και να έχει χαρακτήρα σύμβασης έργου, δωρεάς ή διοίκησης αλλότριων [βλ. Απ. Γεωργιάδη Η εξασφάλιση των πιστώσεων, 2001, σελ. 66]. Στην περίπτωση, άλλωστε, που ο εγγυητής έχει δικαίωμα αναγωγής σύμφωνα με τα ανωτέρω κατά του πρωτοφειλέτη, ο νόμος του παρέχει πρόσθετη εξασφάλιση, ήτοι την κατά το άρθρο 858 ΑΚ υποκατάστασή του στα δικαιώματα του δανειστή (ΕφΘεσ 251/2000 Αρμ 2001.471]. Πρόκειται για περίπτωση εκ του νόμου εκχώρησης της απαίτησης (βλ Απ. Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο Γενικό Μέρος στην παρ. 42 στον αριθμό 5], κυριότερη έννομη συνέπεια της οποίας είναι και η κατά το άρθρο 458 ΑΚ συμμεταβίβαση και όλων των παρεπομένων της απαίτησης δικαιωμάτων, ήτοι υποθηκών, εγγυήσεων ακόμη και προνομίων αναγκαστικής εκτέλεσης, που συνδέονται με τη φύση της απαίτησης (ΕφΘεσ 1050/2005 ΕπισκΕμπΔ 2005. 787]. Στην περίπτωση που ο εγγυητής ικανοποίησε, δηλαδή, το δανειστή έχει εν τέλει δύο αυτοτελείς
αξιώσεις, ήτοι αφενός την ίδια αξίωση του δανειστή κατά του πρωτοφειλέτη, που μεταβιβάσθηκε (εκχωρήθηκε] από το νόμο στον εγγυητή και αφετέρου την αξίωση που απορρέει από την έννομη σχέση που συνδέει τον ίδιο (εγγυητή] και τον πρωτοφειλέτη (εσωτερική σχέση], εξαιτίας της οποίας ο εγγυητής παρέσχε την εγγύησή του υπέρ του τελευταίου. Η άσκηση της μιας ή της άλλης απ` αυτές τις αξιώσεις εναπόκειται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 305 επ. ΑΚ, στην επιλογή του
εγγυητή (ΕφΑΘ 175/1990 ΕλλΔνη 1991.162, ΜΠρΡοδ 55/2009, ΜΠρΘεσ 44/2005 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»]. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 858 ΑΚ ο εγγυητής, εφόσον ικανοποίησε το δανειστή και έχει δικαίωμα αναγωγής εναντίον του πρωτοφειλέτη, υποκαθίσταται στα δικαιώματα του δανειστή. Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει σαφώς ότι, για να υπάρξει υποκατάσταση του εγγυητή στα δικαιώματα του δανειστή, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α] ο εγγυητής πρέπει να ικανοποίησε το δανειστή, είναι δε φανερό ότι πριν από την ικανοποίηση του δανειστή δεν υπάρχουν τα αναγκαία, σύμφωνα με το νόμο, περιστατικά για τη γέννηση του δικαιώματος της υποκατάστασης κι έτσι αυτό δεν είναι γεννημένο (Καυκά, Ενοχ. Δ., υπ` αρθρ. 858 παρ. 2, Αποστολίδη, Ενοχ. Δ., υπ` αρθρ. 858, Γεωργιάδη – Σταθόπουλο ΑΚ, IV, αρθρ. 858], β) ο εγγυητής
πρέπει να έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του πρωτοφειλέτη. (ΑΠ 1633/2013 ΤΝΠ “ΝΟΜΟΣ”, ΑΠ 812/1991 ΕλλΔνη 32. 1490, ΑΠ 887/1974 ΝοΒ 23.492, ΕφΑΘ 6989/2003 ΕλλΔνη 2005.854, ΕφΑΘ 6642/1992 Δίκη 24.255). Το δικαίωμα αναγωγής αυτό εξαρτάται όχι από τη συναπτόμενη μεταξύ δανειστή και εγγυητή σύμβαση εγγύησης, αλλά από την έννομη σχέση που υπάρχει και συνδέει τον εγγυητή με τον πρωτοφειλέτη η οποία και προσδιορίζει την έκταση και το περιεχόμενο της υποκατάστασης (Ζέπος, Ερμ ΑΚ αρθρ. 858 αρ. 2, Φίλιος, Εκδ. ΕνοχΔικ. αρθρ. 858 σελ. 408, Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, Ειδ. Ενοχ. Δικ. αρ. 858, σελ. 391, ΕφΑΘ 536/75 Αρμ 29.422). Δηλαδή αν ο εγγυητής ικανοποιήσει, τελικώς, το δανειστή του πρωτοφειλέτη, η δυνατότητα ή μη αναγωγής του πρώτου κατά του πρωτοφειλέτη εξαρτάται από την έννομη σχέση που τους συνδέει κατά τα ανωτέρω, οπότε και η δυνατότητα αναγωγής καταφάσκεται μεν στην περίπτωση πχ της σύμβασης εντολής, αφού ο εγγυητής-εντολοδόχος αναζητεί ουσιαστικώς την απόδοση των δαπανών, στις οποίες υπεβλήθη κατά την κανονική εκτέλεση της εντολής (άρθρα 713 και 722 ΑΚ), αποκρούεται, όμως, στην περίπτωση της δωρεάς ως αιτίας ανάληψης της υποχρέωσής του εκ της εγγύησης (ΑΠ 200/2007 ΔΕΕ 2007.702, ΑΠ 668/2007 ΔΕΕ 2007.831, ΑΠ 1614/1999 ΕλλΔνη 2000.382, ΕφΘεσ 1050/2005 ΕπισκΕμπΔ 2005.787, ΕφΑΘ 6989/2003 ΕλλΔνη 2005.854, ΕφΠατρ 691/2003 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΕφΘεσ 1139/1992 Αρμ 46.712, ΕφΑΘ 6918/1990 ΕλλΔνη 1991.1643, ΜΠρΘεσ 28301/2008 Αρμ 2009.1367, Απ. Γεωργιάδης, Ενοχικό Δίκαιο Ειδικό Μέρος II, 2007, σελ. 514). Η έννομη αυτή σχέση (εντολή, διοίκηση αλλότριων, εταιρία κλπ.), στην οποία όπως έχει εκτεθεί θεμελιώνεται το δικαίωμα αναγωγής του εγγυητή, ο οποίος από μόνη την ικανοποίηση του δανειστή δεν αποκτά τέτοιο δικαίωμα, πρέπει σύμφωνα με τα αρθρ. 118 και 216 ΚΠολΔ, να εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην από τα άρθρα 847 και 858 ΑΚ αγωγή του εγγυητή κατά του πρωτοφειλέτη, γιατί διαφορετικά υπάρχει αοριστία που δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε έγγραφα (ΑΠ 784/75 ΑρχΝ 26.235, ΕφΑΘ 5940/81 ΕλλΔνη 22.534, ΕφΑΘ 6918/90 ΕλλΔνη 32.1643), η οποία συνεπάγεται έλλειψη προδικασίας με συνέπεια την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, λόγω ακυρότητας του δικογράφου της, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 317/74 ΕΕΝ 42.31, ΕφΑΘ 6918/90 ο.π).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής της, με τον οποίο βάλλει κατά όλων των προσβαλλόμενων πράξεων της εκτέλεσης, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι ο καθ’ ου επισπεύδει εκτέλεση εναντίον της με την υπ` αριθμ. …../2014 Διαταγή Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία υποχρεώθηκαν τόσο η ίδια ως πρωτοφειλέτης όσο ο καθ` ου με την ιδιότητα του εγγυητή να καταβάλουν στην αιτούσα την εν λόγω διαταγή πληρωμής δανείστρια «…………………………………….» τα σε αυτήν αναφερόμενα ποσά, επικαλούμενος υποκατάστασή του στα δικαιώματά της ανωτέρω δανείστριας, κατόπιν ικανοποίησής της. Ότι οι
προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης είναι άκυρες και κακώς επισπεύδεται εναντίον της εκτέλεση, στην οποία δε νομιμοποιείται παθητικά, για το λόγο ότι ο καθ` ου δεν διαθέτει έναντι αυτής δικαίωμα αναγωγής από την έννομη σχέση που τους συνδέει (εσωτερική σχέση) και εξαιτίας της
οποίας ο καθ` ου (εγγυητής) παρέσχε εγγύηση υπέρ αυτής (πρωτοφειλέτιδος) για την εξόφληση της επιδικασθείσας ως άνω οφειλής, κατά τα αναλυτικότερα εκτιθέμενα στον προκείμενο λόγο ανακοπής, ενώ με τον πέμπτο λόγο αυτής επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι στην προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή ουδεμία αναφορά γίνεται στην μεταξύ τους σχέση, από την οποία να προκύπτει το δικαίωμα αναγωγής εναντίον της. Οι λόγοι αυτοί είναι νόμιμοι, σύμφωνα και με όσα
εκτίθενται στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα τους.
Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ’ αριθ. …../2014 διαταγής
πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που εκδόθηκε μετά από αίτηση του μη διάδικου πιστωτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία «………………………………….» τόσο η
ανακόπτουσα ανώνυμη εταιρεία όσο και ο καθ` ου η ανακοπή διατάχθηκαν να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας, στον ως άνω αιτούντα συνεταιρισμό το ποσό των 88.637,57 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, για την ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης αυτού, με βάση τη μνημονευόμενη σε αυτήν υπ` αριθ. ………../05.10.2011 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, την οποία συνήψε με τον εν λόγω μη διάδικο πιστωτικό συνεταιρισμό η ανακόπτουσα (πρωτοφειλέτις) και υπέρ της
οποίας εγγυήθηκε ο καθ’ ου (εγγυητής). Εν συνεχεία, ο καθ` ου επέδωσε στην ανακόπτουσα αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής με την από 16.11.2016 επιταγή προς πληρωμή, με την οποία αυτός ζητεί την πληρωμή στον ίδιο, ως
υποκαταστήσαντος κατ` άρθρο 488 ΑΚ το δανειστή, στα απορρέοντα από τον παραπάνω τίτλο δικαιώματα, λόγω εξόφλησης της απαίτησης για την οποία αυτός εκδόθηκε κατά κεφάλαιο, τόκους, δικαστική δαπάνη και έξοδα και συγκεκριμένα ζήτησε την καταβολή των ποσών των 88.637,57 ευρώ για κεφάλαιο, 1.860 ευρώ για δικαστικά έξοδα, 248 ευρώ για σύνταξη επιταγής και 132,20 ευρώ για επιδόσεις. Στην προαναφερθείσα επιταγή επισυνάφθηκε και η από 09.11.2016 βεβαίωση του ανωτέρω δανειστή Πιστωτικού Συνεταιρισμού, στην οποία αυτός αναφέρει ότι η
επιδικασθείσα με την υπ` αριθ. …../04.03.2014 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας απαίτησή του από την με αριθμό …………./05.10.2011 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου εξοφλήθηκε στις 11.06.2014 με την καταβολή από την ………………………. του ………………, συζ. ………………….., προφανώς για λογαριασμό του καθ` ου, του ποσού των ογδόντα δύο χιλιάδων οκτακόσιων εβδομήντα οκτώ και εβδομήντα ενός λεπτών (82.878.71€). Ακολούθως, δυνάμει της υπ` αριθ. ………./27.09.2017 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Λαμίας ……………., ο καθ` ου επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση, στο αναφερόμενο στη ως άνω έκθεση ακίνητο της ανακόπτουσας και ορίσθηκε πλειστηριασμός για την 02.05.2018. Η
ανακόπτουσα, όπως προαναφέρθηκε, ισχυρίζεται με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης ανακοπής της ότι χωρίς νόμιμο δικαίωμα και ακύρως ο καθ` ου επισπεύδει εναντίον της αναγκαστική εκτέλεση με τις προαναφερθείσες πράξεις του, διότι αυτός, παρά την καταβολή εκ μέρους του στον ως άνω δανειστή της επιδικασθείσας με την υπ` αριθ. …../2014 διαταγή πληρωμής απαίτησης από τη σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, για την οποία εγγυήθηκε, δεν υποκασταστάθηκε στα δικαιώματα του δανειστή από τη σύμβαση δανείου, ενόψει του ότι από τη μεταξύ τους έννομη σχέση (εσωτερική σχέση], εξαιτίας της οποίας ο καθ` ου εγγυητής παρέσχε την εγγύησή του υπέρ της ιδίας (πρωτοφειλέτιδος], δεν υφίστατο δικαίωμα αναγωγής. Ισχυρίζεται ειδικότερα η ανακόπτουσα, ότι η παροχή εγγύησης εκ μέρους του καθ` ου υπέρ αυτής για την απορρέουσα από την υπ` αριθ. …………../05-10-2011 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου οφειλή της προς τον ανωτέρω πιστωτικό συνεταιρισμό, δεν έγινε ούτε δυνάμει σύμβασης εντολής αλλά ούτε και σχέσης διοίκησης αλλοτρίων, ενόψει του ότι, κατά το χρόνο παροχής αυτής, ο καθ` ου -όπως και οι έτεροι δύο συνεγγυητές του- έφερε την ιδιότητα του βασικού μετόχου της ιδίας, ώστε η ατομική επιχειρηματική δραστηριότητά του να ταυτίζεται με τη δραστηριότητα του νομικού προσώπου από άποψης οικονομικών αποτελεσμάτων, αφού η πορεία των εταιρικών υποθέσεων και τα αποτελέσματά της είχαν άμεση αντανάκλαση στην περιουσιακή σφαίρα του, ως κατόχου του
μεγαλύτερου μέρους των μετοχών, αλλά αντίθετα, η παροχή των πιο πάνω εγγυήσεων εκ μέρους των μετόχων απέβλεψε αποκλειστικά τότε στην εξυπηρέτηση των προσωπικών τους συμφερόντων και στο δικό τους όφελος, από την προσδοκία των κερδών που θα απέφερε στην εταιρεία ο συναφθείς δανεισμός και τη επακόλουθη απόλαυση στο πρόσωπό τους της αντίστοιχης ωφελείας μέσω της αξίας των κατεχομένων από αυτούς μετοχών της εταιρείας. Ενόψει όλων αυτών, ισχυρίζεται ότι η παροχή των πιο πάνω εγγυήσεων εκ μέρους των μέτοχων και δη του καθ` ου έγινε χαριστικά προς το συμφέρον της ανακόπτουσας και χωρίς να υπάρχει βούληση από τους μέτοχους εγγυητές, μεταξύ των οποίων και ο καθ` ου, να αναζητήσουν από την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία αναγωγικά οποιαδήποτε ποσά θα κατέβαλαν μελλοντικά για την εκπλήρωση των δανειακών υποχρεώσεών της, αρνούμενη έτσι την ύπαρξη δικαιώματος αναγωγής και εντεύθεν το γεγονός της υποκατάστασης του καθ` ου στα δικαιώματα του ικανοποιηθέντος δανειστή πιστωτικού συνεταιρισμού, ενώ με τον πέμπτο λόγο αυτής επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι στην προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή ουδεμία αναφορά γίνεται στην μεταξύ τους σχέση, από την οποία να προκύπτει το δικαίωμα αναγωγής εναντίον της. Όπως δε αποδεικνύεται πράγματι τέτοια αναγωγική σχέση ουδόλως επικαλείται τόσο με την επιδοθείσα στην ανακόπτουσα από 16.11.2016 επιταγή προς πληρωμή όσο και με τις έγγραφες προτάσεις του, ούτε αποδεικνύει ο καθ` ου η ανακοπή-επισπεύδων την εκτέλεση, στα πλαίσια της ανοιγείσας με την κρινόμενη ανακοπή παρούσας δίκης, μολονότι η ύπαρξη αυτής της αναγωγικής σχέσης συνιστά κατά τα προεκτεθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη προϋπόθεση για να επέλθει η υποκατάσταση αυτού (εκ του νόμου εκχώρηση) στην επισπευδόμενη απαίτηση στο σύνολό της, επιπλέον δε η απόδειξη της επικαλούμενης ειδικής διαδοχής συνιστά όρο της νομιμοποίησης αυτού προς έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ άρθρο 925 § 1 ΚΠολΔ. Αντίθετα, τόσο στην ως άνω προσβαλλόμενη επιταγή όσο και στις νομοτύπως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του καθ` ου δεν γίνεται ουδεμία αναφορά στην ύπαρξη και τη φύση της εσωτερικής σχέσης που συνδέει αυτόν με την ανακόπτουσα-πρωτοφειλέτιδα, καίτοι ο καθ` ου, επικαλούμενος υποκατάστασή του στα δικαιώματα του δανειστή φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης ενόψει και της κατά τα ανωτέρω άρνησης του δικαιώματος αναγωγής από την ανακόπτουσα. Ούτε άλλωστε αρκεί η αναφορά στην ανωτέρω επιταγή του ότι ο καθ’ ου η ανακοπή- επισπεύδων φέρει την ιδιότητα του «υποκαταστήσαντος το δανειστή κατά την 488 ΑΚ στα δικαιώματά του, λόγω πλήρους και ολοσχερούς εξοφλήσεως της απαιτήσεων για την οποία εκδόθηκε η ως άνω διαταγή πληρωμής…» σε συνδυασμό με την επικαλούμενη από τον καθ` ου με το δικόγραφο των προτάσεών του υπ` αριθ. 10.3 όρο της σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, σύμφωνα με τον οποίο οι περισσότεροι
εγγυητές ευθύνονται εις ολόκληρον, ενόψει του ότι, όπως γίνεται δεκτό, η εγγύηση διαφέρει από την παθητική εις ολόκληρον ενοχή (ΑΠ 1129/1975 ΝοΒ 24. 416), αφού ακόμα και στην περίπτωση που ο εγγυητής παραιτηθεί από την ένσταση της δίζησης, η ευθύνη του μπορεί να μην είναι πλέον επικουρική, παραμένει, ωστόσο, παρεπόμενη έναντι αυτής του πρωτοφειλέτη (ΕφΑΘ 104/1963 ΕλλΑνη 1963.594, Βρέλλης σε Γεωργιάδη/Σταθόπουλου ΑΚ υπό το άρθρο 847 στον αριθμό 33, Απ.
Γεωργιάδης, Η εξασφάλιση των πιστώσεων, α` εκδ., 2001, σελ 25, πρβλ Λιτζερόπουλο, Στοιχεία Ενοχικού Δικαίου στην παρ. 307, σελ. 467, πρβλ ΑΠ 61/2003 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»), ώστε μόνη η αναφορά σε σύμβαση εγγύησης ότι ο εγγυητής ευθύνεται ως αυτοφειλέτης και εις ολόκληρον με
τον πρωτοφειλέτη να μην αρκεί για τον αυτόματο χαρακτηρισμό της σχέσης ως παθητικής ενοχής εις ολόκληρον και την έξοδο αυτής από το πεδίο των ρυθμίσεων περί εγγύησης (πρβλ και ΑΠ 61/2003 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ» με επιχείρημα και από τον ενδοτικό χαρακτήρα των σχετικών διατάξεων), σε κάθε δε περίπτωση η ύπαρξη αναγωγικής σχέσης αποτελεί προϋπόθεση εφαρμογής και της διάταξης του άρθρου 488 ΑΚ, της οποίας πρέπει σε κάθε περίπτωση να γίνεται επίκληση. Συνεπώς, εφόσον στην από 16.11.2016 επιταγή προς πληρωμή, που αποτελεί την πρώτη πράξη της επισπευδόμενης από τον καθ` ου έναντι της ανακόπτουσας εκτέλεσης, δεν γίνεται ακριβής καθορισμός των προϋποθέσεων με βάση της οποίες ο καθ` ου υποκαταστάθηκε στην επισπευδόμενη απαίτηση και επί των οποίων επιχειρεί να θεμελιώσει την ενεργητική του νομιμοποίηση στην έναρξη της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της ανακόπτουσας και ειδικότερα δεν γίνεται καμία επίκληση στην ύπαρξη και τη φύση της σχέσης αναγωγής του κατά της ανακόπτουσας, η προσβαλλόμενη επιταγή τυγχάνει αόριστη και κατά συνέπεια, πρέπει αυτή, κατά παραδοχή των ως άνω δεύτερου και πέμπτου λόγων της υπό κρίση ανακοπής ως ουσία βάσιμων, να ακυρωθεί εν όλω, συνακόλουθα δε, μετά την κατά τα ανωτέρω ακύρωση της επιταγής, πρέπει να ακυρωθεί και η υπ` αριθ. ………../27.09.2017 κατασχετήρια έκθεση ακίνητης περιουσίας του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λαμίας ………………, η οποία επιβλήθηκε με βάση την ως άνω επιταγή, που κατά τα προαναφερθέντα, κρίθηκε άκυρη. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση ανακοπή να γίνει δεκτή καί ως κατ` ουσία βάσιμη, κατά παραδοχή των δεύτερου και πέμπτου των λόγων αυτής, παρέλκει δε η εξέταση των λοιπών λόγων της. Ακολούθως, δε πρέπει να ακυρωθούν: 1] η από 16.11.2016 επιταγή προς πληρωμή, κάτω από αντίγραφο του πρώτου απογράφου της υπ` αριθ. ………/2014 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και 2] η υπ` αριθ. ………./27.09.2017 κατασχετήρια έκθεση ακίνητης περιουσίας του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λαμίας ……….. Τέλος, ο καθ` ου πρέπει, λόγω της ήττας του, να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της ανακόπτουας (αρθρ. 176 και 191 § 2 ΚΠολΔ και 65 και 66 Κώδικα Δικηγόρων], κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ κατ` αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
ΔΕΧΕΤΑΙ την ανακοπή.
ΑΚΥΡΩΝΕΙ 1] την από 16.11.2016 επιταγή προς πληρωμή, κάτω από αντίγραφο του πρώτου απογράφου της υπ` αριθ. …./2014 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και 2) την υπ` αριθ. …………../27.09.2017 κατασχετήρια έκθεση ακίνητης περιουσίας του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λαμίας ………………..
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον καθ` ου η ανακοπή στα δικαστικά έξοδα των ανακοπτόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων (200,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στη Λαμία στις 27-4-2018, με την παρουσία της γραμματέως και απάντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
nomos.gr
