Α.Π. 911/2017 (Τμήμα Ε)

ΠΕΡΙΛΗΨΗ:

– ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑΣ – ΠΡΟΦΟΡΙΚΟΤΗΤΑΣ – ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ – ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΑ ΜΕΣΑ (329, 331, 333 §2, 364, 369 ΚΠΔ) – ΛΗΨΗ ΥΠ΄ ΟΨΗ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΝΑΓΝΩΣΘΗΚΑΝ – ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ (171 §1 στοιχ. δ΄ ΚΠΔ) – ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ – Δεν προκύπτει ότι αναγνώσθηκε με τα λοιπά έγγραφα και η προανακριτική ένορκη εξέταση του μάρτυρα αστυνομικού. Δεν αναφέρεται ως αναγνωσθείσα ούτε στον κατάλογο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν ούτε στο προοίμιο ή σε άλλο σημείο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά ούτε και στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία αναγνώσθηκαν. Παρόλα αυτά αξιολογήθηκε αποδεικτικώς για την επί της ενοχής κρίση του αναιρεσείοντος. Με τον τρόπο αυτό παραβιάστηκε από το Εφετείο η αρχή της προφορικότητας της δίκης και η άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου (358 ΚΠΔ) να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο που χρησιμοποιήθηκε σε βάρος του. Αναίρεση κατ΄ αρ. 510 §1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ. Παύση ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής.

Απόφαση 911 / 2017 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη – Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Διονυσία Μπιτζούνη – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Π. Κ. του Ν., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Πέτρου Πανταζή, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5951/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιανουαρίου 2016 αίτηση αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 182/2016.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του αναιρεσείοντα,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 364 και 369 του Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο παραβιάζει την αρχή της προφορικότητας και δημοσιότητας της δίκης και την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ’ του Κ.Ποιν.Δ.), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης. Από την άποψη αυτή στην έννοια του εγγράφου περιλαμβάνονται και οι προανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων. Η ακυρότητα όμως αυτή αποτρέπεται αν το έγγραφο αυτό αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή το μη αναγνωσθέν στο ακροατήριο περιεχόμενο αυτού προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία ή αν αυτό αναφέρεται απλώς ιστορικά ή διηγηματικά στο αιτιολογικό της απόφασης, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμό 5951/2015 απόφασή του το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο, Π. Κ. για την πράξη της πλαστογραφίας κατ’ εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική ποινή πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι αναγνώσθηκε με τα λοιπά έγγραφα και η από 7.4.2008 προανακριτική ένορκη εξέταση του μάρτυρα αστυνομικού Μ. Σ.. Αυτή δεν αναφέρεται ως αναγνωσθείσα ούτε στον κατάλογο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν ούτε στο προοίμιο ή σε άλλο σημείο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά ούτε και στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία αναγνώσθηκαν. Παρά ταύτα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης ως άνω απόφασης, η από 7.4.2008 προανακριτική ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού Μ. Σ., αξιολογήθηκε αποδεικτικώς για την επί της ενοχής κρίση του αναιρεσείοντος.

Συγκεκριμένα, στη σελίδα 10 του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται για τον αναιρεσείοντα, ότι “…η πεποίθηση του Δικαστηρίου ότι ο Π. Κ. κατήρτισε τα πλαστά αυτά έγγραφα δεν προκύπτει μόνο από την απολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά και από την κατάθεση του αστυνομικού Μ. Σ., καθώς και από την κατάθεση της τραπεζικής υπαλλήλου που καταθέτει ότι ο Χ. Μ. στην πρώτη επίσκεψη του συνοδευόταν από κάποιο πρόσωπο, ενώ τα ανωτέρω επιβεβαιώνει με λεπτομέρεια και ο αστυνομικός Σ., ο οποίος καταθέτει ότι ο Γ. Μ. διαβεβαίωσε τον Χ. Μ. ότι είχε κάποιον “διεκπεραιωτή που θα του έφτιαχνε τα χαρτιά” και ακόμη ότι την 2.4.2008 τον πήγε στο σπίτι του φίλου του Π. στα … που θα του έφτιαχνε τα χαρτιά. Αυτός, ο “Π.” ήταν το ίδιο άτομο που συνόδευσε τον Χ. Μ. στην Τράπεζα και συστήθηκε στην υπάλληλο ως Χ.”.

Από την εν λόγω αναφορά γίνεται αντιληπτό ότι το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο για να σχηματίσει την κρίση του περί της ενοχής της αναιρεσείουσας έλαβε υπόψη του και εκτίμησε, εκτός άλλων αποδεικτικών μέσων, την από 7.4.2008 προανακριτική ένορκη εξέταση του μάρτυρα αστυνομικού Μ. Σ.. Επομένως, αφού προκύπτει ότι η προανακριτική αυτή κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού Μ. Σ. συνεκτιμάται ως αποδεικτικό μέσο στο προεκτεθέν αιτιολογικό της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και ότι αυτή δεν είχε αναγνωσθεί στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου αλλά και του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επιπλέον δεν προκύπτει έμμεσα η ανάγνωση αυτής από άλλο αναγνωσθέν έγγραφο ή από άλλο νόμιμο αποδεικτικό μέσο, έπεται ότι παραβιάστηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο η αρχή της προφορικότητας της δίκης και η άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του Κ.Ποιν.Δ. να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο που χρησιμοποιήθηκε σε βάρος του και ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ’ του Κ.Ποιν.Δ.), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναίρεσης. Κατ’ ακολουθίαν, ο παραπάνω συναφής για απόλυτη ακυρότητα λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Μετά από αυτά παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ. το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, όπως η πλαστογραφία (άρθρ. 216 παρ. 1 ΠΚ), είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β’, 370 εδ. β’ και 511 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής και μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ή την άσκηση της αναιρέσεως, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ’ αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Ποιν.Δ. (Ολ. ΑΠ 7/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, η ανωτέρω πράξη της πλαστογραφίας κατ’ εξακολούθηση, που φέρεται ότι τελέσθηκε από τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο στις 2.4.2008, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, έκτοτε δε και μέχρι τη συζήτηση επί της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (17.3.2017), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο της πράξεως αυτής. Επομένως, αφού η ένδικη αίτηση περιέχει έναν τουλάχιστον παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, ο οποίος, κατά τα ανωτέρω, κρίθηκε και βάσιμος, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντα για την ανωτέρω πράξη, λόγω παραγραφής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 5951/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Παύει οριστικά λόγω παραγραφής την κατά του αναιρεσείοντα Π. Κ. του Ν., κατοίκου …, ποινική δίωξη για το ότι: “στην Αθήνα την 2.4.2008 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήσης τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα κατάρτισε δύο (2) εξ υπαρχής και εξ ολοκλήρου πλαστά έγγραφα ήτοι : 1) ένα έγγραφο μισθοδοσίας εργαζομένου, δήθεν εκδοθέν από τον εργοδότη Δ. Κ., που βεβαίωνε ότι ο τελευταίος κατέβαλε τον Μάρτιο του 2008 1.556,16 ευρώ ως μηνιαίες αποδοχές για 25 εργάσιμες ημέρες στον συγκατηγορούμενό του Χ. Μ. (β’ κατηγορούμενο και 2) την από 1.4.2008 βεβαίωση Αποδοχών Αορίστου Συμβάσεως του ιδίου άνω δήθεν εργοδότη δια της οποίας ο τελευταίος βεβαίωνε ότι τάχα απασχολούσε στην εταιρεία του (…) από 4.5.2005 μέχρι και 1.4.2008 τον άνω Χ. Μ. ως υπάλληλο – οδηγό με μηνιαίες καθαρές αποδοχές 1.556,16 ευρώ, με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση τους τους αρμόδιους υπαλλήλους της Ε.Τ.Ε. Βριλησσίων και κάθε τρίτο σχετικά με τη γνησιότητα των ως άνω εγγράφων.”
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2017.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

tetravivlos.com