Για να έχει η καταδικαστική για παράβαση του άρθρου 32 παρ. 4 του ν.δ. 136/1946 απόφαση την επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω αιτιολογία, απαιτείται να εκτίθεται σ’ αυτήν ότι ο κατηγορούμενος είχε κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως τις ιδιότητες που απαιτεί ο νομοθέτης ανάλογα με την επιχείρηση, περαιτέρω δε να αναφέρεται το είδος της υπαιτιότητας του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό, αν δηλαδή αυτός τέλεσε την πράξη από δόλο ή από αμέλεια.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θωμά Γκατζογιάννη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου – Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη, Μαρία Γκανιάτσου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αριστέας Θεοδόση και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων 1. Α. Σ. του Π., κατοίκου … και 2. Μ. Χ. του Γ., κατοίκου …, που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χατζηαποστόλου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 39169/2016 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες – κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 8 Μαΐου 2017 δύο αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …2017.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προκείμενη προσβαλλόμενη απόφαση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά της υπ’ αριθμ. 39169/2016 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 27-4-2017, όπως προκύπτει από την επ’ αυτής σχετική σημείωση, οι δύο κατηγορούμενοι άσκησαν νομότυπα και εμπρόθεσμα τις από 8-5-2017 αιτήσεις, με τις οποίες ζητούν την αναίρεσή της. Ειδικότερα κατέθεσαν δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου τις αιτήσεις αναιρέσεως αυτές στον Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για τις οποίες συντάχθηκαν οι υπ’ αριθμ. …/2017 εκθέσεις του Τμήματος Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Επομένως αυτές είναι παραδεκτές και πρέπει, συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, να εξετασθούν περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 32 § 4 του Ν.Δ. 136/1946 (Αγορανομικός Κώδικας), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 § 5 του Ν.3668/2008, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή, καθώς και με διοικητικό πρόστιμο σύμφωνα με τη νομοθεσία περί τροφίμων, τιμωρείται όποιος πωλεί ή κατέχει προς πώληση ή διανέμει για κατανάλωση τρόφιμα μη ασφαλή – επιβλαβή για την υγεία (…), ενώ κατά τη διάταξη του επόμενου άρθρου 33 του ίδιου Ν.Δ/τος ορίζεται ότι εάν οι παραβάσεις που προβλέπονται υπό των άρθρων 30, 31 και 32 του αυτού Κώδικα, τελέσθηκαν από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή χρηματική ποινή. Περαιτέρω, μετά από την κατάργηση της παραγράφου 2 του άρθρου 36 του Αγορανομικού Κώδικα (ν.δ. 136/1946, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 11 του ν. 802/1978), με το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου 1401/1983, η οποία καθιέρωνε την ποινική ευθύνη των συμβατικώς οριζομένων ως αγορανομικώς υπευθύνων των επιχειρήσεων, σύμφωνα με την ισχύουσα παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 36, για κάθε παράβαση των διατάξεων του διατάγματος αυτού και των “εις εκτέλεση αυτού διατάξεων”, που γίνεται στα ξενοδοχεία φαγητού και ύπνου, τα εστιατόρια κάθε είδους και στα εκεί αναφερόμενα λοιπά καταστήματα, εργοστάσια και εργαστήρια, τιμωρούνται ως αυτουργοί “ο κύριος της επιχειρήσεως, ο διευθυντής και ο επόπτης του εστιατορίου ή ξενοδοχείου και λοιπών καταστημάτων, εργοστασίων, εργαστηρίων κ.λ.π.”. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται έτσι ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως, όταν δεν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ αρκεί για την ύπαρξη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ενόψει αυτών, για να έχει η καταδικαστική για παράβαση του άρθρου 32 παρ. 4 του ν.δ. 136/1946 απόφαση την επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω αιτιολογία, απαιτείται να εκτίθεται σ’ αυτήν ότι ο κατηγορούμενος είχε κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως μία από τις τρεις πιο πάνω ιδιότητες, περαιτέρω δε να αναφέρεται το είδος της υπαιτιότητας του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό, αν δηλαδή αυτός τέλεσε την πράξη από δόλο ή από αμέλεια, δεδομένου ότι η αξιόποινη αυτή πράξη τιμωρείται, είτε από πρόθεση είτε από αμέλεια τελούμενη. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά πλειοψηφία, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του και κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, ότι, από τα μνημονευόμενα στο ίδιο κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα, προέκυψαν ως προς την παράβαση του άρθρου 32 παρ. 4 του Αγορανομικού Κώδικα τα ακόλουθα περιστατικά. “στη συσκευασία της βρεφικής κρέμας “…” που παράγεται από την εταιρία της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο πρώτος κατηγορούμενος και αγορανομικός υπεύθυνος ο δεύτερος κατηγορούμενος, προέκυψε ότι κατά το άνοιγμά της βρέθηκε το έντομο κατσαρίδα, το οποίο τη στιγμή του ανοίγματος ήταν ήδη νεκρό (…). Το γεγονός ότι, σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρα υπεράσπισης η παραγωγή και η συσκευασία των προϊόντων γίνεται υπό συνθήκες που ελαττώνουν την πιθανότητα παρείσφρυσης ξένου σώματος, δεν αποκλείει εντελώς την πιθανότητα ανθρώπινου λάθους των αρμοδίων υπαλλήλων της εταιρίας”. Ακολούθως το ίδιο Δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές αυτές, κήρυξε κατά πλειοψηφία ενόχους τους κατηγορούμενους-αναιρεσείοντες του ότι, στο … στις 24-12-2009 ο πρώτος κατηγορούμενος Χ. Μ., ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία “… Α.Ε. Προϊόντων Ειδικής Διατροφής”, η οποία εδρεύει στο … χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας στην … και ο δεύτερος κατηγορούμενος Σ. Α., ως υπεύθυνος για τα αγορανομικά θέματα της ίδιας πιο πάνω εταιρίας, από πρόθεση πώλησαν τρόφιμο οπωσδήποτε ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ για τη δημόσια υγεία και ειδικότερα διέθεσαν στην κατανάλωση βρεφική κρέμα “…” φαρίν λακτέ με γάλα με ημερομηνία λήξης 2-8-2011, προϊόν που αγόρασε ο καταναλωτής… από το υποκατάστημα σούπερ μάρκετ “…” επί της οδού … στο …, το οποίο ήταν ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ για τη δημόσια υγεία, γιατί βρέθηκε εντός της συσκευασίας του προϊόντος σώμα, ξένο προς τη φύση του τροφίμου και συγκεκριμένα μια κατσαρίδα. Έτσι όμως που αποφάνθηκε το ανωτέρω Δικαστήριο, με τα υπ’ αυτού γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά, δεν διέλαβε στο σκεπτικό της αποφάσεώς του την προβλεπόμενη και επιβαλλόμενη υπό των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την μορφή της υπαιτιότητας των αναιρεσειόντων, αφού, ενόψει του ότι το αγορανομικό αυτό αδίκημα τιμωρείται και από αμέλεια, κατά το άρθρο 33 του ως άνω Ν.Δ. 136/1946, με ηπιότερη ποινική μεταχείριση του δράστη, δεν καθίσταται σαφές ποία από τις δύο αυτές μορφές υπαιτιότητας δέχθηκε το Δικαστήριο, αφού -αντιφατικά- άλλα περιλαμβάνονται στο σκεπτικό και άλλα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ εξ άλλου δεν εκτίθενται περιστατικά τα οποία να στηρίζουν την κρίση ότι το αδίκημα αυτό τέλεσαν οι αναιρεσείοντες από πρόθεση ή από αμέλεια. Επίσης με αυτές τις παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ιδιότητα των αναιρεσειόντων, αφού ούτε στο σκεπτικό, αλλά ούτε και στο διατακτικό της αποφάσεως αυτής αναφέρεται εάν οι αναιρεσείοντες, κατά τον κρίσιμο χρόνο τελέσεως της αποδιδόμενης αγορανομικής παραβάσεως (24-12-2009), για την οποία καταδικάσθηκαν, είχαν μία από τις προαναφερθείσες ιδιότητες του κυρίου της επιχειρήσεως ή του διευθυντή ή του επόπτη αυτής, ενώ μόνη η αναφορά στο σκεπτικό και στο διατακτικό της αποφάσεως για τον πρώτο εξ αυτών της ιδιότητας του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας “… Α.Ε.”, χωρίς να προσδιορίζεται πώς προκύπτει η τοιαύτη εκπροσώπηση απ’ αυτόν της ανώνυμης εταιρείας, που κατ’ αρχήν ανήκει στο διοικητικό συμβούλιό της συλλογικά (άρθρα 18 και 22 του ν. 2190/1920), δεν μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη του για την ως άνω αγορανομική παράβαση, ενώ και για τον δεύτερο η αναφορά του αγορανομικώς υπευθύνου (που δεν υφίσταται πλέον ως όρος στη νομοθεσία) δεν αρκεί για να θεμελιώσει ευθύνη του για την άνω αγορανομική παράβαση. Επομένως, κατά παραδοχή ως βασίμου του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ πρώτου λόγου αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστωμένης αιτιολογίας, ο οποίος, άλλωστε, και αυτεπαγγέλτως ερευνάται, εφόσον η κρινόμενη αίτηση κρίνεται παραδεκτή (511 ΚΠΔ), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 39169/2016 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που την δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2017.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
https://www.oenet.gr
