Για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μέχρι τις 11-4-2012, ήτοι πριν την ισχύ του ν. 4075/11-4-2012, οπότε διευρύνθηκε ο κύκλος των υπευθύνων για το άνω αδίκημα δυνάμει του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. αυτού, υπόχρεος για την καταβολή τους είναι μόνο ο διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Παπασωτηρίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Νικόλαο Πιπιλίγκα, Γεώργιο Αποστολάκη, Αρετή Παπαδιά – Εισηγήτρια και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Ιουλίου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Ζαχαρή, και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Κ., του Κ., κατοίκου …, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ηλιόκαυτο, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 76/2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θηβών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. …/16.5.2017 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …2017.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 15.5.2017 (με αριθμό πρωτ. Εισαγγελίας Αρείου Πάγου …/16.5.2017) αίτηση αναίρεσης του Α. Κ. του Κ., που ασκήθηκε με αντίστοιχη δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εντός της οριζόμενης από το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ προθεσμίας (καταχώρηση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ στις 3.5.2017 επίδοση στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 16.5.2017), στρεφόμενη κατά της με αριθμό 76/2017 τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ. 2 και 3, 474 παρ. 2 ΚΠΔ).
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του α.ν. 86/1997, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών) προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές μέσα σε έναν μήνα αφότου έγιναν απαιτητές προς τους παραπάνω οργανισμούς τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δρχ. Επίσης, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές αυτών που εργάζονται σ’ αυτόν (εργατικών) με σκοπό να τις αποδώσει στους παραπάνω οργανισμούς και δεν τις καταβάλει ή δεν τις αποδίδει στους οργανισμούς αυτούς μέσα σε έναν μήνα αφότου είχαν γίνει απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μήνα, μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, ορίζεται ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει οριστεί (για την καταβολή τους). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών εισφορών και απόδοσης των εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη (συνολική) οφειλή του εργοδότη για τις ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ’ αυτόν, καθώς και η μη καταβολή των σχετικών ποσών μέσα σε έναν μήνα από τότε που τα σχετικά ποσά έγιναν απαιτητά από τον δικαιούχο ασφαλιστικό οργανισμό, δηλαδή μέσα στον αμέσως επόμενο μήνα εκείνου, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία προς τον οφειλέτη εργοδότη. Τα παραπάνω εγκλήματα είναι γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος του μήνα, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία. Για την πληρότητα δε της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων αυτών, απαιτείται το υποκείμενο τους να έχει την ιδιότητα του εργοδότη, κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 5 του α.ν. 1846/1951, δηλαδή να πρόκειται για φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο προσφέρει την εργασία ή την υπηρεσία του το προσωπικό που υπάγεται στην ασφάλιση και το οποίο οφείλει, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί το μέρος των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους, για να το αποδώσει στον ασφαλιστικό οργανισμό. Όταν εργοδότης είναι ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, υπόχρεος για την καταβολή των παραπάνω εισφορών είναι ο διευθύνων σύμβουλος αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4 του ν. 2556/1997, όπως αντικ. από το άρθρο 61 παρ. 2 του ν. 2676/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 115 του ν. 2238/1994.
Συνεπώς, για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μέχρι τις 11-4-2012, ήτοι πριν την ισχύ του ν. 4075/11-4-2012, οπότε διευρύνθηκε ο κύκλος των υπευθύνων για το άνω αδίκημα δυνάμει του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. αυτού, υπόχρεος για την καταβολή τους είναι μόνο ο διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει την από το άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, αρκούσης της μνείας όλων, κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και παραθέσεως του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη σχετική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει. Εσφαλμένη δε εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη 76/2017 απόφαση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θηβών που την εξέδωσε και που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερομένων σ’ αυτήν αποδεικτικών μέσων ( καταθέσεις μαρτύρων, εγγράφων ) κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για παράβαση του άρθρου 1 παρ. 1-2 του α.ν. 86/1967 σε συνδυασμό με το ,άρθρο 375 παρ.1 ΠΚ ,αφού στο αιτιολογικό της , αναιρετικώς ανέλεγκτα, δέχθηκε ότι από τα μνημονευόμενα κατά το είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά .πραγματικά περιστατικά. “Στα …, κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2009 έως 31-7-2010 ο εκκαλών-κατηγορούμενος, υπό την ιδιότητα του ως αντιπροέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “…”, που δραστηριοποιείται με την κατασκευή μερών αεροσκαφών και διαστημικών οχημάτων και διατηρεί εγκατάσταση στα …, έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 1-6-2009 έως 31-7-2009 στην επιχείρηση αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές συνολικού ποσού 87.633,29 ευρώ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία και υπέπεσε στις κατωτέρω αξιόποινες πράξεις:
1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), συνολικού ποσού 58.422,19 ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω ασφαλιστικό φορέα μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές αυτές έγιναν απαιτητές και 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση τους (εργατικές) ποσού 29.211,09 ευρώ, με σκοπό να τις “, αποδώσει στον άνω ασφαλιστικό φορέα, δεν τις κατέβαλε σε αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, με συνέπεια να καθίσταται γι’ αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό … Επομένως, ο κατηγορούμενος υπό την ιδιότητα του ως διευθύνοντος συμβούλου της ως άνω οφειλέτριας εταιρίας (άρθρα 115 ν.2238/1994 και 4 παρ.4 του ν.2556/1997, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 παρ.2 του ν.2676/1999, ΑΠ 525/2010) πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των ανωτέρω πράξεων. Ωστόσο, θα πρέπει να αναγνωρισθεί σε αυτόν το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 εδ.β του ΠΚ, καθόσον προέκυψε ότι η μη καταβολή των ως άνω ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ οφείλεται στη μείωση του κύκλου δραστηριοτήτων της ως άνω εταιρίας και στα οικονομικά προβλήματα, τα οποία αυτή αντιμετώπισε ήδη από το έτος 2009. Επίσης, πρέπει να αναγνωρισθεί στον ως άνω κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 εδ. δ ΠΚ, όπως και πρωτοδίκως, κατ’ εφαρμογή της αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου”. Στη συνέχεια το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο στο διατακτικό του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, κατά λέξη, ως εξής: “Στα …, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία “…”, …, υποκατάστημα …, είδος επιχείρησης “κατασκευή μερών αεροσκαφών και διαστημικών οχημάτων”, και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 6°/2009 έως 7°/2009 στην επιχείρηση του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού του να καταβάλει στο Ι.Κ.Α. τις κατωτέρω εισφορές ποσού ογδόντα επτά χιλιάδων εξακοσίων τριάντα τριών ευρώ και είκοσι εννέα λεπτών (#87.633,29#€) μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα εκείνου μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία.
1. έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιον (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών ( και ποσό για τον Ειδικό Λογαριασμό Δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα των απασχοληθέντων οικοδόμων βάσει των ημερών απασχόλησης) ποσού πενήντα οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων είκοσι δύο ευρώ και δεκαεννέα λεπτών ( #58.422,19# € ), δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα, κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές.
2. έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού είκοσι εννέα χιλιάδων διακοσίων έντεκα ευρώ και εννέα λεπτών (#29.211,09# €), με σκοπό να τις αποδώσει στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ’ αυτόν μέσα στον μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι’ αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Για τη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η μ αριθμό …”. Με αυτές τις, κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, παραδοχές το δικάσαν Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη, από τις διαληφθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ,αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια ,πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά ,τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν ,κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς .με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις “ουσιαστικές ποινικές διατάξεις ,τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς αιτιολογίες. Ειδικότερα η απόφαση αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα κατ’ είδος τα οποία έλαβε υπ’ όψη της, το ύψος των εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, την επιχείρηση που απασχόλησε τους μισθωτούς της με σχέση εξαρτημένης εργασίας το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτού, εκ του οποίου, χρόνου απασχολήσεως, προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως, ο οργανισμός Κοινωνικής Ασφαλίσεως (υπαγόμενος στο Υπουργείο Εργασίας) και δη το ΙΚΑ, στο οποίο ήσαν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί, και η ιδιότητα του αναιρεσείοντος, ως Διευθύνοντος Συμβούλου του Δ. Σ. της άνω ημεδαπής ανώνυμης εταιρείας και ως εκ τούτου υπόχρεου, κατά νόμο, προς καταβολή των εργοδοτικών εισφορών και απόδοση των εργατικών που παρακρατήθησαν, για δεδουλευμένες εφόσον αυτές γεννήθηκαν το χρονικό διάστημα από 8ο του έτους 2009 έως 11ο 2009 ήτοι πριν την ισχύ του ν. 4075/11.04.2012 χωρίς να είναι απαραίτητο στην συγκεκριμένη περίπτωση να επιμερίσει τα ποσά οφειλών για κάθε μήνα, δεδομένου ,ότι το συνολικό ύψος της οφειλής δεν αμφισβήτησε ο αναιρεσείων η δε αιτίαση του τελευταίου ότι το δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι το κρίσιμο χρονικό διάστημα είχε λάβει χώρα από τους εργαζόμενους επίσχεση εργασίας (ισχυρισμός, ο οποίος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, δεν προβλήθηκε ορισμένως κατά την διαδικασία) αφορά στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επομένως, με βάση όσα προεκτέθηκαν, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ , Ε’ ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι και συνακόλουθα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.5.2017 (υπ’ αριθμ.πρωτ…./16.5.2017) αίτηση αναίρεσης του Α. Κ. του Κ., κατά της υπ’ αριθμό 76/2017 τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2017.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2017.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
oenet.gr
