( 729117)
(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Συντηρητική κατάσχεση. Αναστολή εκτέλεσης. Νέα δικονομία. Πλέον δυνατή με το ν. 4335/2015 η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης με βάση οριστική απόφαση που εκδόθηκε μετά την 01.01.2016. Δεν αναστέλλεται πλέον η πρόοδος της εκτέλεσης με την άσκηση ενδίκων μέσων κατά ανακοπής. Μη νόμιμο εν προκειμένω το αίτημα αναστολής, καθώς δεν πρόκειται για έμμεση εκτέλεση. Επί ανακοπής κατ’ άρθρ. 702 δε χωρεί αναλογική εφαρμογή του άρθ. 731 ΚΠολΔ.
ΑΠΟΦΑΣΗ 1088/2018
Αριθμός Κατάθεσης Αίτησης 252/7-6-2018
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΕΡΚΥΡΑΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ευανθία – Ευαγγελία Δαρκούδη, η οποία ορίσθηκε μετά από κλήρωση.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2018, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα, για να δικάσει την από 7-6-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 252/7-6-2018 αίτηση με αντικείμενο την αναστολή εκτέλεσης απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΑ: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης ΝΠΔΔ, με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣ ……………», που εδρεύει στην Κέρκυρα κι εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του, Κωνσταντίνου Μπουχάγιαρ, που κατέθεσε σημείωμα.
ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: Ομόρρυθμης εταιρίας, με την επωνυμία «…………………….», που εδρεύει στα ……………….., Κέρκυρας κι εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της, Ιωακείμ Γεωργούδη.
ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί, όπως ειδικότερα αναπτύσσονται στο σημείωμά τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Δυνάμει του άρθρου πέμπτου του άρ. 1 του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε την 1.1.2016 (άρ. ένατο παρ. 4 αυτού], τροποποιήθηκε η διάταξη του αρ. 724 ΚΠολΔ και δόθηκε πλέον η δυνατότητα του δανειστή να ζητήσει εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, καθώς και συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου και με βάση πλέον οριστική απόφαση κι όχι μόνο με βάση διαταγή πληρωμής χρηματικών απαιτήσεων, όπως ίσχυε έως την τροποποίηση του νόμου. Ωστόσο, ο δανειστής μπορεί να ζητήσει την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και τη συντηρητική κατάσχεση με βάση οριστική απόφαση, μόνο η τελευταία εκδόθηκε μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου και όχι αν είχε εκδοθεί πριν από αυτόν, σύμφωνα με τη γενική αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, όπως αυτή εκφράζεται, κατ` αντιδιαστολή, στο άρ. 18 παρ. 2 ΕισΝΚΠολΔ (βλ. ΜΠρΑθ1653/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) 712 κλπ. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των §§ 1 και 2 του άρθρου 700 ΚΠολΔ, η απόφαση που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα εκτελείται κατά τις διατάξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης (ΜΠρΑλεξ. 89/2013 ΤΝΠ-Νόμος. Βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή, «Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως Ι – Γενικό Μέρος» εκδ. 1998, § 7, VI, 2, σ. 102 αριθ. περιθ. 17 και §23 II, αριθ. 1, σ. 325, αριθ. περιθ. 2 και υποσημ. 9), οι διαφορές δε που αφορούν την εκτέλεση της απόφασης αυτής δικάζονται από το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, το οποίο και εφαρμόζει τις διατάξεις των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ και συμπληρωματικά τις διατάξεις των άρθρων 933 επ. του ιδίου Κώδικα, εφόσον συμβιβάζονται με τη διαδικασία αυτή των ασφαλιστικών μέτρων (ΑΠ298/2003 ΕλλΔνη 45.407, ΜΠρΑΘ11907/2013 ΤΝΠ-Νόμος). Ειδικότερα δε η ΚΠολΔ 702 ρυθμίζει κατ’ αρχήν την αρμοδιότητα του δικαστηρίου που θα δικάσει αντιρρήσεις εναντίον της νομιμότητας της εκτέλεσης ή γενικότερα της πραγμάτωσης του ασφαλιστικού μέτρου που ήδη συντελέστηκε (βλ. I. Χαμηλοθώρη, ό.π. § 376, σ. 92 και υποσημ. 480). Συνεπώς, κατά τη ρύθμιση αυτή, οι διαφορές που αφορούν την εκτέλεση απόφασης που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα, ή ανακαλεί εν όλω ή εν μέρει απόφαση γι` αυτά, δικάζονται καταρχήν από το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, δηλαδή αναλόγως, το Ειρηνοδικείο, το Μονομελές ή Πολυμελές Πρωτοδικείο κ.λπ. και εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ (ΜΠρΠειρ 1775/2009 ΕφΑΔ 2009. 739, ΜΠρΙωαν 463/2007, ΜΠρΑθ 4946/2007 ΕλλΔνη 2008. 302, ΜΠρΑθ 4587/2006 ΧρΙΔ 2007. 443, βλ. /. Χαμηλοθώρη, ό.π. § 377, σ. 92 και υποσημ. 481 και § 384 σ. 93 και υποσημ. 484, Π. Τζίφρα, ό.π. σ. 66, I. Κατρά, ό.π. § 45, σ. 215). Κατ’ εξαίρεση όμως σε πολύ επείγουσες περιπτώσεις, τις διαφορές αυτές δικάζει το Μονομελές Πρωτοδικείο του τόπου όπου γίνεται η εκτέλεση της απόφασης και όπου δεν υπάρχει Μονομελές Πρωτοδικείο, το Ειρηνοδικείο (άρθρο 702 § 2 εδ. α`ΚΠολΔ) εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 686 έως 688,690 έως 692,695 και 699, όπως ορίζει σχετικά η § 2 της ΚΠολΔ 702 (βλ. I. Χαμηλοθώρη, ό.π. § 388, σελ. 94 και υποσημ. 491,1. Κατρά, ό.π. § 45, Β2, σ. 216). Συμπληρωματικά εφαρμόζονται και τα άρθρα 933 έως 940Α ΚΠολΔ (ΑΠ 298/2003 ΕλλΔνη 45. 407, ΑΠ 1613/2000 ΕλλΔνη 42. 680, ΕφΑΘ 11094/1090 ΕλλΔνη 32. 1078, ΜΠρΠειρ 6747/2009 ΕλλΔνη 2010. 232. βλ. /. Κατρά, ό.π. § 45 Β1, σ. 215, X. Απαλαγάκη, ό.π. υπό άρθρο 702 αριθ, περιθ. 1), εφόσον συμβιβάζονται προς τη φύση της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων (βλ. I. Χαμηλοθώρη, ό.π. § 382, σ. 93 και υποσημ.486). Η απόφαση που εκδίδεται επί της ανακοπής δεν προσβάλλεται κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 699 ΚΠολΔ, η οποία έχει εφαρμογή και στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 702 § 2 εδ. α` ΚΠολΔ, με κανένα ένδικο μέσο (ΑΠ 1613/2001) και δη κατά μείζονα λόγο, αφού δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα η ίδια η απόφαση για το ασφαλιστικό μέτρο (ΑΠ 298/2003 ΕλλΔνη 2004. 407 βλ. 1. Κατρά, ό.π. § 45 Β3, σ. 216, 1. Χαμηλοθώρη, ό π. § 394, σ. 95 και υποσημ. 497, Π. Τζίφρα, ό.π. σ. 74). Διχογνωμία επικρατούσε για το αν, επί ανακοπής κατά της εκτέλεσης κατ` άρθρο 702 και 933 ΚΠολΔ, είναι δυνατή η εφαρμογή του άρθρου 938 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο προβλεπόταν δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης. Κατά την κρατούσα άποψη και υπό το προϊσχύσαν δίκαιο το άρθρο 938 ΚΠολΔ εφαρμοζόταν κι εν προκειμένω (ΜΠρΑλεξ 89/2013 ό.π., ΜΠρΞανθ 467/2012 ΤΝΠ Νόμος, ΜΠρΠρεβ 297/1992 Δ1993.1114, Τζίφρας, ό.π. σ. 75, Γεωργίου. II, σ. 264 επ., Κράνης, ό.π. υπό άρθ. 702, αριθ. 6, I. Χαμηλοθώρης, ό.π. § 395, σ. 95 και υποσημ. 499, I. Κατράς, ό.π. § 45, ΣΤ, σ. 219, X. Απαλαγάκη, ό.π. υπό άρθρο 702 αριθ. περιθ. 6]. Έτσι, με αίτηση του ανακόπτοντος μπορούσε να διαταχθεί η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, αν ο δικαστής έκρινε ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογούσε την ευδοκίμηση της ανακοπής. Ωστόσο, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4335/2015, το άρθρο 938, που προέβλεπε δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης λόγω άσκησης ανακοπής του άρθρου 933, κατόπιν σχετικής αίτησης, εκδικαζόμενης από το δικαστήριο της ανακοπής κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, καταργήθηκε, με αποτέλεσμα να μην προβλέπεται πλέον η δυνατότητα αναστολής. Παράλληλα δε, με τη νέα διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 β εδ. 3 προβλέπεται ότι στις περιπτώσεις άσκησης ένδικων μέσων κατά της απόφασης επί της ανακοπής, η άσκησή τους δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης, εκτός αν το δικαστήριο του ένδικου μέσου πλέον, μετά από αίτηση αυτού που το άσκησε, υποβαλλόμενη και αυτοτελώς, δικάζοντας με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, διατάξει την αναστολή, με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ένδικου μέσου, ενώ με το εδάφιο γ` της ίδιας παραγράφου ορίζεται ότι, ειδικά στην περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, το δικαστήριο της ανακοπής μπορεί να διατάξει την αναστολή της κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα (βλ.ΜΠρΠατρ166/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αιτούν νομικό πρόσωπο, εκθέτει ότι με το από 25-5-2018 κατασχετήριο, που του κοινοποιήθηκε από την καθ’ ης στις 29-5-2018, επιβλήθηκε σε βάρος του συντηρητική κατάσχεση εις χείρας της Τράπεζας ……….. , επί τη βάσει της οριστικής με αριθμό 546/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, που ήδη κατέστη τελεσίδικη με τη με αριθμό 74/2017 απόφαση το Εφετείου Κέρκυρας, δυνάμει της οποίας το αιτούν υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ’ ης το ποσό των 2.323.169,92 ευρώ πλέον τόκων κι εξόδων. Επικαλούμενο δε, ότι κατά της άνω επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης έχει ασκήσει νομότυπα κι εμπρόθεσμα τη με αριθμό 23/2010 ανακοπή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, κατ` άρθρο 702 ΚΠολΔ, ζητεί την αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ως άνω συντηρητικής κατάσχεσης, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, επί της προαναφερόμενης ανακοπής, για το λόγο ότι η μη άρση της συντηρητικής κατάσχεσης εις χείρας της προαναφερόμενης Τράπεζας ως τρίτης, θα του επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη, ενώ πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής, για τους λόγους που αναφέρει ειδικότερα στην αίτηση και να καταδικασθεί στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Με αυτό το περιεχόμενο η αίτηση, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, προκειμένου να συζητηθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επόμ. του ΚΠολΔ). Εντούτοις, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, δοθέντος ότι στην προκειμένη περίπτωση, δικαιολογητική βάση της κρινόμενης αίτησης αποτελεί η ανακοπή του άρθρου 702 ΚΠολΔ, ήτοι διαφορά περί την εκτέλεση απόφασης που διατάσσει ασφαλιστικό μέτρο, χωρίς ωστόσο πλέον υπό το παρόν νομοθετικό καθεστώς, ενόψει της κατάργησης του άρθρου 938 ΚΠολΔ, να προβλέπεται δυνατότητα χορήγησης αναστολής εκτέλεσης απόφασης λήψης ασφαλιστικών μέτρων, με την επισήμανση ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν δύναται να γίνει ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 731 ΚΠολΔ, με την αιτιολογία που ακολουθεί μέρος της νομολογίας και της θεωρίας, επί τη βάσει ότι πρόκειται για έμμεση εκτέλεση, διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται περί έμμεσης εκτέλεσης, ρυθμιζόμενης από το νόμο, ακριβώς προκειμένου να επιτελείται εν τοις πράγμασοι, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά περί λήψης ασφαλιστικού μέτρου. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι η εν λόγω αίτηση δεν δύναται να εκτιμηθεί ούτε ως αίτηση αναστολής στο πλαίσιο της διάταξης της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 724, δοθέντος ότι στο δικόγραφο δεν διαλαμβάνεται καμία σχετική αιτίαση αναφορικά με τις ρυθμιζόμενες προϋποθέσεις, ήτοι επίκληση ότι πιθανολογείται εξόφληση κλπ… Υπό το πρίσμα λοιπόν των προαναφερόμενων παραδοχών η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, ενώ τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντα (άρθρο 176 ΚΠολΔ και 84 παρ. 2 του ν. 4194/2013 νέου Κώδικα Δικηγόρων), μειωμένα όμως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 307§2 του π.δ. 410/1995 και ήδη 281§2 ν,3463/2006, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αιτούν στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της καθ’ ης τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων (200,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στην Κέρκυρα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 17 Ιουλίου 2018.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ν.Σ.
nomos.gr
