( 726164)

(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Ανακοπή κατά πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης. Άκυρη η επίδοση επιταγής προς εκτέλεση και η κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. Επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης βάσει αλλοδαπής απόφασης σε βάρος της καθ’ης. Η απόφαση κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα σύμφωνα με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Η απόφαση που εκδίδεται κατά το πρώτο στάδιο δεν είναι δικαστική απόφαση αλλά δικαστική διαταγή η οποία κηρύσσει εκτελεστή την αλλοδαπή απόφαση. Κατά το δεύτερο στάδιο ο καθ’ου μπορεί να αμφισβητήσει την διαδικασία και το κύρος της αλλοδαπής απόφασης που κηρύχθηκε εκτελεστή. Άσκηση προσφυγής στο εφετείο από την καθ’ης η εκτέλεση στοιχειοθετώντας τους λόγους μη εκτέλεσης της απόφασης. Επίδοση επιταγής προς εκτέλεση από τον επισπεύδοντα. Άσκηση ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 933 ΚΠολΔ από την καθ’ης η εκτέλεση με λόγο την ακύρωση των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης καθόσον εκκρεμεί η εκδίκαση της ασκηθείσας προσφυγής. Δεν επιτρέπεται η επιβολή μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης όσο εκκρεμεί η προσφυγή στο εφετείο, αλλά μόνο η λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Δεκτή η ανακοπή.

Αριθμός απόφασης: 387/2018

(αριθμός κατάθεσης ανακοπής : Γ.Α. 990/ΑνΕ/35/2018)

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Κωνσταντίνο Ρόκο, Πρόεδρο Πρωτοδικών, τον οποίο όρισε η Διευθύνουσα το Πρωτοδικείο Πρόεδρος Πρωτοδικών, και από τη Γραμματέα Αικατερίνη Ξυδάκη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Μαΐου 2018, για να δικάσει την ανακοπή κατά εκτελέσεως, μεταξύ:

Της ανακόπτουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…», με διακριτικό τίτλο «…» [..], που εδρεύει στο .. Κρήτης οδός .. και .. αριθμ. .., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, με ΑΦΜ .., ΔΟΥ Ηρακλείου, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη, ο οποίος προσκόμισε γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και κατέθεσε προτάσεις.

Της καθ’ής η ανακοπή: Εταιρείας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στη Γερμανία, .. και εκπροσωπείται νόμιμα, .. (ΑΦΜ) …, η οποία παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων της δικηγόρων, Γεωργίου Μπουλνακάκη και Σοφίας Παπαδοπούλου, οι οποίοι προσκόμισαν γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ανακόπτουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 10-4-2018 ανακοπή της, που κατατέθηκε νομότυπα στη Γραμματεία του Δικαστηρίου (αρ.κατ. Γ.Α. 990/ΑνΕ/35/2018), προσδιορίσθηκε να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παρισταμένων διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσαν επί της έδρας.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το εισαγωγικό δίκης ένδικο βοήθημα της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ είναι παραδεκτό μόνο εάν στηρίζεται σε έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος (άρθρο 68 ΚΠολΔ). Πρέπει δηλαδή ο διάδικος που νομιμοποιείται για την άσκηση της ανακοπής, σύμφωνα με τους κανόνες του άρθρου 933 § 1 ΚΠολΔ (είτε πρόκειται για τον καθ’ ού η εκτέλεση οφειλέτη, είτε για τους άλλους δανειστές) να έχει επιπλέον και έννομο συμφέρον σε σχέση με τη συγκεκριμένη ανακοπή, συμφέρον τέτοιο που να συμπορεύεται με τους σκοπούς του δικαίου. Η έννοια του εννόμου συμφέροντος στις δίκες περί την εκτέλεση πρέπει να γίνεται αντιληπτό με βάση τον γενικό κανόνα ότι σε κάθε περίπτωση επιβάλλεται να υπάρχει η ανάγκη για την έννομη προστασία που επιδιώκεται με την άσκηση της συγκεκριμένης ανακοπής, ανάγκη που μάλιστα πρέπει να είναι άμεση, ενεστώσα και άξια δικαστικής προστασίας. Υπάρχει δε, έννομο συμφέρον όταν υπάρχει κίνδυνος να μειωθούν εξαιτίας της παραβάσεως συγκεκριμένης δικονομικής διατάξεως, οι εγγυήσεις που προβλέπει ο νόμος για την εξασφάλιση των συμφερόντων του ανακόπτοντος. Το έννομο συμφέρον για την ακύρωση της πράξεως εκτελέσεως συνίσταται στη συγκεκριμένη ωφέλεια που αποκομίζει ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει την κήρυξη της ακυρότητας, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για ωφέλεια διαδικαστική, ή αν αυτή αφορά τα ουσιαστικά δικαιώματά του. Το έννομο συμφέρον συνδέεται άρα λειτουργικά με την πράξη που προσβάλλεται αυτή καθεαυτή, με την ωφέλεια ειδικότερα που προσδοκά ο διάδικος από την ακύρωσή της, και όχι με τη βλάβη που απορρέει από την παράβαση συγκεκριμένης διατάξεως. Το έννομο συμφέρον, ως γενική διαδικαστική προϋπόθεση, πρέπει, άλλωστε, να ερευνάται αυτεπάγγελτα. Επί αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων έννομο συμφέρον υπάρχει και όταν παρέχεται η δυνατότητα απλώς βελτιώσεως της θέσης του ανακόπτοντος ή όταν γενικά επηρεάζεται η θέση του. Συνεπώς, ο ανακόπτων έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της ανακοπής, ακόμα και όταν στερείται περιουσιακών στοιχείων προς εκτέλεση, αφού δια της ακυρώσεως των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης παύει εφεξής η υπεγγυότητά της έστω και μελλοντικής περιουσίας του, σε βάρος της οποίας θα μπορούσε να επισπεύσει ο δανειστής εκτέλεση δυνάμει ακύρων πράξεων εκτελέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, η ανακόπτουσα με την κρινόμενη ανακοπή της και για τον αναφερόμενο σ’ αυτή λόγο ζητεί την ακύρωση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται σε βάρος του από την καθ’ ης η εταιρεία, δυνάμει: α) Της από 5-03-2018 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου εκτελεστού της υπ` αριθμ. 31584/13 απόφασης του 15ου Τμήματος Εμπορικών Υποθέσεων του Πρωτοδικείου Γερμανίας, Πρωτοδικείο Φρανκφούρτης επί του Μάιν και της από 22-10-2014 παρεμπίπτουσας απόφασης καταλογισμού δικαστικών εξόδων επί της ανωτέρω απόφασης, οι οποίες κηρύχθηκαν εκτελεστές δυνάμει της υπ` αριθμ. 558/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), β) του από 30/03/2018 κατασχετηρίου εγγράφου της καθ’ ής δυνάμει του οποίου επισπεύδεται σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση στα χέρια, ως τρίτης, α) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …, νόμιμα εκπροσωπούμενης, β) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «..», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …, νόμιμα εκπροσωπούμενης, γ) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός .., νόμιμα εκπροσωπούμενης, δ) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός .., νόμιμα εκπροσωπούμενης, ε) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …, νόμιμα εκπροσωπούμενης, στ) του Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία «…» που εδρεύει στο … Κρήτης,..και … και εκπροσωπείται νόμιμα και ζ) του Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία «…» που εδρεύει στα Χανιά, … και εκπροσωπείται νόμιμα, μέχρι του ποσού των 2.106.126,90 ευρώ. Η ανακοπή αυτή εισάγεται αρμοδίως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο (άρθρο 933§§1 και 2 ΚΠολΔ), κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ [άρθρο 937 3 ΚΠολΔ (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015)]. Επίσης, η ανακοπή αυτή έχει ασκηθεί εμπροθέσμως κατ’άρθρο 934 § 1 στοιχ. α’ και β’ ΚΠολΔ, καθώς, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεδομένου ότι η κατασχετήρια έκθεση επιδόθηκε στην ανακόπτουσα στις 4-4-
2018 (βλ. την με αριθμό …/4-4-2018 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Ηρακλείου ….) ενώ η ένδικη ανακοπή επιδόθηκε στην καθ’ ης η ανακοπή στις 11-4-2018 (βλ. την με αριθμό ../114-2018 της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Ηρακλείου …. ). Περαιτέρω, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της καθ’ής, η ανακοπή στρέφεται ρητώς κατά των ανωτέρω δυο συγκεκριμένων πράξεων αναγκαστικής εκτελέσεως και όχι κατά της με αριθμό 558/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), χωρίς να επιδράς τη ανωτέρω δικανική θέση το γεγονός ότι στο δικόγραφο της υπό κρίση ανακοπής του εντάσσει διηγηματικά το σώμα της προσφυγής που άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης κατά της ανωτέρω απόφασης. Επίσης, και παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της καθ’ής, η ανακόπτουσα έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της υπό κρίση ανακοπής κατά των πράξεων εκτελέσεως, αφενός για να μην υφίσταται υπεγγυότητα της μελλοντικώς κτηθησομένης περιουσίας της και αφετέρου για να αποτραπεί η δια του κατασχετηρίου εγγράφου δέσμευση των χρηματικών ποσών που τυχόν ευρεθούν σε τραπεζικό λογαριασμό τηρούμενο σε ένα εκ των ανωτέρω τραπεζικών ιδρυμάτων. Επομένως, η ανακοπή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθούν περαιτέρω οι λόγοι αυτής.
Σύμφωνα με το άρθρο 288 της ΣΛΕΕ (Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης), πρώην άρθρο 249 ΣΕΚ (Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας) και παλαιότερα ΣΕΟΚ (Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας), ο κανονισμός που εκδίδεται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης έχει γενική ισχύ, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο κανονισμός αποτελεί πηγή παράγωγου ευρωπαϊκού δικαίου (της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και ότι έχει άμεση εφαρμογή, τιθέμενος σε ισχύ από την έκδοση και δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελώντας πλέον μέρος του εφαρμοστέου εσωτερικού δικαίου κάθε κράτους μέλους, χωρίς να απαιτείται, κατ` αρχήν, για την εφαρμογή του η λήψη μέτρων από τις εθνικές αρχές (ΑΠ 7/2009). Εξάλλου, από 1-
3-2002, σύμφωνα με το άρθρο 76 αυτού, τέθηκε σε εφαρμογή ο 44/2001 Κανονισμός του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αριθμ. L012, της 16/1/2001. Ο εν λόγω Κανονισμός αντικατέστησε την από 27/9/1968 Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών, όπως αυτή ίσχυε μετά την τροποποίησή της από τη Σύμβαση του Σαν Σεμπάστιαν της 26ης Μαΐου 1989, που κυρώθηκαν από την Ελλάδα με τους νόμους 1814/1988 και 2004/1992, αντίστοιχα (ΑΠ 1028/2009) και έχει, όπως προαναφέρθηκε, αυξημένη τυπική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1027/2011). Ο Κανονισμός αυτός, που εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, πριν αντικατασταθεί (στην πραγματικότητα “αναδιατυπωθεί”) με τον νέο Κανονισμό 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και εφαρμόζεται στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης από 10-1-2015, ορίζει ότι η διαδικασία κήρυξης της εκτελεστότητας που προβλέπεται στον κανονισμό περιλαμβάνει δύο στάδια, κατά το πρότυπο της προϊσχύσασας κοινοτικής σύμβασης των Βρυξελών. Το πρώτο στάδιο αφορά την κήρυξη της εκτελεστότητας και ρυθμίζεται από τα άρθρα 38 έως 42 του κανονισμού. Κατά το άρθρο 41 του κανονισμού 44/2001, η απόφαση κηρύσσεται εκτελεστή «χωρίς έλεγχο των λόγων μη εκτέλεσης» από το Πρωτοδικείο. Εξίσου σημαντικό είναι ότι, σύμφωνα πάντα με την ίδια διάταξη του κανονισμού, «ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση δεν δύναται στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, να καταθέσει προτάσεις». Η διαδικασία δηλαδή στο πρώτο αυτό στάδιο είναι υποχρεωτικά μονομερής, ο καθού δεν ακούγεται [Χαμηλοθώρης, Τα ασφαλιστικά μέτρα υπό το πρίσμα των κοινοτικών Κανονισμών 44/2001 (διεθνής δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις) και 805/2004 (ευρωπαϊκός εκτελεστός τίτλος για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις)], σελ.158). Η ex parte αυτή διαδικασία ολοκληρώνεται με την έκδοση μίας μη προσωρινά εκτελεστής απόφασης (Γέσιου – Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Η διεθνής αναγκαστική εκτέλεση, σελ. 474). Σε αυτό ακριβώς το χρονικό σημείο, υφίσταται από τον κανονισμό η άμεση δυνατότητα λήψεως ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο 47 παρ. 2 και παρ. 3), χωρίς να απαιτείται ειδική άδεια για τη λήψη αυτών ή μεταγενέστερη απόφαση ημεδαπού δικαστηρίου για την επικύρωσή τους. Ακολούθως, η απόφαση που κηρύσσει εκτελεστή την αλλοδαπή απόφαση γνωστοποιείται στον καθού η εκτέλεση, ο οποίος μπορεί να αμφισβητήσει τη διαδικασία και το κύρος της κατά το δεύτερο στάδιο, που ρυθμίζεται από τα άρθρα 43 έως 47 του κανονισμού, αν θεωρεί ότι στοιχειοθετείται ένας από τους λόγους μη εκτέλεσης, που προβλέπονται στα άρθρα 34 και 35. Ετσι θεραπεύεται ο αποκλεισμός του, κατά το πρώτο στάδιο, με αποτέλεσμα τη στέρηση του δικαιώματος του προς υπεράσπιση, αφού μπορεί, κατά το δεύτερο αυτό στάδιο, να προκαλέσει, με το ένδικο μέσο που του παρέχεται, το οποίο ασκείται, κατά το παράρτημα III του κανονισμού, ενώπιον του αρμοδίου κατά τόπον Εφετείου και δικάζεται κατά τη διαδικασία της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας (άρθρο 43 παρ. 3). Το ένδικο αυτό μέσο, που παρέχεται στον καθού η εκτέλεση, δεν αποτελεί έφεση με την τεχνική έννοια του όρου. Ειδικότερα, η απόφαση που εκδίδεται κατά το πρώτο στάδιο και δέχεται κατ` ουσία την αίτηση, δεν είναι δικαστική απόφαση, αλλά απλή δικαστική διαταγή, που υπόκειται από τον καθού η εκτέλεση σε προσφυγή. Αυτό είναι γνωστό στους συντάκτες του κανονισμού και γι` αυτό αποφεύγουν να ονομάσουν το εν λόγω ένδικο μέσο ως έφεση. Αλλωστε, αν έκαναν κάτι τέτοιο, δεν θα ήταν δογματικά ανεκτό, αφού η μεν διαταγή του Μονομελούς Πρωτοδικείου εκδίδεται κατά τις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, το δε ένδικο μέσο (προσφυγή) εισάγει στο Εφετείο γνήσια ιδιωτική διαφορά, που δικάζεται κατά τους κανόνες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας (βλ ΕφΘεσ 434/2010 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 7701/2004 ΔΕΕ 2005.441). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 43 § 5 του κανονισμού το ένδικο μέσο κατά της κήρυξης εκτελεστότητας ασκείται εντός μηνός από την επίδοση ή την κοινοποίησή της, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 47 § 3 του κανονισμού κατά τη διάρκεια της προθεσμίας της ανωτέρω προσφυγής κατά της κήρυξης της εκτελεστότητας και έως ότου εκδοθεί απόφαση για την προσφυγή αυτή, μπορούν να ληφθούν μόνο ασφαλιστικά μέτρα επί της περιουσίας του προσώπου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση, απαγορευομένης προφανώς της αναγκαστικής εκτελέσεως έως τότε (ΜονΠρΑθ 6793/2002 σε ΤΝΠ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ανακόπτουσα με το μοναδικό λόγο ανακοπής της εκθέτει ότι η καθ’ής επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της δυνάμει γερμανικής απόφασης, της οποίας κηρύχθηκε η εκτελεστότητα δυνάμει ημεδαπής απόφασης, κατά της οποίας όμως (ημεδαπής απόφασης) η ανακόπτουσα έχει νομότυπα και εμπρόθεσμα προσφύγει και εκκρεμεί ακόμη η εκδίκαση της προσφυγής της. Με βάση το περιεχόμενο αυτό και σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ο λόγος αυτός ανακοπής είναι νόμω βάσιμος στηριζόμενος στα άρθρα 933 ΚΠολΔ και 43 § 5 και 47 § 3 του κανονισμού 44/2001, που εφαρμόζεται εν προκειμένω δεδομένου ότι η αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η αλλοδαπή δικαστική απόφαση ασκήθηκε πριν την 10η Ιανουαρίου 2015 (άρθρο 66§ 1 του νεότερου συναφούς Κανονισμού 1215/2015).

Από όλα τα έγγραφα ανεξαιρέτως τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (σημειώνεται ότι η μνεία παρακάτω ορισμένων εγγράφων είναι ενδεικτική αφού ουδενός η συνεκτίμηση παρελείφθη): Την 25-08-2014 δημοσιεύτηκε η υπ’ αριθμ. 3-15 Ο 84/13 απόφαση του 15ου Τμήματος Εμπορικών Υποθέσεων του Πρωτοδικείου Γερμανίας, Πρωτοδικείο Φρανκφούρτης επί του Μάιν, με την οποία υποχρεώθηκε η ανακόπτουσα να καταβάλει στην καθ’ής η ανακοπή το ποσό του 1.453.789,13 € πλέον τόκων ύψους οκτώ εκατοστιαίων μονάδων άνω του βασικού επιτοκίου επί ποσού ύψους 667.664,13 € από την 01-06-2012 και επί ποσού 786.125 € από την 31-07-2012 και 12,50 € προδικαστικά έξοδα όχλησης και 4.494 € έξοδα είσπραξης, ενώ η ως άνω απόφαση τυγχάνει εκτελεστή στο κράτος προέλευσής της. Περαιτέρω, την 22-10-2014 δημοσιεύτηκε η παρεμπίπτουσα απόφαση καταλογισμού δικαστικών εξόδων επί της ως άνω απόφασης, με την οποία υποχρεώθηκε η ανακόπτουσα να καταβάλει στην καθ’ής ως δικαστικά έξοδα το ποσό των 33.604,02 € μαζί με τόκους ύψους 5% άνω του βασικού επιτοκίου από 09-09-2014, και, ομοίως, η ως άνω παρεμπίπτουσα απόφαση τυγχάνει εκτελεστή στο κράτος προέλευσής της. Ακολούθως, η καθ’ής αιτήθηκε από το παρόν Δικαστήριο κατά την εκουσία δικαιοδοσία α) την αναγνώριση του δεδικασμένου στην Ελλάδα και την κήρυξη εκτελεστής της υπ’ αριθμ. 3-15 Ο 84/13 απόφασης του 15ου Τμήματος Εμπορικών Υποθέσεων του Πρωτοδικείου Γερμανίας, Πρωτοδικείο Φρανκφούρτης επί του Μάιν, με την οποία υποχρεώθηκε η καθ’ ης να καταβάλει στην αιτούσα το ποσό των 1.453.789,13 € πλέον τόκων ύψους οκτώ εκατοστιαίων μονάδων άνω του βασικού επιτοκίου επί ποσού ύψους 667.664,13 € από την 01-06-2012 και επί ποσού 786.125 € από την 31-07-2012 και 12,50 € προδικαστικά έξοδα όχλησης και 4.494 € έξοδα είσπραξης, β) την αναγνώριση του δεδικασμένου στην Ελλάδα και την κήρυξη εκτελεστής της από 22-10-2014 παρεμπίπτουσας απόφασης καταλογισμού δικαστικών εξόδων επί της υπ’ αριθμ. 3-15 Ο 84/13 απόφασης του 15ου Τμήματος Εμπορικών Υποθέσεων του Πρωτοδικείου Γερμανίας, Πρωτοδικείο Φρανκφούρτης επί του Μάιν, με την οποία υποχρεώθηκε η καθ’ ης να καταβάλει στην αιτούσα ως δικαστικά έξοδα το ποσό των 33.604,02 € μαζί με τόκους ύψους 5% άνω του βασικού επιτοκίου από 09-09-2014. Το παρόν Δικαστήριο, δικάσαν κατά την εκουσία δικαιοδοσία με την με αριθμό 338/2017 απόφασή του, αφού απέρριψε αυτή ως προς το αίτημά της περί αναγνώρισης του δεδικασμένου ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος, καθότι η καθ’ής η ανακοπή και τότε αιτούσα δεν επικαλέστηκε οποιαδήποτε αμφισβήτηση των υπό αναγνώριση αποφάσεων, όπως απαιτείται από το άρθρο 33 παρ. 2 του Κανονισμού Βρυξελλών 44/2001, ακολούθως, κήρυξε εκτελεστές στην Ελλάδα τις ανωτέρω αποφάσεις του 15ου Τμήματος Εμπορικών Υποθέσεων του Πρωτοδικείου Γερμανίας, Πρωτοδικείο Φρανκφούρτης επί του Μάιν. Ακολούθως, η καθ’ής επέδωσε την ανωτέρω και με αριθμό 338/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην ανακόπτουσα την 4η-9-2017 (βλ. την με αριθμό 4-9-2017 επισημείωση επί της απόφασης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Ηρακλείου) και η τελευταία κατέθεσε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης την από 6-9-2017 προσφυγή του κατ’άρθρο 43 του Κανονισμού 44/2001 (αριθμός κατάθεσης: 403/6-9-2017), την οποία επέδωσε εντός μηνός από της κοινοποιήσεως, ήτοι στις 11-9-2017, στην καθ’ής (βλ. την με αριθμό …../11-9-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ….). Συνεπώς, ασκηθείσας της προσφυγής κατά το άρθρο 43 του Κανονισμού 44/2001, και σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν επιτρέπονται πλέον μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης, παρά μόνο η λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Εντούτοις, η καθ’ής στις 26.03.2018 κοινοποίησε επικυρωμένο αντίγραφο πρώτου απογράφου εκτελεστού της υπ`αριθμ. 3-15 Ο 84/13 απόφασης του 15ου Τμήματος Εμπορικών Υποθέσεων του Πρωτοδικείου Γερμανίας, Πρωτοδικείο Φρανκφούρτης επί του Μάιν και της από 22-10-2014 παρεμπίπτουσας απόφασης καταλογισμού δικαστικών εξόδων επί της ανωτέρω απόφασης, οι οποίες κηρύχθηκαν εκτελεστές δυνάμει της υπ` αριθμ. 558/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), με τη συνακόλουθη από 5-03-2018 επιταγή προς πληρωμή, με την οποία επέτασσε την ανακόπτουσα να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 2.106.126,90 ευρώ και συγκεκριμένα: Α] για κεφάλαιο το ποσό του 1.453.789,13 ευρώ, Β] για τόκους επιδικασμένου κεφαλαίου ως τις 5-03-2018 το ποσό των 607.317,72 ευρώ, Γ] για προδικαστικά έξοδα όχλησης και έξοδα είσπραξης, το ποσό των 4.506,50 ευρώ, Δ] για δικαστικά έξοδα το ποσό των 33.604,02 ευρώ, Ε] για τόκους δικαστικών εξόδων από 9-09-2014 έως 5-03-
2018 το ποσό των 4.869,53 ευρώ, ΣΤ] για σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση το ποσό των 2.000 ευρώ και Ζ] για έξοδα επίδοσης και πορεία δικαστικού επιμελητή το ποσό των 40 ευρώ. Στη συνέχεια, η καθ’ ής η ανακοπή επέδωσε την 4η-04-2018 στην ανακόπτουσα και στις κατωτέρω τράπεζες και συγκεκριμένα α) την 3η-04-2018 στη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…», β) την 2α -04-2018 στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…», γ) την 2α-04-
2018 στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με τη επωνυμία «….», δ) την 2α-04-2018 στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…», ε) την 2α-04-2018 στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…», στ) την 2α-04-2018 στον Πιστωτικό Συνεταιρισμό με την επωνυμία «…» και ζ) την 2α-04-2018 στον Πιστωτικό Συνεταιρισμό με την επωνυμία «..», το από 30-03-2018 κατασχετήριο έγγραφο, δυνάμει του οποίου επέβαλε κατάσχεση στα χέρια των ανωτέρω τραπεζών, ως τρίτης, των υφιστάμενων και των μελλοντικών απαιτήσεών της κατά αυτών από τις συναλλαγές τους και των χρηματικών καταθέσεων στους λογαριασμούς της, μέχρι του προαναφερόμενου ποσού των 2.106.126,90 ευρώ. Ενόψει των ανωτέρω, όμως, τόσο η επιταγή προς εκτέλεση όσο και η κατάσχεση εις χείρας τρίτου πάσχουν από ακυρότητα, αφού αντίκεινται στη ρητή διάταξη του άρθρου 47 § 3 σε συνδυασμό με το άρθρο 43 § 5 του Κανονισμού 44/2001, (ως εκ περισσού) προκαλούν δικονομική βλάβη στην ανακόπτουσα, και πρέπει να ακυρωθούν, δεκτής γενομένης της ανακοπής. Τα δικαστικά έξοδα θα συμψηφιστούν εν μέρει, αφού η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ’αντιμωλία των διαδίκων

Δέχεται την αίτηση

Ακυρώνει: α) Την από 5-03-2018 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου εκτελεστού της υπ` αριθμ. 3-15 Ο 84/13 απόφασης του 15ου Τμήματος Εμπορικών Υποθέσεων του Πρωτοδικείου Γερμανίας, Πρωτοδικείο Φρανκφούρτης επί του Μάιν και της από 22-10-2014 παρεμπίπτουσας απόφασης καταλογισμού δικαστικών εξόδων επί της ανωτέρω απόφασης, οι οποίες κηρύχθηκαν εκτελεστές δυνάμει της υπ` αριθμ. 558/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), β) το από 30/03/2018 κατασχετήριο έγγραφο της καθ’ ής δυνάμει του οποίου επισπεύδεται σε βάρος της ανακόπτουσας αναγκαστική εκτέλεση στα χέρια, ως τρίτης, α) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …, νόμιμα εκπροσωπούμενης, β) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός .., νόμιμα εκπροσωπούμενης, γ) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «..», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …, νόμιμα εκπροσωπούμενης, δ) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός .., νόμιμα εκπροσωπούμενης, ε) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …, νόμιμα εκπροσωπούμενης, στ) του Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία «…» που εδρεύει στο … Κρήτης, … και … και εκπροσωπείται νόμιμα και ζ) του Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία «..» που εδρεύει στα Χανιά, … και εκπροσωπείται νόμιμα, μέχρι του ποσού των 2.106.126,90 ευρώ.

Επιβάλλει στην καθ’ής μέρος των δικαστικών εξόδων της ανακόπτουσας ύψους 800 €.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο Ηράκλειο στις 4 Ιουνίου 2018, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

O ΔIKAΣTHΣ H ΓPAMMATEAΣ

Π.Β.

nomos