Υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια ασθενούς στις περιπτώσεις εκείνες όπου το εν λόγω αποτέλεσμα του θανάτου, ως συνέπεια ιατρικής πράξης ή παράλειψης, οφείλεται σε παράβαση από αυτόν των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργειά του ή η παράλειψή του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικό καθήκον επιμέλειας.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 42/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη – Εισηγητή και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, Αθανάσιου Κατσιρώδη, (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας), και του Γραμματέως Χαράλαμπου Α., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, Α. Ξ., του Ε., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Πανταζή, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 109/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Mε πολιτικώς ενάγοντες: 1. Ε. Κ. του Δ. και 2. Μ. Τ. του Κ., …, που δεν παρέστησαν.

Το Τριμελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. …/30.9.2016 αίτησή της αναιρέσεως, και στους από 25 Ιανουαρίου 2017 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2016.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 302 Π.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, όταν αυτή δεν είναι ενσυνείδητη, απαιτούνται τα εξής: α) ο δράστης να μην έχει καταβάλει την επιβαλλόμενη κατ’ αντικειμενική κρίση προσοχή (επιμέλεια), την οποία κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις συνήθως καταβάλλει ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του οικείου τομέα κοινωνικής δραστηριότητας με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συναλλακτικές συνήθειες και την κοινή πείρα και λογική, β) ο δράστης να είχε τη δυνατότητα, με βάση τις ατομικές ιδιότητες, ικανότητες, γνώσεις και λοιπές προσωπικές περιστάσεις που συνάπτονται ιδίως με το επάγγελμα ή την υπηρεσία που ασκεί, να προβλέψει και να αποφύγει την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του συγκεκριμένου εγκλήματος που τελέσθηκε και γ) η πράξη του δράστη (ενέργεια ή παράλειψη) να βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε κατά τις αρχές της θεωρίας του ισοδύναμου των όρων (conditio sine qua non) που επικρατεί στο χώρο του ποινικού δικαίου, ώστε να είναι βέβαιο ότι το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα προήλθε από την αμελή συμπεριφορά του δράστη και δεν θα επερχόταν αν ο δράστης τηρούσε την ενδεδειγμένη συμπεριφορά. Εξάλλου, όταν η αμελής πράξη δεν συνίσταται μόνο σε ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του εγκληματικού αποτελέσματος, για την ανθρωποκτονία από αμέλεια που διαπράττεται με αυτόν τον τρόπο και συνιστά έγκλημα που τελείται με παράλειψη, απαιτείται (επί πλέον των όρων του άρθρου 28 Π.Κ.) και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ., το οποίο ορίζει ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή αυτού (με παράλειψη), τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου να προβεί σε ενέργεια αποτρεπτική του αποτελέσματος για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Δεν αρκεί δηλαδή η ύπαρξη απλώς ηθικής υποχρέωσης ούτε γενικής νομικής υποχρέωσης για συνδρομή ώστε να προληφθεί το επιβλαβές αποτέλεσμα αλλά απαιτείται ιδιαίτερη (ειδική) νομική υποχρέωση, η οποία επιφορτίζει τον υπαίτιο της παράλειψης με τη δημιουργία και διασφάλιση πραγματικής κατάστασης που εξυπηρετεί και διαφυλάσσει τα έννομα αγαθά που προσβάλλονται με την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος. Στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράλειψης και του εγκληματικού αποτελέσματος που επήλθε όταν με μεγάλη πιθανότητα (και όχι βεβαιότητα όπως συμβαίνει στα άλλα εγκλήματα αμελείας) θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα (θανάτωση προσώπου, σωματική βλάβη κ.λπ.) αν ο υπόχρεος πραγματοποιούσε την ενέργεια στην οποία είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί και την οποία παρέλειψε. Για τη θεμελίωση δε του αιτιώδους συνδέσμου αρκεί η σχετική παράλειψη να ήταν ένας μόνο από τους περισσότερους όρους παραγωγής του εγκληματικού αποτελέσματος. Περαιτέρω υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια ασθενούς στις περιπτώσεις εκείνες όπου το εν λόγω αποτέλεσμα του θανάτου, ως συνέπεια ιατρικής πράξης ή παράλειψης, οφείλεται σε παράβαση από αυτόν των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργειά του ή η παράλειψή του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικό καθήκον επιμέλειας. Η ιδιαίτερη αυτή υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς απορρέει από το νόμο και τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας (ν. 3418/2005), καθώς και από την εγγυητική θέση του απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς. Προϋποτίθεται βέβαια, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ότι συντρέχει και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και του αποτελέσματος, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία, αν γινόταν η επιβεβλημένη ενέργεια η οποία τελικά δεν έγινε, τότε, με πιθανότητα που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα δεν θα είχε επέλθει. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικά στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη του υποχρέου (κατά το άρθρο 15 Π.Κ.) σε ορισμένη ενέργεια αποτροπής του εγκληματικού αποτελέσματος, πρέπει στην απόφαση να προσδιορίζεται η πηγή προέλευσης της ειδικής νομικής υποχρέωσης και να μνημονεύεται η αντίστοιχη επιτακτική διάταξη όταν αυτή είναι η πηγή της σχετικής υποχρέωσης. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Ακόμη δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Το δε γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα. Δεν αρκεί όμως να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησής του. Επίσης δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η στάθμιση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης και σύγκρισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από τη λειτουργική συσχέτιση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων κ.λπ., αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης. Εξάλλου κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των περιστατικών που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφάρμοσε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, επειδή στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, υπάρχουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται σ’ αυτή (ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, έγγραφα που αναγνώσθηκαν σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης) δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “Την 5-4-2009, ημέρα Κυριακή και ώρα 20.00, η Σ. Τ., σύζυγος του πολιτικώς ενάγοντα, η οποία διήνυε την 6η εβδομάδα εγκυμοσύνης της προσήλθε στο τμήμα επειγόντων περιστατικών (Τ.Ε.Π.) του γενικού νοσοκομείου Μυτιλήνης “…” με συμπτώματα πυρετού από πενταώρου, παροξυσμικού βήχα και πόνου στο στήθος, όπου εξετάστηκε από τον εφημερεύοντα ειδικευόμενο παθολογίας ιατρό Κ. Ε. και υποβλήθηκε σε εργαστηριακό έλεγχο, τα ευρήματα του οποίου παρουσίασαν ήπια κλινική εικόνα της ανωτέρω ασθενούς. Κατόπιν τούτου και αφού ενημερώθηκε σχετικά για το εν λόγω ιατρικό περιστατικό η εφημερεύουσα ιατρός του πνευμονολογικού τμήματος ειδικευόμενη παθολόγος Μ. Ε., η ίδια συνέστησε στην ασθενή πνευμονολογική εκτίμηση την επόμενη ημέρα το πρωί στο τακτικό πνευμονολογικό ιατρείο (Τ.Ε.Ι. του πνευμονολογικού). Την επομένη ημέρα, δηλαδή την 6-4-2009, η ασθενής, παραλείποντας να προσέλθει το πρωί στο πνευμονολογικό ιατρείο, προσήλθε για δεύτερη φορά, συνοδευόμενη από το σύζυγό της, περί ώρα 16.30 στο Τ.Ε.Π. του νοσοκομείου με μόνο σύμπτωμα τον παραγωγικό βήχα, όπου και εξετάστηκε από τον εφημερεύοντα ειδικευόμενο παθολογίας ιατρό Σ. Χ., ο οποίος αφού διέγνωσε τη βελτιωμένη κλινική της κατάσταση, της χορήγησε μια ήπια φαρμακευτική αγωγή, συνιστώντας παράλληλα στην ίδια να επισκεφθεί την επόμενη ημέρα το Τ.Ε.Ι. του πνευμονολογικού για περαιτέρω εξετάσεις. Ακολούθως, ενόψει της επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας της κατά τη διάρκεια της νύκτας, η εν λόγω ασθενής επισκέφθηκε, συνοδεία του συζύγου της, την επόμενη ημέρα Τρίτη 7-4-2009 και περί ώρα 08.45 για τρίτη φορά το Τ.Ε.Π. του νοσοκομείου με συμπτώματα πυρετού, παραγωγικού βήχα και πόνου στο στέρνο, όπου παρελήφθη από τον εφημερεύοντα ειδικευόμενο παθολογίας ιατρό Κ. Δ., ο οποίος έδωσε εντολή να ληφθούν εξετάσεις αίματος (γενική αίματος, βιοχημικός έλεγχος) και να γίνει ηλεκτροκαρδιογράφημα. Σύμφωνα με τα ευρήματα των εργαστηριακών αυτών εξετάσεων ο ως άνω ιατρός εκτίμησε αφενός μεν ότι η ασθενής πάσχει από λοίμωξη του αναπνευστικού, αφετέρου δε ότι η κλινική της κατάσταση μέχρι τη δεδομένη χρονική στιγμή δεν έχρηζε εξέτασης από πνευμονολόγο ως επείγοντος περιστατικού και της χορήγησε αντιβιοτική αγωγή. Στη συνέχεια και ενόψει της εγκυμοσύνης της η ασθενής επικοινώνησε το πρωί της ίδιας ημέρας τηλεφωνικά με τον ιατρό Π. Π., ο οποίος της συνέστησε να απευθυνθεί άμεσα στο γραφείο των πνευμονολόγων ιατρών, προκειμένου να εξεταστεί από τον ειδικό ιατρό, υπόδειξη την οποία ωστόσο η ίδια δεν ακολούθησε. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, περί ώρα 14.00, η ασθενής επανήλθε, τέταρτη φορά πλέον, συνοδευόμενη από το σύζυγο της, στο Τ.Ε.Π. του νοσοκομείου με υψηλό πυρετό, πόνο στο στήθος και δύσπνοια, όπου και παρελήφθη από τον προαναφερόμενο ιατρό Κ. Ε.. Για το συγκεκριμένο περιστατικό ενημερώθηκαν άμεσα η διευθύντρια του Τ.Ε.Π. Λ. Ε. και η εφημερεύουσα πνευμονολόγος ιατρός και κατηγορουμένη Ξ. Α., η οποία παρά το γεγονός ότι η ασθενής βρισκόταν στο χώρο του Τ.Ε.Π. του νοσοκομείου και υπήρχαν οι πρωινές εργαστηριακές εξετάσεις της, δεν την εξέτασε εκείνη τη χρονική στιγμή, ισχυριζόμενη την απουσία της τελευταίας και την έλλειψη ακτινογραφίας θώρακος και εργαστηριακού ελέγχου. Ακολούθως και περί ώρα 15.00, ενόψει των συμπτωμάτων του υψηλού πυρετού και της έντονης δύσπνοιας της εν λόγω ασθενούς, αφού τοποθετήθηκε στην ίδια ορός και της χορηγήθηκε αντιπυρετική φαρμακευτική αγωγή, μεταφέρθηκε στη βραχεία νοσηλεία του νοσοκομείου, παράλληλα δε ενημερώθηκε τηλεφωνικά η προαναφερόμενη εφημερεύουσα πνευμονολόγος ιατρός, η οποία, παρά το γεγονός ότι κλήθηκε να εξετάσει την ασθενή, σύστησε τηλεφωνικά στην τελευταία να πάει σπίτι της και να πάρει αντιβίωση. Κατά το απόγευμα της ίδιας ημέρας και περί ώρα 16.10, η ασθενής, παραμένουσα στο θάλαμο της βραχείας νοσηλείας, παρουσίασε “οξεία αναπνευστική δυσχέρεια και άλγη στη ράχη”, υποβλήθηκε δε σε κλινικοεργαστηριακό έλεγχο, συγκεκριμένα σε ηλεκτροκαρδιογράφημα, λήψη αερίων αρτηριακού αίματος, γενική αίματος, βιοχημικό έλεγχο και Δ. Δ. (D. D.), τα ευρήματα του οποίου κατέδειξαν τα ακόλουθα: “Από το αιμοδιάγραμμα προέκυψε χαμηλός αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων (3.900/μΙ), ενώ η πρωινή εξέταση είχε δείξει 10.000/μΙ. Από τις βιοχημικές εξετάσεις προέκυψε “υπονατριαιμία 124 mmol/l (φυσ.τιμή 135-145) και σημαντική αύξηση CRP, 71,26 mg/l (φυσ.τιμή 0-5). Επίσης προέκυψε αύξηση των D-Dimers 666 (φυσ.τιμή 63-246 mg/l). Από την ανάλυση των αερίων του αρτηριακού αίματος προέκυψε σημαντικού βαθμού “υποξαιμία και αναπνευστική αλκάλωση” (ph7,47, pO2 = 60,4 mmHg, pCO2 = 20,2 mmHg, SaO2 = 92,7%)”. Περαιτέρω η εφημερεύουσα παθολόγος ιατρός Κ. Μ., λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω αποτελέσματα των ιατρικών εργαστηριακών εξετάσεων της ασθενούς, έδωσε οδηγίες για την τοποθέτηση στην τελευταία ορού και οξυγόνου με ρινικό καθετήρα και για τη χορήγηση σε αυτήν αντιφλεγμονώδους και αντιπυρετικής φαρμακευτικής αγωγής και περί ώρα 18.30 εξέτασε η ίδια την ασθενή, η οποία τη δεδομένη στιγμή, ευρισκόμενη υπό την επήρεια της λήψης οξυγόνου και της προαναφερόμενης φαρμακευτικής αγωγής, εμφάνιζε ήπια κλινική εικόνα. Κατά το βράδυ της ίδιας ημέρας και περί ώρα 20.30 προσήλθε στο χώρο της βραχείας νοσηλείας, όπου νοσηλευόταν η εν λόγω ασθενής, η κατηγορουμένη, η οποία, χωρίς να ενημερωθεί από την ανωτέρω εφημερεύουσα παθολόγο ιατρό αλλά ούτε να φροντίσει η ίδια ως προς τούτο, για την ως άνω ανάλυση των αερίων αίματος που υπήρχε χειρόγραφη στο φάκελο της ασθενούς, καθώς και για τα προαναφερόμενα αποτελέσματα των λοιπών ιατρικών εργαστηριακών εξετάσεων της τελευταίας, εξετάζοντας μόνο με το οξύμετρο τον κορεσμό του οξυγόνου της ασθενούς, που τη δεδομένη χρονική στιγμή συνέχιζε να λαμβάνει οξυγόνο με ρινικό καθετήρα και να βρίσκεται υπό την επήρεια των αντιπυρετικών φαρμάκων, εκτιμώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την κατάσταση της υγείας της, αφενός δεν έκρινε σκόπιμη την εισαγωγή της ίδιας στο νοσοκομείο, αφετέρου δε έδωσε εντολή για τη συνταγογράφηση στην ασθενή μιας πιο ήπιας φαρμακευτικής αγωγής. Κατόπιν τούτων και περί ώρα 21.00, η ασθενής αποχώρησε από το νοσοκομείο με τη σύσταση, βάσει ιατρικού σημειώματος, να παραμείνει κλινήρης επί τριήμερο και να προσέλθει για επανεξέταση. Ωστόσο, κατά τις πρώτες πρωινές ώρες, περίπου 03.45, της επόμενης ημέρας, δηλαδή την Τετάρτη 8-4-2009, η εν λόγω ασθενής επανήλθε στο Τ.Ε.Π. του νοσοκομείου, συνοδευόμενη από το σύζυγό της, παρουσιάζοντας αναπνευστική δυσχέρεια και γυναικολογικό πρόβλημα, το οποίο, όπως αποδείχθηκε με βάση την αντίστοιχη ιατρική εξέταση, δεν συνιστούσε κάτι το επείγον μαιευτικά, η κύησή της δε διαπιστώθηκε κανονική. Ενόψει όμως της σοβαρότητας του αναπνευστικού της προβλήματος, της χορηγήθηκε οξυγόνο με ρινικό καθετήρα, ορός και αντιβιοτική φαρμακευτική αγωγή και η ίδια υποβλήθηκε σε νέες εργαστηριακές εξετάσεις, συγκεκριμένα σε ανάλυση αερίων αίματος από την οποία προέκυψε “μη αντιρροπούμενη βαριά μεταβολική οξέωση (pH = 7,284, pCO2 = 22,4 mmHg, pΟ2 = 54,3 mmHg, SaΟ2 = 83,9%)” και σε γενική αίματος, από την οποία προέκυψε “περαιτέρω πτώση των λευκών αιμοσφαιρίων (2.500/μΙ), συγκριτικά με αυτά της προηγούμενης ημέρας το απόγευμα (3.900/μΙ)”. Κατόπιν τούτου ενημερώθηκε τηλεφωνικά η προαναφερόμενη πνευμονολόγος ιατρός και κατηγορουμένη, η οποία περί ώρα 7.40 προσήλθε στο χώρο του νοσοκομείου, όπου βρισκόταν η ασθενής, και αφού εξέτασε και διαπίστωσε τη βαριά κατάσταση της υγείας της με έντονη δύσπνοια, ταχύπνοια, έντονο συριγμό και κορεσμό οξυγόνου 80% παρά τη λήψη οξυγόνου με ρινικό καθετήρα, αποφάσισε από κοινού με τον επιμελητή της μονάδας εντατικής θεραπείας (Μ.Ε.Θ.) του νοσοκομείου Γ. Α. και τον ως άνω μαιευτήρα-γυναικολόγο ιατρό, Π. Π., τη διενέργεια ακτινογραφίας θώρακος στην ασθενή, παράλληλα δε, αν και έκρινε ότι η τελευταία έπρεπε τη δεδομένη χρονική στιγμή να διασωληνωθεί άμεσα, ωστόσο δεν συζήτησε το ζήτημα αυτό με τον ανωτέρω επιμελητή της Μ.Ε.Θ. Στη συνέχεια και ενόψει της σοβαρής επιδείνωσης της κατάστασης της ασθενούς, αποφασίστηκε, με τη σύμφωνη γνώμη του διευθυντή του πνευμονολογικού τμήματος του νοσοκομείου Α. Δ. και του προαναφερόμενου επιμελητή της Μ.Ε.Θ., η άμεση διασωλήνωσή της και η διακομιδή της περί ώρα 9.30 στη μονάδα, όπου και μετά μισή ώρα κατέληξε. Σχετικά με την αιτία θανάτου αναφέρεται στην με αριθμ. πρωτ. …/20-11-2009 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Πειραιά ότι: “ο θάνατος επήλθε συνεπεία μακροσκοπικής εικόνας πύκνωσης πνευμόνων- περιφερική πνευμονική εμβολή”. Αναφορικά με τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει το από 15-6-2010 πόρισμα της διενεργηθείσας ΕΔΕ που συνέταξε ο διευθυντής της πνευμονολογικής κλινικής και της ιατρικής υπηρεσίας του Γενικού Νοσοκομείου Ελευσίνας “…” Κ. Κ., σχετικά με τις συνθήκες, αίτια του θανάτου, καθώς και απόδοση ευθυνών στους εμπλεκόμενους στην υπόθεση ιατρούς του νοσοκομείου, αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής “…Προκύπτει ότι η Ξ. Α. δεν εξέτασε την Τ. Σ. λίγο μετά τις 14.00 της Τρίτης 7-4-2009… Αν εξέταζε την Τ. θα διαπίστωνε τη σοβαρότητα της κατάστασής της (θερμοκρασία 40° C, σφύξεις 122/min., κορεσμός Ο2 : 90%), η οποία επέβαλε παρά την εγκυμοσύνη της, τη διενέργεια ακτινογραφίας, την άμεση λήψη αρτηριακού αίματος για ανάλυση αερίων και την πιθανή εισαγωγή της στο Νοσοκομείο… Ο σημαντικά χαμηλός αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων συγκριτικά με την πρωινή εξέταση (3.900 vs 10.000 /μΙ) θα έπρεπε να θέσει υπόνοια ότι η ασθενής βρισκόταν πιθανά σε σηπτική κατάσταση. Παράλληλα υπήρχε αύξηση της CPR (δείκτη φλεγμονής) και υπονατριαιμία. Η αύξηση των Δ-Διμερών θα έπρεπε να θέσει στη διαφοροδιαγνωστική σκέψη και την πιθανότητα της πνευμονικής εμβολής… Προκύπτει ότι η Ξ. δεν εκτίμησε ορθά την κατάσταση της υγείας της Τ. κατά την εξέτασή της την Τρίτη 7-4-2009 κατά τις 20.30. Η χαμηλή θερμοκρασία της ασθενούς (37,6 oC) τη στιγμή της εξέτασης οφειλόταν στο ότι είχαν προηγηθεί δύο ενέσεις αντιπυρετικών φαρμάκων. Δεν έπρεπε να στηριχθεί στη μέτρηση του κορεσμού Ο2 ενώ μάλιστα η ασθενής ελάμβανε Ο2, αλλά όφειλε να αναζητήσει την ανάλυση αερίων αίματος που υπήρχε χειρόγραφη στο φάκελο της ασθενούς. Στην περίπτωση που δεν την ανεύρισκε όφειλε να ζητήσει εκ νέου τη λήψη αίματος για ανάλυση αερίων. Είναι δεδομένο ότι δεν ενημερώθηκε από την Κ. για τις εργαστηριακές εξετάσεις, όφειλε όμως να τις αναζητήσει η ίδια. Προκύπτει ότι έδωσε εντολή να αποχωρήσει η ασθενής από το νοσοκομείο χωρίς να έχει λάβει υπόψη της τα εργαστηριακή ευρήματα, με βάση τα οποία η ασθενής θα έπρεπε να εισαχθεί στο νοσοκομείο…”. Επιπλέον κατόπιν παραγγελίας του Εισαγγελέα Μυτιλήνης διενεργήθηκε ιατρική πραγματογνωμοσύνη σχετικά με την υπόθεση από τον αρμοδίως διορισμένο προς τούτο πραγματογνώμονα Κ. Μ., επίκουρο καθηγητή παθολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος στην από 16-2-2010 αντιστοίχως συνταχθείσα έκθεσή του αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: “…Πνευμονική Εμβολή (ΠΕ) είναι η απόφραξη κλάδων της πνευμονικής αρτηρίας από έμβολα, συνήθως θρόμβους αίματος, που τις περισσότερες φορές προέρχονται από τις εγγύς (άνωθεν του γόνατος) εν των βάθει φλέβες των κάτω άκρων. Είναι μια… θανατηφόρος νόσος… Οι πιο συχνές κλινικές εκδηλώσεις είναι ταχυκαρδία, δύσπνοια/ταχύπνοια πλευριτικού τύπου, θωρακικό άλγος, βήχας, αιμόπτυση, οίδημα/άλγος στη γαστροκνημία ή το μηρό και σπανιότερα κυκλοφορική καταπληξία (shock). Πυρετός αναφέρεται σπάνια. Η υποψία της ύπαρξης της νόσου θα οδηγήσει τον κλινικό ιατρό στη διενέργεια των κατάλληλων διαγνωστικών δοκιμασιών για τη διάγνωσή της. Αυτές είναι η διενέργεια σπινθηρογραφήματος αερισμού/αιμάτωσης των πνευμόνων, spiral αξονική τομογραφία πνευμόνων, μαγνητική αγγειογραφία πνευμονικών αγγείων, κλασική αγγειογραφία πνευμονικών αγγείων και triplex υπερηχογράφημα των φλεβών των κάτω άκρων… Τα προϊόντα αποδόμησης ινικής (D-Dimers) είναι επίσης αυξημένα σε περίπτωση ΠΕ, όμως η χρησιμότητά τους περιορίζεται από το γεγονός ότι δεν είναι καθόλου ειδικά για ΠΕ και είναι αυξημένα σε ποικιλία άλλων καταστάσεων, μεταξύ των οποίων και η φυσιολογική εγκυμοσύνη, καθώς και σε φλεγμονώδεις καταστάσεις που συνοδεύονται από πυρετό…Το ηλεκτροκαρδιογράφημα επίσης και η ακτινογραφία θώρακος σπάνια είναι βοηθητικά στη διάγνωση ΠΕ, αλλά βοηθούν συνήθως στον εντοπισμό άλλων αιτίων που θα μπορούσαν πιθανώς να εξηγήσουν τα συμπτώματα της ασθενούς. Η θεραπευτική αντιμετώπιση της νόσου στηρίζεται στη χορήγηση αντιπηκτικής αγωγής για την αποφυγή επέκτασης και υποτροπής της θρόμβωσης… Στη συγκεκριμένη περίπτωση… η μετέπειτα επάνοδος της ασθενούς στο νοσοκομείο (απόγευμα 7-4-2009) συνοδευόταν από βαρύτερη κλινική εικόνα… οι θεράποντες ιατροί την κράτησαν στο θάλαμο βραχείας νοσηλείας για παρακολούθηση… Δεν υπάρχουν στοιχεία στη δικογραφία που να δείχνουν αντικειμενική εξέταση της ασθενούς κατά το χρονικό διάστημα της παραμονής της στη βραχεία νοσηλεία… και κατά συνέπεια είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς αν πράγματι υπήρχε λόγος εισαγωγής… Έτσι είναι δύσκολο εκ του αποτελέσματος και μόνο (θάνατος) να υποστηριχθεί ότι υπήρχε ιατρική επιστημονική αμέλεια… για τη μη εισαγωγή της στο νοσοκομείο… η διάγνωση της πνευμονικής εμβολής ήταν πολύ δύσκολο να γίνει με βάση την άτυπη κλινική εικόνα της ασθενούς… Η εισαγωγή στο νοσοκομείο είναι μία κλινική απόφαση, που βασίζεται σε συνδυασμό των αντικειμενικών ευρημάτων από τη σωματική εξέταση και τα εργαστηριακή ευρήματα…”. Περαιτέρω αφού ληφθεί υπόψη ότι: α) η ασθενής από την ημέρα Δευτέρα 6-4-2009 μέχρι και το μεσημέρι της ημεράς Τρίτης 7-4-2009 δεν επισκέφθηκε το πνευμονολογικό τμήμα παρά το γεγονός ότι της είχαν γίνει επανειλημμένες συστάσεις προ τούτο, β) ότι η κατηγορουμένη κατά τις μεσημεριανές ώρες της ημέρας Τρίτης 7-4-2009 παρέλειψε να προβεί στην ιατρική εξέταση της ασθενούς, η οποία βρισκόταν στο χώρο του νοσοκομείου και η κατάστασή της είχε επιδεινωθεί, όπως όφειλε να πράξει με βάση τους κανόνες της επιμελούς άσκησης των ιατρικών καθηκόντων, έτσι ώστε να αντιμετωπιστεί άμεσα και έγκαιρα το σοβαρό πνευμονολογικό πρόβλημα υγείας της ασθενούς. Παράλληλα, κατά πλημμελή άσκηση των ιατρικών της καθηκόντων, η ίδια σύστησε κατά τον άνω χρόνο μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας στην ασθενή να αποχωρήσει από το νοσοκομείο και να λάβει φαρμακευτική αντιβιοτική αγωγή, γ) κατά τις βραδινές ώρες της ίδιας ημέρας η κατηγορουμένη, ασκώντας πλημμελώς τα ιατρικά της καθήκοντα, χωρίς αφενός να ενημερωθεί για τα ευρήματα των ιατρικών εργαστηριακών εξετάσεων ή να τα αναζητήσει η ίδια με πρωτοβουλία και να λάβει υπόψη της, όπως όφειλε να πράξει, αφετέρου δε να υποβάλει την ασθενή σε νέες εξειδικευμένες και μάλιστα απεικονιστικές ιατρικές εξετάσεις, όπως ακτινογραφία θώρακος – τούτο δε επέβαλε η κρισιμότητα της κατάστασης της υγείας της τελευταίας παρά την εγκυμοσύνη – αρκούμενη απλά σε μία πρόχειρη και επιπόλαιη κλινική εξέταση της ασθενούς, προέβη σε πρόχειρη και λανθασμένη διάγνωση και αντίστοιχη χορήγηση θεραπευτικής αγωγής για την αντιμετώπιση του προβλήματος υγείας της τελευταίας, δίδοντας παράλληλα την εντολή να αποχωρήσει η ασθενής από το νοσοκομείο. Η προσεκτική και επιμελής μελέτη και ορθή αξιολόγηση των ως άνω εργαστηριακών ευρημάτων των ιατρικών εξετάσεων της ασθενούς εκ μέρους της κατηγορουμένης θα όφειλαν και θα μπορούσαν να θέσουν στη διαφοροδιαγνωστική της σκέψη ως ιατρού με τη συγκεκριμένη ειδικότητα, σύμφωνα με τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης και της κοινής πείρας, την πιθανότητα ύπαρξης του νοσήματος της πνευμονικής εμβολής και σε κάθε περίπτωση κάποιου σοβαρού πνευμονολογικού προβλήματος της ασθενούς, το οποίο επέβαλε την άμεση εισαγωγή της στο νοσοκομείο υπό συνεχή παρακολούθηση, προκειμένου να αντιμετωπιστεί αυτό έγκαιρα, δ) κατά τις πρωινές ώρες της επόμενης ημέρας Τετάρτης 8-4-2009 η κατηγορουμένη καθυστερημένα αποφάσισε, από κοινού με τους επιληφθέντες λοιπούς ιατρούς, τη διενέργεια ακτινογραφίας θώρακος στην ασθενή, ενέργεια στην οποία έπρεπε να προβεί ήδη κατά τις μεσημεριανές ώρες της προηγούμενης ημέρας, δηλαδή πριν η κατάσταση της ασθενούς καταστεί μη αναστρέψιμη, ε) το γεγονός της δυσκολίας ως προς την ακριβή διάγνωση του λανθάνοντος πνευμονικού νοσήματος της πνευμονικής εμβολής, ενόψει του ότι το νοσοκομείο δεν διαθέτει ειδικά προς τούτο διαγνωστικά μηχανήματα, δεν απαλλάσσει την ιατρό από την υποχρέωση που είχε να ενεργήσει παν ότι ήταν δυνατό για την περίθαλψη της ασθενούς κατά τον προσήκοντα τρόπο. Εξάλλου, ακόμα και στην περίπτωση που θα είχαν αξιοποιηθεί όλα τα διατιθέμενα από το νοσοκομείο διαγνωστικά μέσα, γεγονός που δεν συνέβη εν προκειμένω, εν τούτοις δεν θα ήταν δυνατό να διαγνωστεί με ακρίβεια το συγκεκριμένο πνευμονικό νόσημα της ασθενούς, η κατηγορουμένη όφειλε, επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια και παρέχοντας τις κατάλληλες ιατρικές οδηγίες δεδομένης της κρισιμότητας της κατάστασης της υγείας της ασθενούς, να παραπέμψει άμεσα και έγκαιρα την τελευταία σε νοσοκομείο των Αθηνών για περαιτέρω εξειδικευμένες διαγνωστικές εξετάσεις, στ) συμπερασματικά η θανούσα δεν έτυχε κατά την παραμονή της στο νοσοκομείο εκ μέρους της κατηγορουμένης αφενός την προσήκουσα ιατρική φροντίδα και αφετέρου όλων των στοιχειωδών και αναγκαίων πράξεων κατά τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης για διασφάλιση της επιβίωσής της. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι η περιφερική πνευμονική εμβολή οφείλεται σε αποβολή του κυήματος δεν κρίνεται βάσιμος διότι αφενός δεν προέκυψε αποβολή και αφετέρου, όπως κατέθεσε η μάρτυρας και ιατρός γυναικολόγος Α., η κύηση ήταν λίγων εβδομάδων και σε αυτή την περίπτωση τα αγγεία είναι τριχοειδή και δεν φέρουν θρόμβους. Εν κατακλείδι το παραπάνω θανατηφόρο αποτέλεσμα επήλθε λόγω της αμέλειας της κατηγορουμένης, λαμβανομένης υπόψη και της συνυπαιτιότητας της θανούσας, η οποία αμέλεια ανάγεται στις προαναφερόμενες αναλυτικά ενέργειες και ειδικότερα σε παράλειψη έγκαιρης υποβολής σε ενδεδειγμένες εργαστηριακές εξετάσεις, σε μη εισαγωγή στο νοσοκομείο, σε μη διενέργεια ακτινογραφίας, σε μη χορήγηση αντιπηκτικής θεραπείας για την αντιμετώπιση της πάθησης. Περαιτέρω το αίτημα περί κλήσης μαρτύρων κρίνεται απορριπτέο διότι είναι επαρκή τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα για τη διάγνωση της υπόθεσης. Επομένως πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη της αποδιδόμενης ανωτέρω αξιόποινης πράξης”. Ακολούθως το δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη του ότι: “Στη Μυτιλήνη κατά το χρονικό διάστημα από τις 6 έως και τις 8-4-2009, από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, μολονότι εκ της ιδιότητάς της ως ιατρού ήταν υπόχρεη προς τούτο, προξένησε το θάνατο άλλου, αποτέλεσμα το οποίο δεν προέβλεψε. Ειδικότερα η κατηγορουμένη τυγχάνει ιατρός υπηρετούσα στο δημόσιο “… Γενικό Νοσοκομείο Μυτιλήνης” ως πνευμονολόγος-επιμελήτρια Α’ . Ο Π., γυναικολόγος, επιμελητής Α’ της Μαιευτικής Κλινικής στο … Γενικό Νοσοκομείο Μυτιλήνης, ήταν ο γυναικολόγος που παρακολουθούσε την εγκυμοσύνη της, τελούσας κατά τον ανωτέρω χρόνο στην 6η εβδομάδα της κυήσεως, 29χρονης Σ. Τ. του Κ., συζύγου Ε. Κ.. Η εν λόγω κυοφορούσα ασθένησε στις 5-4-2009, ούσα εμπύρετος, σε επικοινωνία δε με τον Π. στις 6-4-2009, αυτός της υπέδειξε την λήψη αντιπυρετικών σκευασμάτων, χωρίς καν να την εξετάσει. Το μεσημέρι της επόμενης ημέρας (7-4-2009) και μετά την επιδείνωση της υγείας της ως άνω εγκύου, που εμφάνιζε έντονο βήχα, δύσπνοια και στηθάγχη (συμπτώματα για τα οποία ήδη τρεις φορές είχε μεταβεί στο … Νοσοκομείο, εξετασθείσα στα εξωτερικά ιατρεία από ειδικευόμενους ιατρούς) αυτή επανήλθε στο εν λόγω νοσοκομείο, όπου και πάλι ο Π. ήταν καθησυχαστικός, εκτιμήσας ότι η κατάσταση της Κ. οφείλεται σε ίωση. Αντίστοιχη ήταν και η διάγνωση της κατηγορουμένης (πνευμονολόγου Ξ.), η οποία το πρώτον επιληφθείσα της εν λόγω ασθενούς και χωρίς να την υποβάλει σε εξειδικευμένες εργαστηριακές εξετάσεις, κατέληξε μετά από σύντομη παραμονή της στο θάλαμο βραχείας νοσηλείας του νοσοκομείου, ότι αυτή πάσχει από παροδική ίωση που θα ιαθεί εντός 2-3 ημερών, υποδείξασα προς αντιμετώπισή της τη λήψη παυσίπονων, αντιπυρετικών και υποβοηθητικών της αναπνοής φαρμάκων, μη κριθείσας σκόπιμης της εισαγωγής της στο ίδρυμα παρά την ύπαρξη ελευθέρων κλινών, τόσο στη μαιευτική όσο και στις παθολογικές κλινικές αυτού. Εμφανίσασα ραγδαία χειροτέρευση της κατάστασής της, η Τ. επανήλθε τις πρώτες πρωινές ώρες της 8-4-2009 στο … Νοσοκομείο, οπότε έγινε για πρώτη φορά αντιληπτή η κρισιμότητα της κατάστασής της από τη γυναικολόγο του ιδρύματος Σ. Α. και εισήχθη εσπευσμένα προς νοσηλεία, διαγνωσθείσας αναπνευστικής ανεπάρκειας συνεπεία πνευμονοπάθειας. Τελικά, μετά ολιγόωρη νοσηλεία περί ώρα 11.00, η κυοφορούσα ασθενής κατέληξε, με το θάνατο της αποδοθέντα σε περιφερειακή πνευμονική εμβολή – πύκνωση πνευμόνων (πνευμονικό οίδημα). Το εν λόγω δε θανατηφόρο αποτέλεσμα επήλθε λόγω της αμέλειας της κατηγορουμένης επιληφθείσας ιατρού, η οποία αντίθετα με τα διδάγματα και τους κανόνες της επιστήμης: 1) παρέλειψε την έγκαιρη υποβολή της πάσχουσας στους ενδεδειγμένους εργαστηριακούς ελέγχους (σπινθηρογράφημα πνευμόνων, υπερηχογράφημα εμβρύου κλπ) και ακτινοσκοπικές εξετάσεις προς εκτίμηση της κλινικής της εικόνας, 2) προέβη σε επιστημονικά άστοχη διάγνωση της πάθησης της εκλιπούσας, αντιληφθείσα λοίμωξη αναπνευστικού, ενόσω αυτή υπέφερε από πνευμονική εμβολή, υποδείξασα εσφαλμένη φαρμακευτική αντιμετώπισή της με τη λήψη αντιβιοτικών, 3) δεν μερίμνησε για την άμεση εισαγωγή της στο νοσοκομείο μολονότι υπήρχαν κενές κλίνες προς νοσηλεία της, αποστερήσασα τοιουτοτρόπως την ασθενή από τη διαρκή παρακολούθηση της κατάστασής της και τη δυνατότητα άμεσης και αποτελεσματικής αντίδρασης σε περίπτωση τυχόν επιδείνωσής της και 4) παρέλειψε τη διενέργεια της, απολύτως απαραίτητης για τη διάγνωση της κατάστασης της θανούσας, υποβολής της σε ακτινογραφία θώρακος, 6) απείχε της ενδεδειγμένης προς αντιμετώπιση της παθήσεώς της χορήγησης αντιπηκτικής θεραπείας. Αποτέλεσμα της ως άνω περιγραφόμενης αμελούς συμπεριφοράς της κατηγορουμένης ήταν ο επελθών θάνατος της εγκύου Σ. Τ.-Κ., ο οποίος και οφείλεται (ως μόνης ενεργού αιτίας της επελευσής του), αποκλειστικώς στην ενάντια στους κανόνες και τις γενικές επιστημονικές αρχές της ιατρικής δράση της κατηγορουμένης”. Στη συνέχεια το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του επέβαλε στην κηρυχθείσα ένοχη κατηγορουμένη ποινή φυλάκισης δέκα τεσσάρων (14) μηνών που ανεστάλη για τρία χρόνια. Υπό τις παραδοχές που αναφέρθηκαν το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εξέθεσε σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η κατηγορουμένη, τις αποδείξεις οι οποίες το θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται και προσδιορίζονται αναλυτικά, χωρίς ασάφειες και κενά: Α) Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η ασθενής Σ. Τ. κατέληξε από περιφερειακή πνευμονική εμβολή. Β) Οι παραλείψεις της αναιρεσείουσας πνευμονολόγου ιατρού που ήταν: α) Η μη εισαγωγή της ασθενούς, ηλικίας 29 ετών που ήταν και έγκυος έξι εβδομάδων στο νοσοκομείο, αφού: i) Η ασθενής είχε ζητήσει τη συνδρομή των ιατρών του λόγω πυρετού, βήχα και αναπνευστικής δυσχέρειας, στις 5-4-2009 και ώρα 20.00, στις 6-4-2009 και ώρα 16.30, στις 7-4-2009 και ώρα 08.45, στις 7-4-2009 και ώρα 14 και στις 8-4-2009 και ώρα 03.45 και είχε ανάγκη να τύχει της ιατρικής φροντίδας πνευμονολόγου, ii) Η ίδια η αναιρεσείουσα είχε ενημερωθεί για την κατάσταση της υγείας της ασθενούς, που βρισκόταν στο θάλαμο βραχείας νοσηλείας του νοσοκομείου στις 7-4-2009 αλλά χωρίς να εξετάσει αυτήν (ασθενή), έδωσε αρχικά περί ώρα 15.00’ εντολή να μεταβεί στο σπίτι της, όπως και έγινε, ενώ αργότερα, περί ώρα 20.30’ , την εξέτασε μεν πρόχειρα αλλά και πάλι έδωσε εντολή να μεταβεί στο σπίτι της, χωρίς να ενημερωθεί για τις εργαστηριακές εξετάσεις που έδειχναν μείωση των λευκών αιμοσφαιρίων και χωρίς να προβεί σε ακτινολογικό έλεγχο των πνευμόνων, iii) Η ίδια αναιρεσείουσα, όταν η ασθενής επανήλθε με τα ίδια συμπτώματα (δύσπνοια, βήχα, πυρετό) σε οξύτερη μορφή, περί ώρα 03.45, έδωσε εντολή, περί ώρα 7.40, να εισαχθεί στη ΜΕΘ, όπου και απεβίωσε, μισή ώρα μετά την εισαγωγή, περί ώρα 09.10 της 8-4-2009, από περιφερειακή πνευμονική εμβολή. Γ) Η δυνατότητα της αναιρεσείουσας να προβλέψει το αποτέλεσμα που επήλθε από τις παραλείψεις της, αφού αυτή έπρεπε: α) να προβεί στην άμεση εισαγωγή της ασθενούς στο νοσοκομείο, β) να παράσχει σε αυτή ολοκλήρωμένη θεραπεία με παράλληλο ακτινολογικό έλεγχο των πνευμόνων της και γ) να αποτρέψει έτσι την πνευμονική εμβολή που επέφερε το θάνατο. Δ) Ο αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στις παραλείψεις της αναιρεσείουσας και στο αποτέλεσμα που επήλθε, δηλαδή το θάνατο, αφού αυτή κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έπρεπε να παράσχει στην ασθενή την παραπάνω ολοκληρωμένη θεραπεία. Ε) Η μορφή υπαιτιότητάς της (αναιρεσείουσας) που είναι η μη συνειδητή αμέλειά της (μη πρόβλεψη του αξιοποίνου αποτελέσματος). ΣΤ) Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αυτής και οι κανόνες της ιατρικής επιστήμης και δεοντολογίας από τις οποίες απορρέει αυτή. Ακόμα το δικαστήριο έχει αξιολογήσει τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται η αναιρεσείουσα και αιτιολογημένα κατέληξε στην καταδίκη της, Ως προς τις λοιπές ειδικότερα αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Η αιτίαση ότι δεν ελήφθη υπόψη η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Κ. Μ. που κατέληγε σε απαλλακτική για την κατηγορουμένη άποψη είναι αβάσιμη διότι το δικαστήριο μνημονεύει στο σκεπτικό του την ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης και ακολούθως αιτιολογημένα διαφοροποιείται από το συμπέρασμα αυτής στα πλαίσια της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων. Η αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων Ε. Α., Ε. Λ., Δ. Α. και Σ. Μ., που απέδιδαν το θάνατο στην αποβολή και την συνεπεία αυτής πνευμονική εμβολή και όχι σε παραλείψεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμη διότι το δικαστήριο μνημονεύει στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασής του τις καταθέσεις των μαρτύρων και στη συνέχεια αξιολογεί αυτές, χωρίς να χρειάζεται να λάβει θέση για κάθε μία από αυτές. Η αιτίαση ότι το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιέχει αντιφάσεις και συγκεκριμένα ότι άλλοτε δέχεται ότι δεν υπήρξε αποβολή και άλλοτε ότι υπήρξε αποβολή του κυήματος, είναι απαράδεκτη διότι το κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν αν επήλθε ή όχι αποβολή του κυήματος. Σε κάθε περίπτωση όμως η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη διότι στο σκεπτικό της προσβαλλομένης δεν περιέχονται οι ανωτέρω αντιφάσεις. Αντίθετα το δικαστήριο ρητώς και σαφώς δέχθηκε ότι: “Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι η περιφερική πνευμονική εμβολή οφείλεται σε αποβολή του κυήματος δεν κρίνεται βάσιμος διότι αφενός δεν προέκυψε αποβολή και αφετέρου, όπως κατέθεσε η μάρτυρας και ιατρός γυναικολόγος Α., η κύηση ήταν λίγων εβδομάδων και σε αυτή την περίπτωση τα αγγεία είναι τριχοειδή και δεν φέρουν θρόμβους”. Επομένως και οι δύο λόγοι αναίρεσης του κυρίου δικογράφου, καθώς και οι τέταρτος, πέμπτος και έκτος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Οι λοιπές περιεχόμενες στους ίδιους πιο πάνω λόγους αναίρεσης αιτιάσεις είναι απαράδεκτες διότι με αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του εφετείου.

Κατά το άρθρο 366 παρ. 1 εδ. γ και δ Κ.Π.Δ. “Αφού τελειώσει η απολογία μπορούν να γίνουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση, τον εισαγγελέα ή το δημόσιο κατήγορο και τους δικαστές. Οι υπόλοιποι διάδικοι, καθώς και οι συνήγοροι τους επιτρέπεται να υποβάλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με τη μεσολάβηση εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση”. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου λόγω μη τήρησης των διατάξεων των άρθρων 366 παρ. 1 εδ. γ και δ και 171 παρ. 1 περ. δ Κ.Π.Δ., η οποία θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α Κ.Π.Δ. και ειδικότερα ότι η κατηγορουμένη δέχθηκε ερωτήσεις από την πολιτική αγωγή απευθείας και όχι μέσω της προεδρεύουσας του δικαστηρίου. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης προκύπτει ότι σ’ αυτά αναγράφονται κατά λέξη τα εξής: “Η προεδρεύουσα έδωσε το λόγο στους συνηγόρους των πολιτικώς εναγόντων, για να απευθύνουν αν είχαν ερωτήσεις προς την κατηγορουμένη, αυτοί απηύθυναν ερωτήσεις και δόθηκαν απαντήσεις όπως αναφέρεται στην απολογία της κατηγορουμένης”. Όμως από μόνη τη μη ρητή αναφορά στα πρακτικά ότι οι ερωτήσεις των συνηγόρων της πολιτικής αγωγής προς την κατηγορουμένη έγιναν μέσω της προεδρεύουσας δεν προκύπτει το αντίθετο, ότι δηλαδή αυτές έγιναν απευθείας, ενόψει μάλιστα και του ότι αν συνέβαινε αυτό θα προβαλλόταν αντίρρηση από τους συνηγόρους της κατηγορουμένης.

Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 31 παρ. 2 εδ. η Κ.Π.Δ. “Προηγούμενη έγγραφη εξέταση του προσώπου αυτού [εννοείται: του προσώπου κατά του οποίου ενεργείται προκαταρκτική εξέταση] που έγινε ενόρκως ή χωρίς τη δυνατότητα παράστασης με συνήγορο, δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας αλλά παραμένει στο αρχείο της εισαγγελίας”. Η διάταξη αυτή δεν απαγγέλλει μεν ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής ανάγνωσης και αξιολόγησης της προανακριτικής κατάθεσης του κατηγορουμένου ως υπόπτου, όμως αυτή έχει θεσπισθεί προς υπεράσπιση του κατηγορουμένου, ο οποίος έχει δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος του για “δίκαιη δίκη” που του διασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και του δικαιώματός του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Π.Δ. να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Επομένως βάσει της διάταξης αυτής δεν είναι επιτρεπτό να αξιολογηθούν σε βάρος του όσα τυχόν επιβαρυντικά γι’ αυτόν στοιχεία έχει καταθέσει κατά την ανώμοτη ή ένορκη εξέτασή του στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης ή στα πλαίσια ένορκης διοικητικής εξέτασης. Συνακόλουθα η κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων ανάγνωση και αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της ένορκης προανακριτικής κατάθεσής του ως μάρτυρος, που δόθηκε κατά το στάδιο της προανάκρισης ή στα πλαίσια ένορκης διοικητικής εξέτασης, επάγεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ Κ.Π.Δ. και θεμελιώνει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α Κ.Π.Δ. (Ολ. Α.Π. 2/1999, Α.Π. 471/2011). Τα πιο πάνω ισχύουν και όταν η αναγνωσθείσα κατάθεση είχε ληφθεί στα πλαίσια ένορκης διοικητικής εξέτασης (Ολ. Α.Π. 1/2004, Α.Π. 1232/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου λόγω μη τήρησης των διατάξεων των άρθρων 31 παρ. 2 εδ. η και 171 παρ. 1 περ. δ Κ.Π.Δ., η οποία θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α Κ.Π.Δ. και ειδικότερα ότι ανεγνώσθησαν οι από 17-7-2009 δύο ένορκες καταθέσεις της κατηγορουμένης, οι οποίες ελήφθησαν κατ’ αντιπαράσταση με τους Μ. Κ. και Κ. Α.. Και ναι μεν από τα πρακτικά της προσβαλλομένης προκύπτει ότι πράγματι ανεγνώσθησαν οι εν λόγω καταθέσεις, οι οποίες ελήφθησαν στα πλαίσια ένορκης διοικητικής εξέτασης, πλην όμως δεν προκύπτει ότι οι καταθέσεις αυτές, η ανάγνωση των οποίων μάλιστα έγινε χωρίς αντίρρηση εκ μέρους των συνηγόρων της κατηγορουμένης, περιείχαν στοιχεία αυτοενοχοποίησης αυτής ούτε άλλωστε αξιοποιήθηκαν αποδεικτικά σε βάρος της αφού πουθενά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης δεν υπάρχει ρητή ή έμμεση αναφορά σε αυτές.

Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 138 παρ. 2 και 3 Κ.Π.Δ. “Πριν από κάθε απόφαση ή διάταξη του δικαστή που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο παίρνουν το λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου ο εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος, όπου υπάρχει… καθώς και οι παρόντες διάδικοι…” και “Η παράβαση της παρ. 2 συνεπάγεται την ακυρότητα της απόφασης, του βουλεύματος και της διάταξης”. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου λόγω μη τήρησης των διατάξεων των άρθρων 138 παρ. 2 και 3 και 171 παρ. 1 περ. δ Κ.Π.Δ., η οποία θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α Κ.Π.Δ. αλλά και τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β και Δ του ίδιου κώδικα και ειδικότερα ότι μετά την υποβολή από την αντεισαγγελέα της έδρας πρότασης για την κλήτευση ως μάρτυρα του ιατρού Ι. Ζ., το δικαστήριο απεφάνθη χωρίς προηγούμενη ακρόαση των συνηγόρων της κατηγορουμένης. Από δε την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σχετικά με την πιο πάνω πρόταση της αντεισαγγελέως της έδρας αναγράφονται σ’ αυτά (τα πρακτικά) και συγκεκριμένα στη σελίδα 7 κατά λέξη τα εξής: “Στο σημείο αυτό η αντεισαγγελέας λαμβάνοντας το λόγο από την προεδρεύουσα, ζήτησε να κληθεί και να προσέλθει προκειμένου να καταθέσει ο γιατρός Γ. Ζ.. Στη συνέχεια η προεδρεύουσα δήλωσε ότι επιφυλάσσεται το δικαστήριο”. Επομένως η πρόταση της αντεισαγγελέως ήταν αόριστη αφού δεν αναφέρονταν σ’ αυτήν τα θέματα επί των οποίων θα εξεταζόταν ο ανωτέρω. Επί της αόριστης αυτής πρότασης η προεδρεύουσα δεν είχε υποχρέωση να δώσει το λόγο στους συνηγόρους της κατηγορουμένης. Εν πάση περιπτώσει πριν το εφετείο αποφανθεί (ως εκ περισσού) επί της ανωτέρω πρότασης της αντεισαγγελέως και επί της κατηγορίας, δόθηκε ο λόγος στους συνηγόρους της κατηγορουμένης, οι οποίοι ανέπτυξαν προφορικώς και εγγράφως τους ισχυρισμούς τους (σελ. 24 επ. των πρακτικών) και συνακόλουθα είχαν τη δυνατότητα να λάβουν θέση και επί της πρότασης αυτής.

Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης ή πρόσθετος λόγος αυτής προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-9-2016 αίτηση-δήλωση της κατηγορουμένης Α. Ξ. του Ε., κατοίκου … (οδός …), για αναίρεση της 109/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Βορείου Αιγαίου, καθώς και τους πρόσθετους λόγους αυτής.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2017.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

oenet.gr