Στην περίπτωση που δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ’ αυτήν και δεν έχει δηλώσει διεύθυνση κατοικίας, κατά το άρθρο 273 του ΚΠΔ, δεν μπορεί άνευ ετέρου να θεωρείται ως άγνωστης διαμονής, από μόνο το γεγονός ότι αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή τη μήνυση διεύθυνση κατοικίας, από την οποία και απουσίαζε.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη – Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρτεμισία Παναγιώτου, Μαρία Γεωργίου – Εισηγήτρια και Ευφροσύνη Καλογεράτου – Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Ζαχαρή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Σ. Κ. του Γ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Αυγερινού, για αναίρεση της υπ’ αριθ.41699/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10-3-2017 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …17.

Αφού άκουσε

Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ’ αριθμ….2017 από 10 Μαρτίου 2017 αίτηση του Σ. Κ. του Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ.41699/2016 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 εδ. α. του Κ.Ποιν.Δ. βιβλίο στις 7 Μαρτίου 2017 έχει, ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά το άρθρο 473 παρ. 1 και 3 Κ.Ποιν.Δ. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των λόγων της. Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 εδ.α της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το Ν.2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ.53/1974 και αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη εσωτερικού νόμου, ορίζεται ότι “Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε…., είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως”. Στο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνονται ειδικότερα, σύμφωνα με τη σταθερή νομολογία του ΕΔΔΑ: α) το δικαίωμα ελεύθερης και ανεμπόδιστης πρόσβασης στο δικαστήριο και β) το δικαίωμα του προσώπου να τύχει σχετικά με την υπόθεσή του ακρόασης. Το ίδιο δικαίωμα ακρόασης αναγνωρίζεται, τόσο από το άρθρο 2 περ.1 του έβδομου Πρωτοκόλλου της ως άνω Ευρωπαϊκής Σύμβασης, που κυρώθηκε με το Ν.1705/1987, το οποίο ορίζει ότι “κάθε πρόσωπο που καταδικάσθηκε για αξιόποινη πράξη από δικαστήριο, έχει το δικαίωμα της επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της απόφασης με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ή της απόφασης με την οποία επιβλήθηκε ποινή”, όσο και από το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, κατά το οποίο “καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντα του, όπως ο νόμος ορίζει”. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι τα κράτη θα πρέπει να έχουν εξασφαλίσει στην πράξη το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, απόρροια του οποίου είναι και η ακώλυτη πρόσβαση σε δικαστήριο και η προηγούμενη δικαστική ακρόαση. Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ενδίκου μέσου εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως, αρκεί οι συνέπειες που επισύρει η παράβαση τους να μην είναι υπέρμετρες σε τέτοιο σημείο, ώστε να αναιρείται η ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο. Η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δε δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέρα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του Κ.Π.Δ, εκτός εάν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναίρεσης, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. δ’ ΚΠΔ όπως το στοιχ. δ’ της παρ. 1 αντικατ. από την παρ. 2 του άρθρου 11, του Ν. 3904/23.12.2010.

Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 171 παρ.1 περ.δ’ του ΚΠΔ, όπως η περ.δ’ αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ.2 του Ν.3904/2010, σε συνδυασμό με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, ακόμη προκαλείται : 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν “α)…….δ)την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ)”. Κατά δε την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η’ του ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς και όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία η οποία του παρέχεται από το νόμο, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι’ αυτό κατά νόμο όροι.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση των ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Τέλος, κατά τις διατάξεις, του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναίρεσης, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και το χρόνο ασκήσεως της έφεσης, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (Ολ.ΑΠ 6/1994 και 4/1995). Σε περίπτωση, όμως, που με την έφεση αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, που συνεπάγεται αδυναμία γνώσης της επίδοσης, και προβάλλεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης, αυτός διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απορριπτική απόφαση σχετική αιτιολογία, αλλιώς ιδρύεται ο ανωτέρω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση κα επί των οποίων, εφόσον προβάλλονται, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην απορριπτική της εφέσεως απόφαση πλήρη αιτιολογία, είναι και ότι η επίδοση ως αγνώστου διαμονής έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε “γνωστή διαμονή”. Κατά την μέχρι τούδε νομολογία του Αρείου Πάγου, ως άγνωστης διαμονής πρόσωπο θεωρείται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ’ αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Κατ’ ορθή όμως ερμηνεία των διατάξεων αυτών, του ΚΠΔ, στην περίπτωση που δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ’ αυτήν και δεν έχει δηλώσει διεύθυνση κατοικίας, κατά το άρθρο 273 του ΚΠΔ, δεν μπορεί άνευ ετέρου να θεωρείται ως άγνωστης διαμονής, από μόνο το γεγονός ότι αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή τη μήνυση διεύθυνση κατοικίας, από την οποία και απουσίαζε, διότι, διαφορετικά, ενδέχεται η γνωστοποιηθείσα από το μηνυτή διεύθυνση της κατοικίας του κατηγορουμένου να είναι εσφαλμένη, με συνέπεια ο τελευταίος να αγνοεί την σε βάρος του ποινική διαδικασία, η οποία έτσι διεξάγεται ερήμην του, κατά παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης που θεσπίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, περιεχόμενο της οποίας είναι, όπως προεκτέθηκε, η διασφάλιση της ακώλυτης πρόσβασης στο δικαστήριο και της επαρκούς δικαστικής ακρόασης. Τα παραπάνω ισχύουν και όταν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ’ αυτήν, και, σε περίπτωση μεταβολής της κατοικίας του, αυτός δεν δήλωσε στην Εισαγγελική Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο τη νέα διεύθυνση της κατοικίας του. Δηλαδή και στην τελευταία περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άγνωστης διαμονής από μόνο το γεγονός ότι αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή τη μήνυση διεύθυνση κατοικίας, από την οποία και απουσίαζε. Συνακόλουθα, εφόσον με την έφεση του κατηγορουμένου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης της απόφασης ήταν γνωστής διαμονής, αφού διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση διαφορετική από εκείνη στην οποία αναζητήθηκε-και δεν βρέθηκε, και ως εκ τούτου η επίδοση της απόφασης ως άγνωστης διαμονής είναι άκυρη, το Εφετείο έχει την υποχρέωση να ερευνήσει κατ’ ουσία τον εν λόγω ισχυρισμό, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας όλα τα προσκομιζόμενα από τον κατηγορούμενο στοιχεία (έγγραφα, καταθέσεις μαρτύρων κ.λ.π.) από τα οποία προκύπτει η κατά τον κρίσιμο χρόνο διεύθυνση του κατηγορουμένου και να μη βασισθεί μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως της απόφασης. Η θέση αυτή συμπορεύεται και προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ), το οποίο με τις από 14.1.2010 και 28.5.2009 αποφάσεις του, στις υποθέσεις … κατά Ελλάδας και E. κατά Ελλάδας, αντίστοιχα, αποφάνθηκε ότι, εφόσον το Εφετείο, που απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου, ως εκπρόθεσμη, βασίστηκε μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλούμενης απόφασης ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συνεκτιμήσει τα προσκομιζόμενα ενώπιον του στοιχεία από τα οποία προέκυπτε η κατά τον κρίσιμο χρόνο διεύθυνση του κατηγορουμένου, παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.ΔΑ, ενόψει μάλιστα του ότι, όταν οι πολίτες δεν έχουν καμία γνώση των σε βάρος τους κατηγοριών, δεν συντρέχει λόγος για τον οποίο πρέπει να ενημερώνουν από μόνοι τους την εισαγγελία για κάθε αλλαγή της διεύθυνσης κατοικίας τους. (Ολ. ΑΠ 2/2014, ΑΠ 299/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 41699/2016 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως από αυτή προκύπτει απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση με αριθμό εκθέσεως …/2016 του ήδη αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου, εκπροσωπηθέντος στη δίκη από τη συνήγορο του, κατά της υπ’ αριθ. 68320/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί αυτός, ερήμην, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών μετατραπείσα σε χρηματική, και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.

Από την ανωτέρω έφεση, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεως της, είχε προβάλει ότι “έχει εξοφληθεί όλο το ποσό της επίδικης επιταγής γεγονός που αναγνωρίσθηκε με δεδικασμένο από την υπ’ αριθμ.1005/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτ.Αθηνών, ενώ ουδέποτε έλαβε γνώση κλητευθείς αγνώστου διαμονής ενώ είναι γνώστης” ήτοι είναι κάτοικος … (…) που αναφέρεται στον ένατο …..της έκθεσης έφεσης, δηλαδή είχε προβάλει με την έφεσή του ακυρότητα της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης ως “άγνωστης διαμονής”. Κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η άνω απόφαση, ο εκκαλών κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, είχε προτείνει, δια της συνηγόρου του, τον ισχυρισμό ότι η επίδοση σ’ αυτόν της εκκαλουμένης απόφασης ως άγνωστης διαμονής ήταν άκυρη, για τις κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης είχε γνωστή διαμονή (… …) προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του είχε προσκομίσει εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2007 και την από 26-4-2005 ανακοπή. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κατά πλειοψηφία απέρριψε τον ισχυρισμό του και, στη συνέχεια, έκρινε την έφεση εκπρόθεσμη, με την αιτιολογία ότι: “Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα τα οποία νόμιμα προσκομίστηκαν και αναγνώσθηκαν, όσα για λογαριασμό του εκκαλούντος εξέθεσε η συνήγορος του και την όλη συζήτηση της υπόθεσης προέκυψαν κατά τη κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Όπως προκύπτει από την με αρ. πρωτ. …/9-9-2016 έκθεση εφέσεως του αρμόδιου Γραμματέα του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε δια εξουσιοδοτήσεως στις 9-9-2016. Κατά τα άρθρα 168, 473 παρ. 1, 489 και 498 του ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης από τον κατηγορούμενο κατά καταδικαστικής απόφασης, που εκδόθηκε με απόντα αυτόν, είναι δέκα ημέρες αν αυτός έχει γνωστή διαμονή στην ημεδαπή και τριάντα ημέρες αν είναι άγνωστης διαμονής, αρχίζει δε από την επόμενη ημέρα της επίδοσης σε αυτόν της εκκαλούμενης απόφασης. Τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης τότε μόνο συγχωρείται, όταν, στη συντασσόμενη, κατ’ άρθρο 474 ΚΠΔ, έκθεση άσκησης γίνεται επίκληση περιστατικών που συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση της έφεσης, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά. Αν αμφισβητείται από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο η έναρξη της προς άσκηση της έφεσης προθεσμίας, λόγω ακυρότητας της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης, θα πρέπει, κατά την εκδίκαση της έφεσης, να προβάλλεται από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο συγκεκριμένα ο λόγος ακυρότητας της επίδοσης, αν δε η επίδοση της απόφασης έγινε προς τον κατηγορούμενο ως άγνωστης διαμονής, θα πρέπει αυτός να αμφισβητήσει την ιδιότητα του αυτή, κατά το χρόνο αυτόν της επίδοσης, ως άγνωστης διαμονής. Επί νομότυπης επίδοσης της απόφασης στον κατηγορούμενο ως άγνωστης διαμονής, οπότε η προθεσμία προς άσκηση της έφεσης αρχίζει και τρέχει ανεξάρτητα από τη γνώση ή μη από αυτόν της απόφασης, μόνο ο ισχυρισμός τούτου, ότι δεν έχει λάβει γνώση της απόφασης, δεν θεμελιώνει χωρίς άλλο ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα για εμπρόθεσμη άσκηση της έφεσης. Τέλος, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 156 του ΚΠΔ, ως πρόσωπο με άγνωστη διαμονή θεωρείται κατά νόμο εκείνο που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε τόπο άγνωστο στη δικαστική αρχή που εκδίδει ή παραγγέλλει την επίδοση του εγγράφου (ΑΠ 1563/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών – κατηγορούμενος καταδικάσθηκε με την υπ’ αριθμ.68320/2009 απόφαση του Γ’ Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών σε ποινή φυλάκισης 2 ετών, η οποία μετατράπηκε και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ, για παράβαση του άρθρου 79 παρ. 1 Ν. 5960/33. Ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών στο πρωτόδικο Δικαστήριο, παρ’ ότι κλήθηκε ως κάτοικος Παλαιού Φαλήρου, οδός … (όπως εξακριβώθηκε από την προανάκριση) και ήδη αγνώστου διαμονής (βλ. το από 7-5-2009 σχετικό αποδεικτικό κλήσεως ως αγνώστου διαμονής, κατόπιν της επισημειωθείσας βεβαίωσης της επιμελήτριας Δικαστηρίων Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών Δ. Σ., ότι τυγχάνει άγνωστος, σε συνδ. με το από 13-11-2007 αποδεικτικό επίδοσης κλητηρίου θεσπίσματος ως αγνώστου διαμονής, κατόπιν της επισημειωθείσας βεβαίωσης της επιμελήτριας Δικαστηρίων Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών Μ. Κ.). Η πιο πάνω εκκαλουμένη 68320/2009 καταδικαστική απόφαση του Γ’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ως άγνωστης διαμονής, στις 5-7-2010, γιατί, όπως αποδεικνύεται από την με ίδια ημεροχρονολογία βεβαίωση του ειδικού φρουρού του Α.Τ. Παλαιού Φαλήρου, Σ. Κ., ο κατηγορούμενος μετοίκησε σε άγνωστη διεύθυνση προ δεκαετίας. Συγκεκριμένα, ο παραπάνω αστυνομικός, αφού βεβαιώνει ότι κατόπιν έρευνας που διενήργησε, δεν διαπίστωσε ότι υπήρχε στην τελευταία κατοικία του κατηγορούμενου ή αλλού κάποιο πρόσωπο από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 156 παρ. 1 ΚΠΔ για να εγχειρίσει σε αυτή την απόφαση, δηλ. σύζυγος ή ελλείψει συζύγου, γονέας ή αδελφός ή άλλος εξ αίματος ή αγχιστείας μέχρι τρίτου βαθμού συγγενής του προς τον οποίο η επίδοση κατηγορουμένου, μετέβη και παρέδωσε την-απόφαση αυτή στην επί τούτω από το Δήμαρχο Π. Φαλήρου ορισθέντα υπάλληλο του Δήμου, η οποία και βεβαιώνει με την κάτω από το εν λόγω αποδεικτικό επιδόσεως βεβαίωση της, ότι τοιχοκόλλησε την εκκαλουμένη απόφαση στο δημοσιότερο μέρος της έδρας του Δήμου Π. Φαλήρου. Η επίδοση λοιπόν της εκκαλουμένης αποφάσεως στον κατηγορούμενο ως άγνωστης διαμονής ήταν καθ’ όλα έγκυρη, με συνέπεια η ασκηθείσα στις 9-9-2016 έφεση του είναι εκπρόθεσμη και ο προς δικαιολόγηση του εκπροθέσμου περιεχόμενος στην έφεση λόγος ότι δεν έλαβε ποτέ γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως, γιατί είναι γνωστής διαμονής και όχι αγνώστου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, αφενός, ουδόλως αναφέρει ποιος ήταν ο τόπος της γνωστής διαμονής, αφετέρου, δεν προκύπτει, από κανένα στοιχείο, ούτε άλλωστε από τα ανωτέρω προσκομιζόμενα έγγραφα, ότι ήταν διαμονής γνωστής στην Εισαγγελική Αρχή, η οποία παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης (ΑΠ 174/2016, 79/201 1 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και τούτο περιήλθε κατά οποιονδήποτε τρόπο σε γνώση της Δικαστικής αρχής και στην προκειμένη περίπτωση της Εισαγγελίας Πλημ/κών Αθηνών (ΑΠ 795/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ενώ δεν προβάλλεται ορισμένως με κάποιο αναγραφόμενο στην έκθεση εφέσεως λόγο. Μετά απ’ όλα αυτά, πρέπει, κατά πλειοψηφία (της Προέδρου και της εκ δεξιών συνέδρου), να απορριφθεί ως απαράδεκτη η έφεση λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, να διαταχθεί η εκτέλεση της εκκαλουμένης (αρ. 476 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ) και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα έξοδα, κατ’ άρθρο 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ.” Με τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, στέρησε την απόφασή του από την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που είχαν τεθεί ενώπιον του, δεν προέκυπτε ότι ο εκκαλών – κατηγορούμενος είχε δηλώσει στην εισαγγελική αρχή, η οποία παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης την κατοικία του και ότι η τοιαύτη δήλωση περιήλθε κατά οποιονδήποτε τρόπο σε γνώση της Δικαστικής αρχής και στην προκείμενη περίπτωση της Εισαγγελίας Πλημ/κών Αθηνών χωρίς να αξιολογήσει, όπως έπρεπε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, αν, από τα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα από τα έγγραφα που είχε προσκομίσει η συνήγορος υπεράσπισής του που τον εκπροσωπούσε (εκκαθαριστικό σημείωμα, ανακοπή) προέκυπτε ή όχι ότι αυτός κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης είχε γνωστή διαμονή διάφορη από εκείνη στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε αρκεσθέν στην αιτιολογία ότι η Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση δεν γνώριζε την επικαλούμενη από αυτόν ως γνωστή κατοικία του στις … στο 60ο χιλιόμετρο Εθνικής οδού … την οποία εκθέτει στην αρχή της έκθεσης έφεσής του, επειδή ο ίδιος δεν την είχε γνωστοποιήσει, ενώ η αιτιολογία αυτή δεν αρκεί, ενόψει του ότι, σ’ αυτήν, δεν υπάρχει παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη ή ότι είχε εκδοθεί σε βάρος του καταδικαστική απόφαση, ώστε να έχει υποχρέωση να προβεί σε γνωστοποίηση της διεύθυνσης κατοικίας του στην ανωτέρω εισαγγελική αρχή. Προς επίρρωση των ανωτέρω πρέπει να εκτεθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι και το κλητήριο θέσπισμα με το οποίο ο κατηγορούμενος ήδη αναιρεσείων κλήθηκε να εμφανισθεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) του επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής και ουδόλως εκτίμησε τον περιλαμβανόμενο στο εφετήριο ισχυρισμό του ότι είχε εξοφλήσει την ένδικη επιταγή ήδη από το 2005 κι εντεύθεν ήταν βέβαιος πως δεν θα του ασκηθεί ποινική δίωξη για την πράξη που του αποδόθηκε και κατά τα εκτεθέντα καταδικάσθηκε. Συνακόλουθα, με το να θεωρήσει το ως άνω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, την επίδοση στον κατηγορούμενο της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής έγκυρη και να προχωρήσει, μετά από αυτά στην απόρριψη της έφεσης αυτού ως εκπρόθεσμης, αφενός υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και αφετέρου προκάλεσε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, συνιστάμενη στη στέρηση από τον αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο του δικαιώματος του σε δίκαιη δίκη, που του παρέχεται από το υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος) άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ.

Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η , Δ και Α του ΚΠΔ κατ’ εκτίμηση του δικογράφου της αναίρεσης προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι όμως σε κάθε περίπτωση εξετάζονται αυτεπαγγέλτως (αρθρ.511 ΚΠΔ) περί αρνητικής υπέρβασης εξουσίας, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή τους να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατ’ ακολουθία τούτων, αφού παρέλκει πλέον, ως αλυσιτελής, η έρευνα των λοιπών αιτιάσεων, που περιέχονται στο αναιρετήριο, πρέπει, κατά παραδοχή της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (αρθρ. 519 Κ.Ποιν.Δ.), προκειμένου να κρίνει επί του παραδεκτού της εφέσεως του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου (δεδομένου, ότι ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δικαιοδοσία να κρίνει επί του παραδεκτού ή όχι αυτής) και, αναλόγως προς τη σχετική κρίση του, είτε να απορρίψει και πάλι την έφεση, ως εκπρόθεσμη, είτε να την κρίνει παραδεκτή και να προχωρήσει σε περαιτέρω έρευνα της υποθέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 41699/2016 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2017.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

https://www.oenet.gr/