Περίληψη: Ακυρη σύμβαση εργασίας -. Οι συμβάσεις εργασίας που καταρτίζονται με το δημόσιο ή με ν.π.δ.δ. απαιτούν έγγραφο τύπο, διαφορετικά είναι άκυρες. Η έλλειψη του έγγραφου τύπου μετατρέπει την άκυρη σύμβαση εργασίας σε απλή εργασιακή σχέση, με συνέπεια το ν.π.δ.δ. να είναι υποχρεωμένο να αποδώσει στον εργαζόμενο, βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού την ωφέλεια που αποκόμισε από την εργασία του.

ΜονΠρΘεσ 8499/2013

Σύμφωνα με τη διάταξη των άρθρων 3 παρ. 1 και 13 παρ. 1 του ν. 1268/1982 «για τη δομή και λειτουργία των ΑΕΙ» τα ΑΕΙ είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου πλήρως αυτοδιοικούμενα, το δε διδακτικό έργο ασκείται από το διδακτικό ερευνητικό προσωπικό (Δ.Ε.Π.), που αποτελείται από καθηγητές, αναπληρωτές καθηγητές, επίκουρους καθηγητές και λέκτορες. Κατά το άρθρο 25 του ίδιου νόμου το ακαδημαϊκό έτος αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου κάθε χρόνου και λήγει την 31η Αυγούστου του επόμενου. Εξάλλου, με το άρθρο 5 του π.δ. 407/1980 προβλέπεται η πρόσληψη υπό προϋποθέσεις από όλα τα ΑΕΙ της χώρας, με πράξη του οικείου Πρύτανη, επιστημόνων αναγνωρισμένου επιστημονικού κύρους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για τη διεξαγωγή, πλην άλλων, διδακτικού έργου καθοριζόμενου από τη σύμβαση, η διάρκεια της οποίας προσδιορίζεται μέχρι ένα πανεπιστημιακό έτος κατά περίπτωση, δυνάμενη να ανανεώνεται ή να παρατείνεται, πλην όμως ο συνολικός χρόνος πρόσληψης δεν μπορεί να υπερβεί των ν.π.δ.δ.» κάθε σύμβαση για λογαριασμό του νομικού προσώπου, έχουσα αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών ή δημιουργούσα υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου. Το ποσό τούτο δύναται ν’ αυξομειώνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης. Η πρόταση κατάρτισης της σύμβασης και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν και με ιδιαίτερα έγγραφα. Η ακυρότητα από τη μη τήρηση του τύπου της έγγραφης αποδοχής αίρεται σε περίπτωση εκπλήρωσης της σύμβασης. Με την υπ’ αριθ. …/9.7.1992 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β’ 447) αυξήθηκε το χρηματικό ποσό το οριζόμενο από τις διατάξεις του άρθρου 84 του ν.δ. 321/1969 και του ως άνω άρθρου 41 του ν.δ. 496/1974 σε 150.000 δραχμές. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 158 ΑΚ η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται μόνον όπου το ορίζει ο νόμος, κατά δε την παράγραφο 1 του άρθρου 159 του ίδιου Κώδικα η δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο υπό του νόμου απαιτούμενος τύπος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη (ΕφΔωδ 122/2006 Νόμος, Εφθεσ 2420/2003 ΕπισκΕΔ 2003.1207, ΕφΑθ 11549/1995 ΝοΒ 44.1008, ΕφΑθ 1840/1992 ΝοΒ 41.510, ΕφΑθ 8341/1991 ΕλλΔνη 33.875, βλ. και Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, Ερμηνεία ΑΚ, άρθρο 159, αριθ. 8). Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι κάθε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, καταρτιζόμενη από ν.π.δ.δ. με εργαζόμενο, υποβάλλεται σε έγγραφο τύπο απαιτούμενο εκ του νόμου, που είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, χωρίς την τήρηση του οποίου είναι άκυρη, η δε ακυρότητα στην περίπτωση αυτήν από την έλλειψη του απαιτούμενου τύπου είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη κι αυτεπαγγέλτως, εφόσον προκύπτει από τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά. Η έλλειψη του έγγραφου τύπου μετατρέπει την άκυρη σύμβαση εργασίας σε απλή εργασιακή σχέση, με συνέπεια το ν.π.δ.δ. να είναι υποχρεωμένο να αποδώσει στον εργαζόμενο, βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, την ωφέλεια που αποκόμισε από την εργασία του, η οποία συνίσταται στην αμοιβή που θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό με τις ίδιες ικανότητες που θα προσλάμβανε με έγκυρη εργασιακή σύμβαση υπό τις επικρατούσες στον τόπο παροχής της εργασίας συνθήκες.

JUDEX