(Τμήμα Ε)
ΠΕΡΙΛΗΨΗ:
ΚΛΗΤΗΡΙΟ ΘΕΣΠΙΣΜΑ – ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΕΠΙΔΟΣΗΣ – ΠΡΟΣΩΠΑ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΔΙΑΜΟΝΗΣ (156 §1,2, 171 §1 στοιχ. δ΄, 173 §1, 174 §2, 320 §2, 321 §4 ΚΠΔ) – ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ ΜΟΝΟΝ ΣΤΗΝ ΑΝΑΓΡΑΦΟΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΕΓΚΛΗΣΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΝΩ ΗΤΑΝ ΓΝΩΣΤΗ Η ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ ΚΛΗΤΗΡΙΩΝ ΘΕΣΠΙΣΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΑΛΛΕΣ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ – ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΝΟΜΙΜΟΥ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ Ε.Π.Ε. ΓΙΑ ΤΟ ΑΔΙΚΗΜΑ ΤΗΣ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΠΟΣΟΥ 12.500€ – ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ – Εφόσον στον κατηγορούμενο επιδόθηκε το κλητήριο θέσπισμα ως αγνώστου διαμονής, ενώ αυτός ήταν γνωστής διαμονής, η διαδικαστική αυτή πράξη ήταν άκυρη. Η ακυρότητα αυτή, η οποία προβλήθηκε με ειδικό λόγο εφέσεως δεν καλύφθηκε και δεν επήλθε αναστολή της διαδικασίας στο ακροατήριο. Συνεπώς το Εφετείο εσφαλμένως απέρριψε την προβληθείσα ένσταση του κατηγορουμένου, περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, ως μη νόμιμη, με συνέπεια την απόρριψη και του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί παραγραφής της αξιοποίνου πράξεως. Αναίρεση κατ΄ αρ. 510 §1 στοιχ. Β΄, Ε΄, Η΄ ΚΠΔ. Παύση ποινικής δίωξης.
Απόφαση 914 / 2017 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Xρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη – Λεοναρδοπούλου – Εισηγήτρια, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Γ. του Κ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Δαμάκη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 7452/2016 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6-10-2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, κατ’ άρθρο 519 Κ.Π.Δ.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. 7452/2016 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο Π. Γ. του Κ., για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, και μετά από αναγνώριση ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β ΠΚ, του επέβαλλε ποινή φυλακίσεως οκτώ(8) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς πέντε (5) Ευρώ, ημερησίως. Η απόφαση αυτή, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφής αποφάσεων της γραμματείας του ποινικού τμήματος του ανωτέρω δικαστηρίου, την 23-9-2016. Κατά της ως άνω αποφάσεως, ο καταδικασθείς άσκησε την υπ’ αριθ. πρωτ. …2016 από 6-10-2016 αίτηση-δήλωση αναιρέσεως, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την ιδία ημεροχρονολογία. Επομένως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως,(άρθρα 463, 473, 474 παρ. 2, 504 παρ. 1, 505 παρ. 1α, ΚΠΔ), και αφού περιέχει παραδεκτούς λόγους αναίρεσης, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την βασιμότητα των λόγων αυτών.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου170 ΚΠ.Δ,” η ακυρότητα μιας πράξεως ή ενός εγγράφου της ποινικής διαδικασίας επέρχεται μόνο όταν αυτό ορίζεται ρητά στον νόμο”. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1,2, 173 παρ.1, 174 παρ.2, 320 παρ.2, 321 παρ.4 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή, ενώ η σχετική αυτή ακυρότητα επιδόσεως μπορεί να προταθεί από τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο, μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει, είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως ή του κλητήριου θεσπίσματος, με την οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο τελευταίο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως, αν όμως η επίδοση της κλήσεως ή του κλητήριου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία και ούτε επέρχεται αναστολή της παραγραφής. Στη περίπτωση που ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο Δικαστήριο και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδο της δίκης, η ακυρότητα αυτή καλύπτεται και επιφέρει τις συνέπειες αναστολής της παραγραφής του διωκόμενου εγκλήματος, κατά το άρθρο 113 παρ. 1,2,3 του Ποινικού Κώδικα, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία, όχι όμως περισσότερο από τρία χρόνια επί πλημμελημάτων.
Εφ’ όσον όμως κατ’ αυτήν δεν εμφανίστηκε και δικάστηκε ερήμην, μπορεί να προταθεί στο Εφετείο με λόγο εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Το Εφετείο οφείλει να εξετάσει τον προβαλλόμενο με την έφεση λόγο ακυρότητας της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αν είναι βάσιμος, να ακυρώσει την εκκαλούμενη απόφαση και να χωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως, (άρθρο 502 παρ. 4 ΚΠΔ).
Εξάλλου, ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή, που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ” αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στον μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 17, 111 § 3, 112 και 113 §§ 2 και 3 του Ποινικού Κώδικα, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, ενώ αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να υπάρξει αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία (3) έτη. Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 § 1 εδ. β1, 370 εδ. β’ και 511 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο.
Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν, ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε! ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β’ του ίδιου Κώδικα, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ.1 ΚΠΔ), εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Αν το δικαστήριο, χωρίς να απορρίψει αιτιολογημένα τον ισχυρισμό περί ακυρότητος της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, ή τον απορρίψει εσφαλμένα, και προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και την καταδίκη του κατηγορουμένου υποπίπτει στην πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, και των πρακτικών της προσβαλλόμενης, που αποτελούν πλήρη απόδειξη για όσα συνέβησαν στο ακροατήριο, αφού δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά ,ούτε ζητήθηκε η διόρθωση τους από το αρμόδιο δικαστήριο, για τις ανάγκες έρευνας της βασιμότητας των αναιρετικών λόγων προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την υπ’ αριθ. 37683/2013 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε ερήμην του, (ως αγνώστου διαμονής), κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξης της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής που φερόταν ότι τελέσθηκε στην Θεσσαλονίκη την 30-5-2009,και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών μετατραπείσα προς πέντε (5) Ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή χιλίων (1000) Ευρώ.
Κατά της αποφάσεως αυτής, άσκησε εκπροθέσμως, την υπ’ αριθ. πρωτ. …/23-12- 2015 έφεση του. Το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφαση του, έκρινε τυπικά δεκτή αυτήν, με το παρακάτω αιτιολογικό -κατά πιστή μεταφορά-: “Ο εκκαλών κατηγορούμενος, ισχυρίζεται με την έφεση του ότι η εκκαλουμένη, υπ’ αρ. 37683/2013 απόφαση του Β! Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε ερήμην του και με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα μηνών και χρηματική ποινή 1000 Ε., για το αδίκημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, του επιδόθηκε εσφαλμένως ως αγνώστου διαμονής, ενώ είχε γνωστή διαμονή στην … Θεσσαλονίκης. Από την κατάθεση της μάρτυρος συζύγου του και τα πιο πάνω αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα προσκομιζόμενα από τον εκκαλούντα κλητήρια θεσπίσματα που του επιδόθηκαν καθώς και τα προσωπικά του έγγραφα, (εκκαθαριστικό εφορίας, μισθωτήριο κατοικίας κλπ), αποδεικνύονται τα εξής. Με την υπ’ αριθ. 37683/2013 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο εκκαλών-κατηγορούμενος καταδικάσθηκε ερήμην σε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών και χρηματική ποινή 1.000 Ε για το αδίκημα της ακάλυπτης επιταγής. Σύμφωνα με το από 6-3-2014 αποδεικτικό επιδόσεως του Ασ/κα Δ. Κ., η παραπάνω απόφαση επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ως αγνώστου διαμονής καθώς δεν ανευρέθη στην διεύθυνση … Θεσσαλονίκης. Η διεύθυνση αυτή αναγραφόταν στην υποβληθείσα από τον Ε. Η. σε βάρος του κατηγορουμένου έγκληση, και σε αυτήν διατηρούσε την επαγγελματική του εγκατάσταση, μέχρι το έτος 2009, χρόνο κατάθεσης και της εγκλήσεως. Εν συνεχεία όμως η διεύθυνση αυτή μεταβλήθηκε, καθώς ο κατηγορούμενος μετέφερε την επαγγελματική του εγκατάσταση ως ηλεκτρολόγος στην … και επί της οδού …, ενώ στην ίδια περιοχή βρισκόταν η κατοικία του, που από τον Οκτώβριο του 2009, ήταν στην διεύθυνση …. Οι διευθύνσεις αυτές ήταν γνωστές και στη ενταύθα Εισαγγελική αρχή, καθώς έτερα κλητήρια θεσπίσματα του επιδόθηκαν σε αυτές τις διευθύνσεις για υποθέσεις που αφορούσαν τον ίδιο ή αμέσως μεταγενέστερο χρόνο, (ακάλυπτες επιταγές εκδοθείσες την 15-6 και 30-8-2009, χρέη προς το Δημόσιο από του έτους 2009 και μετά). Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο εκκαλών -κατηγορούμενος ήταν κατά τον χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης αποφάσεως γνωστής διαμονής και ως εκ τούτου εσφαλμένως αυτή του επιδόθηκε ωσάν να ήταν αγνώστου διαμονής, καθώς αναζητήθηκε μόνον στην αναγραφόμενη στην έγκληση διεύθυνση η οποία ωστόσο είχε κατά τον χρόνο της επίδοσης μεταβληθεί, ενώ δεν έλαβε χώρα εν προκειμένω προανάκριση και ο κατηγορούμενος δεν προέβη σε δήλωση διεύθυνσης του κατ’ άρθρο 273 ΚΠΔ.
Συνεπώς η επίδοση αυτή είναι άκυρη και δεν επιφέρει τα αποτελέσματα της και η ασκηθείσα έφεση πρέπει να θεωρηθεί εμπρόθεσμη και αφού γίνει τυπικά δεκτή να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση”.
Με την προδιαληφθείσα έφεσή του ,όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της σχετικής εκθέσεως, εκτός από τον λόγο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, προέβαλε και λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος του περιεχομένου του οποίου δεν έλαβε γνώση, διότι,(παρατίθεται το περιεχόμενο του ειδικού αυτού λόγου εφέσεως) “το αρμόδιο προς επίδοση όργανο επέδωσε σε εμέ ως άγνωστης διαμονής το κλητήριο θέσπισμα για να παραστώ στο ακροατήριο του Β’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τη δικάσιμο της 9-10-2013 κατά παράβαση του άρθρου 155 ΚΠΔ, αφού καμία επίδοση δεν έγινε εις χείρας μου, αλλά αφού ανευρέθη κλειστό το κατάστημα, της …, δίχως να με αναζητήσουν σε γνωστή στην Εισαγγελία Θεσσαλονίκης ήδη από την 2-1-2013 (και προγενέστερα) κατοικία μου, επί της οδού …, όπου μου επιδόθηκαν πλείστα άλλα έγγραφα της Εισαγγελίας Θεσσαλονίκης, για άλλες ποινικές υποθέσεις μου, (κλητήριο θέσπισμα κ.λ.π.), με χαρακτήρισαν και επέδωσαν σε μένα το προσβαλλόμενο κλητήριο θέσπισμα ως αγνώστου διαμονής.
Επειδή ο τρόπος επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, δηλαδή ως αγνώστου διαμονής, σε πρόσωπα που τυγχάνουν γνωστότατης διαμονής, όπως εγώ, αφού είχα γνωστή κατοικία στην … Θεσσαλονίκης, (για ορισμό οικίας βλ. ΠΧ ΛΔ 932), καθιστά την συγκεκριμένη διαδικαστική πράξη ως άκυρη για τον πρόσθετο λόγο ότι συνιστά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατ’ άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ αφού στερήθηκα τόσο το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα μου προς υπεράσπιση της ποινικής μου υπόθεσης και την πρόταση αυτοτελών ισχυρισμών μου που θα είχαν ως αποτέλεσμα είτε την απαλλαγή μου από την βαρύνουσα κατηγορία ,είτε την αναγνώριση στο πρόσωπο μου ελαφρυντικών περιστάσεων. Το ΕΔΔΑ έχει δεχθεί κατ’ άρθρο 6 της ΕΣΔΑ ότι για να χωρήσει η εκδίκαση της υπόθεσης εν απουσία του κατηγορουμένου θα πρέπει να έχει κληθεί νομίμως και δεν βρέθηκε , να καταβλήθηκε από την αρχή κάθε προσπάθεια ανεύρεσης του για να του επιδοθεί η κλήση …Για το λόγο αυτό το Δικαστήριο σας πρέπει να κάνει δεκτό το συγκεκριμένο λόγο εφέσεως μου και να ακυρώσει την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος που έγινε σε μένα ως άγνωστης διαμονής επί τω τέλει όπως επαναληφθεί η άκυρη πράξη.
Εξ’ άλλου και αν ακόμη κρίνει το Δικαστήριο σας, ότι δεν υπάρχει ακυρότητα κατ’ άρθρο 171 παρ. 1δ!, σύμφωνα με το άρθρο 174 παρ. 2, η ακυρότητα από τη μη επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, που επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καλύπτεται αν δεν προταθεί από τον κατηγορούμενο κατά την έναρξη της πρωτόδικης δίκης. Εφόσον όμως κατ’ αυτή δεν εμφανίσθηκε και δικάσθηκε ερήμην ο κατηγορούμενος μπορεί να προταθεί με λόγο εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Το Εφετείο οφείλει να εξετάσει τον προβαλλόμενο με την έφεση λόγο ακυρότητας της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αν είναι βάσιμος να ακυρώσει την εκκαλουμένη απόφαση” Ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, μετά την έκδοση της παρεμπίπτουσας αποφάσεως του με την οποία κρίθηκε τυπικά δεκτή η προαναφερθείσα έφεσή του ,ο εκκαλών -κατηγορούμενος, κατέθεσε έγγραφο σημείωμα που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης , και ανέπτυξε και προφορικά τον αυτοτελή ισχυρισμό του, (που διέλαβε και στο εφετήριο του ως λόγο εφέσεως), περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, και προέβαλε ένσταση παραγραφής της αξιόποινης πράξης του λόγω παρόδου πενταετίας, διότι από την φερομένη ως ημερομηνία τελέσεως της,(30-5-2009),έως την ημέρα εκδικάσεως αυτής,(1-6-2016), παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον της πενταετίας ,χωρίς να επέλθει αναστολή της παραγραφής αυτής αφού κατά τον ισχυρισμό του, το κλητήριο θέσπισμα του επιδόθηκε ακύρως”. . Το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος -κατά συνέπεια και τον συναφή λόγο εφέσεως του -με την παρακάτω αιτιολογία: “Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 321 παρ. 1, 2,και 4 του ΚΠΔ ,το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει :α) Το ονοματεπώνυμο και β) … γ) … δ) … Η κλήση για την εμφάνιση (άρθρο 320) ως προς την αξιόποινη πράξη πρέπει να αναφέρεται στο παραπεμπτικό βούλευμα κατά τα λοιπά πρέπει να περιέχει επίσης όσα περιέχει το κλητήριο θέσπισμα (παρ.2) “Η τήρηση των διατάξεων των παρ. 1 και 2 επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσης”.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος επιφέρει μόνον η μη αναφορά σε αυτό των διαλαμβανομένων στην παρ. 1 του παραπάνω άρθρου στοιχείων και δεν επιδρά στο κύρος του τυχόν ακυρότητα, για οποιονδήποτε λόγο, της επίδοσης του. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος προέβαλε δια της συνηγόρου υπερασπίσεως του, τον αυτοτελή ισχυρισμό περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος οφειλομένης, ως η τελευταία ανέφερε κατά την προφορική ανάπτυξη του εν λόγω ισχυρισμού ενώπιον του δικαστηρίου, στην ακυρότητα της επίδοσης του καθώς του επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής ενώ ήταν γνωστής. Ωστόσο, η ακυρότητα αυτή δεν επιδρά στο κύρος του κλητηρίου θεσπίσματος συμφώνως με όσα προαναφέρθηκαν , και ως εκ τούτου ο προβληθείς ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος”. Απέρριψε δε σιγή την προβληθείσα νομίμως και εξεταζόμενη αυτεπαγγέλτως ένσταση εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξεως δια παραγραφής, αφού δέχθηκε ότι η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ήταν έγκυρη και κατά συνέπεια, επήλθε αναστολή της παραγραφής για μία τριετία.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση του από 8-7-2013 αποδεικτικού επιδόσεως του υπαρχιφύλακα του Α/Τ Θεσσαλονίκης Ε. Χ., προκύπτει ότι το υπ’ αριθ…./2013 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο καλείτο ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος να δικασθεί ενώπιον του Β! Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης για την αξιόποινη πράξη εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής για την οποία και καταδικάσθηκε, με την προαναφερθείσα υπ’ αριθ. 37683/2013 απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, ερήμην, ως αγνώστου διαμονής κατηγορούμενος, επιδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου156 παρ. 2 ΚΠΔ, ως αγνώστου διαμονής αφού προηγουμένως αναζητήθηκε στην επί της ιδού … διεύθυνση. Κατά τις παραδοχές όμως της προσβαλλόμενης απόφασης, α) ο κατηγορούμενος στην ως άνω διεύθυνση που αναζητήθηκε διατηρούσε την επαγγελματική του εγκατάσταση, την οποία μετέφερε στην οδό οδό …, και την κατοικία του επί της οδού … στην … Θεσσαλονίκης, από τον Οκτώβριο του έτους 2009, β) οι διευθύνσεις του αυτές ήταν γνωστές στις Εισαγγελικές Αρχές Θεσσαλονίκης καθόσον σ’ αυτές του επιδόθηκαν μετά το έτος 2009 κλητήρια θεσπίσματα που αφορούσαν άλλες ποινικές υποθέσεις του, γ) η διεύθυνση στην οποία αναζητήθηκε ήταν αυτή που διαλαμβανόταν στην έγκληση του του Ε. Η. σε βάρος του για την αξιόποινη πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής ,για την οποία δεν διενεργήθηκε προανάκριση, δ)και κατά τον χρόνο της επιδόσεως της πρωτοβάθμιας απόφασης ήταν γνωστής διαμονής. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην νομική σκέψη της παρούσας, εφόσον στον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο, επιδόθηκε το κλητήριο θέσπισμα ως αγνώστου διαμονής, (8-7-2013),ενώ αυτός από τον Οκτώβριο του 2009 , ήταν γνωστής διαμονής, η διαδικαστική αυτή πράξη ήταν άκυρη. Η ακυρότητα αυτή, η οποία προβλήθηκε με ειδικό λόγο εφέσεως δεν καλύφθηκε και δεν επήλθε αναστολή της διαδικασίας στο ακροατήριο. Άρα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως απέρριψε την προβληθείσα ένσταση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου, περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, ως μη νόμιμη, με συνέπεια την απόρριψη και του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί παραγραφής της αξιοποίνου πράξεως, και την καθ’ υπέρβαση της εξουσίας του, καταδίκη του αναιρεσείοντος.
Εν όψει των ανωτέρω, και με το δεδομένο ότι η πράξη για την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, φέρεται ότι έχει τελεσθεί στις 30-5-2009, το δε έγκλημα για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων είναι πλημμέλημα, το αξιόποινο αυτού έχει εξαλειφθεί με παραγραφή, καθόσον από τον ως άνω χρόνο που φέρεται ότι τελέσθηκε, μέχρι την 1-6-2016, ημέρα που συζητήθηκε η υπόθεση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, συμπληρώθηκε ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής για πλημμελήματα, χωρίς να υπολογίζεται χρόνος αναστολής, αφού δεν είχε αρχίσει η κύρια διαδικασία, λόγω της μη έγκυρης επιδόσεως του κλητήριου θεσπίσματος. Μετά από αυτά θα πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1Β!, Ε’ σε συνδ. με το 171 παρ. 2 στοιχ’ δ! και άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η! του Κ.Π.Δ., σχετικοί λόγοι αναιρέσεως και η αίτηση-δήλωση αναιρέσεως στο σύνολο της, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και σύμφωνα με το άρθρο 511 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για την αναφερόμενη αξιόποινη πράξη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 7452/2016 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παύει οριστικώς την ποινική δίωξη, κατά του αναιρεσείοντος Π. Γ. του Κ., κατοίκου …, (οδός …), του ότι: Στην Θεσσαλονίκη, την 30-5-2009 εξέδωσε επιταγή μη πληρωθείσα από την πληρώτρια τράπεζα, στην οποία δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής και κατά το χρόνο της πληρωμής αυτής, συγκεκριμένα ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος και δη διαχειριστής της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης “… ΕΠ.Ε.’ ‘ (εμπορία ηλεκτρολογικού υλικού), με έδρα στο … Θεσσαλονίκης, εξέδωσε την υπ’ αριθ. … επιταγή ποσού 12.500 Ευρώ, σε διαταγή “… Ο.Ε.”. προς την … BANK, (Κατάστημα … Θεσσαλονίκη), η οποία εμφανίσθηκε προς πληρωμή στις 4-6-2009 και δεν πληρώθηκε γιατί στο υπ’ αριθ. … λογαριασμό της νόμιμα εκπροσωπουμένης από αυτόν εταιρείας δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια” .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2017.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
tetravivlos.com
