Μη απόδοση ΦΠΑ – Ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος – Έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης
ΤρΠλημΚω 584/2013 [Μη απόδοση ΦΠΑ – Ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος – Έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης] (παρατ. Π. Θεοδωρίδης)
Διατάξεις: άρθρα 18 Ν 2523/1997, 27 [παρ. 2] ΠΚ, 173 [παρ. 1], 321 [παρ. 1 στοιχ. δ΄] ΚΠΔ, 6 [παρ. 3] ΕΣΔΑ
Μη απόδοση ΦΠΑ, Ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος, Έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης
(Περίληψη) Ακυρώνεται το επίδικο κλητήριο θέσπισμα διά του οποίου παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος να δικασθεί για το αδίκημα της μη απόδοσης ΦΠΑ. Συγκεκριμένα, δεν περιγράφεται στο κλητήριο θέσπισμα με σαφήνεια και ακρίβεια η πράξη για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, δηλαδή σε αυτό δεν καθορίζεται επακριβώς το έγκλημα κατά τα πραγματικά περιστατικά που το συνιστούν και τα κατά το νόμο συστατικά του στοιχεία, προκειμένου αυτός να λάβει γνώση της αποδιδόμενης κατηγορίας και να προετοιμάσει ανάλογα την υπεράσπισή του. Ειδικότερα, στο κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχονται επακριβώς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία πληρούν την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και δη το στοιχείο του σκοπού αποφυγής πληρωμής του ΦΠΑ. Επιπλέον, δεν εξειδικεύεται η ιδιότητα με την οποία ο κατηγορούμενος όφειλε να προβεί στην ανωτέρω απόδοση, καθόσον αναφέρεται ως νόμιμος εκπρόσωπος επιχείρησης άνευ περαιτέρω στοιχείων της τελευταίας.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 321 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ΚΠΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, δηλαδή θα πρέπει στο κλητήριο θέσπισμα να περιγράφεται με σαφήνεια και ακρίβεια η πράξη για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, ήτοι να καθορίζονται επακριβώς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση εγκλήματος, όπως αυτό τυποποιείται στο νόμο, για να είναι σε θέση ο κατηγορούμενος να λάβει γνώση της αποδιδόμενης σ’ αυτόν κατηγορίας και να προετοιμάσει ανάλογα την υπεράσπισή του. Τα ίδια προβλέπονται και από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α΄ και β΄ της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και αποτελεί εγχώριο δίκαιο, το οποίο ορίζει ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: α) να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα την οποία εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια, τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας και β) να διαθέτει το χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για την προετοιμασία της υπεράσπισής του. Αν δεν περιέχεται στο κλητήριο θέσπισμα ο ακριβής καθορισμός της πράξης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, τότε αυτό και μαζί του η κλήτευση του τελευταίου στο ακροατήριο, είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ. Την ακυρότητα αυτή του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, δηλαδή αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη (άρθρο 173 παρ. 1 ΚΠΔ).
Εξάλλου, ο Ν 2523/1997 «Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις» τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18) και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Και τα τρία αυτά αδικήματα φοροδιαφυγής τα διαπλάσσει σε βαθμό πλημμελήματος και κακουργήματος, αναλόγως με το ύψος του ποσού που αποκρύφθηκε, παρακρατήθηκε ή της αξίας των φορολογικών στοιχείων. Ειδικότερα, στο άρθρο 18 του Ν 2523/1997 με σαφήνεια περιγράφεται η υποκειμενική υπόσταση του οικείου εγκλήματος, κατά την οποία η μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών στοιχειοθετείται μόνο αν ο φορολογούμενος ενήργησε «προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτών», δηλαδή για να αποφύγει την πληρωμή αυτών. Από τη χρήση της λέξης «προκειμένου» στο κείμενο του νόμου συνάγεται ότι και στην περίπτωση αυτή διαπλάθεται έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υποστάσεως (έγκλημα σκοπού) και ο φορολογούμενος πρέπει να ενεργεί με δόλο α΄ βαθμού (άρθρο 27 παρ. 2 ΠΚ) και συγκεκριμένα, θα πρέπει με την πράξη της υποβολής ανακριβούς δήλωσης για την απόδοση στο Δημόσιο του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, να μην αποδίδει ΦΠΑ γνωρίζοντας, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου, και επιδιώκοντας να αποφύγει την πληρωμή του. Επομένως, θα πρέπει και στο κλητήριο θέσπισμα ο συγκεκριμένος σκοπός (αποφυγή πληρωμής ΦΠΑ και λοιπών φόρων) αφενός να εξειδικεύεται (σκοπός αποφυγής πληρωμής ΦΠΑ ή Φόρου Κύκλου Εργασιών ή παρακρατουμένων και επιρριπτομένων φόρων) και αφετέρου να περιγράφεται ρητά και με σαφήνεια, αφού πρόκειται για στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος του άρθρου 18 του Ν 2523/1997. Από την επισκόπηση του αντίτυπου του κλητηρίου θεσπίσματος που υπάρχει στη δικογραφία προκύπτει ότι τούτο διέλαβε στο περιεχόμενό του ότι «… Στην Κω, … ως νόμιμος εκπρόσωπος επιχείρησης με αντικείμενο δραστηριότητας ελαιολιπαντικά με έδρα Κω … δεν υπέβαλε περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ, όπως είχε υποχρέωση: α) κατά τη διαχειριστική περίοδο από την … 2008, κατά την οποία παρακράτησε και δεν απέδωσε ως όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο τον ΦΠΑ της παραπάνω χρονικής περιόδου, περιλαμβανομένων προσαυξήσεων, συνολικού ύψους 7.381,18 ευρώ και β) κατά τη διαχειριστική περίοδο από την 2009, κατά την οποία παρακράτησε και δεν απέδωσε ως όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο τον ΦΠΑ της παραπάνω χρονικής περιόδου, περιλαμβανομένων προσαυξήσεων, συνολικού ύψους 13.238,95 ευρώ». Ενόψει τούτων είναι προφανές ότι στο κλητήριο θέσπισμα δεν περιγράφεται με σαφήνεια και ακρίβεια η πράξη, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, δηλαδή σ’ αυτό δεν καθορίζεται επακριβώς το έγκλημα κατά τα πραγματικά περιστατικά που το συνιστούν και τα κατά το νόμο συστατικά αυτού στοιχεία, προκειμένου αυτός να λάβει γνώση της αποδιδόμενης κατηγορίας και να προετοιμάσει ανάλογα την υπεράσπισή του. Ειδικότερα, στο κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχονται επακριβώς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία πληρούν την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και δη το στοιχείο του «σκοπού αποφυγής πληρωμής του ΦΠΑ». Επιπλέον, σε αυτό δεν εξειδικεύεται η ιδιότητα με την οποία ο κατηγορούμενος όφειλε να προβεί στην ανωτέρω απόδοση, καθόσον αναφέρεται ως νόμιμος εκπρόσωπος επιχείρησης, άνευ περαιτέρω στοιχείων της τελευταίας. Άρα, το κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο και πρέπει να κηρυχθεί ως τέτοιο.
[…]
Παρατηρήσεις
Η υπό κρίση απόφαση πραγματεύεται το μείζον θέμα του ακριβούς καθορισμού της πράξης που οφείλει να περιέχει το κλητήριο θέσπισμα κατά το άρθρο 321 παρ. 1 περ. δ΄ ΚΠΔ και της αντίστοιχης ακυρότητας που συνεπάγεται η μη τήρηση της εν λόγω υποχρέωσης, προσδιορίζοντας το περιεχόμενο αυτής της επιταγής στο χώρο των εγκλημάτων φοροδιαφυγής. Με το ίδιο θέμα έχει ασχοληθεί εξάλλου και παλαιότερη απόφαση του Αρείου Πάγου [1] , το περιεχόμενο της οποίας ταυτίζεται με την υπό κρίση απόφαση. Αναλυτικότερα:
Σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 1 εδ. δ΄ ΚΠΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος και μνεία του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Πρόκειται για το σπουδαιότερο από τα στοιχεία που υποχρεωτικά κατά το άρθρο 321 παρ. 1 ΚΠΔ, οφείλει να περιλαμβάνει το κλητήριο θέσπισμα, καθώς συνδέεται με το δικαίωμα πληροφόρησης του κατηγορουμένου, προκειμένου να μπορέσει αυτός να αναπτύξει πλήρως την υπεράσπισή του [2] . Όντας, επομένως, εξειδίκευση της αρχής της πληροφόρησης και κατ’ επέκταση της αρχής της ακροάσεως του κατηγορουμένου [3] , η εν λόγω υποχρέωση τυγχάνει και συνταγματικής κατοχύρωσης στο άρθρο 20 παρ. 1 Συντ. Τέλος, το πλέγμα διατάξεων που κατοχυρώνουν την υποχρέωση ακριβούς καθορισμού των στοιχείων της πράξης ολοκληρώνεται με την αναφορά στις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. α΄ ΕΣΔΑ, η οποία καθιερώνει το δικαίωμα του κατηγορουμένου «όπως πληροφορηθή, εν τη βραχυτέρα προθεσμία εις γλώσσαν την οποία εννοεί και εν λεπτομερεία την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας» αλλά και του άρθρου 14 παρ. 3 περ. α΄ ΔΣΑΠΔ, όπου παρομοίως γίνεται αναφορά στο δικαίωμα του κατηγορουμένου να πληροφορηθεί «λεπτομερώς τη φύση και τους λόγους της κατηγορίας εναντίον του».[…]